AGROMARKETS LARNACA LTD ν. ΚΟΥΒΑΡΟΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8615/2014, 17/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B94 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8615/2014 AGROMARKETS LARNACA LTD Παραπονούμενη -και-
- XXXXX ΚΟΥΒΑΡΟΣ
- XXXXX ΚΟΥΒΑΡΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17/6/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενη: Ο κ. Γ. Σαββίδης Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Κ. Σιαήλης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού 13 κατηγορίες (2η, 4η, 8η, 10η, 12η, 14η, 16η, 18η, 20η, 22η και 24η κατηγορία) για την έκδοση αντίστοιχων επιταγών, της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, οι οποίες δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α(
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σημειώνω εξ αρχής ότι η 2η κατηγορούμενη, δήλωσε την παραδοχή της σε όλες τις κατηγορίες και ως εκ τούτου η παρούσα υπόθεση, σε σχέση με αυτήν, παρέμεινε για γεγονότα και επιβολή ποινής. Από την άλλη ο 1ος κατηγορούμενος, δήλωσε την μη παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει με αποτέλεσμα να διεξαχθεί η παρούσα ακροαματική διαδικασία. Δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ότι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-13), τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται με λεπτομέρεια στις πιο πάνω κατηγορίες, έχουν εκδοθεί από τον κοινό λογαριασμό των κατηγορουμένων και ότι στις εν λόγω επιταγές αναγράφονται τα ονόματα και των δύο. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι οι επίδικες επιταγές, φέρουν την υπογραφή της 2ης κατηγορουμένης, ήταν δε πληρωτέες στις ημερομηνίες που αναγράφεται αντίστοιχα σε κάθε έκαστη επιταγή, έχουν δε κατατεθεί σε πιστωτικό ίδρυμα και δεν έχουν τιμηθεί λόγω του ότι υπήρχαν ανεπαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό των κατηγορουμένων και ότι περαιτέρω, μέχρι και σήμερα, δεν αποπληρώθηκαν. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα, τον κ. Παναγιώτη Παναγή, ένα εκ των διευθυντών της παραπονούμενης. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του 1ου κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε στο Δικαστήριο να τον καλέσει σε απολογία. Αγορεύοντας προφορικά και επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του 1ου κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως, τόσο από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (έγγραφη και προφορική) αλλά και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, στη προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείτε υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου εφόσον δεν έχει αποδειχθεί το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης των επίδικων επιταγών. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία, οι επίδικες επιταγές φέρουν μόνο την υπογραφή της 2ης κατηγορουμένης και συνακόλουθα αυτή θεωρείται για σκοπούς του αδικήματος η εκδότης των επίδικων επιταγών. Από τη στιγμή που ο 1ος κατηγορούμενος δεν υπόγραψε οποιανδήποτε από τις επίδικες επιταγές δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδότης. Είναι άσχετο, ισχυρίσθηκε περαιτέρω, το γεγονός ότι ο λογαριασμός, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, ήταν κοινός μεταξύ των κατηγορουμένων και ότι είχε το δικαίωμα να τον χρησιμοποιεί ένας εκ των δύο. Στη προκειμένη περίπτωση χρήση έκανε, δια της υπογραφής των επιταγών, μόνο η 2η κατηγορουμένη και επομένως ουδεμία ποινική ευθύνη φέρει ο 1ος κατηγορούμενος. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία και αντίθετα θα πρέπει να τον απαλλάξει και αθωώσει από το στάδιο αυτό. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για την Κατηγορούσα Αρχή ο οποίος, μέσω της προφορικής του αγόρευσης, κάλεσε το Δικαστήριο να καλέσει τον 1ο κατηγορούμενο σε απολογία, εφόσον από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν θεωρείται εκδότης των επίδικων επιταγών, λόγω του ότι αυτές δεν φέρουν την υπογραφή του, εξέφρασε την πλήρη διαφωνία του. Ισχυρίστηκε δε ότι τα όσα τυγχάνουν νομολογιακής εφαρμογής σε σχέση με την έκδοση επιταγών από ένα νομικό πρόσωπο, του οποίου υπογράφει εκ μέρους του ο διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος του, εφαρμόζονται κατ΄αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση. Σε τέτοια περίπτωση εκδότης θεωρείται το νομικό πρόσωπο και όχι το πρόσωπο που υπογράφει εκ μέρους του νομικού προσώπου. Ως εκ τούτου στην παρούσα υπόθεση εκδότες των επίδικων επιταγών θεωρούνται και οι δύο κατηγορούμενοι και τούτο γιατί, ως φαίνεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, οι επίδικες επιταγές φέρουν τα ονόματα και των δύο κατηγορουμένων εφόσον ο λογαριασμός ήταν κοινός. Πέραν τούτου δικαίωμα να υπογράψουν τις επίδικες επιταγές είχαν και οι δύο, ή και ο καθένας ξεχωριστά. Περαιτέρω ήταν η καταληκτική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν θεωρείται εκδότης των επίδικων επιταγών, θα πρέπει διαζευκτικά το Δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τον 1ο κατηγορούμενο ως συνεργό, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154. Και τούτο γιατί με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο 1ος κατηγορούμενος ήταν δικαιούχος του εν λόγω λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές και αφενός γνώριζε το υπόλοιπο του λογαριασμού του και αφετέρου γνώριζε ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθούν οι επίδικες επιταγές. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1 τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο Μ.Κ. 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η παραπονούμενη ασχολείται με πωλήσεις φθαρτών ανά το παγκύπριο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη είχε εμπορικές δοσοληψίες με τους κατηγορουμένους εφόσον οι τελευταίοι αγόραζαν από αυτήν φθαρτά και τα πωλούσαν στην επιχείρησή τους που διατηρούσαν από κοινού στην Πάφο. Οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στην παραπονούμενη από τον 1ο κατηγορούμενο για την αγορά φθαρτών, περί τα τέλη Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου και οι εν λόγω επιταγές φέρουν την υπογραφή της 2ης κατηγορούμενης. Καμία από τις πιο πάνω επιταγές δεν τιμήθηκε και επιστράφηκαν πίσω με την ένδειξη: «Να παρουσιαστούν ξανά‑ ανεπαρκή υπόλοιπα» και παρέμειναν απλήρωτες μέχρι και σήμερα. Όπως διαφάνηκε περαιτέρω, ο κοινός λογαριασμός των κατηγορουμένων είχε παγοποιηθεί και ως εκ τούτου οι επίδικες επιταγές φέρουν και τη σχετική σφραγίδα. Μέχρι και σήμερα οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πιθανόν ο 1ος κατηγορούμενος να μην του παρέδωσε προσωπικά τις επίδικες επιταγές αλλά να τις παρέδωσε στο λογιστήριο της παραπονούμενης. Επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες. Αποδέχθηκε τη θέση ότι καμιά από τις επίδικες επιταγές δεν φέρει την υπογραφή του 1ου κατηγορούμενου, προσθέτοντας όμως ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ανήκει και στους δύο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Ο κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ 1ου ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ως έχει αναφερθεί, ο 1ος κατηγορούμενος κατηγορείτο για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφαλαίου 154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Από το λεκτικό του πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο Β. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Γ. Η παρουσίαση αυτής να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα Δ. Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και Ε. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Υιοί Ltd v. Βροντής Builders Ltd και Άλλων, Ποινική έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16, όπου εν προκειμένω αναφέρθηκε ότι: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus), του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1), στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Την μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια την μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.» Αυτό που έχει αμφισβητηθεί επί της ουσίας από την υπεράσπιση είναι ότι δεν πληρείται το συστατικό υπό στοιχείο (α) ανωτέρω, δηλαδή αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών εφόσον ο 1ος κατηγορούμενος δεν είναι «το προσώπο που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές» όπως επιτάσσει το λεκτικό του εν λόγω άρθρου. Και τούτο από την στιγμή που ο ίδιος δεν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν θεωρείται, για σκοπούς του Κεφ.154, ότι είναι και ο εκδότης τους, σε αντίθεση βεβαίως με την 2η κατηγορούμενη. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις θέσεις και τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών. Σύμφωνα με το άρθρο 73[1] του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφάλαιο 262, η επιταγή θεωρείται συναλλαγματική και ως εκ τούτου οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου εφαρμόζονται και στην περίπτωση των επιταγών. Σχετικό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι το άρθρο 23 του εν λόγω Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «23. Η υπογραφή είναι ουσιώδης για την ευθύνη Κανένα πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη ως εκδότης, οπισθογράφος ή αποδέκτης συναλλαγματικής, εάν δεν υπόγραψε αυτήν υπό την ιδιότητα αυτήν». Στο νομικό σύγγραμμα Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», Τόμος 1, 1997, 2η έκδοση αναφέρεται στη σελίδα 90 κάτω από τον υπότιτλο «Υπογραφή εκδότη» τα ακόλουθα: «Για να είναι ένα έγγραφο επιταγή μέσα στην έννοια του νόμου πρέπει να είναι υπογραμμένο από τον εκδότη ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. Επομένως, πρόσωπο που δεν έχει υπογράψει την επιταγή δεν έχει ευθύνη ούτε ως εκδότης ούτε ως οπισθογράφος.» Από τη στιγμή που ένα πρόσωπο, όπως στη προκειμένη περίπτωση ο 1ος κατηγορούμενος, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα του Δικαστηρίου, δεν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές τότε για σκοπούς του περί Συναλλαγματικών Νόμου ο 1ος κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδότης τους και δεν φέρει οποιαδήποτε προσωπική αστική ευθύνη. Αφού λοιπόν ο 1ος κατηγορούμενος δεν θεωρείται εκδότης για σκοπούς αστικής ευθύνης δεν μπορεί να έχει και οποιαδήποτε ποινική ευθύνη εάν οι επίδικες επιταγές δεν τιμηθούν λόγω έλλειψης μη διαθέσιμων κεφαλαίων (δέστε κατ΄αναλογία τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 228 και 229 του πιο πάνω συγγράμματος «Τραπεζική Επιταγή»). Στο νομικό σύγγραμμα «Byles on Bills of Exchange and Cheques», 28th edition γίνεται επίσης ανάλυση της αντίστοιχης πρόνοιας του Άρθρου 23 του περί Συναλλαγματικών Νόμου με το αντίστοιχο άρθρο 23[2] του 'Bills of Exchange Act, 1882' όπου αναφέρεται στη σελίδα 58 ότι: «A person whose signature does not appear on upon the instrument can not be sued upon it».' Από νομική μελέτη στην οποία έχω διεξέλθει δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε καθοδηγητική αυθεντία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να διαπραγματεύεται το επιμέρους ζήτημα, δηλαδή κατά πόσο ο συνδικαιούχος ενός λογαριασμού θεωρείται εκδότης των επιταγών έστω και αν δεν υπέγραψε αυτές. Μέσα όμως από τη νομική έρευνα στην οποία έχω διεξέλθει για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έχω εντοπίσει επί του προκειμένου σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας (Supreme Court of India, Criminal Appellate Jurisdiction,Criminal Appeal, no.813 of 2013) Aparna A. Shah v. Sheth Developers (P) Ltd,
(2013)8 SCC 71 η οποία διαπραγματεύτηκε το ζήτημα αυτό. Το σκεπτικό και την κατάληξη της εν λόγω απόφασης το υιοθετώ πλήρως και για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Οι εν λόγω αποφάσεις όπως είναι νομολογημένο έχουν πειστική αξία για τα Κυπριακά Δικαστήρια (Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ.1) 2012 1 Α.Α.Δ.) Σημειώνω εξαρχής ότι η εφεσείουσα στη πιο πάνω υπόθεση κατηγορείτο για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του Section 138 of Negotiable Instruments Act, 1881 το οποίο ποινικοποιεί την έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το εν λόγω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το δικό μάς άρθρο του 305 (Α)
(1). Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης παραθέτω αυτούσιο το Section 138: «138. Dishonour of cheque for insufficiency, etc., of funds in the account.—Where any cheque drawn by a person on an account maintained by him with a banker for payment of any amount of money to another person from out of that account for the discharge, in whole or in part, of any debt or other liability, is returned by the bank unpaid, either because of the amount of money standing to the credit of that account is insufficient to honour the cheque or that it exceeds the amount arranged to be paid from that account by an arrangement made with that bank, such person shall be deemed to have committed an offence and shall, without prejudice to any other provisions of this Act, be punished with imprisonment for a term which may extend to two years, or with fine which may extend to twice the amount of the cheque, or with both.:» Ως συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην Ινδία είναι παρόμοια, αν όχι τα ίδια, με τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 305 (Α)
(1), όπως καταγράφεται αμέσως κατωτέρω μέσα από την περικοπή της πιο πάνω απόφασης. Επανερχόμενος στην προαναφερόμενη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας αποφάσισε, ανατρέποντας την απόφαση του Εφετείου, ότι ο συνδικαιούχος ενός τραπεζικού λογαριασμού δεν μπορεί να θεωρείται ποινικά υπεύθυνος για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής στην περίπτωση που δεν υπόγραψε αυτήν. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης στα πλαίσια συμφωνίας για αγοραπωλησία ενός ακινήτου μεταξύ της Εφεσείουσας και του συζύγου της και από την άλλη της Εφεσίβλητης εταιρείας, ο σύζυγος της Εφεσείουσας εξέδωσε επιταγή, η οποία έφερε την δική του υπογραφή, από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την εφεσείουσα. Η επιταγή όταν κατατέθηκε από την εφεσίβλητη, δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Εφεσείουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδότης της επιταγής για τους σκοπούς του σχετικού Νόμου από την στιγμή που δεν υπέγραψε την επιταγή. Παραπέμπω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: « .In order to constitute an offence under Section 138 of the N.I. Act, this Court, in Jugesh Sehgal vs. Shamsher Singh Gogi,
(2009)14 SCC 683, noted the following ingredients which are required to be fulfilled: "(
- i)a person must have drawn a cheque on an account maintained by him in a bank for payment of a certain amount of money to another person from out of that account; (
- ii)the cheque should have been issued for the discharge, in whole or in part, of any debt or other liability; (iii) that cheque has been presented to the bank within a period of six months from the date on which it is drawn or within the period of its validity whichever is earlier; (
- iv)that cheque is returned by the bank unpaid, either because of the amount of money standing to the credit of the account is insufficient to honour the cheque or that it exceeds the amount arranged to be paid from that account by an agreement made with the bank; (
- v)the payee or the holder in due course of the cheque makes a demand for the payment of the said amount of money by giving a notice in writing, to the drawer of the cheque, within 15 days of the receipt of information by him from the bank regarding the return of the cheque as unpaid; (
- vi)the drawer of such cheque fails to make payment of the said amount of money to the payee or the holder in due course of the cheque within 15 days of the receipt of the said notice. Being cumulative, it is only when all the aforementioned ingredients are satisfied that the person who had drawn the cheque can be deemed to have committed an offence under Section 138 of the Act." Considering the language used in Section 138 and taking note of background agreement pursuant to which a cheque is issued by more than one person, we are of the view that it is only the "drawer" of the cheque who can be made liable for the penal action under the provisions of the N.I. Act. It is settled law that strict interpretation is required to be given to penal statutes. ...... As rightly pointed out by learned senior counsel for the appellant, the interpretation sought to be advanced by the respondents would add words to Section 141 and extend the principle of vicarious liability to persons who are not named in it. In the case on hand, we are concerned with criminal liability on account of dishonour of a cheque. It primarily falls on the drawer, if it is a Company, then Drawer Company and is extended to the officers of the company. The normal rule in the cases involving criminal liability is against vicarious liability. To put it clear, no one is to be held criminally liable for an act of another. This normal rule is, however, subject to exception on account of specific provision being made in statutes extending liability to others. For example, Section 141 of the N.I. Act is an instance of specific provision that in case an offence under Section 138 is committed by a company, the criminal liability for dishonour of a cheque will extend to the officers of the company. As a matter of fact, Section 141 contains conditions which have to be satisfied before the liability can be extended. In as much as the provision creates a criminal liability, the conditions have to be strictly complied with. In other words, the persons who had nothing to do with the matter, need not be roped in. A company being a juristic person, all its deeds and functions are the result of acts of others. Therefore, the officers of the company, who are responsible for the acts done in the name of the company, are sought to be made personally liable for the acts which result in criminal action being taken against the company. In other words, it makes every person who, at the time the offence was committed, was in-charge of, and was responsible to the company for the conduct of business of the company, as well as the company, liable for the offence. It is true that the proviso to sub- section enables certain persons to prove that the offence was committed without their knowledge or that they had exercised all due diligence to prevent commission of the offence. The liability under Section 141 of the N.I. Act is sought to be fastened vicariously on a person connected with the company, the principal accused being the company itself. It is a departure from the rule in criminal law against vicarious liability. ... Mr. Mukul Rohtagi, learned senior counsel for respondent No.1, by drawing our attention to the definition of "person" in Section 3
(42)of the General Clauses Act, 1897 submitted that in view of various circumstances mentioned, the appellant herein being wife, is liable for criminal prosecution. He also submitted that in view of the explanation in Section 141
(2)of the N.I. Act, the appellant wife is being prosecuted as an association of individual. In our view, all the above contentions are unacceptable since it was never the case of respondent No.1 in the complaint filed before learned Magistrate that the appellant wife is being prosecuted as an association of individuals and, therefore, on this ground alone, the above submission is liable to be rejected. Since, this expression has not been defined, the same has to be interpreted ejusdem generis having regard to the purpose of the principle of vicarious liability incorporated in Section 141.In Gita Berry vs. Genesis Educational Foundation, 151
(2008)DLT 155, the petitioner therein was wife and she filed a petition under Section 482 of the Code seeking quashing of the complaint filed under Section 138 of the N.I. Act. The case of the petitioner therein was that the offence under Section 138 of the Act cannot be said to have been made out against her only on the ground that she was a joint account holder along with her husband. It was pointed out that she has neither drawn nor issued the cheque in question and, therefore, according to her, the complaint against her was not maintainable. Learned Single Judge of the High Court of Delhi, after noting that the complaint was only under Section 138 of the Act and not under Section 420 IPC and pointing out that nothing was elicited from the complainant to the effect that the petitioner was responsible for the cheque in question, quashed the proceedings insofar as the petitioner therein.In the light of the above discussion, we hold that under Section 138 of the Act, it is only the drawer of the cheque who can be prosecuted. In the case on hand, admittedly, the appellant is not a drawer of the cheque and she has not signed the same. A copy of the cheque was brought to our notice, though it contains name of the appellant and her husband, the fact remains that her husband alone put his signature. In addition to the same, a bare reading of the complaint as also the affidavit of examination-in- chief of the complainant and a bare look at the cheque would show that the appellant has not signed the cheque. We also hold that under Section 138 of the N.I. Act, in case of issuance of cheque from joint accounts, a joint account holder cannot be prosecuted unless the cheque has been signed by each and every person who is a joint account holder. The said principle is an exception to Section 141 of the N.I. Act which would have no application in the case on hand. The proceedings filed under Section 138 cannot be used as an arm twisting tactics to recover the amount allegedly due from the appellant. It cannot be said that the complainant has no remedy against the appellant but certainly not under Section 138. The culpability attached to dishonour of a cheque can, in no case "except in case of Section 141 of the N.I. Act" be extended to those on whose behalf the cheque is issued. This Court reiterates that it is only the drawer of the cheque who can be made an accused in any proceeding under Section 138 of the Act.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Μέσα από την παράθεση της πιο πάνω περικοπής απαντάται, μεταξύ άλλων, και το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι τυγχάνουν νομολογιακής εφαρμογής όσα κατ΄αναλογία εφαρμόζονται στην έκδοση επιταγών από ένα νομικό πρόσωπο του οποίου υπογράφει εκ μέρους του ο διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος του, εισήγηση η οποία και απορρίφθηκε επί του προκειμένου. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Urmila Kumari v. Rukmani Devi,
(2013)2 BankCas 644. Σε αυτήν ο παραπονούμενος καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ο παραπονούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο εφεσείοντας, μαζί με τη σύζυγό του, αποφάσισαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα και παρά το γεγονός ότι η επιταγή εκδόθηκε από τη σύζυγο του εφεσείοντα, εν τούτοις για τους σκοπούς του Άρθρου 138, θεωρείται και ο εφεσείοντας εκδότης της επιταγής η οποία δεν τιμήθηκε. Και τούτο γιατί ο εφεσείοντας ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού, από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν υπόγραψε την επίδικη επιταγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Δελχί (Delhi High Court) ανέφερε ξεκάθαρα ότι το λεκτικό του Section 38 του Negotiable Instruments Act, αναφέρει ότι, ποινικά υπεύθυνος είναι μόνο ο εκδότης της επιταγής και με δεδομένο ότι τα ποινικά νομοθετήματα θα πρέπει να ερμηνεύονται με την αυστηρή τους έννοια, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να διαβάσει οτιδήποτε στο Άρθρο 138, το οποίο καταστά ποινικά υπεύθυνο ένα πρόσωπο το οποίο δεν υπόγραψε την επιταγή, αλλά είναι ποινικά υπεύθυνος, απλά και μόνο επειδή είναι συνδικαιούχος του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή. Ενόψει των πιο πάνω και αντλώντας καθοδήγηση από τα πιο πάνω άρθρα, τα νομικά συγγράμματα και τις σχετικές αυθεντίες είναι η κατάληξη μου ότι από τη στιγμή που ο 1ος κατηγορούμενος δεν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν θεωρείται εκδότης τους και συνεπακόλουθα δεν πληρείται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. H πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει εμμέσως έρεισμα, παρά το γεγονός ότι δεν αναπτύχθηκε εις βάθος το ζήτημα αυτό, μέσα από το δικαστικό λόγο στην υπόθεση Βούρας Γιάννης ν. Aνδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.)Γενικές Μεταφορές Λτδ και Άλλων
(2003)2 ΑΑΔ 135 όπου, μεταξύ άλλων, ο εφεσίβλητος 2 απαλλάχθηκε από το σταδιο του εκ πρώτης όψεως σε αδίκημα για ακάλυπτες επιταγές στη βάση του ότι δεν αποδείχθηκε η έκδοση της επίδικης επιταγής. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή» Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν είναι εκδότης των επίδικων επιταγών, θα πρέπει το Δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τον 1ο κατηγορούμενο ως συνεργό της 2ης κατηγορούμενης για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305
(1)(α), ότι δηλαδή παρακίνησε και βοήθησε την τελευταία στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος με δεδομένο ότι στις εκθέσεις των αδικημάτων συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Κεφ.
- Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). To άρθρο 20 του Κεφ.154, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, αναφέρει ότι: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .. (β) .. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) ..». Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Για την διάπραξη του αδικήματος το οποίο διέπραξε η 2η κατηγορούμενη, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση του 1ου κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Δεν θα συμφωνήσω, με κάθε σεβασμό ούτε και με την εισήγηση αυτή, ότι δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154. Ανατρέχοντας στις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε έκαστης κατηγορίας του κατηγορητηρίου όπως και αν διαβαστούν αυτές, είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αδίκημα που αποδίδεται στον 1ο κατηγορούμενο δεν είναι αυτό του συνεργού αλλά αυτό του εκδότη. Το άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θέτει ως κατευθυντήρια γραμμή στο υπό αναφορά ζήτημα την παροχή στοιχείων που εύλογα επαρκούν προκειμένου να γνωρίζει ο κατηγορούμενος την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει. H παρούσα υπόθεση ως αυτή παρουσιάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή μέσα από τη προσκόμιση της σχετικής μαρτυρίας αλλά επιβεβαιώθηκε και δια μέσου της αγόρευσης του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο 1ος κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι κατηγορείτο ως ο εκδότης της επιταγής και όχι ως συνεργός. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων αυτή επίσης δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Η κατηγορούσα αρχή ξεκάθαρα διώκει τον 2ο κατηγορούμενο ως εκδότη. Το ότι η κατηγορούσα αρχή εισηγείται να κληθεί σε απολογία ο 1ος κατηγορούμενος διαζευκτικά ως συνεργός, σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν είναι εκδότης, είναι πράγμα ανεπίπτρεπτο και αντινομικό στα πλαίσια μίας ποινικής υπόθεσης. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο κατηγορητήριο ότι ο 1ος κατηγορούμενος παρακίνησε ή βοήθησε με οποιονδήποτε τρόπο ως συνεργός τη 2η κατηγορουμένη να διαπράξει το αδίκημα. Επομένως, από τη στιγμή που η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των πιο πάνω και ο συνήγορος του κατηγορουμένου ουσιαστικά αντεξέτασε στη βάση του ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές είναι η θέση μου ότι δεν μπορεί να διωχθεί ως συνεργός και δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία. Δεν παραγνωρίζω τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319 όπου λέχθηκε ότι: «Ως προς τη δεύτερη, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα κατέστη ανενεργό επειδή στις λεπτομέρειες αδικημάτων οι εφεσείοντες εμφανίζονταν ως αυτουργοί και δεν εξειδικευόταν η συμμετοχή τους ως συνεργοί. Παρέπεμψε προς επίρρωση στην Αγγλική υπόθεση Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (H.L.). Ως αποτέλεσμα, πέρανε ο συνήγορος, οι εφεσείοντες δεν γνώριζαν τι ήταν που αντιμετώπιζαν και τούτο κατ' αντίθεση τόσο προς το άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που ορίζει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου όσο και προς το άρθρο 12.5(α) του Συντάγματος που αναφέρεται στο δικαίωμα κατηγορουμένου "να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας". Ως προς το πρώτο ζήτημα, η θέση του συνηγόρου είναι ορθή. Είναι προφανές και δεν χρειάζεται συζήτηση ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν εκδότες των επιταγών. Ως προς το δεύτερο όμως, η εισήγηση του συνηγόρου είναι εσφαλμένη.. Από νομικής άποψης οι κατηγορίες ήταν λοιπόν ορθές. Ωστόσο είναι επιθυμητό, όπου η Κατηγορούσα Αρχή γνωρίζει εξ αρχής ότι ο ρόλος κατηγορουμένου ήταν ρόλος συνεργού να το εκθέτει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης. Δεν είναι όμως απαραίτητο. Η απόφαση στην υπόθεση Maxwell (ανωτέρω) υπογραμμίζει ότι παρόλον που η εξειδίκευση είναι επιθυμητή εκεί όπου είναι δυνατή, εντούτοις δεν είναι απαραίτητη και η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού: βλ. τις ομιλίες των δικαστών Dilhorne, Hailsham και Edmund-Davies στις σελ. 143, 147,149-150 αντίστοιχα. Με τον ίδιο τρόπο αντικρύστηκε το ζήτημα και στην R. v. Gaughan
(1990)Crim. L.R. 880 (C.A.). Το άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θέτει ως κατευθυντήρια γραμμή στο υπό αναφορά ζήτημα την παροχή στοιχείων που εύλογα επαρκούν προκειμένου να γνωρίζει ο κατηγορούμενος την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει: βλ. ιδιαίτερα την παράγραφο (ζ). Το κατά πόσο αυτό επιτυγχάνεται, συναρτάται με την υφή και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Στην προκείμενη περίπτωση ήταν από την αρχή της ακρόασης πρόδηλο τι ήταν εκείνο που στην πραγματικότητα αντιμετώπιζαν οι εφεσείοντες και ποσώς δεν επηρεάστηκε η υπεράσπισή τους. Κανένα συνταγματικό δικαίωμά τους δεν παραβιάστηκε. Η πρωτόδικη κατάληξη ότι ίσχυε το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα εάν επικρατούσε η άποψη ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν εκδότες θεμελιώνει την ενοχή τους.» Στη προκειμένη περίπτωση δεν ήταν πρόδηλο ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείτο ως συνεργός ως αναφέρθη ανωτέρω και ως αυτό επιβεβαιώθηκε και με την αγόρευση του συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή. Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά της παρούσας υπόθεσης με τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης. Σχετικά επίσης είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Aparna A. Shah (ανωτέρω) όπου λέχθηκε ότι ο εφεσείοντας δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως συνεργός. Σε κάθε όμως περίπτωση καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή, ακόμη και αν αυτή ιδωθεί εις το απόγειο της, ότι ο 1ος κατηγορούμενος με είτε με πράξη είτε με παράλειψη του βοήθησε ή παρακίνησε με οποιοδήποτε τρόπο την 2η κατηγορούμενη να διαπράξει το ποινικό αδίκημα. Επομένως με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποδοθεί στον 1ο κατηγορούμενο οποιαδήποτε ποινική κολάσιμη πράξη. Περαιτέρω δεν θα καλούσα τον 1ο κατηγορούμενο σε απολογία και για τον εξής επιπρόσθετο λόγο. Εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία του αδικήματος, είναι απαραίτητη και η ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης του αδικήματος από πλευράς του. Αποτελεί κοινό έδαφος από την προσκομισθείσα μαρτυρία και αντικειμενικά ιδώμενη ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί μεταχρονολογημένα. Ο ορισμός πλέον της επιταγής, ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03, καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή, επίσης, υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29). Για να διαπιστωθεί έστω και εκ πρώτης όψεως κατά πόσο στοιχειοθετείτε η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, θα πρέπει να τεθεί μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου για τον ακριβή χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Η έκδοση είναι συστατικό στοιχείο της κάθε κατηγορίας ενώ σε κάθε περίπτωση ο χρόνος έκδοσης πολύ ουσιαστικό στοιχείο ώστε να αποφασισθεί κατά πόσο υπήρξε πρόθεση των κατηγορουμένων για την διάπραξη των αδικημάτων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑ v. ΘΩΜΑ Δ. ΚΩΣΤΑΠΠΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015, ημερομηνίας 11.9.2017 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία του αδικήματος, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή, είναι απαραίτητη και η ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης του αδικήματος από πλευράς Κατηγορούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, παρατήρησε ότι, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του Εφεσείοντα και μη έχοντας άλλη μαρτυρία για το ζήτημα του χρόνου υπογραφής και έκδοσης των επιταγών, ήταν αδύνατο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσον, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, ο Εφεσίβλητος γνώριζε επ΄ακριβώς τα υπόλοιπα στο λογαριασμό του ή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα ή ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί, λόγω ΚΑΠ, από τις 25.2.2011, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της αξιόπιστης ΜΚ1. .. Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των ικανών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Είναι ορθό ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι συνταγμένη η πρωτόδικη απόφαση μπορεί να οδηγήσει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για το γεγονός της έκδοσης των δύο επίδικων επιταγών και τούτο, παρά το σαφές εύρημα του ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε προς όφελος του Παραπονούμενου τις δύο συγκεκριμένες επίδικες επιταγές. Εκείνο, όμως, που, στην πραγματικότητα, αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του (σελ. 19 και 20) είναι ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος έκδοσης των επιταγών, ο οποίος είναι ουσιώδης για την απόδειξη της διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τη Militos (ανωτέρω). Κρίνουμε ότι, οι λόγοι έφεσης 1 και 4 είναι αβάσιμοι. Η απόφαση στην Militos (ανωτέρω) είναι απόλυτα σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ήταν δεσμευτική επί του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επομένως, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, την εφάρμοσε επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και κατέληξε στο συμπέρασμα πως, εφόσον δεν αποδείχτηκε ο χρόνος υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφασίσει και το κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών, αποδείχθηκε η αναγκαία υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων (mens rea).» Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και εφαρμόζοντας τα όσα δεσμευτικά λέχθησαν για το παρόν Δικαστήριο, μέσα από το δικαστικό λόγο της πιο πάνω υπόθεσης στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει κατατεθεί ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές επομένως είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα και αντικειμενικά κατά πόσον, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε επ΄ακριβώς τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό ή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα ή ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί λόγω ΚΑΠ καθώς και όσον αφορά στην πραγματική ικανότητα του τραπεζικού λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης να καλύψει τις επιταγές αυτές κατά τον χρόνο έκδοσης τους. Εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή σε σχέση με το ζήτημα αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει και το κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών, αποδείχθηκε η αναγκαία υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων (mens rea). Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία υπάρχουν ουσιώδη κενά εν σχέσει με γεγονότα συναρτώμενα με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με βάση το άρθρο 305Α
(1)που δεν δικαιολογούν την κλήση του 1ου κατηγορουμένου σε απολογία. Με βάση τα όσα η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε η μαρτυρία δεν είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα. Επομένως δεν υπάρχει οποιοδήποτε νόημα ο 1ος κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία και ως εκ τούτου θα πρέπει να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό. Δεν παραγνωρίζω την αρχή ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει το βάρος της προσκόμισης μαρτυρίας που άπτεται της νοητικής λειτουργίας ενός κατηγορουμένου και ότι το στοιχείο της γνώσης αποδεικνύεται με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση (Υοussef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Στην προκειμένη όμως περίπτωση απουσιάζουν εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε μία πιθανή καταδίκη τον 1ο κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η τυχόν κλήση του 1ου κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο εάν τον καλούσε σε απολογία επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί τους ώμους του να αποδείξει την αθωότητα του, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Υπό τι φως των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου 1 και εναντίον της παραπονούμενης κατηγορούσας αρχής ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή. [2] ''No person is liable as drawer indorses, or acceptor of a bill who has not signed it as such.″ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο