← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γκαμπράν, Αριθμός Ποινικής Υπόθεσης: 19254/16, 28/2/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γκαμπράν, Αριθμός Ποινικής Υπόθεσης: 19254/16, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε. Δ. Αριθμός Ποινικής Υπόθεσης: 19254/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧΧ Γκαμπράν Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28/02/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Κος Μ. Κουτσόφτας Για Κατηγορούμενο: Κος Γ. Μούσκος Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Τα επίδικα θέματα Ο κατηγορούμενος κατηγορείται με δύο κατηγορίες στο κατηγορητήριο, για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος και κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των Άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι, στις 31/05/2015, στο Καϊμακλί, διέρρηξε και εισήλθε εντός της οικίας της ΧΧΧΧΧ Γκαμπράν, με σκοπό να διαπράξει κακούργημα, δηλαδή να κλέψει (πρώτη κατηγορία) και έκλεψε το χρηματικό ποσό των €500 και μια χρυσή καδένα λαιμού, αξίας €200, όλα συνολικής αξίας €700, περιουσία της προαναφερθείσας ΧΧΧΧΧ Γκαμπράν. Τα πιο κάτω αποτελούν μία, αδιαμφισβήτητη μεταξύ των μερών, σύνοψη των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου. Παραπονούμενη και κατηγορούμενος είναι, σήμερα και ήταν και κατά τον επίδικο χρόνο, εν διαστάσει σύζυγοι. Έχουν τρία παιδιά, τα δύο εκ των οποίων είναι πλέον ενήλικα. Κατά τον επίδικο χρόνο, διέμεναν στο ίδιο σπίτι, το επίδικο, σε διαφορετικά δωμάτια. Η παραπονούμενη είχε το δωμάτιο της κλειδωμένο. Η συζυγική οικία είναι ιδιοκτησίας και των δύο, εξ αδιαιρέτου. Είχαν μεταξύ τους διαπροσωπικές διαφορές, που δυστυχώς και αναπόφευκτα επηρέασαν και τα παιδιά τους, για χρόνια πριν τον επίδικο χρόνο, όπως εξηγείται λεπτομερέστερα κατωτέρω. Η θέση της παραπονούμενης ενώπιόν μου μπορεί να συνοψιστεί στο ότι, ενώ διέμενε με τον σύζυγό της σε ξεχωριστά δωμάτια, στο ίδιο σπίτι, δηλαδή στη συζυγική οικία, στο Καϊμακλί, ο κατηγορούμενος, ενώ η ίδια και η μητέρα της απουσίαζαν στην εκκλησία την επίδικη μέρα, εισήλθε χωρίς την άδειά της στο κλειδωμένο της υπνοδωμάτιο, στο οποίο διέμενε και είχε τα προσωπικά της αντικείμενα και έκλεψε τα αντικείμενα που αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι μπήκε στο δωμάτιο της παραπονούμενης από το μπαλκόνι, ούτε αρνείται πως το δωμάτιό της ήταν κλειδωμένο κατά τον επίδικο χρόνο. Θεωρεί όμως αδιανόητο να κατηγορείται οτι διέρρηξε το ίδιο του το σπίτι, όπως αναφέρει. Αρνείται πεισματικά την κλοπή του χρηματικού ποσού των €500 ευρώ και της χρυσής καδένας, αξίας €200 ευρώ, λέγοντας πως ο λόγος που μπήκε στο κλειδωμένο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης από το μπαλκόνι, ήταν για να δει αν υπήρχαν εκεί κάποιες οικιακές συσκευές του σπιτιού, οι οποίες έλειπαν από τους κοινούς χώρους. Συμφωνούν και οι δύο πως η διάρρηξη έγινε στην παρουσία των δύο μικρότερών τους παιδιών, ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ, ενώ διαφωνούν στην έκταση της ανάμειξης των παιδιών στη συμπεριφορά του πατέρα τους. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Μαρτύρησαν ενώπιόν μου δύο μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή και μόνο ο κατηγορούμενος, ενόρκως, για την υπεράσπιση. Έγινε παραδεκτό μεταξύ των μερών ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τη συγκατάθεσή του για να του ληφθεί γενετικό υλικό και δακτυλικά αποτυπώματα, τα οποία συγκρίθηκαν με μαρτυρία που λήφθηκε από τη σκηνή του αδικήματος και κατόπιν εγκληματολογικών εξετάσεων δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεση με τον κατηγορούμενο. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Η παραπονούμενη στην πρώτη κατάθεσή της, ημερομηνίας 31/05/2015 (Τεκμήριο 1), ανέφερε πως την επίδικη μέρα έφυγε από το σπίτι η ώρα 09:00 και επέστρεψε στις 14:
  1. Κλείδωσε πριν φύγει τη ξύλινη εσωτερική πόρτα του υπνοδωματίου της ήταν. Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο είδε το μονόφυλλο συρόμενο αλουμινένιο παράθυρο ανοικτό, το οποίο επίσης κλείδωσε πριν φύγει και διαπίστωσε πως κλάπηκαν από την τσέπη σακακιού που είχε κρεμασμένο στην ντουλάπα €500 ευρώ σε χαρτονομίσματα των €50 και μία καδένα χρυσή λαιμού με τον εσταυρωμένο, αξίας €200 ευρώ. Στη συμπληρωματική κατάθεσή της, ημερομηνίας 16/01/2016, αναφέρει πως ο σύζυγός της γνώριζε πως συνήθιζε να φυλάει χρήματα στις τσέπες των ρούχων της και πως τα €500 ευρώ σε μετρητά ήταν χρήματα από τη σύνταξη της μητέρας της στην Αίγυπτο. Στο Δικαστήριο επιβεβαίωσε με περισσότερες λεπτομέρειες τα λεγόμενά της στις καταθέσεις της. Εξήγησε την τοξική σχέση που είχε με τον σύζυγό της. Είπε πως ο ίδιος ήταν παθολογικά ζηλιάρης, τσιγκούνης, είχε χτυπήσει και την ίδια και τα παιδιά στο παρελθόν, με αποτέλεσμα το Γραφείο Ευημερίας να τη μετακινήσει μαζί με τα παιδιά της από τη συζυγική οικία για ένα διάστημα. Όταν επέστρεψαν και συμφιλιώθηκε με τον κατηγορούμενο τα πράγματα μεταξύ τους δεν βελτιώθηκαν. Η ίδια από τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και το 2015 έπασχε από γενικευμένη αγχωτική διαταραχή με στοιχεία κατάθλιψης, τα οποία η ίδια αποδίδει στη σωματική και λεκτική βία, στην οποία υπόκειτο από τον σύζυγό της και στα μεταξύ τους διαπροσωπικά προβλήματα. Είπε πως το 2013 αποχώρησε από την εργασία της, όπου δούλευε για 10 συνεχή έτη, δηλαδή στην υπεραγορά Ορφανίδης, αφού η υπεραγορά θα έκλεινε. Έτσι δεν είχε πλέον ούτε εισοδήματα δικά της και προσπαθούσε με επιδόματα που λάμβανε από το κράτος να επιβιώσει και να μεγαλώσει τα παιδιά της, αφού ο κατηγορούμενος φύλαγε τα δικά του λεφτά, χωρίς να τα ξοδεύει προς όφελος της οικογένειας. Επεξήγησε πως όταν μπήκε στο δωμάτιό της την επίδικη μέρα βρήκε την μπαλκονόπορτα παραβιασμένη. Ανοικτή ήταν και η πόρτα του ερμαριού, όπου βρίσκονταν τα λεφτά. Κατάλαβε ότι είναι ο σύζυγός της που διέρρηξε και έκλεψε τα συγκεκριμένα αντικείμενα, αφενός διότι ήξερε πού φυλάει τα λεφτά της, αφού και ο ίδιος χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο και αφετέρου διότι τίποτα άλλο δεν κλάπηκε από το δωμάτιο, ούτε ήταν σπασμένη η εξώπορτα του σπιτιού. Όπως της είπαν τα παιδιά της, που ήταν παρόντα κατά τη διάρρηξη, ο κατηγορούμενος κέρδισε είσοδο στο υπνοδωμάτιο από το κοινό μπαλκόνι του υπνοδωματίου της κόρης τους και της παραπονούμενης, μέσω της μπαλκονόπορτας. Ήθελε κατσαβίδι για να παραβιάσει την μπαλκονόπορτα, ο γιος τους αρνήθηκε να τον βοηθήσει, ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε και ο γιος τους έφυγε από το μέρος. Η παραπονούμενη είπε πως άντεξε την κακοποίηση από τον κατηγορούμενο ώσπου μεγάλωσαν τα παιδιά της, αλλά μετά δεν άντεχε άλλο. Όταν τον κατάγγειλε για ξυλοδαρμό, αυτός πήγε στην Αστυνομία να καταγγείλει ότι και αυτή τον χτύπησε, ώστε να υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές. Ακόμα και σε σχέση με την κλοπή της κατηγορίας 2 την απείλησε πως θα πει στην Αστυνομία ότι εκείνη έκλεψε. Παρόλο που την πίεσε με διάφορους τρόπους, είπε πως ποτέ δεν θα απέσυρνε το παράπονό της στην παρούσα υπόθεση, διότι αν γινόταν αυτό θα έμπαινε μέσα στο σπίτι όποτε ήθελε. Η παραπονούμενη είπε πως ο κατηγορούμενος πιστεύει πως αυτά που κάνει είναι έξυπνα πράγματα και τα έμαθε και στα παιδιά, είπε. Κέρδισε είσοδο από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου της, ανοίγοντας το μονόφυλλο συρόμενο αλουμινένιο παράθυρο αυτού. Παράθυρο και μπαλκονόπορτα ήταν κλειστά πριν φύγει. Στη μπαλκονόπορτα υπήρχαν σημάδια από κατσαβίδι. Τόσο η κόρη της, όσο και ο γιος της, της επιβεβαίωσαν πως ο πατέρας τους κέρδισε είσοδο στο κλειδωμένο υπνοδωμάτιό της μέσω του παραθύρου και του μπαλκονιού και χρησιμοποιώντας κατσαβίδι. Κατά τον επίδικο χρόνο, η παραπονούμενη δεν είχε τη φύλαξη των παιδιών. Τα είχε ο κατηγορούμενος μαζί του. Μόνο μετά την έκδοση του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20/12/2016, που ανέθετε τη φύλαξη και φροντίδα των τότε ανήλικων τέκνων τους, ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ, είχε τη φύλαξη των παιδιών η παραπονούμενη. Τα πιο πάνω επιβεβαίωσε και ο κατηγορούμενος στη δική του μαρτυρία. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε καν τι μισθό έπαιρνε ο σύζυγός της, αφού αυτός φύλαγε όλα τα λεφτά του, ενώ η ίδια αναλάμβανε όλα τα έξοδα στο σπίτι, αφού μέχρι και το 2013 δούλευε. Του απέδωσε ψεύδη προς αποκόμιση ίδιου οφέλους: ότι, δηλαδή, μέχρι σήμερα έχει όλα τα λεφτά του εκτός Κύπρου για να μπορεί να παίρνει βοήθεια από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πηγαίνει στα κατεχόμενα και παίζει στα καζίνο. Πάντως το δικό του δωμάτιο, στο επίδικο σπίτι, είναι μέχρι σήμερα κλειδωμένο, παρόλο που πήρε όλα τα πράγματά του από μέσα και δεν διαμένει πια εκεί. Αντεξεταζόμενη, δεν κλονίστηκε. Αντιθέτως έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για την εκδοχή της. Εξήγησε πως ο κατηγορούμενος έφτανε σε σημεία παραλογισμού, αφού έπαιρνε τα εξαρτήματα από διάφορες οικιακές συσκευές, ώστε να μην μπορεί να τις χρησιμοποιήσει, όπως για παράδειγμα τη λεπίδα του μίξερ ή την πόρτα της κατάψυξης. Η ίδια είπε πως μέχρι και το 2013 που δούλευε πλήρωνε τη δόση του οικιστικού δανείου, τα έξοδα του σπιτιού και των παιδιών, όχι μόνο από δικά της χρήματα, αλλά διότι τη βοηθούσε οικονομικά και η εκκλησία της. Είναι Χριστιανή κόπτης. Επέμενε πως όταν έδωσε την πρώτη κατάθεσή της, ημερομηνίας 31/05/2015, είπε στον αστυνομικό ότι υποψιάζεται τον σύζυγό της, αλλά αυτός δεν το κατέγραψε στην κατάθεσή της, κάτι το οποίο ο ΜΚ2 αργότερα επιβεβαίωσε. Η παραπονούμενη δέχθηκε πως μετά που αποχώρησε το 2013 από τον Ορφανίδη, λόγω των οικονομικών προβλημάτων και του ξυλοδαρμού που υπέστη από τον Κατηγορούμενο (προς απόδειξη του οποίου κατάθεσε τη φωτογραφία, Τεκμήριο 12, όπου φαίνεται ένας μώλωπας στο δεξί της μπράτσο), διαγνώστηκε με κατάθλιψη, την οποία με φαρμακευτική αγωγή και ψυχολογική στήριξη από επαγγελματία υγείας ξεπέρασε μέχρι και το
  2. Αρνήθηκε ότι έκανε πρόταση στον σύζυγό της να του δώσει €12.000 ευρώ για να αποσύρει την παρούσα καταγγελία και να γράψει το δικό του μισό μερίδιο στα παιδιά τους. Κατηγορήθηκε από την Υπεράσπιση πως χρησιμοποίησε το όνομα του κατηγορούμενου, ώστε η μητέρα της να λαμβάνει ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ενώ δεν το δικαιούταν, κάτι το οποίο αρνήθηκε πεισματικά. Αντίκρισα τη μαρτυρία της παραπονούμενης με επιφύλαξη, ακριβώς λόγω της τοξικής της σχέσης με τον κατηγορούμενο, κάτι το οποίο θέτει, θεωρητικά, το κίνητρό της υπό αμφισβήτηση. Όμως η παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας της και η συνοχή της εκδοχής της με έπεισαν για τα λεγόμενά της. Δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και υποστήριξε τα λεγόμενά της στην κατάθεσή της πειστικά, δίδοντας περισσότερες λεπτομέρειες και επεξηγώντας, όπου χρειαζόταν, περαιτέρω. Κρίνω, λοιπόν, την παραπονούμενη ως απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρα και θεωρώ πως αν βασιστώ στη μαρτυρία της θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή, για την υπόθεση, συμπεράσματα. Ο Αστυνομικός XXXXX, Σ. Χριστοδούλου, του ΤΑΕ Λευκωσίας, εξήγησε πως μετέβηκε στη σκηνή της διάρρηξης και διαπίστωσε ότι οι άγνωστοι, μέχρι τότε, δράστες, πέτυχαν είσοδο και έξοδο παραβιάζοντας το μονόφυλλο αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο του υπνοδωματίου της πιθανόν με αιχμηρό αντικείμενο. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον οποίο αργότερα κατηγόρησε γραπτώς, αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Επιβεβαίωσε τη θέση της παραπονούμενη, πως στις 31/05/2015, κατά τη λήψη της κατάθεσής της, του είπε προφορικά ότι είχε υποψίες εναντίον του συζύγου της, όμως δεν είχε αποδεικτικά στοιχεία. ''Απλώς εγώ στην κατάθεση δεν το έγραψα καθαρά, εντάξει.'' απάντησε σε σχετική ερώτηση. Πρόσθεσε, όμως, πως μέσα από τη συμπληρωματική κατάθεσή της προκύπτουν ξεκάθαρα υποψίες εναντίον του άνδρα της, κάτι το οποίο ευσταθεί. Εν πάση περιπτώσει, ανέφερε, πως η ομολογία του κατηγορούμενου στη δική του κατάθεση ήταν επαρκής ώστε να τον κατηγορήσει. Αφού υπήρχε παραδοχή του κατηγορούμενου πως εισήλθε στο κλειδωμένο δωμάτιο της παραπονούμενης και οι υποψίες της παραπονούμενης στρέφονταν εναντίον του σε σχέση με την κλοπή, εισηγήθηκε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Επιβεβαίωσε τη θέση της παραπονούμενης, ότι είχαν μεταξύ τους προβλήματα και πήγαιναν αμφότεροι να καταγγείλουν τον άλλο στην Αστυνομία, αφού είπε ότι όταν είδε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο ήταν στα πλαίσια άλλης υπόθεσης και πήγε στον σταθμό μαζί με τον δικηγόρο του. Δεν θυμάται να του αναφέρθηκε πώς τα δύο παιδιά ήταν παρόντα κατά τον χρόνο της διάρρηξης. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει για την κλοπή των μετρητών και την αξία της χρυσής καδένας παραδέχθηκε πως είναι η προφορική μαρτυρία της παραπονούμενης στην κατάθεσή της, χωρίς να παρουσιαστούν αποδείξεις ή άλλα έγγραφα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, ο ΜΚ2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να παραποιήσει την πραγματικότητα και ήταν ο μόνο ανεξάρτητος, από τα επίδικα γεγονότα, μάρτυρας που μαρτύρησε ενώπιον. Ακόμα και όταν χρειάστηκε να παραδεχτεί πως η παραπονούμενη του ανέφερε προφορικά τις υποψίες της για τον σύζυγό της και πως ο ίδιος δεν τις έγραψε στην κατάθεσή της, το έπραξε, ενώ αυτό θα μπορούσε δυνητικά να αποβεί εναντίον του. Βρίσκω πως ήταν ειλικρινής με το Δικαστήριο, πως μαρτύρησε καθηκόντως για τις ενέργειες του στην υπόθεση και πως οι εξετάσεις που διενήργησε υποβοήθησαν στην εξιχνίαση των αδικημάτων. Συμφωνώ επίσης με την άποψή του πως η ομολογία του κατηγορούμενου και η έκφραση υποψιών εναντίον του για την κλοπή, ήταν επαρκείς για να τον κατηγορήσει. Ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση, Τεκμήριο 5, εξήγησε πως παρόλο που συζούσε με την εν διαστάσει σύζυγό του κατά τον επίδικο χρόνο είχαν πολλές διαφορές. Έμεναν σε ξεχωριστά δωμάτια, τα οποία κλείδωναν. Εδώ και δύο χρόνια έχουν προβλήματα με εκατέρωθεν καταγγελίες στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Στις 18/03/2015 η παραπονούμενη εξέδωσε εναντίον του διάταγμα απομάκρυνσης από την οικογενειακή οικία, το οποίο προσέβαλε και τελικά ακυρώθηκε. Όταν επέστρεψε στην οικία, μετά το Πάσχα του 2015, βρήκε πολλές ηλεκτρικές συσκευές του σπιτιού να λείπουν. Ήταν πράγματα που αγόρασε ο ίδιος, είπε, και όταν την ρώτησε πού είναι, του είπε ότι τα αγόρασε αυτή και πως δεν θα του τα έδινε πίσω. Την επίδικη μέρα, όταν κατάλαβε πως η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι, αποφάσισε να μπει στο δωμάτιό της, το οποίο είχε κλειδωμένο, για να δει αν τα πράγματα που έλειπαν ήταν στο δωμάτιό της. Για να κερδίσει είσοδο στο δωμάτιό της βγήκε από το παράθυρο του υπνοδωματίου της κόρης τους, ΧΧΧΧΧ, στο κοινό μπαλκόνι που είχε με το υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης και αφού τράβηξε προς τα πίσω το γυαλί του υπνοδωματίου της μπήκε μέσα. Αφού μπήκε, έλεγξε με τα μάτια του τον χώρο, δεν βρήκε κάτι, σήκωσε το στρώμα του κρεβατιού πάνω, χωρίς αποτέλεσμα και έτσι βγήκε από το υπνοδωμάτιο τραβώντας το γυαλί της πόρτας και κλείνοντάς το. Δεν έκλεψε οτιδήποτε από το δωμάτιο της γυναίκας του. Ισχυρίστηκε πως 6 μήνες μετά την αποχώρησή της από τον Ορφανίδη έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή, διότι δεν αισθανόταν καλά στην υγεία της. Δεν είχε κατά τον επίδικο χρόνο καμία σχέση με τα παιδιά και ούτε αυτά μαζί της. Ο ίδιος είχε την πλήρη ευθύνη και φροντίδα τους. Επιβεβαίωσε πάντως στην κατάθεσή του τη θέση της παραπονούμενης πως μετά την αποχώρησή της από τον Ορφανίδη και για περίπου 2 χρόνια έπασχε από κατάθλιψη και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Αρνήθηκε, αντεξεταζόμενος, ότι χτύπησε οποτεδήποτε την παραπονούμενη λέγοντας: ''τη συγκεκριμένη μέρα με χτύπησε και έτρεξε και έκλεισε την πόρτα γρήγορα. Η ίδια χτύπησε κάπου μόνη της στην πόρτα.'' Όταν του υποβλήθηκε πως χτυπούσε την παραπονούμενη και αυτοτραυματιζόταν ώστε να μπορεί να έχει δικαιολογία στην Αστυνομία, είπε πως αυτά είναι τα λεγόμενα της ίδιας και όχι η πραγματικότητα. Οι ανακολουθίες του κατηγορούμενου άρχισαν από την ίδια την κατάθεσή του. Ποίος ο λόγος να σηκώσει το στρώμα του κρεβατιού της παραπονούμενης, εάν το μόνο που έψαχνε ήταν ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα ή τρόφιμα, όπως ισχυρίστηκε; Προσπαθώντας να πείσει, στην κυρίως εξέτασή του στο Δικαστήριο, πως η οικογενειακή οικία ανήκει εξ ημισείας στον ίδιο (κάτι για το οποίο δεν χρειαζόταν απόδειξη αφού ήταν αδιαμφισβήτητο μεταξύ των μερών) κατάθεσε τίτλο ιδιοκτησίας για άλλην περιουσία, δηλαδή για διαμέρισμα στη λεωφόρο Λάρνακος 38, του οποίου είναι ιδιοκτήτης μόνο κατά 1/4 μερίδιο. Ακόμα και τούτο δείχνει τη διάθεσή του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση πως ο λόγος που η παραπονούμενη υπέπεσε σε κατάθλιψη ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, η σωματική και ψυχολογική βία που ο ίδιος της ασκούσε, αντί να απαντήσει στο ερώτημα είπε, σε τρεις διαφορετικές απαντήσεις του, πως στις 16/4/2015 (ημερομηνία του Τεκμηρίου προς αναγνώριση 15) δεν πήγε μαζί της στον γιατρό και σε άλλες δύο απαντήσεις του ότι, ο ίδιος πάντοτε την έπαιρνε και την έφερνε από τον γιατρό. Οι εν λόγω απαντήσεις του είναι χαρακτηριστικές τις τάσης υπεκφυγής του. Η θέση του συμπυκνώνεται από το εξής απόσπασμα της μαρτυρίας του: ''Ένα πράγμα που θέλω να ρωτήσω και δεν κατάλαβα, στο σπίτι που διαμένω και είναι το σπίτι το δικό μου, που θεωρώ ότι είναι δικό μου, δεν μπορώ να μπω σε όποιο δωμάτιο θέλω, λόγω του ότι ήταν κλειδωμένο το δωμάτιο; Δεν είναι δικό μου σπίτι;'' Είπε και για δεύτερη φορά ''ήταν σπίτι μου, εγώ το έχτισα, δεν δικαιούμαι να ψάξω τα πράγματα της κουζίνας;'' Αρνήθηκε πεισματικά πως έκλεψε οτιδήποτε, εκτός από τον αριθμό του Wi‑Fi από το κλειδωμένο δωμάτιο της παραπονούμενης, κάτι το οποίο ουδέποτε ανέφερε στην κατάθεσή του. Είπε μάλιστα ότι, τον σταυρό που ισχυρίζεται η παραπονούμενη πως κλάπηκε τον φοράει η μητέρα της μέχρι και σήμερα, κάτι το οποίο ουδέποτε ανέφερε στην κατάθεσή του και ουδέποτε υπεβλήθη στην παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της για να μπορεί να απαντήσει. Ισχυρίστηκε πως όταν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία για αυτήν την υπόθεση, ο αστυνομικός του είπε ''ξέρω πως δεν είναι αλήθεια πως έκλεψες'', κάτι το οποίο ουδέποτε υπεβλήθη στον ΜΚ2, ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί. Ο κατηγορούμενος μου άφησε κάκιστη εντύπωση. Προσπάθησε μέσω βολής κατά του χαρακτήρα της παραπονούμενης και υπογράμμισης του δικού του καλού χαρακτήρα να ακυρώσει τα λεγόμενά της. Έδωσε για σχεδόν όλα τα θέματα που μαρτύρησε η παραπονούμενη διαφορετική εκδοχή, εκτός από την ομολογία του πως μπήκε στο κλειδωμένο της δωμάτιο μέσω του μπαλκονιού και του κλειδωμένου παραθύρου. Φαίνεται πως τα προβλήματα και οι διαφορές που είχε με την παραπονούμενη καθοδήγησαν τη μαρτυρία του, η οποία ήταν ως αναφέρω πιο πάνω, σε πολλά σημεία της, αψυχολόγητη και κατά την κρίση μου, όχι μόνο ανειλικρινής αλλά και υποκινούμενη από προσωπικό συμφέρον. Αλγεινή εντύπωση για την αξιοπιστία του προκαλεί και το ότι, ουδέποτε έδωσε εξήγηση ως προς το πώς βρέθηκαν προσωπικά έγγραφα της παραπονούμενης στην κατοχή του, ήτοι τα 3 έντυπα των κοινωνικών ασφαλίσεων της παραπονούμενης για χορήγηση επιδόματος ασθένειας στο Τεκμήριο 8, με ημερομηνία 19/01/2015 (ημερομηνία κατά την οποία ήταν ήδη σε διάσταση), αφού προηγουμένως είχε πει πως τα προσωπικά της αντικείμενα ήταν κλειδωμένα μαζί της στο δωμάτιό της. Ενώ ήταν πανέτοιμος με έγγραφα να κατηγορήσει την παραπονούμενη, εν τούτοις τα έγγραφα που επιβεβαίωναν τα δικά του λεγόμενα, ουδέποτε τα παρουσίασε στο Δικαστήριο. Δεν παρουσίασε ούτε πληρωμές για τη δόση του οικιστικού δανείου, ούτε οποιεσδήποτε αποδείξεις για τα σχολεία ή ιδιαίτερα που πλήρωνε, όπως είπε, για τα παιδιά, ούτε απόδειξη μισθού ή Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον ίδιο. Παρουσίασε μόνο, κρίνω υστερόβουλα και σε μία προσπάθειά να δείξει τον καλό του χαρακτήρα, συστατική επιστολή από τις εκάστοτε εργασίες του (βλέπε Τεκμήριο 11.1 και 11.2). Προσπάθησε να παγιδεύσει το Δικαστήριο σε μία αρένα εντυπώσεων. Είπε ότι, όταν η σύζυγός του ήταν άρρωστη μεταξύ του 2013 και του 2015, ο ίδιος φρόντιζε τα παιδιά και την πεθερά του ταυτόχρονα, ενώ η παραπονούμενη έβγαινε από το δωμάτιό της το βράδυ, φώναζε και εξύβριζε, τον χτύπησε και μετά πήγε στην Αστυνομία να τον καταγγείλει. Απέδωσε την παρούσα καταγγελία της στο ότι, όταν επέστρεψε στο σπίτι μετά την ακύρωση του διατάγματος απομάκρυνσής του, αυτή του είπε ''θα σε καταστρέψω'', χωρίς να πείσει για τα λεγόμενά του. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της, εκτός από την παραδοχή του στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 5, περί εισόδου στο κλειδωμένο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης μέσω του μπαλκονιού και παραθύρου αυτού. Γ. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης προβαίνω στα εξής ευρήματα: Ο κατηγορούμενος την επίδικη μέρα πέτυχε είσοδο στο κλειδωμένο δωμάτιο της παραπονούμενης στην οικία στην οποία διέμεναν μαζί, αλλά σε ξεχωριστά δωμάτια, στην οδό ΧΧΧΧΧ στο Καϊμακλί, παραβιάζοντας το μονόφυλλο αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο του υπνοδωματίου της με κατσαβίδι. Η δίοδος πρόσβασής του στο εν λόγω παράθυρο, που βρίσκεται σε όροφο, ήταν μέσω κοινού μπαλκονιού που είχε το δωμάτιο της παραπονούμενης με το δωμάτιο της κόρης του ζευγαριού. Ο κατηγορούμενος πέτυχε έξοδο με τον ίδιο τρόπο. Η παραπονούμενη κλείδωσε το παράθυρό πριν φύγει το πρωί περί τις 09:00 ενώ όταν επέστρεψε περί τις 14:30 το βρήκε ανοικτό. Πριν την είσοδο του Κατηγορούμενου στο δωμάτιο της παραπονούμενης, υπήρχαν σε ζακέτα στο ερμάρι του υπνοδωματίου της παραπονούμενης €500 σε μετρητά, που της τα έδωσε η ηλικιωμένη μητέρα της και μία χρυσή καδένα με τον εσταυρωμένο αξίας €
  3. Μετά την είσοδο του κατηγορούμενου δεν βρίσκονταν στη θέση τους. Η πιο πάνω περιουσία ποτέ δεν ανευρέθηκε από την Αστυνομία. Η κλειδωμένη πόρτα του υπνοδωματίου της παραπονούμενης και η εξώπορτα του σπιτιού δεν ήταν παραβιασμένες και τίποτε άλλο δεν είχε κλαπεί από το σπίτι. Δ. Νομική πτυχή Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Εντούτοις, η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής (Βλ. Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 25/14, απόφ. ημερ. 20/9/2018, Rex v. Dickman
(1910)5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions
(1947)2 All E.R. 372). Δ.
  1. Διάρρηξη (1η κατηγορία) Σύμφωνα με το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο [...] το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων [...] με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό [...] είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Και σύμφωνα με το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικα: «
  2. Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο.» Στη βάση των πιο πάνω προνοιών, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της διάρρηξης κατοικίας είναι:
  3. Η διάρρηξη κτιρίου, ή μέρος αυτού, που διαπράττεται με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 291,
  4. η είσοδος σε αυτό,
  5. το εν λόγω κτίριο να χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων, και
  6. τα πιο πάνω να γίνονται με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Δια της κατάθεσής του ο κατηγορούμενος παραδέχεται τα συστατικά στοιχεία 1-3 πιο πάνω, αλλά σε σχέση με το τέταρτο πιο πάνω στοιχείο, ο κατηγορούμενος λέει στην κατάθεσή του πως μπήκε στο δωμάτιο με σκοπό να δει, αν τα πράγματα που έλειπαν από το σπίτι, δηλαδή ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα και τρόφιμα, ήταν στο δωμάτιο της παραπονούμενης. Σημαντικό είναι να λεχθεί πως, αναφέρει επίσης στην κατάθεσή του πως η κυριότητα των αντικειμένων αυτών αμφισβητήθηκε από την παραπονούμενη, η οποία ισχυριζόταν πως αυτά ήταν δικά της. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2018, σελ. 2431, παρ. 21-119, όταν κάποιος διαρρήχνει κτίριο με σκοπό να κλέψει, δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι προτίθεται να κλέψει μόνο εάν βρει κάτι το οποίο θεωρεί άξιο κλοπής, ούτε αποτελεί υπεράσπιση ότι στο διαρρηχθέν κτίριο δεν υπάρχει οτιδήποτε που δύναται να κλαπεί (βλ. R. v. Walkington, 68 Cr. App. R. 427 CA; Att.-Gen.'s References (Nos 1 and 2 od 1979) [1980] Q.B. 180, CA). Επομένως, ακόμα και αν γινόταν δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος κέρδισε είσοδο στο δωμάτιο της παραπονούμενης με σκοπό να κλέψει τις ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα και τρόφιμα που αναφέρει στην κατάθεσή του, το 4ο συστατικό στοιχείο, πιο πάνω, θα πληρείτο. Σημαντική, ως προς το ζητούμενο, είναι η πρόθεση της διάπραξης κακουργήματος και όχι, απαραίτητα, η πραγμάτωσή της. Η ουσιαστική όμως θέση της Υπεράσπισης, ενώπιον μου, ήταν ότι δεν νοείται να θεωρηθεί πως ο κατηγορούμενος διέρρηξε το ίδιο του το σπίτι. Το θέμα, έχει κριθεί, στην αγγλική νομολογία με αναφορά στην ανυπαρξία δικαιώματος παρουσίας στο μέρος όπου ο κατηγορούμενος κερδίζει είσοδο (η έννοια του «επεμβασία»- "trespasser" στο λεκτικό του άρθρου 9
(1)(b) του αγγλικού Theft Act 1968[1]). Ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα παρουσίας σε κτίριο και καθίσταται επεμβασίας, όταν ο κάτοχος του κτιρίου δεν συναίνεσε στην παρουσία του αυτή. Στην R v. Jones(John); R v Smith (Christopher) [1976] 3 All ER 54, τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο ο γιος του κατόχου του σπιτιού, ο οποίος κέρδισε είσοδο στο σπίτι του πατέρα του μαζί με άλλο συνεργό του και έκλεψαν δύο τηλεοράσεις, διέπραξε διάρρηξη, με δεδομένο ότι ο πατέρας του τον είχε εξουσιοδοτήσει να εισέρχεται στο σπίτι του όποτε θέλει. Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε πως πρόσωπο ήταν επεμβασίας για σκοπούς του άρθρου 9
(1)(b) του αγγλικού Theft Act 1968, εάν έμπαινε σε κτίριο γνωρίζοντας πως ο σκοπός για τον οποίο έμπαινε υπερέβαινε της εξουσιοδότησης που είχε από τον κάτοχο αυτού ή αδιαφορώντας για το αν η είσοδός του υπερέβαινε τέτοιας εξουσιοδότησης, νοουμένου ότι ήταν γνώστης συγκεκριμένων γεγονότων που θα του επέτρεπαν να αντιληφθεί ότι ενεργούσε καθ΄υπέρβαση της εξουσιοδότησής του. Η αγγλική προσέγγιση είναι καθοδηγητική στην παρούσα περίπτωση. Ο εν προκειμένω κατηγορούμενος ήξερε πως η παραπονούμενη δεν του επέτρεπε να εισέρχεται στο δωμάτιό της. Γι΄αυτό ήταν, άλλωστε, κλειδωμένο. Εξάλλου, εάν του επιτρεπόταν η είσοδος δεν θα χρειαζόταν να μπει από το παράθυρο. Αυτά είναι αρκετά για να καταδείξουν πως ο κατηγορούμενος μπήκε στο δωμάτιο της παραπονούμενης χωρίς εξουσιοδότηση προς τούτο και γνωρίζοντας πως δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση. Έτσι, με γνώμονα την ήδη πλήρωση των συστατικών στοιχείων του άρθρου 292(α), διέπραξε το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας προς διάπραξη κακουργήματος. Είναι άσχετο για τους σκοπούς της παρούσας ότι το σπίτι άνηκε και στους δύο εξ αδιαιρέτου. Το σχετικό στοιχείο, εν προκειμένω, ήταν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κατά την ώρα της διάρρηξης ότι, δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από την παραπονούμενη να εισέλθει στο δωμάτιό της, του οποίου ήταν η μόνη κάτοχος. Κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο στην 1η κατηγορία. Δ.
  1. Κλοπή (2η κατηγορία) Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, το οποίο προβλέπεται από τα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή περιουσίας ή να αποκόμισε περιουσία,
  3. χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
  4. ενεργώντας με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη,
  5. η περιουσία να δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο που δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της. Η φράση «με δόλιο τρόπο» (που αποδίδεται στο αγγλικό αρχικό κείμενο του Ποινικού Κώδικα με τη λέξη «fraudulently») σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως και αποτελεί την αναγκαία ένοχη διάνοια (mens rea) ώστε να συντελεστεί το αδίκημα (βλ. Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174 Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486). Η πρόθεση δεν είναι συνήθως δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα προκύπτει ως συμπέρασμα μέσα από τα παρουσιαζόμενα στο Δικαστήριο γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του (βλ. Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010) ή όταν ενεργεί με αδιαφορία ως προς τις φυσιολογικές συνέπειες των πράξεών του (recklessly). Κρίνω, πως η μαρτυρία που έχω ενώπιον μου, παρόλο που δεν είναι άμεση, αλλά, αμιγώς περιστατική, είναι αρκετή ώστε να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για τη 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος, αλλά δεν είναι άμεση μαρτυρία. Τα σκόρπια ή φαινομενικά ασύνδετα μέρη της μαρτυρίας μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα, όταν ιδωθούν ως σύνολο, που να εδραιώσουν με ακαταμάχητη πειστικότητα την καταδίκη. Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία, διότι τείνει να αποκλείσει το ανθρώπινο λάθος που μπορεί να παρεισφρήσει σε άμεση μαρτυρία. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη, μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του κατηγορουμένου. Πρέπει, δηλαδή, να είναι τέτοια που στο σύνολό της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης και να μην είναι συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων. (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. the Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Παφίτης κ.α ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 102, 119-120, Σωτήρης Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485). Εν προκειμένω παρουσιάζονται τα εξής στοιχεία, που συνθέτουν ένα αδιάσπαστο και αρραγές σύνολο, από το οποίο μόνο το συμπέρασμα της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενοχής του κατηγορούμενου στο αδίκημα της κλοπής μπορεί να προκύψει. Είναι τα εξής: - Η ομολογία του κατηγορούμενου στην κατάθεσή του ότι κέρδισε είσοδο στο κλειδωμένο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης μέσω του μπαλκονιού και παραθύρου αυτού. - Η αξιόπιστη θέση της παραπονούμενης πως τα €500 και η χρυσή καδένα βρίσκονταν κρυμμένα στη τζέπη ζακέτας της στο ντουλάπι πριν τη διάρρηξη, αλλά δεν βρίσκονταν εκεί μετά τη διάρρηξη. - Ο κατηγορούμενος ως εν διαστάσει σύζυγός της, με τον οποίο είχε αποκτήσει 3 παιδιά, και με τον οποίο διέμενε στο ίδιο σπίτι παρόλο που ήταν σε διάσταση, γνώριζε που έβαζε τα λεφτά της και τα πολύτιμά της αντικείμενα. Εξάλλου και ο ίδιος χρησιμοποιούσε την ίδια μέθοδο. - Η παραπονούμενη είχε κλειδώσει το παράθυρο του δωματίου της πριν φύγει το πρωί, ενώ όταν εισήλθε σε αυτό το απόγευμα, βρήκε το παράθυρο ανοικτό. - Ουδείς άλλος μπήκε στο σπίτι κατά τον επίδικο χρόνο, διότι η κλειδωμένη πόρτα του υπνοδωματίου της παραπονούμενης παρέμεινε κλειδωμένη, η εξώπορτα του σπιτιού δεν ήταν παραβιασμένη και τίποτε άλλο δεν είχε κλαπεί από το σπίτι. Το ότι το γενετικό υλικό και δακτυλικά αποτυπώματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο δεν συνδέθηκαν, κατόπιν των νενομισμένων εξετάσεων, με μαρτυρία που λήφθηκε από τη σκηνή του αδικήματος, δεν αποτελεί, από μόνο του, τροχοπέδη στην επάρκεια της προαναφερθείσας περιστατικής μαρτυρίας για σκοπούς καταδίκης (βλ. Χατζηπέτρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 123 και Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 662). Στη βάση των πιο πάνω συστατικών στοιχείων και των ευρημάτων του δικαστηρίου, ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε, σκόπιμα και εκ προθέσεως, €500 και μία χρυσή καδένα με τον εσταυρωμένο αξίας €200, περιουσία η οποία δύνατο να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και δεν ήταν δική του, χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης και με πρόθεση να την αποστερήσει μόνιμα από αυτή. Ε. Κατάληξη Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "
(1)A person is guilty of burglary if— (a) [.....], or (b)having entered any building or part of a building as a trespasser he steals or attempts to steal anything in the building or that part of it or inflicts or attempts to inflict on any person therein any grievous bodily harm." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.