Γεωργιάδης ν. Ten Group Services Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 4426/2019, 5/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B89 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 4426/2019 XXXXX Γεωργιάδης Παραπονούμενος -και-
- Ten Group Services Ltd
- XXXXX Γ. Παρασκευαίδου
- XXXXX Παρασκευαίδης
- XXXXX Παρασκευαίδου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 5/6/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενο: Ο κ. Στέλιος Χριστοδούλου Για Κατηγορούμενους 1 και 3: Ο κ. Γ. Μούντης μαζί με κ. Χ.Χριστοδούλου Για Κατηγορούμενη 2: Ο κ. Οικονόμου Για Κατηγορούμενη 4: Ο κ. Γ. Ιωάννου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση αντιμετωπίζουν αριθμό αδικημάτων σε σχέση με διάφορες παραβάσεις προνοιών του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν. 35
(1)/2007) και τις συναφείς τροποποιήσεις αυτού. Ειδικότερα στην 1η κατηγορία ο 3ος, 4η και 5ος κατηγορούμενος κατηγορούνται για το αδίκημα της μη πληρωμής μηνιαίως μισθού στον παραπονούμενο- εργοδοτούμενο τους, εφόσον, κατά/ή περί την 16.12.18, δεν του κατέβαλαν, ως όφειλαν, τους μηνιαίους του μισθούς για τους μήνες Μάιο του 2018 μέχρι και Δεκέμβριο του 2018, συνολικού ύψους €81.
- Στην δε 2η κατηγορία και πάλι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο χρόνο, κατηγορούνται ότι δεν κατέβαλαν στον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €876,402 αναφορικά με το ποσό της πάγιας αντιμισθίας του, στη δε 3η κατηγορία ότι δεν του κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €875,332, το οποίο αντιστοιχεί με τους μισθούς υπό τη μορφή της συμφωνηθείσας πάγιας αντιμισθίας, μετά το πέρας της περιόδου εργοδότησης του. Στην 4η κατηγορία οι κατηγορούμενοι 1 έως και 4 κατηγορούνται για το αδίκημα της μη πληρωμής εισφορών σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό εφόσον δεν κατέβαλαν, ως όφειλαν να το πράξουν, κατά το πιο πάνω χρόνο, στο Ταμείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για λογαριασμό του παραπονούμενου, το ποσό των €11.051,89 ως τη συνεισφορά του για τα έτη 2017 και
- Τέλος, στη 5η κατηγορία και πάλι οι κατηγορούμενοι 1 έως και 4 κατηγορούνται ότι την 16.12.19 δεν κατέβαλαν στο Ταμείο Προνοίας για λογαριασμό του παραπονούμενου το συνολικό ποσό των €2.844,76, ως η συνεισφορά του για τα έτη 2017 και
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων, προτού οι τελευταίοι απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αιτήθηκαν, από κοινού, όπως το Δικαστήριο, στη βάση του άρθρου 7 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εκδώσει διάταγμα που να διατάσσει τους ιδιώτες κατηγόρους να παραδώσουν όλο το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης στους κατηγορούμενους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καταχωρίστηκε αριθμός ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων (οι υπ'αριθμό υποθέσεις 4425/19, 4426/19, 4427/19, 4429/19, 4430/19, 4431/19, 4432/19, 4433/19, 4434/19, 4435/19, 4436/19, 4437/19, 4438/19, 4439/19, 4440/19, 4441/19, 4454/19, 4455/19, 4456/19, 4457/19, 4458/19, 4463/19, 4466/19, 4469/19, 4468/19, 4473/19, 4535/19) οι οποίες αφορούν τους ίδιους κατηγορούμενους και τα ίδια ποινικά αδικήματα πλην όμως με διαφορετικούς παραπονούμενους. Με κοινή δήλωση τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων ανάφεραν στο Δικαστήριο ότι το αίτημα, το οποίο υποβλήθηκε στην παρούσα αίτηση, ισχύει και για τις προαναφερόμενες υποθέσεις. Συνεπακόλουθα η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου στη παρούσα υπόθεση θα ισχύει, κατ'αναλογία, και σε αυτές. Προς υποστήριξη του αιτήματος τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 3 καθώς και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 5 καταχώρισαν γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικές για το Δικαστήριο, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, και παραπέμποντας το και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Ήταν, συνοπτικά, η θέση τους ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 το οποίο τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/2014 για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2012/13 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Mαίου 2012 (στο εξής καλούμενη «η Οδηγία»). Αν και η παρούσα υπόθεση είναι ιδιωτική ποινική υπόθεση το δικαίωμα του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση στα ουσιώδη έγγραφα ενυπάρχει και στη παρούσα, δεν εξαλείφεται και η πιο πάνω νομοθετική διάταξη μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση. Τυχόν άρνηση του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, συνιστά ξεκάθαρη παραβίαση της πιο οδηγίας εφόσον, μεταξύ άλλων, σκοπός της είναι η έγκαιρη προετοιμασία της υπεράσπισης και η διαφύλαξη του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης. Η εν λόγω οδηγία δεν κάνει οποιοδήποτε διαχωρισμό μεταξύ ιδιώτη και δημόσιου κατήγορου και επομένως θα πρέπει να δοθεί τέτοια ερμηνεία στο άρθρο 7 ότι το μαρτυρικό υλικό θα πρέπει να δίδεται και στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Πέραν της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα πηγάζει και από το Κοινοδίκαιο εφόσον διάφορες αγγλικές αποφάσεις, για τις οποίες γίνεται σχετική παραπομπή, αναφέρουν ότι οι υποχρεώσεις ενός ιδιώτη κατηγόρου δεν διαφέρουν από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του δημόσιου κατηγόρου που περιλαμβάνουν βεβαίως και την υποχρέωση ενός ιδιώτη κατηγόρου να προσκομίσει όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει στη διάθεση του όπως πράττει ο δημόσιος κατήγορος. Περαιτέρω ήταν η θέση τους ότι οι υποχρεώσεις αποκάλυψής του μαρτυρικού υλικού στον κατηγορούμενο από τον ιδιώτη κατήγορο πηγάζει και από το άρθρο 6[1] της ΕΣΔΑ η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον Κυρωτικό Νόμο 39/
- Οποιαδήποτε περί του αντιθέτου ερμηνεία από το Δικαστήριο του άρθρου 7, ότι δηλαδή αυτό περιορίζει και αποκλείει το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις για πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό, παραβιάζει ουσιαστικά τα συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων και καταργεί τις διασφαλίσεις που ο κατηγορούμενος απολαμβάνει δυνάμει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των ιδιωτών κατηγόρων, ο οποίος, αγορεύοντας προφορικά στο Δικαστήριο, υποστήριξε ότι η εφαρμογή του άρθρου 7 του Κεφ.155 περιορίζεται σε ποινικές υποθέσεις που καταχωρεί η Αστυνομία και ότι δεν εφαρμόζεται σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις όπως είναι και η παρούσα. Ανάφερε δε περαιτέρω ότι το ζήτημα αυτό έχει επιλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης 171/19, ημερομηνίας 9.10.19, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο ένας ιδιώτης κατήγορος δεν έχει υποχρέωση, στη βάση του άρθρου 7, να προμηθεύσει τους κατηγορούμενος με το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και ότι τέτοια υποχρέωση έχει μόνο ο δημόσιος κατήγορος. Ούτε και μπορεί να τεθεί ζήτημα στο στάδιο αυτό ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα τύχουν δίκαιας δίκης εφόσον από την δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το κατά πόσον ένας κατηγορούμενος δεν έχει τύχει δίκαιας δίκης αποφασίζεται στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας και όχι στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο. Ενόψει των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα. Τα όσα και οι δύο πλευρές έχουν εισηγηθεί στο Δικαστήριο έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν και έχουν μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή. Αποτελεί ευρέως γνωστό ότι μία ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρείται χωρίς την οποιαδήποτε εμπλοκή των διωκτικών αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην υπόθεση ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Εφεση Αρ. 194/2013, 2/12/2014 αναλύθηκε με διεξοδικό τρόπο πότε ένας πολίτης έχει το δικαίωμα να εγείρει ποινική δίωξη. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «. Το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, ξεκαθάρισε στην Ttofinis v. Theocharides κ.α., ανωτέρω, ότι πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική. Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται από μια παράνομη πράξη.Τα νομολογηθέντα στην Ttofinis v. Theocharides, ανωτέρω, επιβεβαιώθηκαν στην Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd, ανωτέρω. Αυτή τη φορά επαναλήφθηκε, χωρίς αναφορά στους περιοίκους και στο Κεφ. 96, ότι το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής υπόθεσης ενυπάρχει μόνο όταν τα δικαιώματα του θύματος επηρεάζονται «άμεσα» από την παράνομη πράξη. Το δικαστήριο δεν επεξηγεί τι εννοεί με τη λέξη «άμεσα», προφανώς, όμως, η αντίληψή του, συναρτά τον όρο προς το «directly affected». Όμως η χρήση της λέξης, φαίνεται ότι συνέτεινε στη συνέχιση της ασάφειας, ιδιαίτερα σε πρωτόδικες αποφάσεις, όπως η υπό έφεση, όπου η αναφορά μετετράπη σε «άμεσο συμφέρον»». Πράγματι το θέμα του κατά πόσο το άρθρο 7 του Κεφ.155 τυγχάνει εφαρμογής και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις απασχόλησε πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Αίτηση 171/19, Ostia Developers Ltd, ημερομηνίας 09.10.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτυλίχθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν ότι οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν προφορικό αίτημα όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η κατηγορούσα αρχή να προμηθεύσει τους κατηγορούμενος με το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της κατηγορούσας αρχής και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του το απέρριψε. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι, αιτητές στην πιο πάνω Πολιτική αίτηση, επεδίωξαν άδεια του Δικαστηρίου για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari με σκοπό την ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην πιο πάνω Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 4263/
- Περαιτέρω ζητήθηκε, μεταξύ άλλων και η έκδοση προνομιακών ενταλμάτων της φύσης mandamus το οποίο να διατάσσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να υποχρεώνεται η Κατηγορούσα Αρχή να χορηγήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού στους κατηγορούμενους. To Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων καταλήγοντας ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι επειδή δεν υπάρχει ανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.155, ο ιδιώτης κατήγορος δεν έχει τη νομική υποχρέωση και το νομικό καθήκον να προσκομίσει στην υπεράσπιση αντίγραφα του μαρτυρικού υλικού και ότι περαιτέρω το άρθρο 7 του Κεφ. 155 δεν τυγχάνει εφαρμογής και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Παραθέτω αυτούσιο το εξής σκεπτικό του Δικαστηρίου: «Το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επί του οποίου βασίζεται κυρίως η αίτηση, όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο Ν.186(Ι)/2014, προβλέπει τα εξής ως προς το δικαίωμα κατηγορουμένου σε πρόσβαση στα έγγραφα της υπόθεσης του: «7
(1).....................................................................................
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημα του προς την Κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.»
(3).....................................................................................
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. Ο τροποποιητικός Νόμος 186(Ι)/2014 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2012/13 ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης ενός κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Το άρθρο 7
(3)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προνοεί ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για προετοιμασία της υπεράσπισης του. Το Άρθρο 2 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ καθορίζει το Πεδίο Εφαρμογής της Οδηγίας και είναι το εξής: «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από τη στιγμή που ένα πρόσωπο ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, ότι θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ήτοι τον τελικό προσδιορισμό του εάν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιμέτρησης της ποινής και της εκδίκασης τυχόν προσφυγής.» Το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι η Οδηγία εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους. Το ίδιο βεβαιώνει και αριθμός Αιτιολογημένων Σκέψεων του Προοιμίου της Οδηγίας που καθορίζουν ότι την υποχρέωση για ενημέρωση του κατηγορούμενου και την πρόσβαση του στο μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αναφορικά με αδικήματα που αφορούν σε κατηγορητήριο υπέχουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Παραθέτω ορισμένες από τις Σκέψεις του Προοιμίου που είναι ενδεικτικές της υποχρέωσης αυτής των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους. Η Σκέψη 19 προνοεί ότι «οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τον ύποπτο ή κατηγορούμενο σχετικά με τα δικαιώματα τα οποία είναι ουσιώδη για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας όπως αυτά ισχύουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ........» Η Σκέψη 26 αναφέρει ότι «Κατά την ενημέρωση του υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος ή κατηγορούμενος αδυνατεί να κατανοήσει το περιεχόμενο ή το νόημα της ενημέρωσης......». Η Σκέψη 27 προβλέπει για το δικαίωμα του κατηγορούμενου «να λαμβάνει όλες τις πληροφορίες σχετικά με την ποινική κατηγορία προκειμένου να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και να διασφαλίζεται ο δίκαιος χαρακτήρας των διαδικασιών». Η Σκέψη 28 προνοεί ότι «η ενημέρωση του υπόπτου ή κατηγορούμενου για την αξιόποινη πράξη για την οποία φέρεται ως ύποπτος ή κατηγορείται ότι έχει διαπράξει, θα πρέπει να παρέχεται άμεσα και το αργότερο πριν από την πρώτη επίσημη ανάκριση του από την αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η διενέργεια των ερευνών». Η Σκέψη 31 αναφέρεται σε πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται στην κατοχή των αρμόδιων αρχών σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση. Η Σκέψη 32 προνοεί και για την άρνηση πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό που έχουν στην κατοχή τους οι αρμόδιες αρχές αν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου. Εκτός από τις πιο πάνω Αιτιολογικές Σκέψεις στο Προοίμιο της Οδηγίας, εντοπίζεται και το Άρθρο 7.2 και 7.3 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, κάτω από τον τίτλο «Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας» το οποίο παραπέμπει σε χορήγηση πρόσβασης αποδεικτικού υλικού από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Παραθέτω αυτούσιο το Άρθρο 7
(2)και
(3): «
- 1...................................................................... «
- Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν πρόσβαση τουλάχιστον στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που κατέχουν υπέρ ή κατά του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στο εν λόγω άτομο ή στον συνήγορό του για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας και την προετοιμασία της υπεράσπισής του.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η πρόσβαση στο υλικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 παραχωρείται εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, παραχωρείται πρόσβαση σε αυτό το υλικό εγκαίρως ώστε να εξετασθεί δεόντως». Ο δικηγόρος των Αιτητών έδωσε έμφαση στην αγόρευση του στην πρόσφατη υπόθεση Kolev κ.λ.π. C-612/15 ημερ. 5/6/2018 του ΔΕΕ που αφορούσε, μεταξύ άλλων, σε ερμηνεία της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας του. Συγκεκριμένα το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει επί του εξής ερωτήματος: «
- Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι το προβλεπόμενο σε αυτό δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας διασφαλίζεται εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν παράσχει στην υπεράσπιση τη δυνατότητα να λάβει γνώση του υλικού της δικογραφίας κατά το προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και αν η υπεράσπιση δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει τη δυνατότητα αυτή. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, διερωτάται αν το δικαίωμα αυτό γίνεται σεβαστό σε περίπτωση που παρέχεται στην υπεράσπιση εκ νέου δυνατότητα να λάβει γνώση του υλικού της δικογραφίας αφού υποβληθεί ενώπιον του δικαστή το κατηγορητήριο που σηματοδοτεί την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, πριν όμως ο δικαστής αυτός αρχίσει να εξετάζει επί της ουσίας την κατηγορία και πριν πραγματοποιηθεί η συζήτηση ενώπιόν του.» Στην απόφαση του το ΔΕΕ τονίζει ότι ο σκοπός της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ είναι να ενισχύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών για τα αντίστοιχα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, μέσω της θέσπισης ελάχιστων κοινών κανόνων στον τομέα της ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «
- Έτσι, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 27 και 28 καθώς και στα άρθρα 6 και 7 της εν λόγω οδηγίας, σκοπός των άρθρων αυτών είναι ακριβώς να διασφαλίσουν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης καθώς και τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας (βλ. υπ΄ αυτή την έννοια, όσον αφορά το εν λόγω άρθρο 6, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2017, Tranca κ.λ.π., C-124/16, C-188/16 και C-213/16, EU:C:2017:228, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ο σκοπός αυτός επιτάσσει να λαμβάνει ο κατηγορούμενος λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την κατηγορία και να του δίνεται η δυνατότητα να λαμβάνει γνώση του υλικού της δικογραφίας εγκαίρως, σε χρόνο που του επιτρέπει να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του, όπως προβλέπεται άλλωστε στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2012/13 σχετικά με την πρόσβαση στη δικογραφία, διευκρινιζομένου ότι η διαβίβαση ελλιπών πληροφοριών και η μερική πρόσβαση στη δικογραφία θεωρούνται ανεπαρκείς στο πλαίσιο αυτό.» Είναι φανερό ότι στην πιο πάνω υπόθεση το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το ΔΕΕ, δεν αφορούσε στο πρόσωπο ή την αρχή που είχε την υποχρέωση ενημέρωσης του κατηγορουμένου στη βάση της Οδηγίας, αν ήταν δηλ. οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ή ιδιώτης, ως η παρούσα περίπτωση. Μάλιστα στην υπόθεση αυτή Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Εισαγγελία της Βουλγαρίας, ως η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή όλες τις εισηγήσεις από πλευράς Αιτητών. Δεν τέθηκε κανένα ικανοποιητικό στοιχείο από πλευράς τους ότι το άρθρο 7 του ΚΕΦ. 155, που θεσπίστηκε ακριβώς για σκοπούς εναρμόνισης με την πιο πάνω Οδηγία και βρίσκεται κάτω από την ενότητα με τον τίτλο «ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΩΞΗ» και αναφέρεται σε μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση του αδικήματος, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που κατήγορος είναι ιδιώτης. Κρίνω ότι η ερμηνεία του άρθρου 7 συνάδει με την Οδηγία (βλ. Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Α/Ε 56/2010, ημερ. 3/4/2015). Είναι κατάληξή μου ότι δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, στη βάση των γεγονότων και των λόγων για τους οποίους οι αιτητές ζητούν τις πιο πάνω θεραπείες με την υπό κρίση αίτηση. Τα δεδομένα που έλαβα υπόψη μου ότι δεν στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση είναι ότι το άρθρο 7 του ΚΕΦ. 155 εφαρμόζεται στην περίπτωση που έγινε διερεύνηση της υπόθεσης σε σχέση με ποινικά αδικήματα από την Αστυνομία, ως η αρμόδια αρχή του κράτους. Ούτε επίσης τίθεται θέμα παραβίασης της Οδηγίας που, όπως ανέφερα ανωτέρω, οι πρόνοιες της παραπέμπουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οι οποίες έχουν την υποχρέωση σεβασμού του δικαιώματος κατηγορούμενου πρόσβασης σε έγγραφα της υπόθεσης του. Συμφωνώ με την εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι και η ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι ποινική και η μόνη της διαφορά με τη δημόσια είναι ως προς το πρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, και ότι στην ιδιωτική ποινική υπόθεση σε περίπτωση καταδίκης υπάρχει το ενδεχόμενο επιβολής είτε ποινής φυλάκισης είτε και προστίμου, όπως κάθε ποινική υπόθεση. Όμως δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη στην περίπτωση Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης ως προς το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο μαρτυρικό υλικό που κατέχει ο ιδιώτης κατήγορος. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε έκδηλη παραβίαση του άρθρου 7 του ΚΕΦ. 155 ή της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ ή ΄Άρθρων του Συντάγματος ή τέλος ότι η έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου τελούσε υπό καθεστώς πλάνης, ως η εισήγηση των Αιτητών.» Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, έχοντας βεβαίως υπόψιν τους την πιο πάνω απόφαση, εισηγήθηκαν ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι δεσμευμένο να ακολουθήσει τον δικαστικό της λόγο εφόσον αποτελεί απόφαση πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια έκδοσης προνομιακού εντάλματος. Σχετική επί του ζητήματος είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ.1),
(2012)1 Α.Α.Δ από το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Κραμβή, σε ότι αφορά το ζήτημα του δεσμευτικού δικαστικού προηγούμενου: «Η αυστηρή προσήλωση στη νομολογία, stare decisis, συνιστά καθιερωμένη αρχή δικαίου θεμελιωμένη στο δόγμα της δεσμευτικότητας της νομολογίας (δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο) ως μέσου διασφάλισης της βεβαιότητας του δικαίου. Στην Κύπρο, το δικαστικό προηγούμενο λειτουργεί στη βάση αρχών που διέπλασε η νομολογία, σύνοψη των οποίων γίνεται στη συνέχεια, (α) οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου, είναι δεσμευτικές για τα Επαρχιακά Δικαστήρια, τα Κακουργιοδικεία και όλα τα άλλα πρωτοβάθμια δικαστήρια των ειδικών δικαιοδοσιών. Οι αποφάσεις του Εφετείου είναι επίσης δεσμευτικές για το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του. (β) Οι αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν μόνο πειστική αξία για τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Πειστική μόνο είναι και η αξία των αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε σχέση προς άλλα Δικαστήρια. Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, η αξία των αγγλικών αποφάσεων είναι μόνο πειστική και όχι δεσμευτική, γεγονός το οποίο ενίοτε παραγνωρίζεται ή δεν εκτιμάται σωστά ώστε να αποδίδεται και η δέουσα σημασία. (γ) Στο Εφετείο παρέχεται η δυνατότητα απόκλισης από προηγούμενη απόφασή του για λόγους ανάλογους με εκείνους για τους οποίους η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην Αγγλία μπορεί να αποκλίνει από προηγούμενες αποφάσεις της. Βλ. Practice Note [1966] 3 All E.R. 77. Η δυνατότητα αυτή αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στις Republic (Minister of Finance a.o.) v. Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 234.» Προκύπτει συνεπώς ότι η απόφαση στην Πολιτική Αίτηση 171/19 (ανωτέρω) έχει ύψιστη πειστική αξία για το παρόν Δικαστήριο. Έχοντας μελετήσει την πιο πάνω απόφαση και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή αφενός εκδόθηκε από Ανώτερο Δικαστήριο από ότι είναι το παρόν και ότι αφετέρου έχει δε δοθεί επαρκής και πλήρης τεκμηριωμένη αιτιολογία ως προς το σκεπτικό και την κατάληξη της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ότι περαιτέρω αυτή είναι καθοδηγητική ως προς την οποιαδήποτε απόφαση λάβει το παρόν δικαστήριο δεν μπορώ να την αγνοήσω και να αποστώ από αυτήν. Η εν λόγω απόφαση πείθει πλήρως το Δικαστήριο τόσο ως προς το σκεπτικό της όσο και προς το αποτέλεσμα της. Για να μπορεί το Δικαστήριο να αποστεί από αυτήν, όπως νομολογιακά έχει ερμηνευθεί, θα πρέπει να υπάρχει διαφωνία με το σκεπτικό της, κάτι το οποίο, ως έχει αναφερθεί, δεν συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν νομίζω να χωρεί αμφιβολία ότι το λεκτικό του άρθρου 7 του Κεφ.155 αφορά μόνο τις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρεί στο Δικαστήριο η Αστυνομία. Αυτό εν πρώτοις διαπιστώνεται και συνάγεται από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω το εν λόγω άρθρο εντάσσεται στο Μέρος II του Κεφ.155 κάτω από τον τίτλο «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων και Διαδικασία πριν την δίωξη». Το μέρος αυτό ρυθμίζει την ανακριτική διαδικασία από τους ανακριτές, ως αυτοί ορίζονται, καθώς και τις εν δυνάμει εξουσίες τους. Ουδόλως το παρόν Δικαστήριο παραγνωρίζει το περιεχόμενος της Οδηγίας η οποία ερμηνεύθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση C-612/15 Nicoalay Kolev κ.α, ημερομηνίας 05.06.18 όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι: «Article 7
(3)of that directive must be interpreted as meaning that it is for the national court to be satisfied that the defence has been granted a genuine opportunity to have access to the case materials, such access being possible, in some cases, after the lodging before the court of the indictment that initiates the trial stage of the proceedings, but before that court begins to examine the merits of the charges and before the commencement of any hearing of argument by that court, and after the commencement of that hearing but before the stage of deliberation where new evidence is placed in the file in the course of proceedings, provided that all necessary measures are taken by the court in order to ensure respect for the rights of the defence and the fairness of the proceedings.» Περαιτέρω λέχθηκε ότι: «In particular, as regards the conduct of criminal proceedings, in the first place, it is the duty of the referring court to take the measures necessary to ensure respect for the rights of the defence, guaranteed by Article 48
(2)of the Charter, in particular the right of an individual to be informed of the charges against him and to have access to the case materials. Since those rights are more specifically the subject matter of the second set of questions submitted by the referring court, reference is made to paragraphs 78 to 100 of the present judgment.» Ούτε επίσης το Δικαστήριο παραγνωρίζει την οποιαδήποτε αντίθετη άποψη, με το σκεπτικό της απόφασης στην Πολική Αίτηση 171/19 (ανωτέρω), που φέρεται να ακολούθησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια τα οποία ανάφεραν ότι οι υποχρεώσεις ενός ιδιώτη κατήγορου δεν διαφέρουν από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του δημοσίου κατήγορου και ότι στα πλαίσια αυτά ο ιδιώτης κατήγορος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο κατηγορούμενος λαμβάνει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης (R.(Dacre) v. Westminster Magistrate's Court [2009] 1 All ER 639. Πέραν του γεγονότος ότι και οι Αγγλικές αποφάσεις έχουν πειστική αξία στα Κυπριακά Δικαστήρια ως λέχθηκε στην υπόθεση Ρωσική Ομοσπονδία (ανωτέρω) πιθανώς στην Αγγλία να θεσπίστηκαν ειδικές νομοθετικές διατάξεις και κανονισμοί για την ρύθμιση του εν λόγω ζητήματος απ΄ ότι στη Κύπρο (Κορέλλης Αχιλλέας v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ). Περαιτέρω στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση δεν εκδόθηκαν οποιαδήποτε διατάγματα για παράδοση του μαρτυρικού υλικού από τον ιδιώτη κατήγορο στον κατηγορούμενο καθώς επίσης και τα επίδικα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης δεν προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αντίθετα συμβαίνει με τα γεγονότα της απόφασης στην Πολιτική Έφεση αρ. 171/19. Ότι λέχθηκε στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση φέρετε να λέχθηκε υπό τύπο obiter εφόσον ήταν άλλα τα επίδικα θέματα αυτής. Όπως έχει νομολογηθεί λέξεις ή εκφράσεις που εκφέρονται ως obiter dicta θεωρούνται ως πειστικές (persuasive) για κατώτερα δικαστήρια όταν εξετάζουν ένα παρόμοιο γεγονός Sat Vision Ltd v Interamerican Property and Casualty Ins. Co
(1999)1 A.A.Δ 1811. Κάτω από τις περιστάσεις αυτές, ως πρωτόδικο Κυπριακό Δικαστήριο είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω την Κυπριακή Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έστω και αν αυτή εκδόθηκε υπό μονομελή σύνθεση. Σε σχέση με την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των κατηγορουμένων ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα θα παραβιαστούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα καθώς και θα υπάρχει ξεκάθαρη παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σημειώνω ότι το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη είναι δεδομένο και προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα (άρθρα 12 και 30) όσο και από την ΕΣΔΑ. Τα δε Δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν και να προστατεύουν την αποτελεσματική εφαρμογή των πιο πάνω δικαιωμάτων. Από την άλλη όμως δεν μπορεί η προστασία των εν λόγω ανθρώπινων δικαιωμάτων να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα από τη στιγμή που δεν παρέχεται τέτοια νομοθετική ή δικονομική εξουσία στο Δικαστήριο. Και τούτο γιατί ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155 ο οποίος καθορίζει το σχετικό δικονομικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή της δίκης δεν δίδει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Σε κάθε όμως περίπτωση όπως πλειστάκις έχει νομολογηθεί (Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L), Δημοκρατίας v. Ford κ.ά. (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 το κατά πόσο υπάρχει παραβίαση της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να αποφασισθεί στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης αλλά είναι θέμα το οποίο θα εξεταστεί στο τέλος της δίκης εάν και εφόσον έχει εγερθεί. Είναι μόνο σε αυτή την περίπτωση που θα διαφανεί ότι η μη προσκόμιση του μαρτυρικού υλικού, παρά το αίτημα των κατηγορουμένων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, επηρέασε ουσιωδώς τους κατηγορουμένους ώστε να προβάλουν την υπεράσπιση τους και αν η μη αποκάλυψη του μαρτυρικού υλικού επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα τους σε βαθμό που η δίκη τους δεν ήταν δικαία. Εάν η υπεράσπιση πείσει το Δικαστήριο ότι πράγματι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα των κατηγορουμένων σε τέτοιο βαθμό που η δίκη η οποία διεξήχθη δεν ήταν δίκαια τα Δικαστήρια έχουν την εξουσία να τους απαλλάξουν. Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην υπόθεση Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 είχε τονιστεί κατά τρόπο σαφή πως το θέμα της δίκαιης δίκης, αποτιμάται από το πρωτόδικο δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολό της με τον ισχυρισμό για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης να μην εξετάζεται in abstracto αλλά συγκεκριμένα και σε κάθε τέτοια περίπτωση τον κατηγορούμενο να έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισή του. Εφαρμόζοντας το σκεπτικό των πιο πάνω υποθέσεων στην παρούσα περίπτωση καθίσταται σαφές ότι θέματα παραβίασης συνταγματικών και/ή ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν εξετάζονται εκ προοιμίου και στο στάδιο αυτό όπου βρίσκεται η παρούσα υπόθεση αλλά τυχόν παραβίαση τους διαφαίνεται μέσα από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας με όλες τις συνεπαγόμενες από τη νομολογία συνέπειες σε τέτοια περίπτωση, πράγμα που σημαίνει ότι ενδεχομένως να αποτελέσει θέμα απασχόλησης από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν διαπιστωθεί ότι με οποιοδήποτε τρόπο οι κατηγορούμενοι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς στην προώθηση της υπεράσπισης τους τότε θα ληφθούν τα δέοντα μέτρα από το Δικαστήριο. Τούτων λεχθέντων δεν παραγνωρίζω το συνταγματικό δικαίωμα που έχει ένας κατηγορούμενος να έχει πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης ώστε να τύχει μίας δίκαιης δίκης. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει και θα λάβει ασφαλώς υπόψη την άρνηση του ιδιώτη κατηγόρου να προμηθεύσει τους κατηγορούμενους με το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Σε περίπτωση που εγερθεί από τους κατηγορούμενους, στο κατάλληλο στάδιο, το ζήτημα ότι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης και εφόσον διαπιστωθεί κάτι τέτοιο θα ληφθούν από το Δικαστήριο τα δέοντα μέτρα (ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ ΛΤΔ v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Ποινική Έφεση αρ.184/2013, 24/5/2016). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω και σε πλήρη ταύτιση με την πρωτόδικη απόφαση κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφενός γιατί δεν έχει τέτοια νομοθετική και δικονομική εξουσία εφόσον το άρθρο 7 του Κεφ. 155 αναφέρει σε υποχρέωση του δημόσιου κατηγόρου και όχι του ιδιώτη κατηγόρου. Συνεπακόλουθα το αίτημα των κατηγορουμένων απορρίπτεται. Κρίνω επίσης ορθό όπως δοθούν οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο, όπως αποστείλει την παρούσα υπόθεση στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα ώστε να εξεταστεί το ζήτημα κατά πόσο χρήζει οποιασδήποτε τροποποίησης το Κεφ.155 ή εάν υπάρχει οποιοδήποτε νομοθετικό κενό στην ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής οδηγίας στην Κυπριακή έννομη τάξη. Θα ήταν ορθότερο όπως και οι κατηγορούμενοι οι οποίοι διώκονται από ιδιώτες να έχουν πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό με σκοπό την διασφάλιση του αναφαίρετου δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη και να παρασχεθεί και σε αυτούς νομοθετική ρύθμιση για λήψη του μαρτυρικού υλικού. Το ότι υπάρχει εξάλλου νομοθετικό κενό επιβεβαιώθηκε και στη Πολιτική Αίτηση 171/19 (ανωτέρω). (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «.. Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α. όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας. β. όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του. γ. όπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν η δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον, να τω παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης. δ. να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας. ε. να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιουμένην εις το δικαστήριον γλώσσαν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο