← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μουζακίτη, Αρ. Υπόθεσης 23825 /18, 29/6/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μουζακίτη, Αρ. Υπόθεσης 23825 /18, 29/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 23825 /18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Μουζακίτη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Aρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τoν Κατηγορούμενo : κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενος : Παρών. Ενδιάμεση Απόφαση (Δίκη εντός Δίκης) Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η Δίκη εντός Δίκης που διατάχθηκε στα πλαίσια της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων μία κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 21.1.2020, επιχειρήθηκε η κατάθεση της έκθεσης εξέτασης, ημερομηνίας 5.7.

  1. Η εν λόγω έκθεση εξέτασης αφορούσε ανάλυση δείγματος σάλιου, το οποίο λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο, με σκοπό τυχόν ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών. Η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση στην κατάθεση της εν λόγω εξέτασης για τον λόγο ότι η λήψη δείγματος σάλιου από τον Κατηγορούμενο έγινε κατά παράβαση των άρθρων 11 του Νόμου 174 του 86 και του άρθρου 11 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο, αφού καθόρισε το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης με βάση τις δηλώσεις των συνηγόρων, προχώρησε με τη διαδικασία της Δίκης εντός Δίκης. Μαρτυρία Πρώτη μάρτυρας στη Δίκη εντός Δίκης ήταν η αστυφύλακας XXXXX XXXXX Καψούλη, ως ΜΚ
  2. Η μάρτυρας κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στις ενέργειες τις οποίες προέβη όταν παρέλαβε τα δείγματα σάλιου και τα παρέδωσε στον αστυφύλακα XXXXX για να τα μεταφέρει στο Κρατικό Χημείο. Δήλωσε επίσης ότι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο διευθετήθηκε ιατροδικαστική εξέταση για παράπονο σε σχέση με επίθεση που δέχτηκε από αστυνομικούς. Η ιατροδικαστική εξέταση θα λάμβανε χώρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από τους επί καθήκοντι αστυνομικούς. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν λήφθηκε οποιαδήποτε συγκατάθεση από ιατρό για τη λήψη δειγμάτων σάλιου από τον Κατηγορούμενο. Επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας λόγω παραπόνου για επίθεση από αστυνομικούς και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για να διενεργηθεί ιατροδικαστική εξέταση. Δήλωσε ότι η ίδια δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος υπέστη όντως οποιονδήποτε τραυματισμό. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Παπαδόπουλος, ο οποίος κατάθεσε την κατάθεσή του ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Ο ΜΚ 2 αναφέρθηκε στις ενέργειες που αφορούν τη μεταφορά Τεκμηρίων στο Κρατικό Χημείο. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 1, έγγραφο με τίτλο αντικείμενα προς εξέταση, στο οποίο βρίσκεται επισυνημμένη η υπό ένσταση έκθεση εξέτασης. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία εξέφρασε παράπονο ότι χτυπήθηκε από μέλος της Αστυνομίας και ως εκ τούτου μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ιατροδικαστής XXXXX Χαραλάμπους, ο οποίος κατάθεσε την ιατροδικαστική έκθεσή του ως Τεκμήριο 2 στη διαδικασία. Σε αυτή κατέγραψε τα ευρήματά του. Επιπρόσθετα, κατέγραψε ότι ήδη είχε γίνει έλεγχο νάρκοτεστ. Προσδιόρισε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σε καλή κατάσταση και μπορούσε να επικοινωνήσει. Τον ρώτησε, επίσης, αν ήταν διατεθειμένος να δώσει δείγματα για τοξικολογικές εξετάσεις και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι ο ρόλος του ήταν να εξετάσει τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου του για κακοποίηση. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του απαρίθμησε ποιά από τα ευρήματά του δεν αφορούσαν παλιούς τραυματισμούς. Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν ήταν ο έχων την επίβλεψη του Κατηγορούμενου γιατρός και ότι τον ίδιο αφορά μόνον το ιατροδικαστικό κομμάτι. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι τον Κατηγορούμενο τον είδε στον χώρο των Πρώτων Βοηθειών. Εξήγησε ότι στον χώρο των Πρώτων Βοηθειών υπάρχει ένα μικρό γραφείο που χρησιμοποιεί η Αστυνομία είτε για καταθέσεις, είτε για συγκαταθέσεις, είτε και για ιατροδικαστικές εξετάσεις, εντός όμως του χώρου του νοσοκομείου. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν ο Κατηγορούμενος χρειαζόταν οποιεσδήποτε περαιτέρω εξετάσεις. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Γιάγκου, ως ΜΚ
  3. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι ήταν το πρόσωπο, το οποίο προέβη στο νάρκοτεστ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. Εν σχέσει με την κατάστασή του, δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μια χαρά και ο ίδιος δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε τραύμα. Προέβη σε έλεγχο αλκοτέστ πρώτα και ακολούθως σε έλεγχο νάρκωτεστ. Ο Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε να προβεί ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Δήλωσε ότι η λήψη δείγματος έγινε σε μια αίθουσα στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν ζήτησε συγκατάθεση από γιατρό, γιατί δεν γνώριζε ότι υπήρχε θέμα περίθαλψης του Κατηγορουμένου στο νοσοκομείο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Τρύφωνος, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών, ως ΜΚ
  4. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 ημερολόγιο παραπόνων και ημερολόγιο ενεργείας αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει προσωπικά τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ως ΜΥ
  5. Ο Κατηγορούμενος κατάθεσε σχετική γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι ο ίδιος αρνήθηκε να δώσει δείγμα σάλιου για έλεγχο νάρκοτεστ. Επίσης, προς υπεράσπιση του Κατηγορούμενου κλήθηκε η XXXXX Χριστοδούλου Ττόφα, ως ΜΥ
  6. Η ΜΥ2 είναι γιατρός και την επίδικη περίοδο εργαζόταν στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η ΜΥ2 κατάθεσε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 4 φύλλα χαρτιού, η οποία αποτελείται από βεβαιώσεις του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ως Τεκμήριο
  7. Δήλωσε ότι η ίδια δεν θυμάται τον Κατηγορούμενο. Προσδιόρισε ότι η ίδια είδε τον Κατηγορούμενο περί η ώρα 01:
  8. Εξήγησε ότι έδωσε συγκεκριμένα αντιφλεγμονώδη παυσίπονα στον Κατηγορούμενο διότι προηγήθηκε ακτινογραφία, η οποία παρουσίαζε ευθειασμό του αυχένα. Στο Τεκμήριο 5 καταγράφεται ότι η ίδια διέγνωσε θλάση αυχένα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος προσήλθε με συνοδεία Αστυνομίας στο νοσοκομείο. Κατά την αντεξέτασή της δέχτηκε ότι το επίπεδο συνείδησης του Κατηγορούμενου ήταν καλό. Αξιολόγηση Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η Δίκη εντός Δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία και κρίνεται σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο, κρίνει μόνο τα επίδικα ζητήματα της Δίκης εντός Δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι απολύτως απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη Δίκη εντός Δίκης θέματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη

(1997)2 ΑΑΔ 177, Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 169 και Πετρή v. Αστυνομίας
(1968)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, επίδικο ήταν το κατά πόσο το υπό ένσταση στοιχείο μαρτυρίας λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 11 του Νόμου 174 του
  2. Επομένως, η αξιολόγηση θα περιοριστεί μόνο σε σχέση με το επίδικο ζήτημα. Σε σχέση με τη ΜΚ.1 παρατηρώ ότι ήταν τυπική μάρτυρας και η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ.2, παρατηρώ ότι η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΚ.3 ήταν σαφής ως προς τον χώρο που εξέτασε τον Κατηγορούμενο καθώς και την ώρα που το έπραξε. Επίσης, ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια την ιατρική κατάσταση του Κατηγορουμένου. Τέλος η θέση του ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα για τοξικολογικές εξετάσεις και ο τελευταίος αρνήθηκε, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ως προς τον ΜΚ.4 διαπιστώνω ότι ήταν ευθύς και ειλικρινής στο ότι δεν ζήτησε να λάβει τη συγκατάθεση από ιατρό πριν προβεί στον έλεγχο νάρκοτεστ. Επίσης, η θέση του ότι έλαβε το δείγμα εντός του χώρου του Νοσοκομείου δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΚ.5 κατέθεσε το σχετικό ημερολογιακό ενεργείας και ημερολόγιο παραπόνων και η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο παρατηρώ ότι οι θέσεις του σε σχέση με τον χώρο λήψης του δείγματος σάλιου και της κατάστασης της υγείας του συνάδουν με το σύνολο της μαρτυρίας και γίνονται αποδεκτές. Επιπρόσθετα, η ώρα που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου η σχετική του θέση γίνεται αποδεκτή. Η ΜΥ2 ήταν επίσης σαφής ως προς την κατάσταση υγείας του Κατηγορουμένου και ως προς την ώρα που τον εξέτασε. Έτσι έχοντας υπόψη τα επίδικα ζητήματα στην Δίκη εντός Δικής σημειώνω τα ακόλουθα ως ευρήματα, σε σχέση με επίδικα ζητήματα : Ευρήματα Στις 9.6.2018 ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό σταθμό Λατσιών σε σχέση με διάφορα διερευνώμενα αδικήματα. Σε κάποιο στάδιο υπέβαλε ισχυρισμό περί κακοποίησής του από Αστυνομικούς. Περί τις 23:00 μεταφέρθηκε με αστυνομική συνοδεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο στον χώρο των Πρώτων Βοηθειών εντός του χώρου του Νοσοκομείου. Στις 23 : 59 λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο δείγμα σάλιου για εργαστηριακή εξέταση νάρκωτεστ. Πριν τη λήψη του δείγματος δεν αναζητήθηκε ούτε ζητήθηκε η συγκατάθεση του έχοντος την επίβλεψη του Κατηγορουμένου ιατρού. Ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από τον ιατροδικαστή μεταξύ των ωρών 00 : 40 και 01 :
  3. Κατά την ιατροδικαστική εξέταση μεταξύ άλλων διαπιστωθήκαν και πρόσφατες σωματικές βλάβες, όπως ερυθρότητα στην αυχενική μοίρα. Ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από ιατρό των Πρώτων Βοηθειών στις 01 :
  4. Η εν λόγω ιατρός διέγνωσε θλάση αυχένα και χορήγησε αντιφλεγμονώδη. Νομική Πτυχή. Στην υπό κρίση υπόθεση η ένσταση του Κατηγορουμένου, όπως προσδιορίστηκε στην αγόρευση του συνηγόρου του, έγκειτο στην παράβαση των προνοιών του Νόμου 174/
  5. Η προβολή ένστασης σε σχέση με τη νομιμότητα λήψης του δείγματος σάλιου το οποίο οδήγησε στην υπό ένσταση έκθεση εξέτασης, θέτει το βάρος απόδειξης στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τη νομιμότητα της διαδικασίας λήψης δείγματος σάλιου. Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στο κυπριακό δίκαιο υπάρχει διάκριση μεταξύ της μαρτυρίας που λαμβάνεται κατά παράβαση συνταγματικών διατάξεων και της μαρτυρίας που λαμβάνεται κατά παράβαση Νόμου. Στη περίπτωση λήψης μαρτυρίας κατά παράβαση Συνταγματικών προνοιών, ενόψει των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, έχει κριθεί ότι ο αποκλεισμός τέτοιας μαρτυρίας πρέπει να είναι αυτόματος. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147 και Στυλιανού κ.ά. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 268/15 κ.ά., ημερ. 13.12.2018. Στην απόφαση Στυλιανού (ανωτέρω) υποδείχθηκε ρητά ότι στην Κύπρο ενόψει των προνοιών των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος ακολουθείται διαφορετική προσέγγιση από την προσέγγιση του κοινού δίκαιου στο εξεταζόμενο ζήτημα. Όταν, όμως, η μαρτυρία λαμβάνεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας. Θεμελιακή, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186. Όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για εξέταση, κατόπιν παραπόνου που υπέβαλε σε σχέση με κατ΄ ισχυρισμόν βία που δέχθηκε. Σε σχέση με το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών και της λήψης δειγμάτων σάλιου για προκαταρτική ή εργαστηριακή εξέταση ναρκωτικών ουσιών σχετικό είναι το άρθρο 11 του 174/1986, το οποίο επικαλέστηκε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου. Μέρος του άρθρου 11 είναι το άρθρο 11Δ, το οποίο ρυθμίζει τη λήψη δείγματος σάλιου από πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο Νοσοκομείο για περίθαλψη. Το επίδικο άρθρο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «11∆.-
(1)∆εν επιτρέπεται να ζητηθεί από πρόσωπο το οποίο βρίσκεται για σκοπούς περίθαλψης στο νοσοκοµείο η παροχή δειγµάτων σάλιου για προκαταρκτική εξέταση ή εργαστηριακή εξέταση για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, εκτός αν ο ιατρός που έχει υπό την άµεση ιατρική παρακολούθησή του το πρόσωπο αυτό το επιτρέψει, τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι η λήψη των δειγµάτων σάλιου για προκαταρκτική εξέταση ή για εργαστηριακή εξέταση διενεργείται εντός του χώρου του νοσοκοµείου.
(2)Ιατρός ο οποίος έχει υπό την άµεση ιατρική του παρακολούθηση οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο έχει ζητηθεί δείγµα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση ή εργαστηριακή εξέταση για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, δύναται να αρνηθεί να επιτρέψει την παραχώρηση από το πρόσωπο αυτό, δείγµατος σάλιου για προκαταρκτική εξέταση ή εργαστηριακή εξέταση, µόνο αν κρίνει ότι η παραχώρηση αυτού του δείγµατος δυνατό να επηρεάσει αρνητικά τη θεραπευτική αγωγή ή την κατάσταση της υγείας του προσώπου.» Προκύπτει από το λεκτικό του Νόμου ότι για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 11Δ θα πρέπει το πρόσωπο από το οποίο ζητείται η λήψη δείγματος να βρίσκεται στο Νοσοκομείο για σκοπούς περίθαλψης. Επομένως, δεν είναι αρκετό να βρίσκεται κάποιο πρόσωπο στο Νοσοκομείο απλά, αλλά θα πρέπει να βρίσκεται εκεί για σκοπούς περίθαλψης. Συνεπώς αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί η έννοια του όρου «για σκοπούς περίθαλψης». Διαφωτιστικό επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 29η έκδοση, κεφάλαιο 4, παράγραφος 267, όπου τυγχάνει πραγμάτευσης ο παρεμφερής όρος «hospital patient». Στο εν λόγω σύγγραμμα με αναφορά στην απόφαση Askew v. DPP [1988] R.T.R. 303, καταγράφεται η θέση ότι η κρίση περί του πιο πάνω θέματος είναι ζήτημα πραγματικό. Περαιτέρω, καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «The word patient clearly includes both in-patients and out-patients in view of the definition of "hospital" above. Hospitals usually have a strict routine as to the keeping of records and once a person is admitted as a patient he will be regarded by the hospital as a patient until discharged by a doctor or by himself. .. In the Att Gen's Reference (No.1 of 1976) [1977] R.T.R. 284 it was held that where a person attended hospital to seek treatment he ceases to be a patient as soon as the treatment on the occasion of his visit is complete... Clearly the primary consideration for a court in assessing the defendant's status is the particular facts and circumstances of the case concerned » Υπό το φως των πιο πάνω εξάγεται ότι, όταν κάποιο πρόσωπο εισαχθεί στο Νοσοκομείο θεωρείται ασθενής μέχρι να του δοθεί εξιτήριο ή μέχρις ο ίδιος επιλέξει να φύγει. Επιπλέον, όταν κάποιο πρόσωπο παρουσιαστεί στο Νοσοκομείο για να λάβει θεραπεία παύει να θεωρείται ασθενής όταν λάβει αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 23 : 00, εξετάστηκε από τον Ιατροδικαστή μεταξύ των ωρών 00:40 με 01:00 και από την κλινική ιατρό στις 01:04 Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο για εξέταση στις 23 :00 και η εξέταση ολοκληρώθηκε στις 01:04 της επόμενης μέρας με τη διάγνωση θλάσης αυχένα και τη χορήγηση φαρμάκων. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι ο σκοπός για τον οποίο βρισκόταν ο Κατηγορούμενος ολοκληρώθηκε στις 01 :04 της 10ης.6.2018. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο για σκοπούς εξέτασης σε συνδυασμό με το ότι από τις εξετάσεις που υποβλήθηκε διαπιστώθηκαν συγκεκριμένες σωματικές βλάβες και χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο Νοσοκομείο για σκοπούς περίθαλψης. Κατά τη κρίση μου θα ήταν οξύμωρο κάποιο πρόσωπο να υποβάλλει παράπονο για κακοποίησή του, να μεταφέρεται στο Νοσοκομείο για εξέταση, να διαπιστώνεται συγκεκριμένος τραυματισμός, να χορηγείται φαρμακευτική αγωγή, αλλά να μην θεωρηθεί ότι βρισκόταν στο Νοσοκομείο για περίθαλψη. Το ότι κατά τον χρόνο που λήφθηκε το δείγμα σάλιου δεν είχε γίνει ακόμα η διάγνωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι η κατάσταση υγείας του Κατηγορουμένου επέβαλλε εξέταση και θεραπεία. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, από τις 23 :00 της 9ης .6.2018 μέχρι τις 01: 04 της 10ης.6.2018, για σκοπούς περίθαλψης. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11Δ του Νόμου. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 1, στη Δίκη εντός Δίκης, το δείγμα σάλιου λήφθηκε στις 23 :59 ενόσω δηλαδή ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για σκοπούς περίθαλψης. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι δεν ζητήθηκε συγκατάθεση από οποιοδήποτε ιατρό πριν τη λήψη του επίδικου δείγματος. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 11 Δ του Νόμου και ως εκ τούτου η λήψη του επιδίκου δείγματος έγινε κατά παράβαση του Νόμου. Επομένως, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί την υπό ένσταση μαρτυρία. Κατά την άσκηση της σχετικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη σχετικότητα και τη σημασία της ληφθείσας μαρτυρίας αφενός και τυχόν δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος του Κατηγορούμενου για Δίκαιη Δίκη ή επηρεασμό άλλου συνταγματικού δικαιώματος αφετέρου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Parris (ανωτέρω) και Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411. Κρίσιμο, λοιπόν, είναι να αποφασιστεί το εάν από τη πιο πάνω παρανομία επηρεάζεται το δικαίωμα του Κατηγορουμένου σε Δίκαιη Δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση σχετικό μπορεί να είναι το δικαίωμα του Κατηγορουμένου στη μη αυτοενοχοποίηση. Το εν λόγω δικαίωμα σχετίζεται στενά και με το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 12.4 του Συντάγματος και στο αντίστοιχο 6.2 της ΕΣΔΑ. Όμως, όπως διευκρινίζεται στο σύγγραμμα του Λ. Α. Σισιλιάνου, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ΄ άρθρο 2η έκδοση σελ. 282, το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση εξετάζεται υπό το φως του άρθρου 6.1 της Σύμβασης, το οποίο αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Δίκαιης Δίκης και όχι υπό το άρθρο 6.2 της Σύμβασης που αφορά το τεκμήριο της αθωότητας. Ως προς τη σημασία του εν λόγω δικαιώματος παραπέμπω στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, 1η έκδοση, σελ. 201, όπου σημειώνεται ότι το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου και της μη αυτοενοχοποίησής του εμπίπτει στις διεθνώς αναγνωρισμένες γενικές αρχές, που εμπίπτουν στην έννοια της Δίκαιης Δίκης. Ως προς τις συνέπειες λήψης μαρτυρίας κατά παράβαση του πιο πάνω δικαιώματος διαφωτιστική είναι η απόφαση Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 353, όπου κρίθηκε ότι μαρτυρία που λαμβάνεται κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατηγορουμένου, στα οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμά του κατά της αυτοενοχοποίησης, συνιστά παραβίαση της αρχής της Δίκαιης Δίκης, και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Η ιδιαιτερότητα στην υπό κρίση υπόθεση έγκειται στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν εξαπατήθηκε να δώσει δείγμα, ενέργεια που θα συνιστούσε σύμφωνα με τη νομολογία ευθεία παραβίαση του δικαιώματός του στη μη αυτοενοχοποίηση ( βλ σχετικά Γιαννίδης Γεώργιος Ιωάννη ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143), αλλά ότι ζητήθηκε από αυτόν να δώσει δείγμα σάλιου χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του Νόμου. Αναδύεται, συνεπώς, το ερώτημα του κατά πόσο η λήψη δείγματος σάλιου χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου επηρεάζει το δικαίωμα του Κατηγορουμένου σε Δίκαιη Δίκη. Ως προς την εφαρμογή του δικαιώματος στη μη αυτοενοχοποίηση σε σχέση με τη λήψη δειγμάτων ουσιών που παράγονται φυσιολογικά από το σώμα, όπως το σάλιο, διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ΄ άρθρο (ανωτέρω) σελ. 282-
  1. Στο πιο πάνω σύγγραμμα καταγράφεται η θέση πως το ΕΔΑΔ θεωρεί ότι είναι επιτρεπτή η λήψη δειγμάτων εκπνοής, αίματος ή ούρων στο μέτρο που συνεπάγεται περιορισμένη επέμβαση στη φυσική ακεραιότητα του κατηγορουμένου, και αφορά ουσίες που παράγονται φυσιολογικά από το σώμα. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Saunders v. U.K, αίτηση 19187/91, ημερομηνίας 17.12.1996, σκέψη 69 και Jallon v. Germany (G.C), αίτηση 54810/00, ημερομηνίας, 11.7.2006, σκέψη
  2. Επιπλέον, στην απόφαση Saunders (ανωτέρω) το ΕΔΑΔ ανέφερε τα ακόλουθα : «The right not to incriminate oneself is primarily concerned, however, with respecting the will of an accused person to remain silent. As commonly understood in the legal systems of the Contracting Parties to the Convention and elsewhere, it does not extend to the use in criminal proceedings of material which may be obtained from the accused through the use of compulsory powers but which has an existence independent of the will of the suspect such as, inter alia, documents acquired pursuant to a warrant, breath, blood and urine samples and bodily tissue for the purpose of DNA testing.» ( υπογράμμιση δική μου) Προκύπτει, συνεπώς, ότι κατ΄αρχήν το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση δεν ενεργεί με τρόπο, ώστε να αποκλείεται η χρήση σε ποινική διαδικασία μαρτυρίας που λαμβάνεται μέσω της χρήσης μεθόδων εξαναγκασμού, σε σχέση με τη λήψη ουσιών που υφίστανται ανεξάρτητα από τη βούληση του Κατηγορουμένου, όπως το αίμα ή η αναπνοή ή το σάλιο. Όμως, η διαδικασία λήψης δειγμάτων ουσιών που υφίστανται ανεξάρτητα από τη βούληση του Κατηγορουμένου ή υπόπτου δεν είναι ανέλεγκτη. Όπως υπέδειξε το τμήμα ευρείας σύνθεσης του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Jallon v. Germany (ανωτέρω) σκέψη 117, για να κριθεί το κατά πόσο η λήψη τέτοιων δειγμάτων παραβιάζει ή όχι το δικαίωμα στη μη αυτονεχοποίηση του Κατηγορουμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του συγκεκριμένους παράγοντες. Ειδικότερα, λαμβάνει υπόψη του τη φύση και την έκταση του εξαναγκασμού, το βάρος του δημόσιου συμφέροντος στην εξιχνίαση και τιμωρία του εκάστοτε αδικήματος, την ύπαρξη σχετικών εγγυήσεων κατά τη διαδικασία και τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν τα σχετικά στοιχεία. Στην εν λόγω υπόθεση το ΕΔΑΔ έκρινε ότι, παρόλο που ο Γερμανικός νόμος παρείχε εγγυήσεις ότι η διαδικασία θα γινόταν "lege artis" από γιατρό και μόνο εάν δεν τίθετο σε κίνδυνο η υγεία του Κατηγορουμένου, επειδή το Γερμανικό δίκαιο δεν παρείχε εγγυήσεις έναντι της αυθαίρετης χρήσης της διαδικασίας υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6.1 της ΕΣΔΑ. Προκύπτει, συνεπώς, ότι παρόλο που μπορεί να είναι επιτρεπτή η χρήση μεθόδων εξαναγκασμού για τη λήψη δειγμάτων σάλιου, θα πρέπει να υπάρχουν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις που να προστατεύουν τον εκάστοτε ύποπτο από την αυθαίρετη χρήση τέτοιων διαδικασιών. Στην υπό κρίση υπόθεση, το άρθρο 11 Δ, με επιτακτικό τρόπο, ορίζει ότι δεν επιτρέπεται να ζητηθεί από πρόσωπο, το οποίο βρίσκεται για σκοπούς περίθαλψης στο νοσοκομείο, η παροχή δειγμάτων σάλιου για προκαταρκτική εξέταση ή εργαστηριακή εξέταση, εκτός αν ο ιατρός που έχει υπό την άμεση ιατρική παρακολούθησή του το επιτρέψει. Είναι προφανές ότι ο Νομός, θεσπίζει διαδικαστική εγγύηση σε σχέση με την προστασία των προσώπων που βρίσκονται στο Νοσοκομείο για σκοπούς περίθαλψης από την αυθαίρετη χρήση της διαδικασίας λήψης δειγμάτων σάλιου για εργαστηριακή ανάλυση. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το άρθρο 11 Δ συνιστά διαδικαστική εγγύηση, επιτακτικής φύσεως, έναντι τυχόν αυθαίρετης χρήσης της διαδικασίας λήψης δειγμάτων σάλιου και λειτουργεί ως όριο στην άσκηση της σχετικής εξουσίας της Αστυνομίας. Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπήρξε απλά κάποια ατέλεια στον τύπο της διαδικασίας ή στη διαδικασία λήψης της συγκατάθεσης του ιατρού. Αντίθετα υπήρξε πλήρης παραγνώριση της διαδικαστικής εγγύησης που κατοχυρώνει το άρθρο 11 Δ. Δηλαδή στην υπό κρίση υπόθεση το αστυνομικό όργανο ενήργησε με πλήρη παραγνώριση των προϋποθέσεων του Νόμου. Αφ' ης στιγμής, όμως, που η ύπαρξη ή όχι διαδικαστικών εγγυήσεων στην άσκηση της σχετικής εξουσίας των αστυνομικών αρχών λαμβάνεται υπόψη από το ΕΔΑΔ για την κρίση περί τυχόν παραβίασης του δικαιώματος στη μη αυτοενοχοποίηση, έπεται ότι η πλήρης παραγνώριση των σχετικών διαδικαστικών εγγυήσεων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην κρίση τυχόν επηρεασμού του Κατηγορουμένου. Αντίθετη προσέγγιση, κατά την κρίση μου, θα είχε ως αποτέλεσμα οι σχετικές διαδικαστικές να καθίσταντο γράμμα κενό και να αδρανοποιούνταν. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η λήψη δείγματος σάλιου, η οποία επιτεύχθηκε κατόπιν πλήρους παραγνώρισης της σχετικής διαδικαστικής εγγύησης, απολήγει σε δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος του Κατηγορουμένου στη μη αυτοενοχοποίηση. Εφόσον το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση συνιστά πτυχή της έννοιας της Δίκαιης Δίκης, η παραβίασή του απολήγει σε δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος του Κατηγορουμένου σε Δίκαιη Δίκη. Σταθμίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο επηρεασμός του δικαιώματος σε Δίκαιη Δίκη υπερτερεί της σχετικότητας και σημασίας της ληφθείσας μαρτυρίας. Κατάληξη Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω η ένσταση επιτυγχάνει και η κατάθεση του Τεκμηρίου 1, ήτοι της επίδικης έκθεσης εξέτασης, δεν επιτρέπεται. Υπ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.