Annik Limited κ.α. ν. Τσαουκάς κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2177/2016, 26/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B99 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2177/2016
- Annik Limited
- XXXXX Νικολάου Παραπονούμενοι -και-
- XXXXX Τσαουκάς
- XXXXX Τσαουκά Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26/6/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενους: Η κα. Α. Κλαίδη Για Κατηγορούμενους: Ο κ. Ν. Νικολάου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι μεταξύ τους είναι σύζυγοι, αντιμετωπίζουν, από κοινού, δύο κατηγορίες. Στην δε 1η κατηγορία, αντιμετωπίζουν το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298, του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος: «οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 25.1.14 και/ή προγενέστερα στην Αγία Νάπα, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση και ή εξαπάτηση των παραπονουμένων, με ψευδών παραστάσεων, ήτοι είχαν την οικονομική δυνατότητα δια την ολοκλήρωση ανακαίνισης της μπυραρίας γνώστης ως 'White Rock' και θα κατέβαλλαν το ποσό της προσφοράς, ημερομηνίας 25.1.14, το ποσό των €17.500, ενώ γνώριζαν ότι η εν λόγω παράσταση ήτο ψευδής και αναληθής και δεν θα κατέβαλλαν το ποσό των €35.000 εις στους παραπονούμενους.» Στη δε 2η κατηγορία κατηγορούνται, και πάλι από κοινού, για το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του Άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας «οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 25.1.14 και ή προγενέστερα στην Αγία Νάπα, με δόλιο τέχνασμα και ή με δόλιο μέσο, απέσπασαν από τους παραπονούμενους εργασίες και την αποπεράτωση της ανακαίνισης της μπυραρίας γνωστής ως 'White Rock', αξίας €17.500, έχοντας πρόθεση να εξαπατήσουν τους παραπονούμενους, αφού γνώριζαν ότι δεν θα κατέβαλλαν το ποσό των €35.000 με την ολοκλήρωση της μπυραρίας 'White Rock'.» Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν την μη παραδοχή τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τον XXXXX Νικολάου (Μ.Κ 1), παραπονούμενο 2 και διευθύνοντα σύμβουλο της 1ης παραπονούμενης και τη XXXXX Κυπριδήμου, (Μ.Κ 2), σύζυγο του Μ.Κ
- Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(Β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Αγορεύοντας προφορικά και επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, εισηγήθηκε πως, τόσο από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (έγγραφη και προφορική,) στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ότι περαιτέρω η μαρτυρία, που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι τόσο αντιφατική και αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τους κατηγορουμένους με βάση αυτήν. Αποτελεί, εξήγησε, βασική εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ότι οι παραπονούμενοι εξαπατήθηκαν από τον 1ο κατηγορούμενο εφόσον, ενώ ο τελευταίος παρουσίαζε τον εαυτό του ως ένα ευκατάστατο επιχειρηματία από την Αγγλία ο οποίος είχε άφθονο χρήμα, είχε σκοπό και πρόθεση εξ αρχής να μην τους αποπληρώσει και να τους εξαπατήσει. Με βάση όμως τη μαρτυρία, κανένας από τους δύο μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει το πιο πάνω γεγονός. Είναι προφανές και αναντίλεκτο ότι η οποιαδήποτε τυχόν ενδεχόμενη αξίωση των παραπονούμενων, εδράζεται στη βάση παράβασης συμφωνίας, εφόσον στην ουσία, οι παραπονούμενοι θεωρούν ότι η μεταξύ τους συμφωνία παραβιάστηκε από τους κατηγορούμενους εφόσον οι τελευταίοι δεν τους εξόφλησαν πλήρως σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες. Η μεταξύ των διαδίκων διαφορά είναι αστικής φύσεως και κανένα ποινικό αδίκημα, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν έχουν διαπράξει οι κατηγορούμενοι, δηλαδή δεν προέβησαν σε καμία ψευδή παράσταση και απάτη. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία, μέσω της προφορικής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να καλέσει και τους δύο κατηγορουμένους σε απολογία, εφόσον από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, πληρούνται, αντικειμενικά και εκ πρώτης όψεως, όλα τα συστατικά στοιχεία και των δύο αδικημάτων. Σύμφωνα πάντοτε με την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η ψευδής παράσταση, στη προκειμένη περίπτωση, έγκειται στο γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν τους εαυτούς τους ότι ενώ είχαν την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθουν στην προσφορά ημερομηνίας 25.1.14, στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι δεν πλήρωσαν το υπόλοιπο ποσό της προσφοράς. Η ψευδής παράσταση έγκειται επίσης και στο γεγονός ότι ενώ αποδέχτηκαν την προσφορά, αναφέροντας ότι είχαν την οικονομική δυνατότητα, εξ αρχής γνώριζαν ότι δεν θα πληρώνετο το υπόλοιπο αυτής. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στα σημεία του Μ.Κ 1 και της Μ.Κ 2 τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας τους είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1). Ήταν συνοπτικά η θέση του ότι τον 1ο κατηγορούμενο τον γνώριζε προηγουμένως αφού η 1η παραπονούμενη είχε εκτελέσει διάφορες εργασίες στην κατοικία των κατηγορουμένων. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τον Ιανουάριο του 2014, ο 1ος κατηγορούμενος ζήτησε από την 1η παραπονούμενη όπως η τελευταία toy προσφέρει τις υπηρεσίες της, διότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήθελε να αναγείρει μπυραρία, στην Αγία Νάπα, με την ονομασία 'White Rock' (στο εξής καλούμενη «η μπυραρία»). Στα πλαίσια αυτά διευθετήθηκε συνάντηση με τον 1ο κατηγορούμενο, στο χώρο όπου θα ανεγειρόταν η εν λόγω μπυραρία. Στις 18.1.14 η 1η παραπονούμενη ετοίμασε σχετική προσφορά, η οποία ανερχόταν στο ποσό των €125.000 πλέον ΦΠΑ, και στην οποία επισυνάπτονταν και τα σχετικά σχέδια (Τεκμήριο 3). Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος του ανάφερε ότι ήθελε να διαθέσει μόνο το χρηματικό ποσό των €100.
- Ο ίδιος ακολούθως τον ενημέρωσε ότι οι εργασίες, ως ο ίδιος επιθυμούσε και ως περιγράφονται στην προσφορά, δεν μπορούν να εκτελεσθούν μόνο με το χρηματικό ποσό των €100.
- Του ανέφερε όμως ότι η 1η παραπονούμενη είναι σε θέση να του προσφέρει κάποια έκπτωση, χωρίς όμως να του διευκρινίσει το ακριβές ύψος αυτής. Ακολούθως η προσφορά έγινε αποδεκτή ως είχε και η 1η παραπονούμενη, ξεκίνησε εργασίες περί τα τέλη Ιανουαρίου του
- Κατά την εκτέλεση των εργασιών ο 1ος κατηγορούμενος ζήτησε τροποποιήσεις στα σχέδια που είχαν ετοιμαστεί, ειδικότερα κάποιες εργασίες ως περιγράφονταν στην προσφορά δεν έγιναν, ενώ συνάμα προστέθηκαν νέες εργασίες. Τόσο οι εργασίες που δεν έγιναν όσο και οι επιπλέον εργασίες, μαζί με το κόστος τους, αποστάλθηκαν με ηλεκτρονικό μήνυμα στον 1ο κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4). Προτού ξεκινήσουν οι εργασίες, ο 1ος κατηγορούμενος ανέφερε ρητά στον ίδιο ότι είχε την οικονομική δυνατότητα και παρέστησε ότι είχε τα χρήματα να πληρώσει το ποσό της προσφοράς. Όμως ο 1ος κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε ανέντιμα και οι παραστάσεις του ήταν ψευδείς, αφού γνώριζε ότι η δήλωσή του ότι είχε τα χρήματα να πληρώσει ήταν αναληθής και δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το εν λόγω ποσό. Η εξαπάτηση της παραπονούμενης, συνίστατο στο ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του 1ου κατηγορούμενου, ο ίδιος απέσπασε περιουσιακά στοιχεία από την 1η παραπονούμενη στη βάση των παραστάσεων και των τεχνασμάτων του 1ου κατηγορούμενου περί καταβολής χρημάτων και η 1η παραπονούμενη πείστηκε να προχωρήσει στην εκτέλεση και ολοκλήρωση των εργασιών. Ο 1ος κατηγορούμενος με σκοπό να εξαπατήσει την παραπονούμενη, χρησιμοποιούσε πρακτικές και πανούργα τεχνάσματα, ειδικότερα χρησιμοποιούσε τη μεθοδολογία προπληρωμής καταβολής χρημάτων, προς υποστήριξη των ψευδών παραστάσεών του. Δηλαδή προς εξαπάτηση της 1ης παραπονούμενης, ο 1ος κατηγορούμενος, μεταξύ του διαστήματος 25.1.14 και 16.5.14, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €89.500, ενώ οι συνολικές εκτελεσθείσες εργασίες ανέρχονταν στο ποσό των €137.
- Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν πριν τις 16.5.
- Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος ζήτησε και πάλι από την 1η παραπονούμενη να του ετοιμάσει ένα επιπρόσθετο bar. Η παραπονούμενη αντέδρασε, εκφράζοντας το παράπονό της ότι την είχε ήδη ξεγελάσει και ο 1ος Κατηγορούμενος του απάντησε ότι θα διευθετήσει όλες τις οικονομικές του προς αυτήν εκκρεμότητες. Αφού συμφωνήθηκε το κόστος ανέγερσης, η 1η παραπονούμενη κατασκεύασε και ολοκλήρωσε το bar και ο 1ος κατηγορούμενος κατέβαλε το σχετικό κόστος του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατασκευής του επιπρόσθετου bar, η παραπονούμενη έδωσε στον 1ο Κατηγορούμενο χειρόγραφη κατάσταση λογαριασμού, η οποία περιείχε πλήρη ανάλυση του κόστους των εκτελεσθείσων εργασιών (Τεκμήριο 5). Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος, προχώρησε σε καταβολή προς την παραπονούμενη του ποσού των €17.500, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο προς εξόφληση το ποσό €17.500, το οποίο ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι θα το διευθετήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Διευκρινίζοντας προφορικά, ανέφερε ότι ο λόγος που η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε και εναντίον της 2ης κατηγορουμένης, ήταν λόγω του ότι και η ίδια είχε εμπλοκή για την κατασκευή της εν λόγω μπυραρίας, είχε εμπλοκή στη διακόσμηση του χώρου εσωτερικά και στην επιλογή των υλικών. Το παράπονό του είναι ότι βασικά αυτή παρακολουθούσε σιωπηρά τις εργασίες και συμφωνούσε με αυτά που έλεγε ο σύζυγός της. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος του ανάφερε ότι το κόστος (budget) που ήθελε να διαθέσει, για την ανακαίνιση της μπυραρίας, ανερχόταν στο ποσό των €100.000 και ότι η 1η παραπονούμενη τον ενημέρωσε ότι είχε το περιθώριο να του κάνει κάποια έκπτωση. Αρνήθηκε το γεγονός ότι συμφώνησαν μεταξύ τους ότι το κόστος εκτέλεσης των εργασιών θα ανερχόταν στο πιο πάνω ποσό, προσθέτοντας ότι ο 1ος κατηγορούμενος συμφώνησε να προχωρήσουν με βάση την προσφορά της 1ης παραπονούμενης. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος πλήρωσε προκαταβολή, πριν την έναρξη των εργασιών, καθώς και έδινε διάφορα χρηματικά ποσά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και κάποιες φορές ενδεχομένως κατέβαλλε και περισσότερα από τις εργασίες που ήδη είχαν εκτελεστεί ως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία και με βάση τη προσφορά. Αποδέχτηκε επίσης ότι ο 1ος κατηγορούμενος τήρησε πράγματι τα συμφωνηθέντα, με βάση την προσφορά, αλλά στο τέλος δεν εξόφλησε την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε δε ότι η στρατηγική του ήταν να προχωρήσει με διάφορες πληρωμές με αποκλειστικό σκοπό να πείσει την παραπονούμενη να ολοκληρώσει τις εργασίες της. Αρνήθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος του ανέφερε, ότι ο λόγος που δεν τον εξοφλά πλήρως, ήταν γιατί είναι η θέση του ότι τον έχει εξοφλήσει με βάση τη συμφωνία τους. Η Μ.Κ 2 υιοθέτησε επίσης, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 7). Πέραν του γεγονότος ότι επιβεβαιώνει τα όσα ανάφερε ο Μ.Κ 1 κατά τη μαρτυρία του, ανέφερε επιπρόσθετα ότι, πριν την έναρξη των εργασιών και αφού είχε γίνει αποδεκτή η προσφορά της 1ης παραπονούμενης, ο 1ος κατηγορούμενος δήλωσε ψευδώς ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει και να εξοφλήσει το ποσό της προσφοράς. Ο 1ος κατηγορούμενος, με σκοπό να υποστηρίξει τις δηλώσεις του και παραστάσεις του περί της οικονομικής δυνατότητάς του, άρχισε να καταβάλλει διάφορα ποσά προς την παραπονούμενη. Ο 1ος κατηγορούμενος κατέβαλε χρηματικά ποσά, προτού καν ξεκινήσουν οι εργασίες και χωρίς καν η προσφορά να είχε καταρτιστεί σε έγγραφο συμφωνίας. Συγκεκριμένα πριν την έναρξη των εργασιών, κατέβαλε το ποσό των €25.
- Στη βάση των πιο πάνω πληρωμών, ο 1ος κατηγορούμενος είχε πείσει την παραπονούμενη, να προβεί στην έναρξη των εργασιών και στη μετέπειτα ολοκλήρωσή τους. Περαιτέρω, όταν άρχισαν οι εργασίες, ο 1ος κατηγορούμενος συνέχιζε να καταβάλλει ποσά που υπερέβαιναν σε κάποιες ημερομηνίες κατά πολύ την εργασία που είχε εκτελεστεί (Τεκμήρια 8 και 9). Είναι η θέση της ότι ο 1ος κατηγορούμενος με τα λόγια του και τη μετέπειτα συμπεριφορά του προκάλεσε μια ψεύτικη προσδοκία στην 1η παραπονούμενη, ότι αυτή θα πληρωνόταν στο ακέραιο. Με τη ψευδή παράσταση περί της οικονομικής δυνατότητας του 1ου κατηγορούμενου και παρουσιάζοντας το ως δεδομένο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ίσχυε και λαμβάνοντας υπόψη και τη μετέπειτα συμπεριφορά του αφού κατέβαλε διάφορα ποσά είναι η θέση της ότι όλα έγιναν με σκοπό να πείσει την 1η παραπονούμενη στην ολοκλήρωση και παράδοση των εκτελεσθείσων εργασιών. Ανάφερε διευκρινιστικά ότι ο 1ος κατηγορούμενος τους παρουσιαζόταν ως ένα πρόσωπο ο οποίος είχε μεγάλη οικονομική δυνατότητα, κυκλοφορούσε με ακριβά οχήματα έτσι ώστε να τους δώσει την εικόνα αλλά και να τους εξαπατήσει ότι ήταν σε θέση να αποπληρώσει τα ποσά της προσφοράς. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι ο λόγος που η 1η παραπονούμενη ξεκίνησε και πείστηκε να εκτελέσει τις εργασίες ήταν γιατί δημιουργήθηκε σε αυτούς η πεποίθηση ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ένας ευκατάστατος πολίτης, ο οποίος ήταν σε θέση και θα μπορούσε να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Αποδέχτηκε το γεγονός ότι όλες οι πληρωμές που έκανε ο 1ος κατηγορούμενος έγιναν με βάση τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Αρνήθηκε ότι συμφώνησαν ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες θα ανέρχονταν στο ποσό των € 100.000 και ότι ο 1ος κατηγορούμενος με το να τους καταβάλει συνολικά το ποσό των € 109.000 τους εξόφλησε πλήρως. Η ίδια απάντησε ότι δεν γνωρίζει το οικονομικό υπόβαθρο του 1ου κατηγορούμενου και δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτός είναι είναι η όχι ευκατάστατος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο για απαλλαγή του 1ου κατηγορούμενου, με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Ο Κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί η 1η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζουν από κοινού οι κατηγορούμενοι, έχει ως νομική βάση τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία προνοούν ότι: «Ορισμός ψευδών παραστάσεων 297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» «Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι: α) Η ψευδής παράστασης δηλαδή παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα. β) Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. γ) Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης. δ) Με τη ψευδή παράσταση δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Στην πρωτόδικη απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΝΤΡΕΑ Θ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3070/08, 27 Μαΐου, 20, η οποία επικυρώθηκε κατ'έφεση (Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385) έγινε εκτενής ανάλυση το τί συνιστά ψευδής παράσταση στη βάση του άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775, έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Από την άλλη, η απλή παράβαση σύμβασης, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της εννοίας του Άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα, όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861, απόσπασμα της οποίας και παραθέτω: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα και άλλος ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 417, οι εφεσείοντες στράφηκαν εναντίον της καταδίκης τους σε κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 Κεφ. 154 λέχθηκε ότι: «.Στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι οι εφεσείοντες δεν εκπλήρωσαν εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, τη συμβατική τους υποχρέωση να παραδώσουν στην παραπονουμένη τα εμπορεύματα που συμφώνησαν να παραδώσουν, δεν οδηγεί και μάλιστα με την ασφάλεια που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, σε συμπέρασμα εξ' αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης από πλευράς εφεσειόντων.» Έχοντας παραθέσει τη ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και εξετάζοντας αυτή εξ όψεως και αντικειμενικά, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και τί ακριβώς αποδίδεται στους κατηγορούμενους, πάντοτε σε συνάρτηση και με τη σχετική επί του θέματος νομική πτυχή είμαι της άποψης ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Και ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Αποτελεί βασική εκδοχή των παραπονουμένων, με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, (οι οποίες αξίζει να ειπωθεί ότι δεν έχουν διατυπωθεί προσεκτικά τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης κατ΄απαίτηση της νομολογίας) και τη μαρτυρία αλλά και βάση την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των παραπονουμένων, ο 1ος κατηγορούμενος τους παρίστανε ψευδώς και με σκοπό την καταδολίευση τους ότι είχε την οικονομική δυνατότητα και ήτο ο ίδιος ένας οικονομικά ευκατάστατος πολίτης ώστε ήταν σε θέση να αποπληρώσει το ποσό της προσφοράς, ημερομηνίας 25.1.14 ενώ αντίθετα ουδέποτε είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα αλλά και ο ίδιος ουδέποτε είχε τέτοια πρόθεση να αποπληρώσει το συνολικό της κόστος. Ο 1ος κατηγορούμενος προς υποστήριξη των παραστάσεων του άρχισε να καταβάλλει διάφορα ποσά. Με βάση τη συμπεριφορά του προκάλεσε μία ψεύτικη προσδοκία ότι θα η παραπονούμενη θα πληρωνόταν στο ακέραιο. Οι πιο πάνω πράξεις που αποδίδονται στον 1ο κατηγορούμενο δεν συνιστούν και δεν αποτελούν ψευδείς παραστάσεις. Καταρχάς η ψευδής παράσταση, την οποία καταλογίζουν οι παραπονούμενοι ότι παρίστανε ο 1ος κατηγορούμενος, ότι ήταν δηλαδή ένας ευκατάστατος πολίτης και είχε την οικονομική δυνατότητα να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν, σε καμία περίπτωση, έστω και αν όλη η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή ιδωθεί στο απόγειο της, ουδόλως προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που αντικειμενικά και εξ όψεως να αποδεικνύει το γεγονός αυτό. Αντίθετα το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί ήταν ότι ο 1ος κατηγορούμενος είχε εκ πρώτης όψεως την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις, όπως οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής άφησαν να νοηθεί (μεγάλο σπίτι, επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης ακριβού οχήματος). Επομένως από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε ότι η ψευδής παράσταση δεν ήταν αληθής, δεν πληρείται ένα από τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Περαιτέρω και επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, το γεγονός ότι o 1ος κατηγορούμενος δεν τήρησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ως υποσχέθηκε ότι θα πράξει μελλοντικά στους παραπονούμενους, αφήνοντας ως υπόλοιπο το ποσό των 17,500, ενώ κατέβαλε συνολικά το ποσό των €109.000, κατ΄ουδένα λόγο δεν μπορώ να εξισωθεί η παράλειψη του αυτή με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και ότι είχε πρόθεση καταδολίευσης των παραπονουμένων. Ούτε και το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος πλήρωνε σταδιακά την παραπονούμενη, με βάση τους συμβατικούς του όρους, μπορεί να τεκμηριώσει την θέση των παραπονουμένων ότι ο 1ος κατηγορούμενος είχε πρόθεση να τους καταδολιεύσει. Και τούτο, γιατί όπως παραδέχτηκαν εξάλλου οι παραπονούμενοι, αλλά και όπως επιβεβαιώνεται από τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (Τεκμήριο 3), ως η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται, ο 1ος κατηγορούμενος θα έπρεπε πριν την έναρξη των εργασιών να καταβάλει ως προκαταβολή ποσοστό 30%, το οποίο και έπραξε, και ακολούθως να καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό της προσφοράς σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών, όπως και κατέβαλε. Επομένως η όλη η συμπεριφορά του 1ου κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξισωθεί, ως οι παραπονούμενοι διατείνουν, με πρόθεση καταδολίευσης με σκοπό να πείσει την παραπονούμενη να ξεκινήσει τις εκτελεσθείσες εργασίες. Εδώ επίσης προκύπτει και το εξής εύλογο ερώτημα. Ποια ήταν η ψευδής παράσταση στη προκειμένη περίπτωση και ποια ήταν η πρόθεση καταδολίευσης εκ μέρους του 1ου κατηγορουμένου από τη στιγμή που ήδη κατέβαλε το συνολικό ποσό των €109.000; Δηλαδή είχε πρόθεση να καταδολιεύσει την 1η παραπονούμενη εξ αρχής, καταβάλλοντας το διόλου πιο πάνω ευκαταφρόνητο ποσό, ώστε να ξεγελάσει τους παραπονούμενους και να μην τους καταβάλει ακόμη €17,500 προς πλήρη εξόφληση; Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι συγκρούεται με τη κοινή λογική. Και πως είχε πρόθεση ο 1ος κατηγορούμενος να τους καταδολιέυσει από την στιγμή που μετά την μεταξύ των διαδίκων διαφορά, τους ζήτησε επιπρόσθετες εργασίες όπου και τους αποπλήρωσε πλήρως; Τα πιο πάνω δεδομένα οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ουδεμία πρόθεση καταδολίευσης είχε ο 1ος κατηγορούμενος. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω η ψευδής παράσταση, που στη προκειμένη περίπτωση είναι η υπόσχεση πληρωμής, εκ μέρους του 1ου κατηγορούμενου ώστε να τηρήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, πρέπει να είναι του παρελθόντος ή του παρόντος. Στη προκειμένη περίπτωση η υπόσχεση πληρωμής συνιστά εκπλήρωση μελλοντικού γεγονότος που δεν μπορεί να αποτελέσει ψευδής παράσταση σε καμία περίπτωση. Με το να δηλώνει ο 1ος κατηγορούμενος, ως είναι η εκδοχή των παραπονούμενων, ότι θα αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό αυτό αποτελεί υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον η οποία δεν εμπίπτει στον ορισμό της ψευδούς παράστασης. Ως αναφέρθη δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά δεν αποτελεί ψευδή παράσταση . Όπως ούτε και υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρηση της δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα είναι φανερό ότι στη προκειμένη περίπτωση έχουμε μία αστική διαφορά μεταξύ των μερών εφόσον από τη μια οι παραπονούμενοι έχουν παράπονο ότι οι κατηγορούμενοι τους οφείλουν ποσό από εκτελεσθείσες εργασίες ενώ οι κατηγορούμενοι, με βάση τη γραμμή αντεξέτασης που ακολούθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, προβάλλουν τη θέση, ότι με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, έχουν εξοφλήσει πλήρως την 1η παραπονούμενη και ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Τυγχάνει επομένως εφαρμογής, κατ'αναλογία ο δικαστικός λόγος της Ευθυμίου (ανωτέρω) ότι η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδής παράσταση. Η υποκειμενική πρόθεση του 1ου κατηγορούμενου, κατά το χρόνο της παράστασης, δεν μπορεί να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία εφόσον η συμπεριφορά του το αντίθετο καταδεικνύει. Το ότι παρουσίασε τον εαυτό του ως ένα οικονομικά ευκατάστατο πολίτη και ότι υποσχέθηκε ότι θα αποπληρώσει τις μελλοντικές συμβατικές του υποχρεώσεις και δεν το έπραξε, ως οι παραπονούμενοι διατείνουν σε καμία περίπτωση δεν συνιστά, από όποια σκοπιά και να το δει κανείς, ψευδής παράσταση η οποία να αποτελεί ποινικό αδίκημα. Τα αντικειμενικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ευκατάστατος και ότι αποπλήρωνε τις οφειλές του με σκοπό να παραπλανήσει την παραπονούμενη , απογυμνωμένα από ο,τιδήποτε άλλο, δεν είναι αρκετά, λαμβανόμενα είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, για να αποδείξουν, έστω και σε αυτό το στάδιο της δίκης, την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο της υπόσχεσης που χρονικά το 2014, γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση και άρα δεν είχε πρόθεση να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την 1η παραπονούμενη. Περαιτέρω και επιπρόσθετα με τα πιο πάνω το τί καταλογίζουν οι παραπονούμενοι ότι οι κατηγορούμενοι απέκτησαν από αυτούς, συνεπείας των ψευδών παραστάσεων, με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι εκτέλεση εργασιών εκ μέρους της. Οι εργασίες όμως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής επομένως ούτε και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται, επιπρόσθετα και με τα πιο πάνω. Όλες οι πιο πάνω αναφορές αφορούσαν αποκλειστικά το 1ο κατηγορούμενο με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το τί καταλογίζεται στην 2η κατηγορούμενη, με βάση την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν ότι αυτή είχε ρόλο διακοσμητή στην ανέγερση του εν λόγω νυκτερινού κέντρου και ότι γνώριζε τα γεγονότα. Αυτές είναι μόνο οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην 2η κατηγορούμενη. Τα πιο πάνω γεγονότα ιδώμενα αυτά είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ούτως ώστε το Δικαστήριο να την καλέσει σε απολογία. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε αντικειμενικά και εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει και απαλλάξει τους κατηγορουμένους από το στάδιο αυτό σε σχέση με την 1η κατηγορία. Στρεφόμενος στη δε 2η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, εδράζεται στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «Απάτη 300. Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Κάποιος χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα ή επινόημα και (β) αποκτά πράγμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή (γ) υποκινεί άλλο πρόσωπο και (δ) παραδίδει σε άλλο πρόσωπο (ε) χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Η ετυμολογική έννοια της λέξης 'τέχνασμα', όπως αυτή εντοπίστηκε από το ελληνικό ερμηνευτικό 'Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας', του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση, σελίδα 1758, παραπέμπει στην επινόηση που κάποιος χρησιμοποιεί για να πετύχει κάτι και να πείσει τους συνομιλητές του προκειμένου να πετύχει κάτι πλαγίως. Ομοίως παραπέμπει στη χρήση παραπλανητικού κόλπου και στην επίδειξη πανουργίας. Στη δε σελίδα 652 του ιδίου βιβλίου η λέξη 'επινόημα' σημαίνει ένα εφεύρημα ή μια επινόηση που κάποιος επινοεί. Είναι προφανές ότι για τη στοιχειοθέτηση διάπραξης του αδικήματος εμπεριέχεται το στοιχείο της πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου να εξαπατήσει το θύμα του. Ο δόλος δηλαδή συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος. Στην απόφαση του Μόνιμου Κακουργοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Σοφοκλέους (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το εν λόγω αδίκημα: «Οι σχετικές με το πιο πάνω αδίκημα είναι οι πρόνοιες του άρθρου 300 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα (α) αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή (β) .............. είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Είναι προφανές ότι στις εν λόγω πρόνοιες εμπεριέχεται το στοιχείο της πρόθεσης του αδικοπραγούντα να εξαπατήσει το θύμα του. Κοντολογίς, ο δόλος συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος. Εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας και Suphire Securities v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07, ημερ. 15.7.2008, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).» Συνεπώς, μέσα από τις πιο ετυμολογικές ερμηνείες αλλά και νομικές έννοιες που προκύπτουν ερμηνεύοντας τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου καθίσταται αντιληπτό ότι η έννοια του 'δόλιου τεχνάσματος' και 'επινοήματος' αποκτά τη σημασία της λήψης από μέρους ενός προσώπου θετικών δόλιων μέτρων είτε μέσω συγκεκριμένων δόλιων ενεργειών είτε δια της χρήσης κάποιου δόλιου μέσου ή δράση στη βάση συγκεκριμένου σκεπτικού ή σχεδίου προς επίτευξη παράνομου σκοπού. Χαρακτηριστική είναι και η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα του Archbold 2006, παρα. 17-62, σελ. 1728: « "To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP 1961 A.C. 103 HL...It is submitted that the reason for this is that their lordships considered it beyond argument that intentionally to take the risk to prejudicing another's right, knowing that there is no right to do so, is dishonest.» Ο Λόρδος Radcliffe στην απόφαση In Welham v. DPP [1961] AC 103 στην σελίδα 123 κατέγραψε τα ακόλουθα: «Now, I think that there are one or two things that can be said with confidence about the meaning of this word "defraud". It requires a person as its object: that is, defrauding involves doing something to someone. Although in the nature of things it is almost invariably associated with the obtaining of an advantage for the person who commits the fraud, it is the effect upon the person who is the object of the fraud that ultimately determines its meaning. This is none the less true because since the middle of the last century the law has not required an indictment to specify the person intended to be defrauded or to prove intent to defraud a particular person. Secondly, popular speech does not give, and I do not think ever has given, any sure guide as to the limits of what is meant by "to defraud". It may mean to cheat someone. It may mean to practice a fraud upon someone. It may mean to deprive someone by deceit of something which is regarded as belonging to him, or though not belonging to him, as due to him or his right. ... There is nothing in any of this that suggests that to defraud is in ordinary speech confined to the idea of depriving a man by deceit of some economic advantage or inflicting upon him some economic loss.» Όπως επίσης έχει νομολογηθεί η γνώση όπως και η πρόθεση δεν αποδεικνύονται πάντοτε με άμεση μαρτυρία αλλά κατά κανόνα εμμέσως με περιστατική μαρτυρία και συμπερασματικά από το σύνολο της μαρτυρίας (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 175 και Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ). Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο ο τρόπος που ενέργησαν οι κατηγορούμενοι ενέχει δόλο. Στην παρούσα υπόθεση αποδίδεται στους κατηγορούμενους ότι με δόλιο τέχνασμα και ή με δόλιο μέσο, απέσπασαν από τους παραπονούμενους εργασίες και την αποπεράτωση της ανακαίνισης της μπυραρίας, έχοντας πρόθεση να εξαπατήσουν τους παραπονούμενους, αφού γνώριζαν ότι δεν θα κατέβαλλαν το ποσό των €35.000 με την ολοκλήρωση της μπυραρίας. Καταρχάς όπως διαπιστώνεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος η εν λόγω κατηγορία δεν αποκαλύπτει αλλά ούτε και στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 300 το οποίο αναφέρεται στη νομική βάση της εν λόγω κατηγορίας. Ούτε και η σχετική μαρτυρία που προσκομίσθηκε, κρινόμενη πάντοτε με αντικειμενικό τρόπο στο στάδιο αυτό, κατέδειξε ότιδήποτε διαφορετικό για την εκδοχή των παραπονουμένων ότι δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος παρίστανε ότι ήταν οικονομικά ευκατάστατος και ότι αποπλήρωσε διάφορα ποσά ούτως ώστε να εξαπατήσει την 1η παραπονούμενη και να ξεκινήσει τις εργασίες ανακαίνισης. Και τούτο γιατί ο 1ος κατηγορούμενος αποπλήρωνε τα οφειλόμενα ποσά στη βάση των συμβατικών του υποχρεώσεων, ως εξάλλου αποδέχθηκαν και οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν στη βάση οργανωμένου σχεδίου ή συγκεκριμένου κόλπου-εφευρήματος ο 1ος κατηγορούμενος έδρασε δόλια με σκοπό την απόκτηση αγαθών από την παραπονούμενη (στην προκειμένη περίπτωση εργασίες ανακαίνισης). Εξετάζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με το ζήτημα αυτό κανένα δόλιο τέχνασμα ή δόλιο μέσο μπορεί να αποδοθει στον 1ο κατηγορούμενο. Ο 1ος κατηγορούμενος με βάση τις συμβατικές του υποχρεώσεις αποπλήρωνε τις υποχρεώσεις του. Το ότι δεν αποπλήρωσε το τελικό οφειλόμενο ποσό ενώ κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα. Με βάση τα πιο πάνω πως μπορεί κάποιος να αποδώσει στον 1ο κατηγορούμενο την κατάστρωση οργανωμένου σχεδίου με σκοπό την εξαπάτηση της παραπονούμενης σε σχέση με την έναρξη ανακαίνισης των εργασίων στη μπυραρία; Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει εκ πρώτης όψεως την χρήση οποιουδήποτε δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης μέσω οποιασδήποτε ενέργειας από μέρους του 1ου κατηγορούμενου εις βάρος της παραπονούμενης και με σκοπό την εξαπάτηση της και που να οδήγησε στην απόκτηση εμπορευμάτων ή με καθ' οιονδήποτε τρόπο να απόκτησε όφελος μέσα από την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς της. Ούτε εκ πρώτης όψεως διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε τέτοιου κινήτρου ή πρόθεσης που θα δικαιολογούσε μια τέτοια συμπεριφορά που του αποδίδεται. Ούτε και οι ανακαινίσεις και η εκτέλεση εργασίων που πραγματοποίηση η 1η παραπονούμενη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Επομένως ούτε και αυτό το συστατικό στοιχείο, πέραν των πιο πάνω, πληρείται στη προκειμένη περίπτωση. Τα όσα ανάφερα σε σχέση με την 2η κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία εφαρμόζονται κατ'αναλογία και στη προκειμένη περίπτωση. Καμία από τις πράξεις της που της αποδίδει η κατηγορούσα αρχή με τη μαρτυρία που προσκόμισε μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της απάτης. Συνοψίζοντας θεωρώ ότι τα πράγματα στην παρούσα υπόθεση είναι εξαιρετικά απλά. Όλα συνηγορούν ότι η παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα η μεταξύ των μερών διαφορά για το ποσόν των € 17,500 είναι αμιγώς αστικής φύσεως. Ενδεχομένως οι παραπονούμενοι στα πλαίσια αυτής της διαφοράς να αποδείξουν ότι οι κατηγορούμενοι πράγματι της οφείλουν το ποσό αυτό. Το ζήτημα αυτό δεν θα αποφασισθεί όμως από το παρόν Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει η διαφορά τους αυτή οδηγεί στην διάπραξη εκ μέρους των κατηγορουμένων των αδικημάτων που τους αποδίονται. Οι κατηγορούμενοι διαφαίνεται, μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχαν σκοπό να εξαπατήσουν τους παραπονούμενους, ούτε επινόησαν οποιοδήποτε δόλο ή τέχνασμα ή υποκίνηση, διότι όλες τους οι ενέργειες συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση σε όλη την διάρκεια της επίδικης συνεργασίας τους. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η τυχόν κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο εάν καλούσε τους κατηγορούμενους σε απολογία επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί τους ώμους τους να αποδείξουν την αθωότητα τους, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71. Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της κατηγορούσας αρχής ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί με δεδομένο την κοινή τους υπεράσπιση αλλά και λόγω του ότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο. (Υπ.) ............................... Πιστό Αντίγραφο Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο