FROU FROU INVESTMENTS LTD ν. Rolandos Enterprises Public LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:16433/2015, 29/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B101 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:16433/2015 FROU FROU INVESTMENTS LTD Κατηγορούσα Αρχή -και-
- Rolandos Enterprises Public LTD
- XXXXX Λοίζου
- XXXXX Λοίζου
- Valia Secretarial Limited Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 29/6/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Σοφοκλέους Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορουμένη, δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και ο 2ος και 3ος κατηγορούμενος, ως οι αξιωματούχοι αυτής, αντιμετωπίζουν από κοινού στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, με βάση το τροποποιημένο κατηγορητήριο, 2 κατηγορίες. Στη δε 1η κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε αίτημα της παραπονούμενης, όπως της δοθούν αντίγραφα των τελευταίων ισολογισμών της 1ης κατηγορούμενης, κατά παράβαση των άρθρων 152
(3)και 152
(4)(γ) toy περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν, εντός 7 ημερών, στο αίτημα της παραπονούμενης, ημερομηνίας 24.6.2015, με το οποίο ως μέλος της 1ης κατηγορούμενης ζήτησε αντίγραφα των οικονομικών καταστάσεων της τελευταίας, συμπεριλαμβανομένων και των τελευταίων ισολογισμών της για τα έτη 2010- 2014. Στη δε 2η κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να διαθέσουν αντίγραφα του συνόλου των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορούμενης για τα έτη 2010 μέχρι και 2014, κατά παράβαση των άρθρων 152
(2)και 152
(4)(β) του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι, την 22.5.15, μέχρι και σήμερα, παρέλειψαν να διαθέσουν προς την παραπονούμενη, ως μέλος της 1ης κατηγορουμένης, το σύνολο των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορουμένης για τα έτη 2010- 2014 και συνέχισαν να παραλείπουν να παραχωρήσουν αυτά, στην παραπονούμενη μετά από αίτημά της, ημερομηνίας 24.6.
- Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν την μη παραδοχή τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους διαδίκους τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
- Η 1η κατηγορουμένη είναι δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο 2ος και 3ος κατηγορούμενος, ήταν και εξακολουθούν να είναι οι αξιωματούχοι της 1ης κατηγορουμένης.
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη, επίσης εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, ήταν και εξακολουθεί να είναι μέλος της 1ης κατηγορουμένης, κατέχοντας ποσοστό 8.9% των μετοχών της.
- Η παραπονούμενη απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 24.6.15, προς την 1η κατηγορουμένη, ζητώντας όπως ετοιμαστεί από ένα αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορουμένης για τα έτη 2010-2014 και να ενημερωθεί αναλόγως, για να μπορέσει να διευθετήσει την παραλαβή τους.
- Οι οικονομικές καταστάσεις που ζητήθηκαν, περιλάμβαναν τους τελευταίους ισολογισμούς της 1ης κατηγορουμένης.
- Η Γενική Συνέλευση της 1ης κατηγορουμένης, πραγματοποιήθηκε την 12.6.15, αφού προηγήθηκαν οι ανακοινώσεις για τη σύγκλιση της στις 25.5.
- Αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων, της 1ης κατηγορουμένης για το έτος 2014 ήταν διαθέσιμο την 21.5.15, δηλαδή 21 ημέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση.
- Η 1η κατηγορουμένη, απάντησε στην επιστολή της παραπονούμενης, με επιστολή της, ημερομηνίας 6.7.
- Οι κατηγορούμενοι εμμένουν στις θέσεις τους μέχρι σήμερα, ως η απαντητική τους επιστολή, ημερομηνίας 6.7.
- Η παραπονούμενη απάντησε στην επιστολή της 1ης κατηγορουμένης, ημερομηνίας 6.7.15, με επιστολή της ημερομηνίας 7.7.
- Η παραπονούμενη, εμμένει στις θέσεις της μέχρι σήμερα, ως η απαντητική της επιστολή, ημερομηνίας 7.7.
- Η παραπονούμενη, έχει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα που έχει ζητήσει τα οποία είναι δημοσιευμένα. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα, τον Μιχάλη Άλκη Χ'' Κυριάκο (Μ.Κ 1), διευθύνοντα σύμβουλο της παραπονούμενης. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, εισηγήθηκε, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Προς υποστήριξη των θέσεων και επιχειρημάτων του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, καταχώρησε γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας έχει μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή από το Δικαστήριο. Ήταν, συνοπτικά, η θέση του ότι οι κατηγορίες στο κατηγορητήριο, από μόνες τους, δεν συνάδουν με τα ποινικά αδικήματα, όπως αυτά προνοούνται στον νόμο, δημιουργώντας μια ατέλεια η οποία ανάγεται στο θεμέλιο της κατηγορίας. Η ατέλεια αυτή δημιουργείται από το λανθασμένο και νομικά ανεπίτρεπτο περιεχόμενο του αιτήματος της παραπονούμενης, με αποτέλεσμα το κατηγορητήριο να είναι ατελές και να μην μπορεί να διασωθεί. Περαιτέρω ήταν η εισήγηση του ότι ως συνάγεται, ένα από τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων, είναι να υπάρχει αίτημα της παραπονούμενης προς την εταιρεία και τα άρθρα του νόμου καθορίζουν ποια έγγραφα δικαιούται να ζητήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία, το αίτημα που η παραπονούμενη προώθησε, δεν συνάδει με αυτά που ο Νόμος καθορίζει, και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ορθό αίτημα της παραπονούμενης προς τους κατηγορουμένους. Συνεπεία τούτου δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ποινική ευθύνη σε αυτούς εφόσον οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να συμμορφωθούν εν όψει του ότι δεν υπήρχε ορθό αίτημα εκ μέρους της παραπονούμενης. Ήταν περαιτέρω η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι σε σχέση με την 1η κατηγορία, δεν γίνεται ρητή αναφορά στα άρθρα του νόμου ότι τον ισολογισμό μιας εταιρείας, θα πρέπει να τον παραδώσει η ίδια η εταιρεία. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να προβληματιστεί, εφόσον απουσιάζουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, συστατικά στοιχεία και των δύο αδικημάτων. Τέλος ήταν η εισήγησή του, ότι η παρούσα υπόθεση εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, έχει καταχωριστεί καταχρηστικά, εφόσον ως είναι παραδεκτό, οι παραπονούμενοι πλέον έχουν λάβει στη κατοχή τους όλα τα ζητηθέντα έγγραφα και παρά το γεγονός αυτό, προωθούν την παρούσα ποινική διαδικασία, με στόχο αλλότριους σκοπούς που δεν είναι άλλοι από την καταπίεση και καταδίκη των κατηγορουμένων και όχι με σκοπό την προστασία των ατομικών τους δικαιωμάτων. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για την κατηγορούσα αρχή, ο οποίος μέσω της προφορικής του αγόρευσης, κάλεσε το Δικαστήριο να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία, εφόσον από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, έχουν στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως και αντικειμενικά όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Σε σχέση με το γεγονός που ηγέρθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι ζητήθηκαν από την παραπονούμενη ισολογισμοί για τα 4 τελευταία έτη, ενώ η σχετική πρόνοια του Νόμου προνοεί ότι μπορεί να ζητηθεί μόνο ο τελευταίος ισολογισμός, ήταν η θέση του ότι στο αίτημα που υποβλήθηκε περιλαμβάνεται και ο τελευταίος ισολογισμός και ότι εκ του περισσού ζητήθηκαν οι ισολογισμοί και για άλλα έτη. Δεν παύει όμως, ήταν η θέση του, από το να στοιχειοθετούνται τα εν λόγω αδικήματα, εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση εκ μέρους των κατηγορουμένων εφόσον δεν δόθηκε ούτε ο τελευταίος ισολογισμός. Στη συνέχεια θα αναφερθώ, συνοπτικά, στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας του Μ.Κ 1, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ 1 ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ότι μετά το αίτημα της παραπονούμενης να λάβει οικονομικές καταστάσεις και τον τελευταίο ισολογισμό της 1ης κατηγορουμένης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση εκ μέρους των κατηγορουμένων. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι αφότου οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να τους προσκομίσουν τις οικονομικές καταστάσεις, η παραπονούμενη τις αναζήτησε και τις εντόπισε (Τεκμήριο 4) μέσω του διαδικτύου. Θέση του, ήταν ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι ολοκληρωμένο, εφόσον απουσιάζουν αρκετές σελίδες από αυτό και υπάρχουν ελλιπή στοιχεία. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας, αναγνώρισε ότι οι επιστολές Τεκμήρια 2 και 3 έχουν αποσταλεί από τον οικονομικό διευθυντή της παραπονούμενης προς την 1η κατηγορουμένη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο για απαλλαγή του 1ου κατηγορούμενου, με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Ο Κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Ως έχει αναφερθεί οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 2 κατηγορίες οι οποίες έχουν ως νομική βάση το άρθρο 152 του Νόμου το οποίο έχει ως ακολούθως: «Δικαίωμα λήψης αντιγράφων ισολογισμών και εκθέσεων των ελεγκτών 152.-
(1)Οι σύμβουλοι παρουσιάζουν στην εταιρεία σε γενική συνέλευση - (α)το σύνολο των οικονομικών καταστάσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. (β)την έκθεση διαχείρισης και, ανάλογα με την περίπτωση, την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης. (γ)συνημμένη στα ανωτέρω, την έκθεση των ελεγκτών, όπου αυτή απαιτείται από τον Νόμο: Νοείται ότι στην ειδοποίηση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 127, στην οποία θα κατατεθούν τα πιο πάνω έγγραφα, θα γίνεται μνεία ως προς τον τόπο και τρόπο διάθεσής τους.
(2)Αντίγραφο των εγγράφων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι διαθέσιμο τουλάχιστον είκοσι μία μέρες πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης. Τέτοιο αντίγραφο δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από την εταιρεία, χωρίς πληρωμή, είτε σε ηλεκτρονική είτε σε έντυπη μορφή: (
- i)κάθε μέλος της εταιρείας, ανεξάρτητα αν αυτό δικαιούται να λαμβάνει ειδοποιήσεις γενικών συνελεύσεων της εταιρείας. (
- ii)κάθε κάτοχος χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας, ανεξάρτητα αν αυτός δικαιούται ή όχι να λαμβάνει ειδοποιήσεις γενικών συνελεύσεων της εταιρείας. (iii) όλα τα πρόσωπα, εκτός από τα μέλη ή τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας, που δικαιούνται να λαμβάνουν ειδοποιήσεις γενικών συνελεύσεων της εταιρείας: Νοείται ότι: (α) Στην περίπτωση εταιρείας που δεν έχει μετοχικό κεφάλαιο, το εδάφιο αυτό δεν απαιτεί τη διάθεση των προαναφερόμενων εγγράφων σε μέλος της εταιρείας, που δεν δικαιούται να λαμβάνει ειδοποιήσεις γενικών συνελεύσεων ή σε κάτοχο ομολόγων της εταιρείας, που δεν δικαιούται με τον τρόπο αυτό. (β) κατά την Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η εταιρεία θα έχει διαθέσιμα προς διανομή στους παριστάμενους μετόχους τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και οφείλει επίσης να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της για τη δημοσίευση των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις οποιασδήποτε συναφούς νομοθεσίας, είτε στον ημερήσιο τύπο είτε στην ιστοσελίδα της είτε προς οποιεσδήποτε αρμόδιες εποπτικές αρχές, καθώς και στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, εφόσον η εταιρεία είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
(3)Μέλος εταιρείας, είτε αυτό δικαιούται να λάβει, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, αντίγραφα ισολογισμών της εταιρείας είτε όχι, και κάτοχος χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας, είτε αυτός δικαιούται σε αυτό είτε όχι, δικαιούται μετά από αίτηση να λάβει χωρίς πληρωμή αντίγραφο, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, του τελευταίου ισολογισμού της εταιρείας, περιλαμβανομένου κάθε αντίγραφου που απαιτείται από το νόμο να επισυνάπτεται σε αυτό, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης των ελεγκτών για τον ισολογισμό, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.
(4)(α)Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με το εδάφιο
(1), κάθε σύμβουλος της εταιρείας ο οποίος ευθύνεται για την παράλειψη διαπράττει ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες (Λ.Κ. 5.000), (β)Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με το εδάφιο
(2), η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της που ευθύνεται για την παράλειψη διαπράττει ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες (Λ.Κ. 3.000), και (γ)Σε περίπτωση που, όταν πρόσωπο ζητά οποιοδήποτε έγγραφο που δικαιούται να λάβει σύμφωνα με το εδάφιο
(3), γίνεται παράλειψη συμμόρφωσης μέσα σε επτά ημέρες από την υποβολή της απαίτησης, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της που ευθύνεται για την παράλειψη διαπράττει ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες (Λ.Κ. 500).» Στην 1η κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε αίτημα της παραπονούμενης στη βάση των παραγράφων
(3)και
(4)(γ) του άρθρου 152. Από το συνδυασμένο λεκτικό των πιο πάνω υποπαραγράφων του εν λόγω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας είναι τα ακόλουθα: (Α) Μέλος εταιρείας (Β) Μετά από αίτηση (Γ) δικαιούται να λάβει, χωρίς πληρωμή, αντίγραφο του τελευταίου ισολογισμού της εταιρείας, περιλαμβανομένου κάθε αντίγραφου που απαιτείται από τον νόμο, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης των ελέγχων για τον ισολογισμό. (Δ) Σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή (Ε) Εντός 7 ημερών από την υποβολή του αιτήματος και (Στ) η εταιρεία και οι αξιωματούχοι της παραλείπουν να συμμορφωθούν εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Μέσα από την παράθεση της μαρτυρίας (έγγραφης και προφορικής) αλλά και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα ως αυτά έχουν δηλωθεί και αντιπαραβάλλοντας τα με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και τη προσκομισθείσα μαρτυρία, εξ όψεως και ιδώμενη αντικειμενικά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετείτε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι αυτή στο σύνολο της δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, προκύπτει ότι υπάρχει κάποιου είδους μαρτυρία που να καθιστά την καταδίκη των κατηγορουμένων μία πραγματική δυνατότητα. Στρεφόμενος στο αδίκημα της 2ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος ως προνοείται από τις παραγράφους
(2)και 4(β) του άρθρου 152. Από το συνδυασμένο λεκτικό των πιο πάνω άρθρων, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία διάπραξης του πιο πάνω αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Α. Μέλος εταιρείας ή κάτοχος χρεωστικών ομολόγων, ανεξάρτητα εάν δικαιούται να λαμβάνει ειδοποιήσεις γενικών συνελεύσεων ή όλα τα πρόσωπα εκτός από τα πιο πάνω που δικαιούνται να λαμβάνουν ειδοποιήσεις γενικών συνελέυσεων Β. Δικαιούνται να ζητήσουν αντίγραφο και να λάβουν από την εταιρεία χωρίς πληρωμή Γ. Σε ηλεκτρονική ή σε έντυπη μορφή Δ. αντίγραφο των εγγράφων δηλαδή το σύνολο των οικονομικών καταστάσεων, την έκθεση διαχείρισης και την έκθεση ελέγχων που οι σύμβουλοι θα παρουσιάσουν στην εταιρεία σε γενική συνέλευση και τα οποία είναι διαθέσιμα τουλάχιστον 21 ημέρες πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης Mελετώντας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος σε συσχετισμό με την προσκομισθήσα μαρτυρία αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν στοιχειοθετείτε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Και εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι, την 22.05.2015, παρέλειψαν να διαθέσουν προς την παραπονούμενη το σύνολο των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορούμενης. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η παραπονούμενη είναι μέλος της 1ης κατηγορούμενης. Επομένως ως μέλος που είναι δικαιούται να ζητήσει τα στοιχεία που αναγράφονται στην παράγραφο
(1)του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω ως συνάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα η Γ.Σ της 1ης κατηγορούμενης πραγματοποιήθηκε την 12.06.15 και αντίγραφα των τελευταίων οικονομικών καταστάσεων ήταν διαθέσιμα την 21.05.15, δηλαδή 21 ημέρες πριν από την Γ.Σ ως το εν λόγω άρθρο καθορίζει στην παράγραφο 2. Η παραπονούμενη, ως η ίδια διατείνει, υπέβαλε αίτημα στις 24.6.15 όπως οι κατηγορούμενοι της ετοιμάσουν αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων. Με βάση τα πιο πάνω οι κατηγορούμενοι είχαν αφενός διαθέσιμα τα ζητηθέντα έγγραφα πριν την σύγκληση της Γ.Σ και αφετέρου 21 μέρες προηγουμένως, πριν την σύγκληση της, όπως είναι το χρονικό σημείο που καθορίζει ο νόμος. Η παραπονούμενη διατείνει ότι στις 22.5.15 η παραπονούμενη παράλειψε να τους προμηθεύσει τα εν λόγω έγγραφα. Όμως από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία τέτοιο αίτημα, κατά την εν λόγω ημερομηνία, ουδέποτε υποβλήθηκε προς την παραπονούμενη. Αντίθετα το αίτημα, ως η παραπονούμενη διατείνει, έγινε μετά την πραγματοποίηση της Γ.Σ. Η παράγραφος
(2)η οποία αποτελεί τη νομική βάση της κατηγορίας αφορά την περίοδο πριν την σύγκληση της Γ.Σ. Το γεγονός αυτό συνάγεται από το ίδιο το λεκτικό της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου το οποίο αναφέρει «.Τέτοιο αντίγραφο δικαιούται να ζητήσει.». Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου η φράση «τέτοιο αντίγραφο» παραπέμπει στα έγγραφα που οι σύμβουλοι της εταιρείας θα παρουσιάσουν στη Γ.Σ. Σκοπός του Νομοθέτη, με τη θέσπιση του εν λόγω άρθρου, ήταν ώστε το κάθε μέλος να έχει στη κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα που το άρθρο προσδιορίζει πριν την σύγκληση της Γ.Σ ώστε αυτό να έχει πλήρη γνώση για τα τεκταινόμενα της εταιρείας σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της ώστε αν επιθυμεί να θέσει ερωτήματα στους συμβούλους καθώς και να αποφασίσει κατά πόσο οι σχετικές καταστάσεις θα τύχουν της έγκρισης του. Οι παραγράφοι 1 και 2 του εν λόγω άρθρου αφορούν τη χρονική περίοδο κατά την διάρκεια και πριν την σύγκληση της Γ.Σ. Εξού και η αμέσως επόμενη παράγραφος 3, η οποία έχει ως νομική βάση την 1η κατηγορία, δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε Γενική Συνέλευση. Περαιτέρω δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι η παραπονούμενη παρευρέθηκε στην Γ.Σ και ζήτησε να της δοθούν τα σχετικά έγγραφα και δεν της δόθηκαν. Αντίθετα με βάση την μαρτυρία όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3 η παραπονούμενη δεν έδωσε το παρών της αλλά και ούτε ο Μ.Κ 1 ανάφερε κάτι περί του αντιθέτου. Επομένως κατά τις 12.05.15 χρονικό σημείο που αποδίδεται στους κατηγορούμενους η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος κανένα αίτημα δεν υπήρχε ενώπιον τους. Αυτό υποβλήθηκε εκ των υστέρων και μετά την πραγματοποίηση της Γ.Σ. Επομένως ουδεμία παράλειψη μπορεί να τους αποδοθεί με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία. Επίσης ως προκύπτει, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, οι οικονομικές καταστάσεις ήταν διαθέσιμες, πλην όμως δεν ζητήθηκαν ούτε πριν την Γ.Σ ούτε κατά την διάρκεια αυτής. Ενόψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγουμένων εφόσον δεν έχουν στοιοχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας Σε σχέση με το ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ήγειρε, ότι δηλαδή η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση έχει εγερθεί καταχρηστικά λόγω του ότι η παραπονούμενη, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία αλλά και με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, έχει πλέον στη κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα για τα οποία κατηγορεί τους κατηγορούμενους ότι παρέλειψε να της τα προσκομίσουν, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έχει λεχθεί νομολογιακά ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 και LOUKOS TRADING CO. LTD κ.α. ν. ΡΕΙΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 10543, ημερ. 26.6.2000). Στην τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση λέχθηκε ότι: «Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του..Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.». Στη δε υπόθεση Βασιλείου v Mακρίδη (ανωτέρω) λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα ακόλουθα: «.Στην Constantinides ν. Vima Ltd (ανωτέρω), επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, όπως εξηγείται, στην τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκλησή της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται παραπομπή στην Goldsmith v. Sperrings Ltd. [1977] 2 All E.R. 566 (CA), όπου διακηρύχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην εξασφάλιση παρεμφερούς πλεονεκτήματος, (collateral advantage). (Βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS [1979] 3 All E.R. 97 (CA).) Στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αναγνωρίζεται ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχισή της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Πρόκειται, όπως εξηγείται, για εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου διαπιστώνεται ότι η διαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (ανωτέρω), υποδεικνύεται ότι η επίκληση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησής τους. Αναφέρεται: «Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τον πρέποντα έλεγχο και να επιτηρήσει την επίκληση των δικαιοδοσιών του επιβάλλεται όπως διευκρινισθεί αν θα αποκατασταθεί η έφεση ώστε να διαφανεί ποιες διαδικασίες εκκρεμούν για την αναθεώρηση της ίδιας απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου.» Η εξουσία του δικαστηρίου, έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών (Μιχάλης Παπόρη ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S Πολιτική Έφεση Αρ. 8911, ημερ. 27.9.1996). Επίσης στην υπόθεση Pambos Kostakis Moleskis Trading Ltd και Άλλοι ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd
(2011)2 Α.Α.Δ. 365 λέχθηκε ότι το δικαστήριο, όταν τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, κατάχρηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας, όταν διαπιστώσει πως δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο. Ασφαλώς όμως το γεγονός ότι η παραπονούμενη έχει λάβει, αργότερα, τα σχετικά έγγραφα τα οποία ζήτησαν από τους κατηγορουμένους στη κατοχή της, μέσω άλλης διαδικασίας, και όχι ως ο νόμος ορίζει δεν οδηγεί εκ προοιμίου, σε ακυρότητα καμίας δίκης. Οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο που τους αποδίδεται στο κατηγορητήριο, διέπραξαν ένα αδίκημα. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη έχει στην κατοχή της πλέον τα έγγραφα που έχει ζητήσει, μετά το κατ'ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος είναι ζήτημα που ενδεχομένως θα τεθεί ως μετριαστικός παράγοντας από τους κατηγορούμενους εάν και εφόσον κριθούν ένοχοι στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Συνακόλουθα δεν αποτελεί το γεγονός αυτό λόγος απαλλαγής των κατηγορουμένων στη παρούσα ποινική υπόθεση. Ούτε και περαιτέρω με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιου του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι έχουν υποστεί ζημιά ή έχουν επηρεασθεί με οποιονδήποτε δυσμενή τρόπο ώστε να αδυνατούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Επομένως οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι έχουν και το βάρος απόδειξης, δεν έχουν αποδείξει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την παρούσα διαδικασία. Η περίπτωση, στη προκειμένη περίπτωση, δεν χαρακτηρίζεται ως εξαιρετική ή τόσο ξεκάθαρα έντονης κατάχρησης ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας. Περαιτέρω δεν προκύπτει σε κάθε περίπτωση ότι η καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης έγινε για αλλότριους σκοπούς η άσκηση πίεσης. Στην υπόθεση Φλούρκας Φλουρής Επιχειρήσεις Λτδ και Άλλοι ν. Ανδριανής Παναγιώτου
(2005)2 ΑΑΔ 580 λέχθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση για ανακοπή της διαδικασίας ως καταχρηστικής. Όπως κρίθηκε στις υποθέσεις αυτές, το εσωτερικό ελατήριο του κατηγόρου ή ο απώτερος σκοπός του είναι στοιχεία εντελώς άσχετα, υπό την έννοια ότι δεν συνιστούν έρεισμα για ανακοπή της διαδικασίας ή για μη καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων μόνο στην 1η κατηγορία, ενώ αντίθετα απέτυχε στην 2η κατηγορία και ως εκ τούτοι οι κατηγορούμενοι αθωώνεται και απαλλάσσονται από αυτήν. Ως εκ τούτου καλώ τους κατηγορούμενους να προβάλουν την Υπεράσπιση τους. (Εξηγούνται τα δικαιώματα των κατηγορουμένων). (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο