ΖΑΡΗ ν. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Αρ. Υποθέσεως: 2637/2015, 26/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 2637/2015 Μεταξύ: XXXXX ΖΑΡΗ Κατηγορούσα Αρχή -ν- XXXXX ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26.6.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Λειβαδιώτου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σταυρινός Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την πιο κάτω κατηγορία: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής, η οποία κατά την παρουσίαση της στην Τράπεζα για πληρωμή, δεν εξοφλήθη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, κατά παράβαση του άρθρου
(20),
(29), 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.186/86, Ν.166/87, Ν.36(Ι)/97, Ν.129(Ι)/99και Ν.25(Ι)/2003, Ν.84(Ι)/2003, 164(Ι)/2003 & 124(Ι)/2004, 131(Ι)/2013, καθώς και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 43/74. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον Ιούνιο 2008 εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης εκ Λευκωσίας, έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος μία
(1)επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, υπ' αρ. XXXXX4180 για το ποσό των €34.000.- πληρωτέα την 24.11.2008, η οποία κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή στην Τράπεζα, που έγινε μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία της πληρωμής, δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο κατηγορούμενος χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε με πράξη του τη μη εξόφληση της και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΑΝΑΚΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» / «STOP PAYMENT», ως επίσης ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το ΚΑΠ». Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κλήθηκε η κα XXXXX Τσιαπίνη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και κατέθεσε ως τεκμήριο 1 μία επιταγή με αριθμό XXXXX4180 η οποία εκδόθηκε επί της Τράπεζας Κύπρου από τον κ. XXXXX Σωφρονίου προς όφελος της κας Ευλαλίας Ζαρή για το ποσό των €34.
- Η εν λόγω επιταγή στις 9.3.2009 κατατέθηκε στην Σ.Π.Ε. Στροβόλου και στις 11.3.2009 επιστράφηκε απλήρωτη σφραγισμένη με 2 διαφορετικές σφραγίδες. Η μία ανέγραφε ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε λόγω Κ.Α.Π. και η άλλη ότι η επιταγή έγινε «stop payment». Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 αντίγραφο της επιστολής που αποστάλθηκε στην τράπεζα με την οποία δόθηκαν οδηγίες να μην πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει επιταγές οι οποίες δεν τιμήθηκαν ο λογαριασμός του παγοποιήθηκε και τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π. Η Μ.Κ.1 κατά τη σύντομη αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει κατά πόσο η υπογραφή στο τεκμήριο 1 ή το όνομα του δικαιούχου ή η ημερομηνία πληρωμής που αναγράφονται σε αυτή ανήκουν στον κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε ότι από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος ήταν ο συγκεκριμένος λόγος τον οποίο επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος όταν έδωσε οδηγίες για να ακυρωθούν οι επιταγές που αναγράφονται σε αυτό. Η παραπονούμενη ήταν η Μ.Κ.
- Κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Ισχυρίστηκε ότι το έτος 2008 γνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω της φίλης της Ιουλίας Σολομωνίδου η οποία της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος εισάγει αυτοκίνητα από την Αγγλία. Επειδή ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο για την κόρη της, μαζί με την ως άνω φίλη της, επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο ο οποίος τους ανέφερε ότι για να παραγγείλει αυτοκίνητο θα χρειαζόταν κάποιο ποσό ως προκαταβολή. Ισχυρίστηκε πως η φίλη της τής χρωστούσε €4.000 και ότι ήθελε να λάβει μέρος στην επιχείρηση ανθοπωλείου που διατηρούσε η παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι και ο κατηγορούμενος χρωστούσε χρήματα στην Ιουλία και εκείνη της υποσχέθηκε να της δώσει το ποσό των €4.000 καθώς και τα χρήματα που της χρωστούσε ο κατηγορούμενος. Αποφάσισε τότε να δώσει στον κατηγορούμενο το ποσό των €15.000 σε μετρητά ήθελε όμως διαβεβαίωση ότι θα της τα επέστρεφε σε περίπτωση που δεν τους άρεσε κανένα αυτοκίνητο και μαζί με την Ιουλία μετέβηκαν στο σπίτι του κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε πως μέσω της φίλης της ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της εκδώσει μια επιταγή και σε περίπτωση που ολοκληρωνόταν η αγορά του αυτοκινήτου θα του την επέστρεφε και θα διευθετούσαν και οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο. Ο κατηγορούμενος έλαβε τις €15.000 σε μετρητά και υπέγραψε την επίδικη επιταγή την οποία παρέδωσε στη φίλη της παραπονούμενης. Επειδή ο κατηγορούμενος χρωστούσε στη φίλη της το ποσό των €4.000 καθώς επίσης και άλλες €15.000 και η φίλη της ταυτόχρονα χρωστούσε στην παραπονούμενη €4.000 συν το ποσό που θα της κατέβαλλε για τη συμμετοχή της στην επιχείρηση του ανθοπωλείου η φίλη της συμπλήρωσε στην επιταγή το ποσό των €34.000, το όνομα της παραπονούμενης και την ημερομηνία και παρέδωσε την επιταγή στην τελευταία. Στις 9.3.2009 η παραπονούμενη κατέθεσε την επιταγή στην τράπεζα και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι ανακλήθηκε η πληρωμή της και ότι ο λογαριασμός ήταν καταχωρημένος στο Κ.Α.Π. Αναζήτησε τον κατηγορούμενο και τον Αύγουστο του 2009 απέστειλε μέσω της δικηγόρου της επιστολή προς αυτόν η οποία επιστράφηκε επειδή η διεύθυνση αποστολής της ήταν ανύπαρκτη. Το 2015 απέστειλε νέα επιστολή σε άλλη διεύθυνση η οποία επεστράφη με την ένδειξη «Αζήτητη» και μετά από αυτά προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Η παραπονούμενη κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι o κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή ενώπιόν της και ότι στο ποσό της επιταγής συμπεριλήφθηκαν και οι €19.000 τις οποίες η φίλη της θα της κατέβαλλε για να γίνει συνέταιρός της στην επιχείρηση ανθοπωλείου την οποία διατηρούσε. Η παραπονούμενη αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι η φίλη της συνεργαζόταν με τοκογλύφους και ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε σε εκείνη από τον κατηγορούμενο για να του εξασφαλίσει δάνειο €15.
- Ισχυρίστηκε ότι καταχώρησε την παρούσα υπόθεση το έτος 2015 αφού τότε είχε ανακαλύψει που διέμενε ο κατηγορούμενος. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον κάλεσε να παρουσιάσει την υπεράσπισή του ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ως εξεταζόμενος μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι υπηρέτησε ως αστυνομικός για 27 χρόνια, σήμερα είναι συνταξιούχος και ουδέποτε ασχολήθηκε με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Ισχυρίστηκε ότι είναι η υπογραφή του στην επίδικη επιταγή τεκμήριο 1 την οποία παρέδωσε στην κα Σολομωνίδου περί τις αρχές Αυγούστου του
- Ισχυρίστηκε ότι της έδωσε «ανοιχτή» την επίδικη επιταγή για να του εξασφαλίσει ένα ποσό γύρω στις €10.000 με €15.
- Όταν πέρασαν 10 με 15 ημέρες και εκείνη δεν του απαντούσε στα τηλεφωνήματα που της έκανε γύρω στις 20 με 22 Αυγούστου μετέβη στην τράπεζα και σταμάτησε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ισχυρίστηκε ότι κατάλαβε ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος που άφησε την επιταγή «ανοιχτή» στο παζάρι σε ανθρώπους του υποκόσμου και αυτός ήταν ο λόγος που έδωσε εντολή να μην πληρωθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από την παραπονούμενη. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι λόγω της ανάγκης που είχε για λεφτά επισκέφθηκε την κα Σολομωνίδου η οποία του ζήτησε να της παραδώσει μια «ανοιχτή» επιταγή και σε 10 με 15 ημέρες θα του κανόνιζε το ποσό που χρειαζόταν. Υπέγραψε την επίδικη επιταγή και της την παρέδωσε. Ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν του ζήτησε τον λόγο για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής και για αυτό δεν έγραψε τον λόγο στη σχετική εντολή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ανακάλεσε την πληρωμή όλων των επιταγών που φαίνονται στο τεκμήριο 2 επειδή υπολόγιζε ότι θα έβαζε ένα σεβαστό ποσό στον λογαριασμό του και από τη στιγμή που δεν τα κατάφερε αναγκάστηκε να τις κάνει όλες «stop payment». Ισχυρίστηκε επίσης ότι την παραπονούμενη την είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, πως δεν χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό στην κα Σολομωνίδου καθώς επίσης ότι η επιταγή ήταν «ανοικτή» για να του εξασφαλίσει η τελευταία τα λεφτά που χρειαζόταν και να έπαιρνε και εκείνη την προμήθειά της. Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η δικηγόρος της παραπονούμενης ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις εισηγήσεις της το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Η κα Λειβαδιώτου προφορικά πρόσθεσε στην εισήγησή της ότι το βάρος απόδειξης ήταν στον κατηγορούμενο για να προσφέρει μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να το αποσείσει αφού στη γραπτή εντολή που έδωσε στην τράπεζα δεν παρέθεσε τον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο προχώρησε να δώσει την εν λόγω εντολή με αποτέλεσμα να μην είναι πειστικός ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά το στάδιο που έδιδε προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο κ. Σταυρινός από την άλλη εισηγήθηκε ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και ως τέτοια το βάρος απόδειξης είναι στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής καθώς επίσης ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης είναι ελαττωματικό λόγω πολλαπλότητας αφού στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας αναγράφεται ότι «η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε από τον εκδότη της» και ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το Κ.Α.Π.». Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις τους και θα κάνω αναφορά σε αυτές στη συνέχεια όταν θα είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής το οποίο ενεργοποιείται όταν αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262 (Παναγιώτου ν. Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Αυτό το μαχητό τεκμήριο δεν έχει θέση αφ' ης στιγμής ο παραπονούμενος επιλέξει να προσφέρει μαρτυρία η οποία υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου χωρίς δυνατότητα πλέον αναφοράς στο τεκμήριο (Κυριάκου ν. Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, ημερομηνίας 31.10.2018). Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε επίσης ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας αφού οι ισχυρισμοί της αναφορικά με την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή και η μη τίμησή της λόγω του γεγονότος ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της και επιβεβαιώνονται επίσης και από τις σχετικές σφραγίδες που τοποθετήθηκαν στην επίδικη επιταγή. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της είναι αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την παραπονούμενη κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν είναι λογική και συνεπώς ούτε πειστική και λόγω τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι τον Ιούνιο του 2008 παρέδωσε στον κατηγορούμενο σε μετρητά το ποσό των €15.000 γιατί δεν είναι πειστικός. Ενώ ισχυρίστηκε ότι έλαβε το εν λόγω ποσό όταν «έσπασε», όπως ανέφερε επί λέξει, ένα γραμμάτιο το οποίο διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο για να υποστηρίξει τον εν λόγω ισχυρισμό της. Κάτι τέτοιο κρίνω ότι μπορούσε εύκολα να είχε γίνει αφού οι τράπεζες διατηρούν στα αρχεία τους όλα τα έγγραφα που αφορούν τους πελάτες τους και το εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να το παρουσίαζε η ίδια η παραπονούμενη ή η τραπεζικός υπάλληλος που παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η Μ.Κ.1 που είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ανέφερε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και συνεπώς είχε πρόσβαση και στα αρχεία της Λαϊκής Τράπεζας μερικές εκ των εργασιών της τελευταίας ως γνωστό ανέλαβε από το έτος 2013 η Τράπεζα Κύπρου και ήταν σε θέση να παρουσίαζε τα σχετικά έγγραφα για το γραμμάτιο το οποίο επικαλέστηκε η παραπονούμενη. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της παραπονούμενης να παραμείνει τελικά ανυποστήρικτος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Απορρίπτω τον ως άνω ισχυρισμό της παραπονούμενης και για τον επιπλέον λόγο ότι δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο να υποστηρίζεται ο ισχυρισμός της ότι έδωσε στον κατηγορούμενο το ως άνω ποσό σε μετρητά. Κρίνω ότι η λογική υπαγορεύει πως όταν κάποιος δίδει σε κάποιον άλλο ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, ως το κατ' ισχυρισμό επίδικο ποσό, μεριμνά να εξασφαλίσει και κάποια απόδειξη ότι πράγματι του παρέδωσε το εν λόγω ποσό. Συνεπώς λόγω της μη παρουσίασης από την παραπονούμενη οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου κρίνω πως αυτό το γεγονός οδηγεί λογικά στο ίδιο συμπέρασμα ότι ο ως άνω ισχυρισμός της παρέμεινε αστήρικτος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κρίνω επίσης πως ούτε ο άλλος ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι παρήγγειλε από τον κατηγορούμενο να της φέρει ένα αυτοκίνητο από το εξωτερικό και ότι κατόπιν απαίτησής του τού έδωσε το ποσό των €15.000 σε μετρητά μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού ούτε αυτός ο ισχυρισμός είναι πειστικός. Κατά τη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι είχε παραγγείλει από τον κατηγορούμενο ένα αυτοκίνητο το οποίο ο τελευταίος θα έκανε εισαγωγή από το εξωτερικό. Η παραπονούμενη δεν έδωσε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τη μάρκα του αυτοκινήτου, τις προδιαγραφές του ούτε καν για την αξία του με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της να παραμείνει τελικά γενικός και αόριστος. Κρίνω ότι δεν είναι λογικό να αποδεχθώ τον ισχυρισμό της ότι έδωσε το ποσό των €15.000 στον κατηγορούμενο χωρίς να του αναφέρει από πριν τι αυτοκίνητο επιθυμούσε να αγοράσει ούτε τον άλλο ισχυρισμό της ότι δήθεν συμφώνησαν πως σε περίπτωση που παρέμενε οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτό θα διευθετείτο υστερότερα. Αν αυτός ο ισχυρισμός της παραπονούμενης γινόταν αποδεκτός σημαίνει ότι εκείνη θα του παρέδιδε του ως άνω ποσό και θα ανέμενε από αυτόν να της έκανε εισαγωγή οποιοδήποτε αυτοκίνητο το οποίο εκείνη στη συνέχεια θα ήταν υποχρεωμένη να παραλάμβανε ακόμα και στην περίπτωση που αυτό θα βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν είναι λογικό αφού η παραπονούμενη θα μπορούσε να ανέμενε τον κατηγορούμενο να έφερνε πρώτα το αυτοκίνητο, να το επιθεωρούσε και σε περίπτωση που πράγματι την ικανοποιούσε να το αγόραζε καταβάλλοντάς του τότε το τίμημα για την αγορά του. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος της ζήτησε το ως άνω ποσό ως προκαταβολή, κρίνω όμως ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για τον επιπλέον λόγο ότι απέρριψα ήδη τον ισχυρισμό της ότι του είχε καταβάλει το ποσό των €15.000 σε μετρητά. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι η φίλη της Ιουλία Σολομωνίδου της χρωστούσε €4.000 και ότι θα της κατέβαλλε επίσης και το ποσό των €15.000 για να γίνει συνέταιρός της στην επιχείρηση ανθοπωλείου που διατηρούσε αφού ούτε αυτός ο ισχυρισμός είναι πειστικός. Δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο ότι είχε καταλήξει σε τέτοια συμφωνία με τη φίλη της και κρίνω ότι το λογικό συμπέρασμα από τη μη παρουσίαση οποιασδήποτε σχετικής συμφωνίας είναι ότι τέτοια συμφωνία δεν έλαβε χώρα. Κρίνω ότι κανένας δεν καταρτίζει συμφωνία με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει €15.000 χωρίς να μεριμνήσει όπως η εν λόγω συμφωνία λάβει έγγραφη μορφή για σκοπούς καθορισμού των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του και για διασφάλιση των συμφερόντων του. Για τους ίδιους λόγους απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος χρωστούσε στην ως άνω φίλη της το ποσό των €15.000 και ότι της παρέδωσε την επίδικη επιταγή αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση να καταβάλει στην παραπονούμενη και εκείνο το ποσό το οποίο ισχυρίστηκε ότι της χρωστούσε με αποτέλεσμα το ποσό της επίδικης επιταγής να ανέλθει τελικά στο ποσό των €34.000. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης δεν είναι λογικοί και κατά συνέπεια ούτε πειστικοί και ως εκ τούτου δεν γίνονται αποδεκτοί. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε ανάγκη να λάβει ένα ποσό γύρω στις €10.000 με €15.000 και για τον λόγο αυτό αναζήτησε αυτό το δάνειο μέσω της Ιουλίας Σολομωνίδου η οποία του ζήτησε να της παραδώσει μια επιταγή στην οποία κατά την απαίτηση της τελευταίας δεν θα αναγραφόταν οποιοδήποτε ποσό και αυτή στη συνέχεια θα του το εξασφάλιζε. Ο ισχυρισμός του ότι παρέδωσε την εν λόγω επιταγή «ανοικτή» όπως τη χαρακτήρισε επιβεβαιώθηκε και από την παραπονούμενη η οποία κατά τη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι η ως άνω φίλη της συμπλήρωσε στην επιταγή το ποσό των €34.000, το όνομα της παραπονούμενης και την ημερομηνία πληρωμής της και ως εκ τούτου ο ως άνω ισχυρισμός του γίνεται αποδεκτός. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε έλαβε από την παραπονούμενη σε μετρητά το ποσό των €15.000. Έχοντας ήδη προβεί στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το τεκμήριο που καθιερώνεται από το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262. Το εν λόγω άρθρο δημιουργεί το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής το οποίο ενεργοποιείται όταν αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262 (Παναγιώτου ν. Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Από τη στιγμή που η παραπονούμενη επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία αναφορικά με την αντιπαροχή για την οποία δόθηκε η επίδικη επιταγή η μαρτυρία της αυτή πλέον υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο χωρίς τη δυνατότητα αναφοράς στο τεκμήριο (Κυριάκου ν. Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, ημερομηνίας 31.10.2018). Λόγω της απόρριψης του ισχυρισμού της παραπονούμενης ότι η επίδικη επιταγή της δόθηκε μετά που ο κατηγορούμενος έλαβε από εκείνη σε μετρητά το ποσό των €15.000 για να της παραγγείλει αυτοκίνητο το οποίο θα έκανε εισαγωγή από το εξωτερικό κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της επίδικης επιταγής και ότι αυτή ήταν κάτοχός της σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262. Συνεπώς η υπόθεση της παραπονούμενης πρέπει να απορριφθεί και ο κατηγορούμενος να αθωωθεί στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει αφού αυτή απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής. Λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο