Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 25675/2019, 11/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25675/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Α. Ανδρέου Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά παράβαση του άρθρου 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/
- Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο Κατηγορούμενος ζήτησε και η Κατηγορούσα αρχή αποδέχθηκε, όπως ληφθούν υπόψη ακόμα τρεις υποθέσεις στις οποίες ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή. Συγκεκριμένα λήφθηκαν υπόψη η υπόθεση 21932/19 του Ε/Δ Λευκωσίας, η οποία αφορά οδήγηση οχήματος που δηλώθηκε ως κινητοποιημένο και που δεν είχε πιστοποιητικό καταλληλόλητας. Επίσης, λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 6818/2020 του Ε/Δ Λευκωσίας, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα που τέθηκε από αρμόδια αρχή. Επιπλέον, λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 7807/20 του Ε/Δ Λευκωσίας, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή. Τα αδικήματα που αφορούσαν οι πιο πάνω υποθέσεις τελέστηκαν στις 16.5.2019, 3.10.19 και 7.11.2019 αντίστοιχα. Σε σχέση με την κύρια υπόθεση, τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στις 16.05.2019 στον Αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας- Λεμεσού παρά το Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX22, ενώ τελούσε υπό την επήρεια Ναρκωτικών και συγκεκριμένα Κοκαΐνης. Επίσης, κατά τον χρόνο που εκτίθεντο τα γεγονότα, δηλώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με έξι προηγούμενες καταδίκες στις ακόλουθες υποθέσεις :
- Υπόθεση υπ' αριθμόν 23228/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνία καταδίκης 30.05.
- Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε καταδίκη για οδήγηση οχήματος με ακυρωμένη εγγραφή και οδήγηση χωρίς ασφάλεια.
- Υπόθεση υπ' αριθμόν 9720/19 του Επαρχιακού Δικαστήριο Λευκωσίας, ημερομηνία καταδίκης 28.06.
- Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε καταδίκη για υπερβολική ταχύτητα.
- Υπόθεση υπ' αριθμόν 222/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ημερομηνία καταδίκης 26.09.
- Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε καταδίκη για υπερβολική ταχύτητα.
- Υπόθεση υπ' αριθμόν 12048/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνία καταδίκης 27.09.
- Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας.
- Υπόθεση υπ' αριθμόν 12668/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνία καταδίκης 19.11.
- Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε καταδίκη για υπερβολική ταχύτητα.
- Υπόθεση υπ' αριθμόν 18416/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνία καταδίκης 07.01.
- Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε οδήγηση χωρίς ασφάλεια, οδήγηση με στερημένη άδεια και παρακοή διαταγών του Δικαστηρίου. Επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ημερών και δύο μηνών, ενώ παράλληλα επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο στέρηση της άδειας οδήγησης για την περίοδο από 07.01.2020 μέχρι 07.07.
- Η καταδίκη στην εν λόγω υπόθεση αφορούσε αδικήματα που τελέστηκαν στις 21.02.
- Ο Συνήγορος του Κατηγορουμένου αγορεύοντας ανέπτυξε τις προσωπικές του Κατηγορουμένου περιστάσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 53 ετών, είναι διαζευγμένος από το 2007 και είναι πατέρας τριών παιδιών, δυο εξ αυτών δίδυμα. Τα τέκνα του σήμερα είναι ηλικίας 28 ετών και 25 ετών. Ο ίδιος διαμένει μαζί με την εβδομηνταδιάχρονη μητέρα του, η οποία αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με την καρδιά της. Μαζί τους διαμένει και ο εικοσιοκτάχρονος γιος του, ο οποίος εργάζεται με μερική απασχόληση σε ιδιωτική εταιρεία. Ο Κατηγορούμενος είναι τεχνικός ηλεκτρονικών. Περαιτέρω, πάσχει από ρευματική αγκυλοσπονδυλίτιδα και λαμβάνει επίδομα από την κυβέρνηση. Οι δυο θυγατέρες του Κατηγορουμένου έχουν ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές τους σπουδές στην Αγγλία. Ανέφερε, επίσης, ότι το 2009, δύο χρόνια μετά τον χωρισμό τους η Αγγλίδα σύζυγός του αναχώρησε στην Αγγλία με τη μια θυγατέρα τους και ο Κατηγορούμενος είχε έκτοτε την αποκλειστική φροντίδα για τα άλλα δυο τέκνα. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη περίοδο έκανε χρήση κοκαΐνης. Σύμφωνα, όμως, με τον συνήγορο ο Κατηγορούμενος σήμερα είναι καθαρός από ναρκωτικά. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 1 ανάλυση ούρων, ημερομηνίας 16.12.2019, η οποία παρουσιάζεται αρνητική σε ναρκωτικά. Δήλωσε παράλληλα ότι ο Κατηγορούμενος έχει προβεί σε διαβήματα για να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης αλλά παρά ταύτα δεν το έχει πράξει ακόμα. Ανέφερε, επίσης, ότι τα επίδικα αδικήματα επεσυνέβησαν ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος διακινείται πολλές ώρες στους δρόμους. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι οι υποθέσεις που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής στην υπόθεση 18416/18 του Ε/Δ Λεμεσού. Εξέφρασε τέλος την απολογία και την μεταμέλεια του Κατηγορουμένου. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Θεμελιακή, επίσης, είναι η αρχή της συνολικότητας της ποινής όπως αυτή επεξηγήθηκε στην απόφαση Θεοδούλου ν. Αστυνόμιας Ποινική Έφεση 288/15, ημερομηνίας 14.6.2016. Όπως υποδείχθηκε στην πιο πάνω απόφαση, επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής στα πλαίσια της αναλογικότητας της τιμωρίας προς το έγκλημα, ασχέτως αν το ποινικό μέτρο επιβάλλεται από το ίδιο ή από διαφορετικό Δικαστήριο. Επιπλέον, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Σημαντικό, επίσης, να τονιστεί είναι ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα Στην υπό κρίση υπόθεση, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος είναι έκδηλη και διαφαίνεται μεταξύ άλλων από την προβλεπομένη στον Νόμο ποινή. Συγκεκριμένα το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86 προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών παρουσιάζει έξαρση και διαπράττεται με ανησυχητική συχνότητα, αφού σχεδόν καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος ως οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος είχε καθήκον να ενεργεί με τρόπο που να μην θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των τρίτων. Σχετική είναι η απόφαση Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 Δεδομένων των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα που σχετίζονται με τροχαίες παραβάσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432. Ενώ, στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242, υποδείχθηκε ότι τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Περαιτέρω, στην απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερομηνίας. 5.10.2018, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των τροχαίων παραβάσεων : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Ταυτόχρονα στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Επίσης, στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου την άμεση του παραδοχή, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Ταυτόχρονα λαμβάνω υπόψη μου την απολογία του ως εκφράστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και ότι άλλο αναφέρθηκε από το συνήγορό του σχετικό με τον μετριασμό της ποινής. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί από τον συνήγορό του. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος στις 16.12.2019 ήταν καθαρός από ναρκωτικά, ως υποδεικνύει το Τεκμήριο
- Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη του επιδίκου αδικήματος εκδήλωσε την επιθυμία να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Όμως, η απλή πρόθεση για ένταξη σε πρόγραμμα απεξάρτησης, χωρίς αυτή να μετουσιωθεί σε πράξη ή χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε έμπρακτο διάβημα, δεν μπορεί να έχει τη δυναμική της έμπρακτης μεταμέλειας ή να μειώνει την ανάγκη για ειδική πρόληψη. Ταυτόχρονα, στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι η επιλογή του Κατηγορουμένου να οδηγήσει ενόσω βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών συνιστά από μόνη της εγωιστική παραγνώριση του Νόμου και προκαλεί δυνητικά τουλάχιστον κίνδυνο στον δρόμο. Περαιτέρω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ακόμα τρεις υποθέσεις που αφορούν τροχαία αδικήματα, δυο εκ των οποίων αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν μετά τη διάπραξη του αδικήματος της κύριας υπόθεσης. Το πιο πάνω γεγονός είναι ενδεικτικό της στάσης του Κατηγορουμένου απέναντι στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους, δεν αναιρεί το ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν επέλεγε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Παράλληλα, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με έξι προηγούμενες καταδίκες, αφού, όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, καθότι αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1. Είναι, επίσης, καλά νομολογημένο ότι η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβολή τέτοιας ποινής που θα έχει ως αποτέλεσμα ο καταδικασθείς να τιμωρηθεί για δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Σχετική είναι η απόφαση Γεώργιος Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 C.L.R. 63. Η ύπαρξη, όμως, προηγούμενων καταδικών αναπόφευκτα οδηγεί στην προοδευτική μείωση της επιείκειας. Σχετική είναι η απόφαση Καμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος.» Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος με την επιλογή του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ενήργησε εγωιστικά παραγνωρίζοντας τους Νόμους και Κανονισμούς και προκαλώντας δυνητικό κίνδυνο στον δρόμο. Επίσης, η στάση του μετά τη διάπραξη του επιδίκου αδικήματος αποκαλύπτει σταθερή και επαναλαμβανόμενη παραγνώριση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη άλλων έξι καταδικών για τροχαίες παραβάσεις, οι οποίες επήλθαν προγενέστερα της επιμέτρησης της ποινής στην παρούσα, μειώνουν αναπόφευκτα τον δείκτη επιείκειας που μπορεί να επιδεχθεί στον Κατηγορούμενο στην υπό κρίση υπόθεση. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, κατ' αρχήν, δικαιολογείται η καταφυγή στην ποινή φυλάκισης. Παράλληλα, το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής στην υπόθεση 18416/18 του Ε.Δ Λεμεσού λαμβάνεται υπόψη, ως προς τη συνολικότητα της ποινής, αλλά δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος αυτής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Θεοδούλου (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Όπως υπεδείχθη, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, στην υπόθεση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 76, ενώ είναι δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής το γεγονός ότι η μεταγενέστερη υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη σε προηγούμενη ποινή, ωστόσο «δεν είναι βέβαιο σε μια τέτοια περίπτωση ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί μεταγενέστερη υπόθεση να ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε». Εν προκειμένω το Δικαστήριο θα επέβαλλε την ίδια ποινή, ή θα την επαύξανε ουσιωδώς» Αφ' ης στιγμής δεν είναι βέβαιο το ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί να ληφθεί υπόψη η παρούσα, έπεται ότι η παράλειψη του Κατηγορουμένου να την θέσει υπόψη του Δικαστηρίου στην προηγούμενη υπόθεση δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας ποινής. Ταυτόχρονα, ούτε το πρόβλημα υγείας που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου μπορεί να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας ποινής, αφού δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, το οποίο δεν μπορεί να τύχει διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τη διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/1, ημερομηνίας 27.9.
- Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης σε συνδυασμό με στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 60 ημερών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 9 μηνών από σήμερα. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης Όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε προηγουμένως σε ποινές φυλάκισης με αναστολή. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να ενεργοποιήσει την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης προβλέπεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις ωρισμένας περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα σχετικό είναι το άρθρο 4 του Νόμου. Μέσα από το άρθρο 4 του Νόμου προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να ενεργοποιήσει ανασταλείσα ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο το οποίο έχει διαπράξει αδίκημα διαρκούσης της περιόδου αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε. Στην υπό κρίση υπόθεση η ποινή φυλάκισης στην υπόθεση 18416/18 του Ε.Δ Λεμεσού επιβλήθηκε στις 7.1.2020 ενώ το υπό εξέταση αδίκημα διαπράχθηκε προγενέστερα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ενεργοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της ανασταλείσας ποινής, που επιβλήθηκε στην υπόθεση 18416/18 του Ε.Δ Λεμεσού. Η αναστολή της ποινής φυλάκισης στην παρούσα. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην πρόσφατη απόφαση Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2019, ημερομηνίας 22.5.2020, επανεπιβεβαιώθηκε η σταθερή νομολογία που υποδεικνύει ότι μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής, είναι και το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι ιδιαίτερο σοβαρό. Το πιο πάνω δεδομένο σε συνδυασμό με το μητρώο του Κατηγορουμένου, τη διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος και την απουσία απτών στοιχείων μεταμέλειας δεν επιτρέπουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο, όπως η παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής \ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο