← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ορφανίδου, Αρ. Υπόθεσης: 11550 / 18, 29/5/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ορφανίδου, Αρ. Υπόθεσης: 11550 / 18, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11550 / 18 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Ορφανίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 29, Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Γεωργίου Κατηγορούμενη : παρούσα. ---------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η Κατηγορούμενη στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μία κατηγορία για αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου η Κατηγορούμενη στις 02.11.2017 στη συμβολή της Λεωφόρου Νίκης και της οδού Σάμου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε την εναντίον της κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Αγιώτης. Ο ΜΚ1 κατέθεσε την κατάθεσή του ως Έγγραφο Α. Επίσης κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 2 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 3 την κατάθεση της Κατηγορούμενης, ημερομηνίας 11.11.20,17 και ως Τεκμήριο 4 γραπτή κατηγορία εναντίον της Κατηγορούμενης επίσης, ημερομηνίας 11.11.

  1. Τέλος κατάθεσε έντυπο περιγραφής ζημιών ως Τεκμήριο
  2. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη μεταξύ του οχήματος της Κατηγορούμενης και της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  3. Αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη όταν έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος. Αναφέρθηκε στις συνθήκες του δρόμου, στο ότι ο καιρός ήταν αίθριος και ότι ο δρόμος φωτιζόταν από λαμπτήρες υψηλής ισχύος. Σε σχέση με την επίδικη οδό δήλωσε ότι η Λεωφόρος Νίκης είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται μεταξύ τους από άσπρη συνεχόμενη γραμμή, ενώ στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει άσπρη διακεκομμένη γραμμή για τα οχήματα που θέλουν να εισέλθουν με κλίση δεξιά από τη Λεωφόρο Νίκης προς την οδό Σάμου. Δήλωσε, επιπλέον, ότι η ορατότητα της Κατηγορούμενης σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε το έτερο ενεχόμενο όχημα ήταν περίπου 80 μέτρα. Κατά την αντεξέτασή του δέχτηκε ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως η πορεία της Κατηγορούμενης είχε σταματήσει ακόμα ένα όχημα το οποίο φαίνεται στο Τεκμήριο 2 με το γράμμα Γ. Δέχθηκε, επίσης, ότι ήταν η μοτοσικλέτα που χτύπησε πάνω στο όχημα της Κατηγορούμενης. Δήλωσε παράλληλα ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή και ως εκ τούτου ότι δεν μπορεί να προβεί σε οποιονδήποτε υπολογισμό της ταχύτητας της μοτοσικλέτας. Προσδιόρισε ότι η ορατότητα των 80 μέτρων τέθηκε με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια στις δύο αντίθετες λωρίδες. Εξήγησε, όμως, ότι από τη στιγμή που η Κατηγορούμενη έστριψε προς τα δεξιά για να εισέλθει στην πάροδο, η ορατότητά της δεν εμποδιζόταν από τα άλλα αυτοκίνητα. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η XXXXX Δημητρίου ως ΜΚ
  4. Η ΜΚ 2 ήταν η οδηγός του οχήματος XXXXX
  5. Κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας, 02.11.2017, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Δήλωσε ότι η ίδια την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε στη Λεωφόρο Νίκης στη Λευκωσία με κατεύθυνση από την οδό Ακροπόλεως προς Γρίβα Διγενή, δηλαδή στην αντίθετη κατεύθυνση που κινείτο η Κατηγορούμενη. Στην κατεύθυνση που κινείτο δεν αντιλήφθηκε την παρουσία άλλων οχημάτων από απέναντι και είδε το όχημα της Κατηγορούμενης, το οποίο ήθελε να στρίψει δεξιά. Η ίδια σταμάτησε το όχημά της για να αφήσει το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης να στρίψει δεξιά. Δήλωσε ότι το όχημα της Κατηγορούμενης έστριβε δεξιά με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Πέρασε από μπροστά της και μπήκε στην αριστερή λωρίδα. Όταν αυτό μπήκε στην αριστερή λωρίδα, η ίδια είδε αριστερά της να περνά μια μοτοσικλέτα που, όπως τότε αντιλήφθηκε, κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και τελικά συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Δήλωσε, επίσης, ότι τη μοτοσικλέτα δεν την αντιλήφθηκε καθόλου προηγουμένως. Επιπρόσθετα, εξήγησε ότι η ίδια κατά τον χρόνο που σταμάτησε για να περάσει η Κατηγορούμενη, δεν έβλεπε πίσω της φώτα μοτοσικλέτας. Η ίδια αντιλήφθηκε την επερχόμενη μοτοσυκλέτα ξαφνικά κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη επιχειρούσε ήδη τη στροφή δεξιά. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η εν λόγω μοτοσικλέτα εμφανίστηκε απότομα τη στιγμή που περνούσε από μπροστά της το όχημα της Κατηγορούμενης. Κατά την αντεξέτασή της επανέλαβε ότι η Κατηγορούμενη έστριβε με χαμηλή ταχύτητα. Η Κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατάθεσε γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ. Σε αυτήν αναφέρθηκε στις συνθήκες του δρόμου κατά τον επίδικο χρόνο. Τόνισε πως, όταν έφτασε στο σημείο της συμβολής της Λεωφόρου Νίκης με την οδό Σάμου, έδειξε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά στην οδό Σάμου. Η ίδια ανέμενε να δει ότι και οι δύο απέναντι λωρίδες ήταν άδειες, ώστε να επιχειρήσει στροφή δεξιά. Απέναντί της σταμάτησε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΝΑ 680, το οποίο της έκανε χώρο για να στρίψει. Ακολούθως η ίδια με χαμηλή ταχύτητα ξεκίνησε να στρίβει δεξιά. Πέρασε την πρώτη λωρίδα και εφόσον βεβαιώθηκε ότι δεν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα από την αντίθετη λωρίδα, προχώρησε και άλλο διατηρώντας την ίδια χαμηλή ταχύτητα. Τότε επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν ξεκίνησε να στρίβει δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα στην αριστερή αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν η θέση της ότι η επίδικη μοτοσικλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και ότι πίσω από το όχημα ΚΝΑ 680 σταμάτησαν τουλάχιστον άλλα 3 αυτοκίνητα. Κατά την αντεξέτασή της συμφώνησε ότι τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα και ότι και τα υπόλοιπα οχήματα είχαν αναμμένα τα φώτα τους. Προσδιόρισε ότι κινείτο με ταχύτητα περίπου πέντε χ.α.ω κατά τον χρόνο που επιχειρούσε να στρίψει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι πίσω από το όχημα XXXXX80 δεν υπήρχαν άλλα δύο αυτοκίνητα. Επέμεινε ότι η ίδια κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και δεν είδε οποιοδήποτε όχημα να έρχεται από την εξ αντιθέτου κατεύθυνση. Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος που δεν αντιλήφθηκε την επερχόμενη μοτοσικλέτα ήταν, επειδή αυτή κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Επέμεινε ότι όταν έστριβε προς την οδό Σάμου δεν αντιλήφθηκε την επίδικη μοτοσικλέτα και χτυπήθηκε από αυτήν λόγω του ότι η τελευταία κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Ήταν επίσης θετική στο ότι όταν διέσχιζε τον δρόμο για να εισέλθει στην οδό Σάμου κοίταξε στην αντίθετη λωρίδα και σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε όχημα του οποίου μπορεί να διέκοπτε την πορεία του. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Ο κύριος Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεσή της. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κυρίας Θεοδότου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ
  2. Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του περιστράφηκε κυρίως σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου και σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα και επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Όμως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος. Παράλληλα η θέση του περί ορατότητας 80 μέτρων όπως τέθηκε κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέτασή του, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και σταθερότητα. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ 1 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση ΜΚ2 Η ΜΚ 2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Η κύρια θέση της ότι η Κατηγορούμενη κινήθηκε με χαμηλή ταχύτητα επιχειρώντας στροφή δεξιά δεν έχει αμφισβητηθεί και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επίσης, η θέση της ότι και η ίδια δεν αντιλήφθηκε τα φώτα της επερχόμενης μοτοσικλέτας δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στην αντεξέτασή της. Παράλληλα η μαρτυρία της ΜΚ 2 χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και πειστικότητα. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ 2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένης Σε σχέση με την Κατηγορούμενη παρατηρώ ότι η μαρτυρία της επίσης χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνοχή. Η βασική της θέση ότι δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα κατά τον χρόνο που έστριβε επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της ΜΚ 2, η οποία επίσης δεν αντιλήφθηκε προηγουμένως την επερχόμενη μοτοσικλέτα. Περαιτέρω, η μαρτυρία της σε σχέση με την ταχύτητά της και τις ενέργειες στις οποίες προέβη προτού επιχειρήσει στροφή δεξιά, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι κατά τον χρόνο που επιχειρούσε δεξιά στροφή κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, επίσης δεν έχει αντικρουσθεί από αντίθετη μαρτυρία. Ως προς τη θέση της ότι η επίδικη μοτοσυκλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα έχω υπόψη μου την αρχή ότι κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας. Όμως κατ΄ εξαίρεση είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς, ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιόν του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Χρίστου κ.ά, ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολ. Έφεση 250/10, ημερομηνίας 7.5.2015, Shakolas v. Agathangelou & another
(1983)1(B) CLR 1007 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση τη θέση της Κατηγορουμένης ότι η ίδια κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και προσεκτικά δεν έχει αντικρουστεί. Επίσης, δεν έχει αντικρουστεί η θέση της ότι η επίδικη μοτοσυκλέτα εμφανίσθηκε ξαφνικά στον δρόμο. Μάλιστα η πιο πάνω θέση επιβεβαιώνεται και από τη ΜΚ2, η οποία ήταν μάρτυρας στην σκηνή. Η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν πως όταν κάποιο όχημα, το οποίο ουδείς εκ των παριστάμενων στη σκηνή οδηγών δεν έχει προηγουμένως προσέξει, εμφανίζεται ξαφνικά στη σκηνή, αυτό κινείται με μεγάλη ταχύτητα. Επομένως, η εκδοχή της Κατηγορουμένης περί μεγάλης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας XXXXX35, αξιολογούμενη με βάση την απλή πείρα και λογική, μπορεί να γίνει δεκτή. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία και της Κατηγορούμενης για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Ευρήματα Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Κατηγορούμενη στις 02.11.2017 οδηγούσε το όχημά της με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 στη Λεωφόρο Νίκης στη Λευκωσία με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς τη Λεωφόρο Ακροπόλεως. Ο επίδικος δρόμος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνση με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται μεταξύ τους από άσπρη συνεχόμενη γραμμή, ενώ στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει άσπρη διακεκομμένη γραμμή για τα οχήματα που θέλουν να εισέλθουν με κλίση δεξιά από τη Λεωφόρο Νίκης προς την οδό Σάμου. Η ορατότητα της Κατηγορούμενης σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε το έτερο ενεχόμενο όχημα ήταν περίπου 80 μέτρα. Το ατύχημα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στη Λεωφόρο Νίκης στην κατεύθυνση από Ακροπόλεως προς Γρίβα Διγενή κινείτο στη δεξιά λωρίδα αυτής το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Το εν λόγω όχημα σταμάτησε αφήνοντας χώρο στο όχημα της Κατηγορούμενης να στρίψει δεξιά. Η Κατηγορούμενη, όταν διέσχιζε τον δρόμο, για να εισέλθει στην πάροδο δεξιά, κοίταξε στην αντίθετη λωρίδα και σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε όχημα του οποίου μπορεί να διέκοπτε την πορεία του. Η Κατηγορούμενη κινούμενη με πολύ χαμηλή ταχύτητα ξεκίνησε να επιχειρεί στροφή δεξιά και πέρασε μέσα από τη δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσης που οδηγεί από Λεωφόρο Ακροπόλεως προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα της πιο πάνω κατεύθυνσης χτυπήθηκε από τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  3. Η εν λόγω μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε στην αριστερή πλευρά του οχήματος της Κατηγορουμένης περίπου στο μέσο του οχήματος. Η εν λόγω μοτοσυκλέτα κινείτο στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου Νίκης στην κατεύθυνση από λεωφόρο Ακροπόλεως προς Γρίβα Διγενή. Επίσης, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στο μέσο περίπου της αριστερής λωρίδας της λεωφόρου Νίκης στο ρεύμα από οδό ακροπόλεως προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Τόσο η Κατηγορούμενη όσο και η οδηγός του οχήματος XXXXX80 δεν αντιληφθήκαν προηγουμένως την επερχόμενη μοτοσικλέτα, η οποία κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
  1. Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
  2. Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Το καθήκον επιμέλειας, όμως, περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων. Σχετικές, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459 και Ιωάννου ν. Στυλιανού
(1998)1 ΑΑΔ 18861. Επίσης, έχει νομολογηθεί ότι, όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696. Επιπλέον, στην υπόθεση Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816, κρίθηκε ότι η ενέργεια του Εφεσειόντος να προβεί σε κίνηση προς τα δεξιά, ενώ η μοτοσικλέτα βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο στοιχειοθετούσε αμέλεια. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιωργαλλή ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 21, κρίθηκε ότι η επιλογή της εφεσείουσας να επιχειρήσει στροφή δεξιά και να αποκόψει την πορεία επερχόμενης μοτοσυκλέτας συνιστούσε αμέλεια, γιατί η οδηγός απέτυχε να δει τη μοτοσυκλέτα ενώ είχε τη δυνατότητα να την δει. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η απόφραξη του δρόμου δυνατόν δικαιολογεί την απόδοση ευθύνης. Όμως, η απόδοση ευθύνης δεν προκύπτει αυτόματα, αλλά λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 18. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι προφανές ότι η επιλογή της Κατηγορουμένης να εισέλθει στην αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας, για να στρίψει δεξιά, ενείχε εύλογα προβλεπτό κίνδυνο να ανακόψει την πορεία επερχόμενο οχήματος. Επομένως, η Κατηγορουμένη όφειλε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στον χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Ιδιαίτερα σημαντικό υπό τις περιστάσεις της παρούσας είναι να αποφασισθεί το κατά πόσο η αποτυχία της Κατηγορουμένης να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσυκλέτα στοιχειοθετεί αμέλεια. Υπό τα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη επιχείρησε στροφή δεξιά, αφού πρώτα το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα σταμάτησε για να της επιτρέψει να στρίψει. Επιπλέον, η Κατηγορουμένη κατά τον χρόνο που επιχειρούσε στροφή δεξιά κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα κοιτάζοντας τον δρόμο στα αριστερά της, παρέχοντας στον εαυτό της τη δυνατότητα να σταματήσει, αν αυτό επέβαλλε η κίνηση τρίτων στον δρόμο. Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι η Κατηγορουμένη λάμβανε προληπτικά μέτρα για να αποφύγει τυχόν σύγκρουση με διερχόμενο όχημα. Αντίθετα η μοτοσυκλέτα XXXXX35 κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Έτσι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας η υπερβολική ταχύτητα της μοτοσυκλέτας αποτέλεσε τη μόνη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος. Η Κατηγορούμενη δεν είχε τη δυνατότητα ούτε την υποχρέωση να λάβει προληπτικά μέτρα έναντι του πιο πάνω κινδύνου. Σχετική είναι η απόφαση Ζίκκου (ανωτέρω). Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι δεν υφίσταται μαρτυρία σε σχέση με την απόσταση στην οποία βρισκόταν η επερχόμενη μοτοσυκλέτα κατά τον χρόνο που η Κατηγορουμένη επιχειρούσε να στρίψει δεξιά. Το πιο κενό πάνω δεν επιτρέπει να κριθεί το κατά πόσο ο μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσυκλέτα και να μην απόφρασσε τον δρόμο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη είχε ορατότητα 80 μέτρων δεν μπορεί να επηρεάσει από μόνο του τα πράγματα, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία για το κατά πόσο η μοτοσυκλέτα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της ορατότητας της Κατηγορουμένης. Ενόψει του πιο πάνω κενού δεν μπορεί να κριθεί το κατά πόσο η αποτυχία της Κατηγορουμένης να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσυκλέτα αφίσταται του επιπέδου επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού. Προκύπτει, συνεπώς, ότι στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται και κενό αναφορικά με πρωτογενές γεγονός που συγκροτεί την κατηγορία και ως εκ τούτου η κατηγορία παρέμεινε ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Για τους πιο πάνω λόγους, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.