Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Βοσκού, Αρ. Υπόθεσης: 6819 / 19, 28/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6819 / 19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Βοσκού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28, Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Σ. Σαββίδής Κατηγορούμενος : παρών. ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες, η μία για παράλειψη παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης και η άλλη για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Η δεύτερη κατηγορία σε κάποιο στάδιο διακόπηκε και ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μόνον την πρώτη κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 10.10.2018 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Όταν του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει τέτοιαν ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος. Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τους χειρισμούς της αναδύεται ως κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων, ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε το επίδικο όχημα και του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Επομένως, προχωρώ με την παράθεση μαρτυρίας σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατάθεσε ο Ε/Α XXXXX Χρ. Θεμιστοκλέους. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Έγγραφο Α την κατάθεσή του ημερομηνίας 22.10.
- Επίσης, κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστοποίηση σε σχέση με τη συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης, ως Τεκμήριο 2 πιστοποίηση σε σχέση με τη συσκευή τελικής εξέτασης αλκοόλης, ως Τεκμήριο 3 έντυπο με τίτλο προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης και ως Τεκμήριο 4 έντυπο τελικού ελέγχου αλκοόλης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στον χρόνο και στις συνθήκες υπό τις οποίες ανέκοψε για έλεγχο τον Κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε, επίσης, στη διαδικασία, στην οποία υπέβαλε τον Κατηγορούμενο για λήψη ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, καθώς επίσης και στους ελέγχους που έκανε για να διαπιστώσει ότι οι συσκευές ελέγχου εκπνοής λειτουργούσαν κανονικά. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης το αποτέλεσμα ανήλθε στα 97 mg αντί
- Ακολούθως ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος φύσηξε στο στόμιο της συσκευής ελέγχου αλκοόλης. Παρά ταύτα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, δεν έδωσε επαρκές δείγμα εκπνοής. Κατά την αντεξέτασή του δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι συσκευές ελέγχου εκπνοής λειτουργούσαν κανονικά. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με τους λόγους που η προκαταρκτική εξέταση έδειξε το ποσοστό των 97 mg. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ανάμεσα σε κάθε προσπάθεια παροχής δείγματος μεσολαβούν πάντα 3 λεπτά. Προσδιόρισε, επίσης, ότι ο έλεγχος για την προκαταρτική εξέταση έλαβε χώρα στις 00 :10 και στις 00 :35 υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε έλεγχο για τελική εξέταση αλκοόλης. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ο ίδιος ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 Α μέχρι 5 Γ διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαίωση για τη σύσταση του φαρμακευτικού σκευάσματος Nystamysyn. Ο ίδιος δήλωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο λάμβανε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, επειδή αντιμετώπιζε κάποιο στοματολογικό πρόβλημα. Δήλωσε ότι λάμβανε το φάρμακο Nystamysyn. Δήλωσε τέλος ότι ο ίδιος φύσηξε με τον ίδιο τρόπο τόσο κατά την προκαταρκτική εξέταση όσο και κατά την τελική. Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε ότι ο ίδιος απέφυγε να δώσει δείγμα και επέμεινε ότι με την ίδια ένταση που φύσηξε στην προκαταρκτική εξέταση, φύσηξε και για την τελική. Δήλωσε, επίσης, ότι δεν αρνήθηκε να δώσει δείγμα. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Ο κύριος Σαββίδης εισηγήθηκε, με αναφορά στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αραμπίδη 2013, 2 Α.Α.Δ 713, ότι δεν έχει αποδειχτεί το υπό εξέταση αδίκημα. Στον αντίποδα η κυρία Κακούρη εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ
- Ο ΜΚ 1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια σταθερότητα και πειστικότητα. Η μαρτυρία του κατά το μεγαλύτερο μέρος δεν έχει αμφισβητηθεί και ιδίως δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ενέργειες στις οποίες προέβη για τη λήψη τόσο προκαταρκτικού δείγματος όσο και τελικού δείγματος εκπνοής για έλεγχο αλκοόλης. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ο χρόνος που έκαστη ενέργεια έλαβε χώρα. Επιπρόσθετα, δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν λειτουργούσαν κανονικά και δεν παρουσίαζαν οποιοδήποτε τεχνικό πρόβλημα. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ 1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορούμενου Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο παρατηρώ ότι μέρος της μαρτυρίας του ουσιαστικά δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και συνάδει με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία. Συγκεκριμένα η θέση του ότι λάμβανε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, η οποία περιείχε αιθανόλη, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 Α με 5 Γ. Η θέση του, όμως, ότι φύσηξε κατά τον ίδιο με τον ίδιο τρόπο και στους δύο ελέγχους αλκοόλης δεν μπορεί να είναι πειστική. Συγκεκριμένα αφ' ης στιγμής οι συσκευές ελέγχου αλκοόλης λειτουργούσαν κανονικά, δεν μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι η συσκευή τελικής εξέτασης υπέδειξε την ένδειξη ανεπαρκές δείγμα. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την κρίση του, φύσηξε ικανοποιητικά δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού η ένδειξη της συσκευής τελικής εξέτασης δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ευρήματα Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος στις 10.10.2018 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ο Κατηγορούμενος στις 00:10 της ίδιας ημερομηνίας ανακόπηκε από τον Ε. Αστυφύλακα XXXXX και του ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση αλκοόλης. Η ένδειξη της προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης ανήλθε στα 97 mg αντί
- Στις 00 :35 της ίδιας ημέρας, του ζητήθηκε να δώσει δείγμα για τελική εξέταση αλκοόλης και έγιναν προς τούτο δύο προσπάθειες. Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε έδειξε και στις δυο περιπτώσεις την ένδειξη «ανεπαρκές δείγμα». Η όλη διαδικασία λήψης δειγμάτων ολοκληρώθηκε στις 00:
- Οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν, λειτουργούσαν κανονικά και ο ΜΚ1 προέβη στους απαραιτήτους ελέγχους λειτουργίας τους. Ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, έπασχε από στοματική μυκητίαση και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ήτοι το φάρμακο Nystamysyn, το οποίο περιέχει αιθανόλη. Νομική πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου παρεμπίπτοντα θέματα βρίσκονται κατεξοχήν, ιδιαζόντως ή αποκλειστικώς στη σφαίρα γνώσης του κατηγορούμενου, το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατεθεί σε αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις το επίπεδο απόδειξης βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.179 και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Άλλωστε, η μετάθεση βάρους απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου δεν παραβιάζει από μόνη της το τεκμήριο αθωότητας του εκάστοτε κατηγορουμένου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Σκούλλου Αυγουστίνος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 87 και στο σύγγραμμα του Λ. Κοτσαλή, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Άνθρωπου & Ποινικό Δίκαιο 1η έκδοση, σελ.
- Εν πάση περιπτώσει, είτε μετατίθεται το βάρος απόδειξης είτε όχι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο αδίκημα θεσπίζεται στο άρθρο 7 του οι περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, ως έχει τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Προς τον σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγµα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις, έχει διαπράξει αδίκηµα κατά παράβασιν των διατάξεων τον άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνοµικός δύναται, τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου , να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγµατα εκπνοής διά τελικήν εξέτασιν µετά παρέλευσιν δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγµής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγµα εκπνοής διά την προκαταρκτικήν εξέτασιν.» Ενώ το άρθρο 7
(4)του ίδιου Νόμου, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως µεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισµός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγµα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάµει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήµατος». Παράλληλα το άρθρο 8 του ίδιου Νόμου καθορίζει την έννοια της εύλογης αίτιας, για την οποία κάποιο πρόσωπο δύναται να αρνηθεί να παράσχει δείγμα εκπνοής, ως ακολούθως : «∆ιά τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία διά την οποίαν πρόσωπον δύναται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιουμένη δι' ενυπογράφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. Η τοιαύτη βεβαίωσις επιδεικνύεται προς τον αστυνομικόν κατά τον χρόνον κατά τον οποίον ζητειται η υπό του προσώπου τούτου παροχή δείγματος εκπνοής ή, το βραδύτερον, εντός τριών ημερών από του χρόνου τούτου εις τον πλησιέστερον προς την κατοικίαν του αστυνομικόν σταθμόν.
(2)Εάν το πρόσωπον το οποίον ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δεν δυνηθή να προσκομίση την δυνάμει του αυτού εδαφίου προνοουμένην ιατρικήν βεβαίωσιν εντός του ούτω καθοριζομένου χρονικού διαστήματος, θα τεκμαίρεται ότι τούτο ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη το ζητηθέν δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αίτίας.» Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν είναι μόνο η άρνηση παροχής δείγματος αλλά και η αποφυγή. Η έννοια του όρου αποφεύγω για σκοπούς του άρθρου 7
(4)έχει κριθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, και περιλαμβάνει την περίπτωση που το «περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα». Το πότε η συνεργασία κάποιου προσώπου δεν είναι γνήσια, ασφαλώς είναι ζήτημα πραγματικό. Όμως, όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), αφ' ης στιγμής η επίδικη συσκευή ελέγχου αλκοόλης λειτουργεί κανονικά, τότε η αποτυχία του Κατηγορουμένου να δώσει δείγμα εκπνοής επαρκεί για την απόδειξη του συστατικού στοιχείου της αποφυγής. Παράλληλα, για σκοπούς του υπό εξέταση αδικήματος, η έννοια της εύλογης αιτίας συναρτάται με ιατρικό λόγο, ο οποίος πρέπει να βεβαιώνεται και ιατρικά. Σύμφωνα δε με τον Νόμο, τεκμαίρεται ότι δεν συντρέχει εύλογη αιτία για την αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής, όταν το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό δεν προσκομιστεί το αργότερο εντός τριών ημερών από την ημέρα που ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο η παροχή δείγματος εκπνοής. Στην υπό κρίση υπόθεση το κύριο επιχείρημα της Υπεράσπισης έγκειτο στο ότι μπορεί να υπήρξε κάποιο λάθος στη συσκευή εξέτασης αλκοόλης και έτσι να προέκυψε η ένδειξη περί ανεπαρκούς δείγματος εκπνοής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου συνέδεσε τη θέση του περί λάθους στις συσκευές, με το πρόβλημα υγείας του Κατηγορουμένου. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η σωστή λειτουργία των επίδικων συσκευών εξέτασης δείγματος αλκοόλης. Συνακόλουθα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), η αποτυχία του Κατηγορουμένου να δώσει επαρκές δείγμα στοιχειοθετεί ξεκάθαρη υπόθεση ενοχής. Εν πάση περιπτώσει, οι αναφορές σε προβλήματα υγείας του Κατηγορουμένου δεν έχουν συνδεθεί με την ορθή λειτουργία των συσκευών ελέγχου αλκοόλης και έτσι το επιχείρημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου περί πιθανότητας λάθους, όπως τέθηκε, δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση, επειδή δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό στις αστυνομικές αρχές εντός τριών ημερών από το επίδικο συμβάν, τεκμαίρεται ότι ο Κατηγορούμενος απέφυγε άνευ ευλόγου αιτίας να παράσχει δείγμα. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω το κατά πόσο από την ενώπιον μου μαρτυρία έχει αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η ύπαρξη της εύλογης αίτιας. Επί του προκειμένου, παρατηρώ ότι μέσα από τα Τεκμήρια 5 Α-Γ, δεν προκύπτει πως η χρήση του φαρμάκου Nystamysyn προκαλεί αδυναμία εκπνοής. Το μόνο που προκύπτει από τα εν λόγω Τεκμήρια είναι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έπασχε από στοματική μυκητίαση και λάμβανε το φάρμακο Nystamysyn, το οποίο περιέχει αιθανόλη. Επίσης, δεν έχει προσαχθεί βεβαίωση ιατρικού λειτουργού που να κατατείνει σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παράσχει δείγμα εκπνοής. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πως η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής οφειλόταν σε εύλογη αιτία. Υπό το φως των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο