Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γεωργίου Βαλανίδη, Αρ. Υπόθεσης: 2335/2015, 18/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2335/2015 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Παραπονούμενη εναντίον XXXXX Γεωργίου Βαλανίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18.6.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Ηλιοφώτου Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Γεωργίου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 6 κατηγορίες πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα εν λόγω αδικήματα κατά τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης φέρεται να διαπράχθηκαν κατά την περίοδο από τις 8.11.2012 μέχρι τις 25.12.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας «ο κατηγορούμενος κατά / ή περί την 8.11.2012 εξέδωσε προς την AGASTA CONFECTIONERY LTD από τη Λάρνακα την υπ' αριθμό XXXXX0332 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας για το ποσό των €1.350.- Της πιο πάνω αναφερόμενης επιταγής οι παραπονούμενοι Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ νόμιμα κατέστησαν κάτοχοι και δικαιούχοι εξ' οπισθογραφήσεως και οι οποίοι αφού την παρουσίασαν, κατά / ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι κατά το χρόνο της παρουσίασης της ο κατηγορούμενος, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε με πράξη του τη μη εξόφληση της». Οι λεπτομέρειες αδικήματος των υπόλοιπων επίδικων κατηγοριών (κατηγορίες 2 έως 6) είναι όμοιες με εκείνες της 1ης κατηγορίας εκτός από τον αριθμό κάθε μίας από τις επίδικες επιταγές, το ποσό και την ημερομηνία έκδοσής της και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Οι επιταγές που αφορούν οι υπόλοιπες κατηγορίες πλην της 1ης είναι ποσού €1.150, €1.154, €1.346, €1.768 και €1.599 αντίστοιχα η κάθε μία. Η παραπονούμενη τράπεζα προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε ως Μ.Κ.1 τον κ. XXXXX Κωνσταντά ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της παραπονούμενης για 25 χρόνια. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία AGASTA CONFECTIONERY LTD ήταν συνεργάτιδα της παραπονούμενης και είχαν μεταξύ τους συμφωνία προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών που η εν λόγω εταιρεία θα παρουσίαζε στην τράπεζα. Κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 30.10.2001, ως τεκμήριο 2 αντίγραφο εγγράφου εγγυήσεως και αποζημιώσεως ημερομηνίας 30.10.2001 και ως τεκμήριο 3 αντίγραφο επιστολής της παραπονούμενης ημερομηνίας 29.10.
- Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 4 έως 11 διάφορα άλλα έγγραφα που αφορούσαν τη σχέση της τράπεζας με την εταιρεία AGASTA CONFECTIONERY LTD και ως τεκμήριο 12 τις επίδικες επιταγές. Προτού ξεκινήσει η αντεξέταση του Μ.Κ.1 οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: όλες οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και είναι οι επιταγές του τεκμηρίου 12, οι επιταγές παρουσιάστηκαν από την παραπονούμενη στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» κατά την ημερομηνία που κάθε μία από αυτές φέρει σχετική σφραγίδα. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία ή δοσοληψία με τον κατηγορούμενο και ότι η συνεργασία της ήταν με την εταιρεία AGASTA. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές προσκομίστηκαν στην τράπεζα από την εν λόγω εταιρεία η οποία ήταν η αρχική δικαιούχος τους και προεξοφλήθηκαν προς όφελος εκείνης της εταιρείας. Τις υποχρεώσεις της ως άνω εταιρείας προς την τράπεζα σύμφωνα με τα τεκμήρια 2, 5, 6, 7 και 8 είχαν εγγυηθεί ο κ. XXXXX Αγαθού και ο κ. XXXXX Αγαθού. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία AGASTA ασχολείτο με εμπόριο ειδών περιπτέρου και ειδών ζαχαροπλαστικής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν καθότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους. Η κα XXXXX Κωνσταντινίδου ήταν η Μ.Κ.
- Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην ΚΕΔΙΠΕΣ και ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου 2 ήταν στη Σ.Π.Ε. Κυπερούντας. Ανέφερε τις ημερομηνίες κατά τις οποίες κάθε μία από τις επίδικες επιταγές παρουσιάστηκε για πληρωμή και ισχυρίστηκε ότι όλες επιστράφηκαν απλήρωτες και σφραγίστηκαν με την ένδειξη ότι ανακλήθηκε η πληρωμή τους. Η μάρτυρας κατέθεσε στη συνέχεια ως τεκμήρια 15 και 16 τα αντίγραφα των εγγράφων με τα οποία δόθηκαν οι γραπτές εντολές μη πληρωμή ημερομηνίας 8.11.2012 και 24.11.2012 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δόθηκε για την πληρωμή της επιταγής που φαίνεται στο τεκμήριο 15 είναι η παράβαση συμφωνίας. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το όριο του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ούτε αν ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε εμπορική συμφωνία με την εταιρεία WISTSTAR ENTERPRISES LTD ή την εταιρεία AGASTA CONFECTIONERY LTD. Ισχυρίστηκε τέλος ότι με τα τεκμήρια 15 και 16 ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή για ανάκληση των επιταγών οι οποίες αναφέρονται σε αυτά. Στη συνέχεια κατατέθηκαν ως τεκμήριο 17 σε δέσμη οι 6 επίδικες επιταγές και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και εκείνος έδωσε οδηγίες για τη μη πληρωμή τους. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα και κάλεσε επίσης και 1 μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κ. XXXXX Αγαθού ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι είναι διευθυντής της εταιρείας WISTSTAR ENTERPRISES LTD. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει βιβλιοπωλείο - περίπτερο στη Λεμεσό και ήταν διαχρονικός πελάτης της εταιρείας του τον οποίο προμήθευε με διαφόρων ειδών εμπορεύματα. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο για να τον προμηθεύσει κόλλες τύπου Α4 σε καλή τιμή και ότι τελικά δεν του παρέδωσε τις κόλλες τις οποίες είχε παραγγείλει. Τις εν λόγω επιταγές ο ίδιος τις έδωσε στην εταιρεία AGASTA η οποία διατηρούσε λογαριασμό προεξόφλησης επιταγών στην Εθνική Τράπεζα. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος το πρόσωπο το οποίο έθεσε το όνομα της εταιρείας AGASTA στις επίδικες επιταγές. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία AGASTA είχε εργοστάσιο παρασκευής διαφόρων προϊόντων ζαχαρωτών και ασχολείτο επίσης με τις εισαγωγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εταιρεία WISTSTAR πωλούσε διάφορα είδη γενικού τύπου σε περίπτερα, βιβλιοπωλεία και υπεραγορές. Ο ίδιος ήταν διευθυντής στην εταιρεία WISTSTAR και μέτοχος στην εταιρεία AGASTA. Ισχυρίστηκε ότι έδωσε τις επίδικες επιταγές στην εταιρεία AGASTA και ότι εκείνος έγραψε το όνομα της εν λόγω εταιρείας στις επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές επειδή αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα και δεν μπορούσε να τα εξασφαλίσει. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι μαζί με τη σύζυγό του έχει βιβλιοπωλείο και ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές τις οποίες έδωσε στον κ. XXXXX Αγαθού της εταιρείας WISTSTAR για να τον προμηθεύει με 1 κοντέινερ κόλλες Α4 της φωτοτυπικής. Επειδή ο κ. Αγαθού δεν του παρέδωσε τις κόλλες που είχε παραγγείλει προχώρησε να δώσει εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών και ως λόγο για τη μη πληρωμή τους επικαλέστηκε στην τράπεζά του την εμπορική διαφορά. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε τις επίδικες επιταγές στον κ. XXXXX Αγαθού περίπου τον Αύγουστο του 2012 και όλες τους ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Η πρώτη χρονικά επιταγή θα ήταν πληρωτέα μετά την προς αυτό παράδοση των εμπορευμάτων τα οποία είχε παραγγείλει. Ισχυρίστηκε ότι η συνεργασία του με την εταιρεία WISTSTAR ξεκίνησε το έτος 2008 αλλά ποτέ δεν συνεργάστηκε με την εταιρεία AGASTA. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις η κα Ηλιοφώτου εισηγήθηκε ότι το βάρος απόδειξης στην παρούσα υπόθεση μετατέθηκε στους ώμους του κατηγορούμενου για να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση των επίδικων επιταγών. Εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου παρέμειναν αόριστοι και ασαφείς αφού δεν παρουσίασε τις γραπτές εντολές μη πληρωμής των επίδικων επιταγών και κάλεσε το Δικαστήριο να τον καταδικάσει για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Ο κ. Γεωργίου από την άλλη πλευρά ετοίμασε σχετικό κείμενο με τις εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Εισηγήθηκε ότι με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288,τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 υπήρξε τυπικός μάρτυρας η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι η παραπονούμενη τράπεζα παρείχε τραπεζικές διευκολύνσεις στην εταιρεία AGASTA και της προεξοφλούσε επιταγές τις οποίες η τελευταία της παρουσίαζε. Ανέφερε επίσης τον λόγο και τον τρόπο για τον οποίο οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της παραπονούμενης τράπεζας. Κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Οι ισχυρισμοί της Μ.Κ.2 δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή της και επίσης γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Η μάρτυρας ανέφερε τον λόγο για τον οποίο οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν και οι ισχυρισμοί της επιβεβαιώνονται και από τα σχετικά τεκμήρια τα οποία κατέθεσε και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Στα εν λόγω τεκμήρια περιλαμβάνονται και οι γραπτές εντολές του κατηγορούμενου προς τη Σ.Π.Ε. Κυπερούντας να μην πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε «εύλογη αιτία» να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ισχυρίστηκε ότι είχε κάθε λόγο να το πράξει από τη στιγμή που τα εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει από την εταιρεία WISTSTAR ENTRPRISES LTD και για τα οποία είχε εκδώσει τις επίδικες επιταγές δεν του παραδόθηκαν. Η «εύλογη αιτία» συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα ως ο εκδότης των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο για τον οποίο δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός του ότι τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές δεν του παραδόθηκαν ποτέ δεν αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Ο κ. XXXXX Αγαθού κρίνω ότι επίσης υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή αφού συνάδει με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου η οποία για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία του ουδέποτε παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα εμπορεύματα για τα οποία είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές και ότι ο τελευταίος είχε «εύλογη αιτία» να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής τους. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών γίνεται αποδεκτό με βάση τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από τον κατηγορούμενο. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου είναι και αυτό κοινώς παραδεκτό από τους διαδίκους. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες σημειώνω ότι και αυτό αποδείχθηκε αφού δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και από όσα οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές και τις παρέδωσε στον κ. XXXXX Αγαθού για να τον προμηθεύσει με κόλλες τύπου Α4 τις οποίες χρησιμοποιούσε στην επιχείρηση περιπτέρου - βιβλιοπωλείου την οποία διατηρούσε. Ο τελευταίος μετά που τις παρέλαβε έγραψε σε αυτές το όνομα της εταιρείας AGASTA. Οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της παραπονούμενης τράπεζας στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με την εταιρεία AGASTA. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επί της Σ.Π.Ε. Κυπερούντας και ήταν πληρωτέες στις 8.11.2012, 23.11.2012, 7.12.2012, 15.12.2012, 20.12.2012 και 25.12.2012 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος στις 8.11.2012 με γραπτή εντολή του προς την Σ.Π.Ε. Κυπερούντας έδωσε εντολή μη πληρωμής της επιταγής η οποία ήταν πληρωτέα στις 8.11.2012. Στις 24.11.2012 έδωσε άλλη γραπτή εντολή για τις επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερες ημερομηνίες. Προκύπτει επίσης ότι οι επίδικες επιταγές όταν κατατέθηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν για πληρωμή επιστράφηκαν με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής απομένει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή συναρτάται και εξετάζεται άμεσα και αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή εντολή στο πιστωτικό ίδρυμα με τον λόγο για τον οποίο έδωσε την εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ο λόγος τον οποίο επικαλέστηκε στις 8.11.2012 ήταν η «παραβίαση εμπορικής συμφωνίας» και ο λόγος που επικαλέστηκε στις 24.11.2012 ήταν η «εμπορική διαφορά». Κρίνω πως από τη στιγμή που δεν του παραδόθηκαν τα εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει και για την πληρωμή των οποίων είχε εκδώσει τις επίδικες επιταγές ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή τους (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο). Έχοντας υπόψη μου όσα επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος κρίνω ότι κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» για την οποία είναι ο ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος για την ανάκληση των επίδικων επιταγών έχει αποδειχθεί. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1 έως 6 τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο