← Κύπρος

N&N LA BAGUETTE LTD ν. ISOZ LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10713/2013, 10/6/2020

N&N LA BAGUETTE LTD ν. ISOZ LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10713/2013, 10/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10713/2013 N&N LA BAGUETTE LTD Κατηγορούσα Αρχή -ν-

  1. ISOZ LIMITED
  2. XXXXX ΛΟΡΔΟΣ
  3. XXXXX SMACHE
  4. XXXXX TURNER Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10.6.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Πετρίδου Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Γ. Τσαρδελλής Κατηγορούμενος 4: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 12 κατηγορίες. Κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες. Η υπόθεση προωθήθηκε μόνο εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 4 επειδή δεν κατέστη δυνατή η επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο
  5. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και προωθήθηκαν μέχρι τέλους μόνο οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και
  6. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 5 και
  7. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 1ης κατηγορίας στις 10.8.2009 στη Λευκωσία, εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος των παραπονουμένων την επιταγή με αρ. XXXXX422 της Τράπεζας SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD για το ποσό των €3.340,00 η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε καθότι η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε παρανόμως με πράξη της τη μη εξόφλησή της και η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και η κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσιάσεώς της στην Τράπεζα. Η 5η κατηγορία αφορά το ίδιο αδίκημα σε σχέση με την επιταγή με αρ. XXXXX3423 της Τράπεζας SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD για το ποσό των €3.340,00 ημερομηνίας 10.9.2009 και η 9η κατηγορία την επιταγή με αρ. XXXXX3424 της Τράπεζας SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD για το ποσό των €3.340,00 ημερομηνίας 10.10.
  8. Ο κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 4, 8 και 12 στις οποίες κατηγορείται ότι στις ημερομηνίες που κάθε κατηγορία περιλαμβάνει ήτοι στις 10.8.2009, 10.9.2009 και 10.10.2009 αντίστοιχα ως υπεύθυνος και/ή διευθυντής και/ή το πρόσωπο το οποίο κατά τους ουσιώδεις χρόνους είχε τον έλεγχο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, της παρείχε συνδρομή να εκδώσει προς όφελος των παραπονουμένων τις επίδικες επιταγές κάθε μία εκ των οποίων όταν εμφανίστηκε στην Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε καθότι η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε με πράξη της και με τη συνδρομή του τη μη εξόφλησή τους και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και η κατηγορούμενη 1 με τη συνδρομή του παρέλειψε να εξοφλήσει κάθε μία από αυτές εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσιάσεώς τους στην Τράπεζα. Η παραπονούμενη εταιρεία παρουσίασε ως Μ.Κ.1 τον κ. XXXXX Χαραλάμπους ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στη Societe Generale Bank Cyprus Ltd, ως λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε λογαριασμούς στην ως άνω τράπεζα και συγκεκριμένα τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXXX
  9. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αίτησης της κατηγορουμένης 1 εταιρείας για το άνοιγμα του ως άνω λογαριασμού και ως Τεκμήριο 2 τα δείγματα των υπογραφών των προσώπων που είχαν δικαίωμα να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της. Ισχυρίστηκε ότι δικαίωμα υπογραφής των επίδικων επιταγών είχαν και οι τρεις διευθυντές της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και για την έκδοση μιας επιταγής ήταν αρκετό να υπογράψουν μόνο δύο από τους τρεις. Τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα που έδωσαν τα σχετικά δείγματα υπογραφής ήταν οι διευθυντές της εταιρείας και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Λόρδος κατηγορούμενος 2, ο κ. XXXXX Smache κατηγορούμενος 3 και ο κ. XXXXX Turner κατηγορούμενος
  10. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την επιταγή με αριθμό XXXXX3422, ημερομηνίας 10.8.2009 με εκδότρια την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και δικαιούχο της την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε αρχικά προς πληρωμή στην Eurobank στις 27.10.2009 και στην τράπεζα στην οποία εργάζεται στις 30.10.2009 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που κάποια επιταγή κατατεθεί σε τραπεζικό ίδρυμα άλλο από αυτό επί του οποίου εκδόθηκε παρουσιάζεται στην Κεντρική Τράπεζα και ελέγχεται εάν έχει ανακληθεί. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 3 υπογράφηκε από τους κατηγορουμένους 3 και
  11. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4 επιστολή της κατηγορουμένης 1 εταιρείας προς τη Societe Generale Bank Cyprus με την οποία η εταιρεία έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η εν λόγω επιστολή δεν φέρει ημερομηνία αλλά παραλήφθηκε από την τράπεζα στις 12.8.
  12. Ο Μ.Κ.1 στη συνέχεια κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την επιταγή με αριθμό XXXXX3423 ημερομηνίας 10.9.2009 και ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε προς πληρωμή στις 27.10.2009 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα Societe Generale Bank Cyprus και είχε υπογραφεί από τους κατηγορουμένους 3 και
  13. Κατέθεσε τέλος ως Τεκμήριο 6 την επιταγή με αριθμό XXXXX3424 ημερομηνίας 10.10.2009, με εκδότρια την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και δικαιούχο την παραπονούμενη η οποία κατατέθηκε στην τράπεζα Societe Generale Bank Cyprus στις 27.10.2009 και σφραγίστηκε με την ίδια ένδειξη και λόγω του γεγονότος ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε η επιταγή δεν τιμήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 είναι τα πρόσωπα που υπέγραψαν την επιταγή Τεκμήριο
  14. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ήταν τρεχούμενος χωρίς όριο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από 1.1.2009 έως 1.1.
  15. Στις 10.8.2009 το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ήταν χρεωστικό και δεν γνώριζε πότε υπογράφηκαν ή δόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου 4 ότι οι τρεις επίδικες επιταγές καθώς επίσης και το έντυπο ανάκλησης της πληρωμής τους υπογράφηκαν από τους κατηγορουμένους 3 και
  16. Στη συνέχεια και προτού δώσει μαρτυρία ο Μ.Κ.2 δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων τα ακόλουθα: η επιταγή Τεκμήριο 3 η οποία ήταν πληρωτέα στις 10.8.2009 κατατέθηκε στην Eurobank EFG Cyprus Ltd στις 27.10.2009 και αφού ακολουθήθηκε η διαδικασία που περιέγραψε ο Μ.Κ.1 στην Κεντρική Τράπεζα η επιταγή λήφθηκε από την Societe Generale Bank Cyprus Ltd. Στις 30.10.2009 τοποθετήθηκε από την τελευταία σφραγίδα με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και στη συνέχεια επιστράφηκε στη Eurobank για να δοθεί στην παραπονούμενη. Η παραπονούμενη εταιρεία παρουσίασε στη συνέχεια ως Μ.Κ.2 τον εκ των διευθυντών της κ. XXXXX Νικολάου. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείτο κατά τον επίδικο χρόνο με την εισαγωγή, πώληση και διανομή ειδών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής και για τις εργασίες της εισήγαγε και χρησιμοποιούσε επαγγελματικούς φούρνους μάρκας Eurofours. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία το έτος 2009 άνοιξε εστιατόριο στη Λεμεσό και ο κατηγορούμενος 3 τον προσέγγισε και του ζήτησε να τους προμηθεύσει ένα φούρνο για τις εργασίες του εστιατορίου της. Το τίμημα για την πώληση του εν λόγω φούρνου ήταν €10.000 και σχετικά είχε εκδοθεί το τιμολόγιο με αριθμό 517180, ημερομηνίας 9.6.2009, Τεκμήριο
  17. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η παράδοση του φούρνου στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία έγινε στην παρουσία των κατηγορουμένων 3 και 4 και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 3 υπέγραψε το εν λόγω τιμολόγιο εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ημέρα της παράδοσης του εν λόγω φούρνου ο ίδιος τον έθεσε σε λειτουργία στην παρουσία των κατηγορουμένων 3 και 4 και ο φούρνος λειτούργησε κανονικά. Η κατηγορουμένη 1 εταιρεία προς εξόφληση του ως άνω τιμήματος εξέδωσε τις 3 επίδικες επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερη ημερομηνία προς οικονομική διευκόλυνση της κατηγορουμένης 1 η οποία τότε είχε πρόσφατα ξεκινήσει τις εργασίες της. Οι εν λόγω επιταγές υπογράφηκαν στην παρουσία του από τους κατηγορούμενους 3 και 4 και του παραδόθηκαν. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνέχισε να συνεργάζεται με την παραπονούμενη μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου 2009 και συγκεκριμένα αγόραζε από αυτή προϊόντα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής. Στις 27.10.2009 ο μάρτυρας μετέβηκε σε υποκατάστημα της τράπεζας Eurobank EFG Cyprus Ltd όπου κατέθεσε προς πληρωμή την επιταγή Τεκμήριο
  18. Η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της και η εν λόγω επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ίδια ημέρα κατέθεσε τις επιταγές Τεκμήρια 5 και 6 σε υποκατάστημα της τράπεζας Societe Generale Bank Cyprus οι οποίες επίσης επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω των οδηγιών που δόθηκαν από τον εκδότη τους να μην πληρωθούν. Οι εν λόγω επιταγές Τεκμήρια 5 και 6 εξακολουθούν και αυτές μέχρι σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατόπιν έρευνας στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 4 διορίστηκε διευθυντής της κατηγορούμενης 1 στις 17.2.2009 και παρέμεινε στο εν λόγω αξίωμα μέχρι τις 25.8.
  19. Εκκρεμούσης της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα δηλώθηκε ως περαιτέρω παραδεκτό γεγονός από τους δικηγόρους των διαδίκων ότι η παραπονούμενη εταιρεία μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου 2009 παρέδιδε είδη αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής στην κατηγορούμενη 1 και προς τούτο εξέδιδε σχετικά τιμολόγια. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι λίγες μέρες πριν την ημερομηνία που η πρώτη επιταγή ήταν πληρωτέα του ζητήθηκε από τους κατηγορούμενους 3 και 4 να παρουσιάσει την εν λόγω επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία αντί στις 10.8.2009 που ήταν πληρωτέα. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε του παραπονέθηκαν ότι ο φούρνος δεν λειτουργούσε. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο εν λόγω φούρνος καλυπτόταν από εγγύηση. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με την εισαγωγή, πώληση και διανομή ειδών αρτοποιείου και ζαχαροπλαστικής και την εισαγωγή φούρνων. Ο επίδικος φούρνος έγινε εισαγωγή κατόπιν παραγγελίας του κατηγορούμενου 3 και πωλήθηκε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Παρέδωσε τον φούρνο στην κατηγορούμενη 1, τον τοποθέτησε στις εγκαταστάσεις της, τον έθεσε σε λειτουργία, ο φούρνος λειτούργησε κανονικά και ο κατηγορούμενος 3 υπέγραψε το σχετικό τιμολόγιο Τεκμήριο
  20. Ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου 4 ότι ο φούρνος δεν δοκιμάστηκε την ημέρα της παράδοσής του και ότι παρέμεινε στα υποστατικά της κατηγορούμενης 1 για να γίνει η εγκατάστασή του και στη συνέχεια να δοκιμαστεί. Αρνήθηκε επίσης άλλη υποβολή ότι ο φούρνος ουδέποτε λειτούργησε επειδή το ηλεκτρικό ρεύμα στις εγκαταστάσεις της κατηγορούμενης 1 ήταν μονοφασικό και ότι για τη λειτουργία του χρειαζόταν τριφασικό ρεύμα. Ισχυρίστηκε ότι η πρώτη χρονικά επιταγή ήταν πληρωτέα 2 μήνες μετά την παράδοση του φούρνου λόγω της παράκλησης των κατηγορουμένων να τους διευκολύνει με την πληρωμή αφού μόλις τότε είχαν ξεκινήσει την επιχείρησή τους και δεν είχαν πολλές εισπράξεις. Αρνήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τον ειδοποίησαν ότι ο φούρνος δεν λειτουργούσε επειδή το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν μονοφασικό και ότι του ζήτησαν να τον παραλάβει και ισχυρίστηκε πως όσες φορές μετέβηκε στην επιχείρηση των κατηγορουμένων ουδέποτε του αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό με τον φούρνο ούτε τους υποσχέθηκε ότι θα τον παραλάμβανε και θα τους επέστρεφε τις επίδικες επιταγές. Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 4 ούτως ώστε αυτός να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή του ο τελευταίος επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα και κάλεσε επίσης ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Φώτο Λόρδο. Ο κατηγορούμενος 4 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αρχές Ιουνίου το 2009 λειτούργησε μια επιχείρηση εστιατορίου στη Λεμεσό η οποία σέρβιρε κρουασάν και μπαγκέτες τα οποία ψήνονταν σε φούρνο. Ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς ενός φούρνου από την παραπονούμενη εταιρεία από την οποία προμηθεύονταν επίσης τα είδη που διέθεταν στο εστιατόριό τους. Λόγω του γεγονότος ότι ο φούρνος ο οποίος υπήρχε στο εστιατόριό τους ήταν «σιγανός», όπως είπε επί λέξει, ο διευθυντής της παραπονούμενης τους έφερε ένα «γρήγορο» φούρνο για να τον δοκιμάσουν. Είχαν συμφωνήσει την τιμή, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές, θα δοκίμαζαν τον φούρνο και σε περίπτωση που ο φούρνος ήταν εντάξει θα προχωρούσαν στην αγορά του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ημέρα που ο φούρνος μεταφέρθηκε στα υποστατικά τους ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησαν να τον θέσουν σε λειτουργία αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ισχυρίστηκε ότι ειδοποίησε τον Μ.Κ.2 ότι ο φούρνος δεν μπορούσε να λειτουργήσει και αυτός του υποσχέθηκε πως θα μεριμνούσε για την παραλαβή του. Λόγω του ότι ο καιρός περνούσε και είχε ήδη φτάσει ο Αύγουστος που η 1η χρονικά επιταγή ήταν πληρωτέα χωρίς ο Μ.Κ.2 να παραλάβει τον φούρνο αποφάσισε να προχωρήσει να δώσει εντολή ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών και απέστειλε στην τράπεζα τη σχετική εντολή Τεκμήριο
  21. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω του ισχυρισμού του Μ.Κ.2 πως ο επίδικος φούρνος λειτούργησε την ημέρα παράδοσής του ένιωσε την ανάγκη να μάθει την αλήθεια και για αυτό επικοινώνησε την προηγούμενη της ημέρας που θα πρόσφερε μαρτυρία με την εταιρεία από την οποία η παραπονούμενη εταιρεία είχε παραγγείλει τον επίδικο φούρνο. Από αυτή πληροφορήθηκε ότι ο φούρνος για να λειτουργήσει χρειάζεται τριφασικό ρεύμα. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 4 ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν με τον διευθυντή της παραπονούμενης πως σε περίπτωση που ο φούρνος δεν ήταν κατάλληλος θα τον έπαιρνε πίσω. Ισχυρίστηκε πως όταν ο φούρνος μεταφέρθηκε στο εστιατόριο ο Μ.Κ.2 τους είπε ότι έλειπαν κάποια κομμάτια όπως το κάλυμμα του φούρνου και ο εξοπλισμός ο οποίος δημιουργεί τον ατμό. Ισχυρίστηκε επίσης πως ο κατηγορούμενος 3 του είπε πως ο φούρνος παραδόθηκε αλλά δεν μπορούσε να τον δοκιμάσει επειδή στο υποστατικό τους δεν υπήρχε παροχή τριφασικού ηλεκτρικού ρεύματος. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν δοκίμασαν τον φούρνο και αυτός δεν μπορούσε να λειτουργήσει τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος 3 ειδοποίησαν σχετικά τον Μ.Κ.2 ο οποίος τους υποσχέθηκε ότι θα τον παραλάμβανε. Όταν πλησίαζαν οι μέρες που η πρώτη χρονικά επιταγή ήταν πληρωτέα και ο Μ.Κ.2 δεν ερχόταν να παραλάβει τον φούρνο έγραψε μια επιστολή προς την τράπεζα με την οποία της έδωσε εντολή να μην πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την παράδοση του επίδικου φούρνου στο υποστατικό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι 2 - 3 ημέρες μετά την παραλαβή του φούρνου αντιλήφθηκαν ότι αυτός χρειαζόταν τριφασική παροχή ενέργειας, ειδοποίησαν σχετικά τον Μ.Κ.2 και ο τελευταίος τους υποσχέθηκε ότι θα τον παραλάβει μόλις μπορέσει και θα τους επιστρέψει τις επίδικες επιταγές. Ο κατηγορούμενος 4 αναγνώρισε ότι στο τιμολόγιο Τεκμήριο 9 είναι η υπογραφή του κατηγορούμενου 3 ισχυρίστηκε όμως ότι αυτό δεν σημαίνει πως όταν ο φούρνος παραλήφθηκε ήταν πράγματι σε άριστη κατάσταση λόγω του ότι το τιμολόγιο εκείνο είναι το ίδιο το οποίο η παραπονούμενη εταιρεία συνήθιζε να εκδίδει και για τα κατεψυγμένα προϊόντα που τους παρέδιδε. Ισχυρίστηκε τέλος ότι το εστιατόριο έκλεισε περί τα τέλη του 2009 και ότι ο ίδιος είχε πωλήσει τις μετοχές που κατείχε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία τον Αύγουστο του 2009 και έπαψε να είναι διευθυντής της από τις 25.8.
  22. Ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Η παραπονούμενη εταιρεία τους προμήθευε με κρουασάν και ψωμιά και τους πώλησε και ένα φούρνο. Ισχυρίστηκε ότι μίλησε με τον διευθυντή της εν λόγω εταιρείας για να πάει στη Λεμεσό να παραλάβει τον φούρνο για τον οποίο είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές και όταν συναντήθηκαν στον τόπο που λειτουργούσε το εστιατόριο δεν τους επέτρεψαν να εισέλθουν σε αυτό. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών όταν ο επίδικος φούρνος παραδόθηκε στο υποστατικό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ούτε είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην παραγγελία ή τη λειτουργία του επίδικου φούρνου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του ζήτησε να έρθει να παραλάβει τον εν λόγω φούρνο αλλά παρά το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 τον συνάντησε στον χώρο του εστιατορίου οι ιδιοκτήτες δεν τους επέτρεψαν να εισέλθουν. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης και ορίστηκε για αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Η κα Πετρίδου εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή επέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και λόγω τούτου το βάρος μετατέθηκε στον κατηγορούμενο να αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση των επίδικων επιταγών. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε ότι είχε οποιαδήποτε εύλογη αιτία προς τούτο και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς του και να τον βρει ένοχο στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Ο κ. Τσαρδελλής από την άλλη αναγνώρισε ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και ότι ο κατηγορούμενος 4 κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε για την έκδοση και ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Εισηγήθηκε πως η εκδοχή του κατηγορούμενου 4 είναι απόλυτα λογικοφανής και πρέπει να γίνει αποδεκτή. Εισηγήθηκε επίσης πως με αυτή κατόρθωσε να αποδείξει την εύλογη αιτία για την ανάκληση των επίδικων επιταγών και λόγω τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να των αθωώσει. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων και θα κάνω αναφορά σε αυτές στη συνέχεια όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σημειώνω επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους....». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016). Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε επίσης ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε επίσης το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Σε σχέση με το αδίκημα της συνέργειας το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 4 αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν τυπική, δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Εξήγησε με επαρκή λεπτομέρεια τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε όταν η επιταγή Τεκμήριο 3 παρουσιάστηκε για πληρωμή και παρουσίασε έγγραφα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Ο Μ.Κ.2 έχει κάνει εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όσα έλαβαν χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο και παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς του κατά την αντεξέτασή του. Οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τα κρίσιμα θέματα της παράδοσης του φούρνου και της λήψης των επίδικων επιταγών είναι λογικοί και συνεπώς πειστικοί και γίνονται αποδεκτοί. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του ότι παρέδωσε τον επίδικο φούρνο στα υποστατικά της κατηγορούμενης 1, τον έθεσε σε λειτουργία, διαπίστωσε ότι αυτός λειτουργούσε κανονικά και στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι 3 και 4 υπέγραψαν και του παρέδωσαν τις επίδικες επιταγές είναι λογικοί αφού κανένας αγοραστής δεν προχωρά στην έκδοση επιταγών χωρίς να έχει προηγουμένως ικανοποιηθεί ότι το αντικείμενο το οποίο συμφώνησε να αγοράσει όταν του παραδόθηκε ήταν της απολύτου αρεσκείας του και σε άριστη κατάσταση. Ο κατηγορούμενος 4 σε αντίθεση με τον Μ.Κ.2 δεν έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αντιθέτως προσπάθησε να παρουσιάσει μια ευνοϊκή για την υπόθεσή του εικόνα ως προς το πως εξελίχθηκαν τα πράγματα η οποία όμως δεν είναι λογική και ως εκ τούτου ούτε πειστική. Είναι επίσης αντίθετοι με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία έγινε αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Προς τούτο αναφέρω ειδικότερα ότι δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η συμφωνία των διαδίκων προνοούσε πως ο φούρνος μετά την παράδοσή του στα υποστατικά της κατηγορουμένης 1 θα παρέμενε εκεί για δοκιμαστικούς σκοπούς. Επρόκειτο για αντικείμενο αξίας €10.000 και είναι λογικό ότι τόσο ο πωλητής όσο και ο αγοραστής είχαν καλό λόγο να τον θέσουν σε λειτουργία την ημέρα της παράδοσής του για να διαπιστώσουν ότι αυτός λειτουργεί κανονικά. Ο μεν πωλητής για να διασφαλίσει ότι θα πληρωθεί το τίμημα της πώλησης ο δε αγοραστής για το ότι το αντικείμενο το οποίο αγόρασε για να το χρησιμοποιήσει στην επιχείρησή του πράγματι λειτουργεί και βρίσκεται σε κατάσταση που τον ικανοποιεί. Κρίνω ότι δεν είναι λογικός ο ισχυρισμός πως η μεταξύ τους συμφωνία προνοούσε ότι ο φούρνος θα παρέμενε στην επιχείρηση της κατηγορούμενης 1 για σκοπούς δοκιμής. Αν συνέβαινε αυτό η τελευταία δεν θα προχωρούσε στην έκδοση των επίδικων επιταγών κατά την ημέρα παράδοσης του φούρνου. Σε μια τέτοια περίπτωση θα δοκίμαζε τον φούρνο και μετά θα προχωρούσε στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Αντιθέτως η κατηγορούμενη 1 προχώρησε στην έκδοση των επίδικων επιταγών την ίδια ημέρα που της παραδόθηκε ο επίδικος φούρνος. Συνεπώς από τη στιγμή που προχώρησε στην έκδοση των επίδικων επιταγών την ημέρα παράδοσης του φούρνου κρίνω ότι η λογική υπαγορεύει ότι αυτό έγινε αφού είχε προηγουμένως δοκιμάσει τον φούρνο και ικανοποιήθηκε πλήρως για τη λειτουργικότητά του. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 4 ότι την ημέρα που ο φούρνος μεταφέρθηκε στο εστιατόριο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον θέσουν σε λειτουργία επειδή ούτε αυτός ο ισχυρισμός είναι λογικός ούτε και πειστικός. Κρίνω πως σε περίπτωση που πράγματι ο φούρνος την ημέρα παράδοσής του δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία ήταν λογικά αναμενόμενο ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα προχωρούσαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Κρίνω επίσης πως σε περίπτωση που πράγματι ο φούρνος δεν μπορούσε να λειτουργήσει ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα προχωρούσαν, πέραν της έκδοσης των επίδικων επιταγών, ούτε στην υπογραφή του σχετικού τιμολογίου Τεκμήριο
  1. Σε περίπτωση που ο φούρνος δεν λειτουργούσε θα είχαν κάθε λόγο να αρνηθούν να το υπογράψουν και δεν θα μπορούσε η παραπονούμενη εταιρεία διά του διευθυντή της να αρνηθεί κάτι το οποίο θα ήταν προφανές ότι συνέβηκε στην παρουσία του. Από το γεγονός της υπογραφής του εν λόγω τιμολογίου κρίνω ότι προκύπτει το λογικό συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι ήταν πλήρως ικανοποιημένοι από τον φούρνο και ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου 4 περί ελαττωματικότητάς του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Πέραν των πιο πάνω κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 4 ότι επικοινώνησε με την εταιρεία από την οποία η παραπονούμενη είχε παραγγείλει τον επίδικο φούρνο για να μάθει την αλήθεια όπως ισχυρίστηκε και κατά πόσο ο φούρνος λειτουργεί με τριφασικό ρεύμα είναι ενδεικτικός της διάθεσής του να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Έχοντας υπόψη μου τον ισχυρισμό του ότι δήθεν ο φούρνος δεν λειτούργησε την ημέρα που μεταφέρθηκε στο υποστατικό τους είναι προφανές ότι η επικοινωνία του με την ως άνω εταιρεία περίπου 10 χρόνια μετά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ούτε λογική ούτε αναγκαία αφού αφορούσε κάτι το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται πως γνώριζε από την πρώτη ημέρα παράδοσης του φούρνου. Συνεπώς κρίνω ότι η εκ των υστέρων επίκληση αυτού του ισχυρισμού εκ μέρους του φανερώνει τις προσπάθειες του να πείσει για τους αβάσιμους και αναληθείς ισχυρισμούς του. Δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 4 και για τον επιπλέον λόγο ότι σε ουσιώδη θέματα ήταν αντιφατικοί και στερούνταν σταθερότητας. Καταλήγω στο ως άνω συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου τους ισχυρισμούς που έδωσε στην κυρίως εξέτασή του ότι δήθεν ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησαν να θέσουν σε λειτουργία τον φούρνο και ότι μετά ο ίδιος ειδοποίησε τον Μ.Κ.2 ότι ο φούρνος δεν λειτουργούσε. Δεν είναι λογικό να γίνει αποδεκτό ότι είχε ειδοποιήσει εκ των υστέρων τον Μ.Κ.2 για κάτι το οποίο σύμφωνα πάντοτε με τους δικούς του ισχυρισμούς είχε ήδη διαπιστώσει ιδίοις όμμασι ο Μ.Κ.2 κατά την παράδοση του φούρνου. Αναφορικά με τον Μ.Υ.1 κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν είναι επιβοηθητική για την επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης αφού όπως ισχυρίστηκε δεν ήταν παρών κατά την παράδοση του φούρνου και δεν είχε οποιαδήποτε άμεση επαφή σε ό,τι αφορά τον επίδικο φούρνο και τις επίδικες επιταγές. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του κρίνω ότι δεν είναι πειστική αφού παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε άγνοια για τα θέματα που ήταν σχετικά με τον επίδικο φούρνο προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία έγινε αποδεκτή ότι ο ίδιος είχε εμπλοκή και μάλιστα άμεση με αυτά αφού υπέγραψε τόσο τις επίδικες επιταγές όσο και τη γραπτή εντολή ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Έχοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο προχωρώ στα ακόλουθα ευρήματα: η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε παραγγείλει από την παραπονούμενη 1 φούρνο για τις ανάγκες του εστιατορίου της το οποίο είχε ανοίξει περί τις αρχές Ιουνίου
  2. Η παραπονούμενη μέσω του διευθυντή της στις 9.6.2009 παρέδωσε τον φούρνο στην κατηγορούμενη 1 και ο διευθυντής της στην παρουσία των κατηγορουμένων 3 και 4 τον έθεσε σε λειτουργία και διαπίστωσε ότι λειτουργούσε κανονικά. Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξέδωσε και παρέδωσε στον Μ.Κ.2 τις 3 επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού €3.340,00 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 10.8.2009, 10.9.2009 και 10.10.
  3. Τις εν λόγω επιταγές υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 3 και
  4. Το συνολικό ποσό των επιταγών ήταν €10.020 από το οποίο τα €20,00 αφορούσαν τα έξοδα του οχήματος που χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά του φούρνου και οι υπόλοιπες €10.000 ήταν το τίμημα αγοράς του φούρνου. Λίγες ημέρες πριν η 1η χρονικά επιταγή καταστεί πληρωτέα ζητήθηκε από τον Μ.Κ.2 να δώσει στους κατηγορούμενους λίγο ακόμα χρόνο και να μην την παρουσιάσει στην τράπεζα για πληρωμή αφού οι τελευταίοι επικαλέστηκαν οικονομική στενότητα. Στις 12.8.2009 οι κατηγορούμενοι 3 και 4 υπέγραψαν και απέστειλαν στην τράπεζα επί της οποίας είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές επιστολή με την οποία έδωσαν οδηγίες σε αυτή να μην προχωρήσει στην πληρωμή των επίδικων επιταγών αναφέροντας ως λόγω μη πληρωμής τους ότι το μεταχειρισμένο αντικείμενο το οποίο εφοδιάστηκαν δεν λειτουργούσε στα υποστατικά τους και η παραγγελία ακυρώθηκε (σε ελεύθερη μετάφραση: . the 2nd hand equipment supplied cannot work in our premises and the order cancelled). Τελικά οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 27.10.2009 αλλά δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες και σφραγίστηκαν από την τράπεζα η 1η με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και οι άλλες 2 με την ένδειξη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών γίνεται αποδεκτό από τον κατηγορούμενο 4 ότι ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο 3 υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές αφού ήταν πρόσωπα κατάλληλα εξουσιοδοτημένα προς τούτο. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου δεν αμφισβητήθηκε και προκύπτει επίσης και από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 4 στο οποίο φαίνεται το όνομα και η υπογραφή των προσώπων που έδωσαν τη σχετική εντολή, κάτι το οποίο είναι εξάλλου παραδεκτό από τον κατηγορούμενο 4 ότι ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 3 υπέγραψαν την εν λόγω εντολή η οποία στη συνέχεια αποστάλθηκε στην τράπεζα. Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο η κατηγορούμενη 1 έχει αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου 4 ότι η κατηγορούμενη 1 πράγματι είχε εύλογη αιτία για να προχωρήσει στην εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών δεν έγιναν αποδεκτοί. Λόγω τούτου κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για την οποία υπάρχει ο ισχυρισμός ότι έγινε η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος 4 για την ανάκληση των επίδικων επιταγών δεν έχει αποδειχθεί. Κρίνω επίσης ότι η συνδρομή του κατηγορούμενου 4 στην τέλεση των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφού αυτός υπέγραψε τη σχετική εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Συνεπώς η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 5 και 9 και ο κατηγορούμενος 4 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 4, 8 και
  5. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.