← Κύπρος

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3033/2015, 1/6/2020

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3033/2015, 1/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3033/2015 Μεταξύ: XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ Κατηγορούσα Αρχή -ν- XXXXX Ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Κατηγορούμενος --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 1.6.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάμαντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Τσολακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αρχικά όταν καταχωρήθηκε περιλάμβανε 2 κατηγορίες. Στη συνέχεια τροποποιήθηκε και στην τελική του μορφή περιλαμβάνει τις ακόλουθες 5 κατηγορίες: απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με σκοπό την καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), απάτη κατά την πώληση κατά παράβαση των άρθρων 303

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), απάτη κατά παράβαση των άρθρων 300, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία), πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 341, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία) και κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Τελικά η 5η κατηγορία σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας αποσύρθηκε και παρέμειναν οι κατηγορίες 1 έως
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 30.6.2010 στη Λευκωσία με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την παραπονούμενη το ποσό των €10.000 ως προκαταβολή για αγορά 75.000 μετοχών Β' τάξης στην εταιρεία «Βιοράμα Λτδ» δηλαδή παρέστησε στην παραπονούμενη ότι θα της πωλήσει άμεσα τις εν λόγω μετοχές ενώ στην πραγματικότητα της πώλησε δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν στις εν λόγω μετοχές περιλαμβανομένων μερισμάτων, δικαιώματος περίθαλψης στο Κέντρο Υγείας και εμπορία μετοχών με νόμιμο τρόπο. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 30.6.2010 στη Λευκωσία εισέπραξε από την παραπονούμενη το ποσό των €10.000 ως προκαταβολή για να της πωλήσει άμεσα 75.000 μετοχές Β' τάξης στην εταιρεία «Βιοράμα Λτδ» αποκρύβοντάς της ότι δεν δικαιούται να το πράξει άμεσα επειδή πρώτα θα έπρεπε στη βάση του καταστατικού της εταιρείας να δώσει το δικαίωμα στους ήδη υπάρχοντες μέτοχους να τις αποκτήσουν πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν έπραξε ποτέ και ουδέποτε είχε σκοπό να πράξει. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 30.6.2010 στη Λευκωσία με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα είσπραξε από την παραπονούμενη το ποσό των €10.000 ως προκαταβολή για να της πωλήσει άμεσα 75.000 μετοχές Β' τάξης στην εταιρεία «Βιοράμα Λτδ» ενώ στην πραγματικότητα την έπεισε να υπογράψει έγγραφο με το οποίο της πώλησε δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν στις μετοχές αυτές περιλαμβανομένων μερισμάτων, δικαιώματος περίθαλψης στο Κέντρο Υγείας και εμπορία μετοχών με νόμιμο τρόπο. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 30.6.2010 στη Λευκωσία εισέπραξε από την παραπονούμενη το ποσό των €10.000 ως προκαταβολή για να της πωλήσει 75.000 μετοχές Β' τάξης στην εταιρεία «Βιοράμα Λτδ» δίδοντάς της να υπογράψει παραπλανητικό έγγραφο με το οποίο της παρέστησε ότι υπογράφοντάς το θα συμφωνούσαν ότι θα της πωλούσε τις εν λόγω μετοχές ενώ στην πραγματικότητα συμφωνούσαν ότι θα της πωλούσε δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν στις μετοχές αυτές περιλαμβανομένων μερισμάτων, δικαιώματος περίθαλψης στο Κέντρο Υγείας και εμπορία μετοχών με νόμιμο τρόπο. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της έδωσε μαρτυρία μόνο η ίδια. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατέθεσε επίσης μια έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 30.6.2010 ως Τεκμήριο 1 και μια απόδειξη καταβολής του ποσού των €10.000 ως Τεκμήριο
  2. Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε το αντίγραφο του καταστατικού της εταιρείας «Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής ΒΙΟΡΑΜΑ Λτδ». Ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο το έτος 2008 και έγιναν φίλοι. Περί τον Ιούνιο του 2010 ο κατηγορούμενος της πρότεινε μια επενδυτική ευκαιρία από την οποία θα υπήρχαν τεράστια κέρδη. Της είπε ότι η επένδυση θα της έδιδε ένα χρονιαίο σταθερό εισόδημα και ταυτόχρονα θα της εξασφάλιζε και δωρεάν ιατρική περίθαλψη. Ο κατηγορούμενος εννοούσε την αγορά μετοχών στην εταιρεία ΒΙΟΡΑΜΑ ΛΤΔ η οποία ασχολείται με θέματα ιατρικής περίθαλψης δηλαδή ήταν κλινική στην οποία ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής και κύριος μέτοχος με το 52% των μετοχών. Της είπε ότι θα ήταν καλό να αγόραζε 75.000 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 5% της εταιρείας για να έχει τέτοια κέρδη που θα της επέτρεπαν να εξασφαλιστεί και να αποκατασταθεί οικονομικά. Στα λόγια του φαινόταν πολύ πειστικός και ειλικρινής και επειδή του είχε ήδη εμπιστοσύνη λόγω της φιλίας τους συμφώνησε να αγοράσει 75.000 μετοχές για το ποσό των €75.
  3. Ο κατηγορούμενος επέμενε να του δώσει προκαταβολή και στις 30.6.2010 υπέγραψαν μια συμφωνία με την οποία συμφώνησε να του καταβάλει το ποσό των €10.000 μέχρι τις 30.7.2010 και τις υπόλοιπες €65.000 μέχρι τις 30.6.
  4. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 25.7.2010 πλήρωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €10.000 και εκείνος της έδωσε απόδειξη. Μετά από μερικούς μήνες συνομίλησε με τον κ. XXXXX Παναγιώτου ο οποίος ήταν εκ των μετόχων και γραμματέας της κλινικής από τον οποίο πληροφορήθηκε ότι το καταστατικό της εταιρείας δεν επιτρέπει την πώληση μετοχών εκτός εάν συμφωνήσουν και οι άλλοι μέτοχοι. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος την εξαπάτησε και την έβαλε να υπογράψει ένα έγγραφο, τη συμφωνία με την οποία φαινόταν ότι είχε η ίδια όλα τα δικαιώματα των μετοχών, αλλά επειδή δεν καταλαβαίνει καλά τους όρους αυτούς νόμιζε ότι αγόρασε μετοχές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος της έταξε μεγάλα χρηματικά οφέλη και κέρδη και της είπε ότι η ίδια ήταν μέτοχος από την ημέρα που πλήρωσε τις €10.000 όμως εκείνος γνώριζε ότι δεν ήταν αλήθεια και της έκλεψε τα λεφτά της τα οποία ουδέποτε της επέστρεψε. Κατά την αντεξέτασή της η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο σε διάφορες ημερομηνίες κάποια χρηματικά ποσά και όταν στις 25.7.2010 είχε συμπληρωθεί το συνολικό ποσό των €10.000 ο παραπονούμενος της παρέδωσε την απόδειξη Τεκμήριο
  5. Ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της επιστρέψει το εν λόγω ποσό και αυτός αρχικά της υποσχέθηκε ότι θα της τα επέστρεφε λίγα - λίγα αλλά μετά της είπε ότι δεν θα της επιστρέψει οτιδήποτε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι απευθύνθηκε στην Αστυνομία η οποία τη συμβούλευσε να αναζητήσει υπηρεσίες δικηγόρου. Η εμπιστοσύνη της προς τον κατηγορούμενο κλονίστηκε όταν έμαθε ότι η κοπέλα που της είχε παρουσιάσει ως την οικιακή βοηθό του ήταν η γυναίκα του και τότε άρχισε να ανησυχεί ότι κάτι συνέβαινε με τις μετοχές τις οποίες θεωρούσε ότι είχε αγοράσει. Τότε πληροφορήθηκε από τον κ. Παναγιώτη Παναγιώτου ότι η ίδια δεν παρουσιαζόταν ως μέτοχος σε κανένα έγγραφο της εταιρείας «Βιοράμα Λτδ» και έλαβε αντίγραφο του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο και όταν της έλεγε ότι θα αγοράσει μετοχές η ίδια νόμιζε ότι θα αγόραζε μετοχές και δεν καταλάβαινε τους όρους αυτούς ούτε ήξερε ότι δεν αγόραζε μετοχές. Του είχε τόση εμπιστοσύνη που ό,τι της έλεγε η ίδια συμφωνούσε και το υπέγραψε. Ισχυρίστηκε ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε επιπλέον ποσό στον κατηγορούμενο λόγω του ότι το χωράφι το οποίο ανέμενε να πουλήσει τελικά δεν πωλήθηκε καθώς επίσης ότι ουδέποτε τερμάτισε τη συμφωνία Τεκμήριο
  6. Έχει απαίτηση να της επιστρέψει ο κατηγορούμενος το ποσό των €10.000 επειδή της υποσχέθηκε ότι σε χρονικό διάστημα ενός έτους το ποσό της θα διπλασιαζόταν και μετά θα πωλούσε τις μετοχές της και θα έπαιρνε πίσω τα λεφτά της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος ουδέποτε της ανέφερε ότι θα της πωλήσει μετοχές και ισχυρίστηκε ότι του είχε πλήρη εμπιστοσύνη και της είχε πει ότι θα αγόραζε μετοχές. Ισχυρίστηκε ότι διάβασε το χαρτί το οποίο υπέγραψε και νόμιζε πως υπογράφοντάς το θα αγόραζε μετοχές αγνοώντας ότι υπέγραψε για να αγοράσει δικαιώματα μετοχών. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτή ανέφερε ότι το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας είναι σαφές και ξεκάθαρο και αναφέρεται σε παραχώρηση δικαιωμάτων που απορρέουν από τις μετοχές και όχι σε πώληση μετοχών. Η εν λόγω συμφωνία ετοιμάστηκε από τον λογιστή της εταιρείας και δόθηκε στην παραπονούμενη η οποία αφού τη διάβασε την υπέγραψε. Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Μελέτησα τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1η κατηγορία) το οποίο εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
  7. Τα ως άνω άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
  8. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η παράσταση γεγονότος με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, 2) η γνώση του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, 3) η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό την καταδολίευση και 4) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης το πρόσωπο το οποίο προέβηκε σε αυτή να εξασφάλισε ή να απέκτησε από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο η ψευδής παράσταση να γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση είναι αρκετή. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό ψευδούς παράστασης. Δηλαδή θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η κατ' ισχυρισμό ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο (R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, λέχθηκε πως όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αποφασίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αυτή η υποκειμενική συμπεριφορά μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν στο τέλος της ημέρας την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Το αδίκημα της απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας (2η κατηγορία) ορίζεται από το άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «303.
(1)Όποιος, είναι πωλητής περιουσίας ή ενυπόθηκος οφειλέτης, ή είναι δικηγόρος, ή αντιπρόσωπος αυτών, με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο ο οποίος του προσφέρτηκε ή ο οποίος του προσκομίστηκε και με σκοπό καταδολίευσης- (α) αποκρύβει από τον αγοραστή ή από τον ενυπόθηκο δανειστή ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος ή (β) παραποιεί τη γενεαλογική καταγωγή από την οποία εξαρτάται ή δυνατόν να εξαρτηθεί ο τίτλος ή (γ) προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποκρύβει ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τεσσάρων χρόνων.
(2)Πρόσωπο τεκμαίρεται ότι αποκρύβει ουσιώδες έγγραφο για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)ή ότι αποκρύβει ουσιώδες γεγονός στα πλαίσια της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)εάν παραλείψει να αναφέρει την ύπαρξη ουσιώδους εγγράφου για τον τίτλο ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς ή ουσιώδους γεγονότος το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αντίστοιχα.
(3)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας είναι τα ακόλουθα: (α) όποιος είναι πωλητής περιουσίας ή ενυπόθηκος οφειλέτης ή δικηγόρος ή αντιπρόσωπος αυτών, (β) με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχθεί τον τίτλο ο οποίος του προσφέρθηκε ή του προσκομίστηκε (γ) με σκοπό καταδολίευσης, (δ) αποκρύβει από τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος ή παραποιεί τη γενεαλογική καταγωγή από την οποία εξαρτάται ή δυνατό να εξαρτηθεί ο τίτλος ή προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποκρύβει ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο. Το αδίκημα της απάτης (3η κατηγορία) ορίζεται στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης είναι τα ακόλουθα: 1) η απόκτηση από κάποιο άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή η υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά και 2) η χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος για την απόκτηση του εν λόγω αντικειμένου, χρημάτων ή αγαθών. Στο σύγγραμμα Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας διά «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία (Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful), ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με βάση το κοινοδίκαιο το πλημμέλημα της απάτης (Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό διότι όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωριζόταν στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W. Hawkins, στο σύγγραμμα του «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται σε: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins). Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες (Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενό» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 Larceny Act 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα άρθρα 297, 298, 299, 301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του άρθρου 300 του Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημμέλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό. «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretenses in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το άρθρο 300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently) σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως» δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422). Το αδίκημα της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις (4η κατηγορία) ορίζεται στο άρθρο 341 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «Όποιος με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, το περιεχόμενο ή την ισχύ εγγράφου, προκαλεί άλλο να υπογράψει ή να εκτελέσει το έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το έγγραφο». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις είναι τα ακόλουθα: (α) όποιος με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις, (β) ως προς τον χαρακτήρα ή το περιεχόμενο ή την ισχύ εγγράφου, (γ) προκαλεί άλλο και (δ) να υπογράψει ή να εκτελέσει το εν λόγω έγγραφο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ψευδώς και με σκοπό την καταδολίευσή της παρέστησε σε εκείνη ότι θα της πωλήσει άμεσα 75.000 μετοχές Β' τάξης στην εταιρεία «Βιοράμα Λτδ» ενώ στην πραγματικότητα της πώλησε δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν στις εν λόγω μετοχές (λεπτομέρειες αδικήματος 1ης κατηγορίας). Ισχυρίστηκε επίσης ότι την προκάλεσε να υπογράψει παραπλανητικό έγγραφο με το οποίο της παρέστησε ψευδώς ότι θα της πωλούσε τις εν λόγω μετοχές ενώ στην πραγματικότητα συμφωνούσαν ότι θα της πωλούσε δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν στις μετοχές αυτές (λεπτομέρειες αδικήματος 4ης κατηγορίας). Ο εν λόγω ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος ενώ της παρέστησε ότι είχε συμφωνήσει να της πωλήσει 75.000 μετοχές αντί των εν λόγω μετοχών της πώλησε, τελικά, τα δικαιώματα επί αυτών, είναι κρίσιμος για την υπόθεση της παραπονούμενης αφού περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες 3 αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών (κατηγορίες 1, 3 και 4). Λόγω τούτου προχωρώ ευθύς αμέσως να αξιολογήσω τον ως άνω ισχυρισμό της συγκρίνοντάς τον με την υπόλοιπη μαρτυρία και συγκεκριμένα με την επίδικη συμφωνία Τεκμήριο 1 η οποία κρίνω ότι είναι προσδιοριστική των όσων οι διάδικοι συμφώνησαν. Κρίνω αναγκαίο να μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. «Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2010 ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ Μεταξύ του Δρα XXXXX Στυλιανού ΑτXXXXX9683 Α Συμβαλλόμενο μέρος και του/της XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ Ατ XXXXX9704 Β Συμβαλλόμενο μέρος ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ 1) Το Α Συμβαλλόμενο μέρος ως ένας εκ των Διευθυντών και Μετόχων της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΒΙΟΡΑΜΑ ΛΤΔ θα παραχωρήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν σε 75 000 μετοχές Β σημερινής αξίας 75 000 ευρώ προς το Β Συμβαλλόμενο μέρος. Τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν μέρισμα, δωρεάν περίθαλψη στο Κέντρο Υγείας και εμπορία μετοχών με νόμιμο τρόπο. 2) Το ποσό των 75 000 ευρώ θα παραχωρηθεί ως εξής: - 10 000 προκαταβολή μέχρι 30/07/2010 - Το υπόλοιπο μέχρι 30/06/2011 3) Όλοι οι όροι είναι ουσιώδεις και τα 2 Συμβαλλόμενα μέρη θέτουν τις υπογραφές τους Α Συμβαλλόμενο Μέρος Β Συμβαλλόμενο μέρος» Όπως έχει αναφερθεί στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του (Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989). Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου καθώς επίσης και όσα αναφέρθηκαν στις ως άνω αποφάσεις Gallie v. Lee και Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κρίνω ότι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να τις πωλήσει 75.000 μετοχές τάξης Β' στην εταιρεία «Βιοράμα Λτδ» δεν είναι πειστικός λόγω του γεγονότος ότι είναι αντίθετος με όσα περιέχονται στο Τεκμήριο
  1. Από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου προκύπτει ότι η παραπονούμενη συμφώνησε να αγοράσει τα δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν σε 75.000 μετοχές στην ως άνω εταιρεία και όχι 75.000 μετοχές. Σε κάθε περίπτωση κρίνω πως σε περίπτωση που η παραπονούμενη πράγματι διαφωνούσε με το περιεχόμενο της ως άνω συμφωνίας ήταν λογικά αναμενόμενο ότι δεν θα το υπέγραφε και θα ζητούσε να γινόταν η αναγκαία διόρθωση ή να αναζητούσε και σχετική νομική συμβουλή. Αντιθέτως, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, διάβασε την εν λόγω συμφωνία και μετά την υπέγραψε, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για όσα καταγράφονται σε αυτή. Από τη στιγμή που η παραπονούμενη υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο το περιεχόμενο του οποίου αποτυπώνεται σε μερικές μόνο γραμμές και μπορούσε εύκολα να γίνει αντιληπτό από εκείνη κρίνω ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο προκύπτει είναι ότι η ίδια συμφώνησε με όσα περιέχονται σε αυτό και εμποδίζεται εκ των υστέρων να αρνείται ότι συμφώνησε με το περιεχόμενό του. Καταλήγω επίσης στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου και όσα περιέχονται στην απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 25.7.
  2. Σε αυτή αναγράφεται ότι το ποσό των €10.000 λήφθηκε «έναντι αγοράς δικαιωμάτων μετοχών». Κρίνω πως σε περίπτωση που ήταν αληθής ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να αγοράσει τις 75.000 μετοχές και όχι τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές θα ήταν λογικά αναμενόμενο να απορούσε για ποιο λόγο το Τεκμήριο 2 γράφει για δικαιώματα και να διαμαρτυρόταν όταν αυτό της δόθηκε. Δεν έπραξε όμως κάτι τέτοιο. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να της πωλήσει 75.000 μετοχές τάξης Β' και όχι τα δικαιώματα που απορρέουν και αναλογούν σε 75.000 μετοχές δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος την έπεισε χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις να υπογράψει τη συμφωνία Τεκμήριο 1 αφού όπως η ίδια ανέφερε διάβασε την εν λόγω συμφωνία και μετά την υπέγραψε ανεπιφύλακτα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Από την ενώπιον μου μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε καθώς και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: στις 30.6.2010 η παραπονούμενη συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να της πωλήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από 75.000 μετοχές της εταιρείας «Βιοράμα Λτδ» στην οποία ο κατηγορούμενος ήταν μέτοχος έναντι του ποσού των €75.
  3. Όσα οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους περιλήφθηκαν στη γραπτή συμφωνία Τεκμήριο 1 ημερομηνίας 30.6.2010 την οποία η παραπονούμενη διάβασε και στη συνέχεια υπέγραψε. Σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας το ως άνω ποσό ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: το ποσό των €10.000 συμφωνήθηκε να δοθεί ως προκαταβολή μέχρι τις 30.7.2010 και το υπόλοιπο μέχρι τις 30.6.
  4. Η παραπονούμενη στις 25.7.2010 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των €10.000 σύμφωνα με τις πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας και ο τελευταίος της παρέδωσε σχετική απόδειξη. Έκτοτε η παραπονούμενη δεν κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ούτε τερμάτισε την ως άνω συμφωνία. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη υπέγραψε τη συμφωνία ημερομηνίας 30.6.2010 με την ελεύθερη βούλησή της χωρίς να επηρεαστεί προς τούτο από οποιαδήποτε ψευδή παράσταση του παραπονούμενου προς εκείνη. Έλαβε στα χέρια της την εν λόγω συμφωνία, τη διάβασε και στη συνέχεια την υπέγραψε. Έχοντας επίσης υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι στις 30.6.2010 ο κατηγορούμενος είχε την αναγκαία ένοχη διάνοια (mens rea) είτε για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1η κατηγορία) είτε της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις (4η κατηγορία). Σε σχέση με το αδίκημα της απάτης κατά την πώληση (2η κατηγορία) και της απάτης (3η κατηγορία) κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε επίσης να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κάποια συσκευή ή φυσική (physical) επινόηση για να του παραδώσει το ποσό των €10.000 αφού όσα ισχυρίστηκε η παραπονούμενη δεν μπορούν να ενταχθούν στους ως άνω όρους. Κρίνω ότι η παράδοση του ως άνω ποσού από την παραπονούμενη προς τον κατηγορούμενο έγινε στα πλαίσια των όσων είχαν συμφωνήσει στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 30.6.2010 και δεν επιτεύχθηκε με την εκ μέρους του τελευταίου χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής επινόησης για να ξεγελάσει την παραπονούμενη να του το παραδώσει. Συνεπώς ελλείπει το συστατικό στοιχείο της χρήσης κάποιας συσκευής η φυσικής επινόησης εκ μέρους του κατηγορούμενου. Εν ολίγοις κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως του αποδίδουν οι λεπτομέρειες των επίδικων αδικημάτων. Λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.