ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ, Αριθμός υπόθεσης: 10109/2019, 5/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 10109/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν XXXXX ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ Κατηγορούμενος 5 Ιουνίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο: κ. Στεφάνου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες (1η και 2η κατηγορία) που αφορούν το αδίκημα της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας (άρθρο 8
(1)Ν. 91(Ι)/2014). Η 1η κατηγορία αφορούσε κατοχή 24 αρχείων εικόνας και 1 αρχείου βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό στις 25.3.2018. Η 2η κατηγορία αφορούσε κατοχή 2 αρχείων εικόνας με παιδικό πορνογραφικό υλικό όπου το παιδί που απεικονίζεται είναι ηλικίας κάτω των 13 ετών, κατά την ίδια ημερομηνία. Παραδέχθηκε επίσης ενοχή σε μια κατηγορία (3η κατηγορία) που αφορά το αδίκημα της διανομής υλικού παιδικής πορνογραφίας (άρθρο 8
(3), Ν. 91(Ι)/2014). Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι διένεμε μέσω ιστοσελίδας 1 αρχείο εικόνας με παιδικό πορνογραφικό υλικό στις 26.8.2017. Τέλος παραδέχθηκε μια κατηγορία (4η κατηγορία) που αφορά το αδίκημα της απόκτησης πρόσβασης σε υλικό παιδικής πορνογραφίας (άρθρο 8
(2), Ν. 91(Ι)/2014)και ειδικότερα ότι μεταξύ 27.7.2016 και 24.3.2018, εν γνώσει του μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών απόκτησε πρόσβαση στο παιδικό πορνογραφικό υλικό της 1ης και 2ης κατηγορίας. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα, οι Κυπριακές αρχές έλαβαν πληροφορία μέσω της Europol ότι στις 16.8.2017 κάποιος ανέβασε ένα αρχείο εικόνας πορνογραφικού υλικού. Από εξετάσεις που ακολούθησαν από το Γραφείο Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, οι αρχές οδηγήθηκαν στον κατηγορούμενο. Κατασχέθηκε ο φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής του κατηγορούμενου και από τις εξετάσεις που ακολούθησαν διαπιστώθηκαν τα αδικήματα. Αυτά είναι, συνοπτικά, τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Επιπρόσθετα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, κατά την επιλογή του είδους και επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του παραβάτη[1]. Μετά την παράθεση των γεγονότων, είχα την ευκαιρία να ακούσω τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης και των εγγράφων που τη συνοδεύουν. Περαιτέρω, έχω ενώπιον μου έκθεση που ετοιμάστηκε από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τον κατηγορούμενο, το περιεχόμενο της οποίας έχει υιοθετήσει ο δικηγόρος του. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 29 ετών, κατάγεται από τη Λευκωσία και διαμένει με τους γονείς του. Η μητέρα του εργαζόταν μέχρι πρόσφατα στην πρεσβεία της Ιρλανδίας στην Κύπρο όμως τώρα είναι άνεργη. Ο πατέρας του είναι υπεύθυνος αποθήκης σε κατάστημα υποδημάτων στη Λευκωσία και αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν. Έχει ένα μεγαλύτερο αδερφό ο οποίος ζει και εργάζεται στην Αμερική. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας είναι καλές. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Λύκειο Κύκκου Α, εντάχθηκε στην Εθνική Φρουρά όμως δεν ολοκλήρωσε τη θητεία του και έλαβε απαλλαγή (κατηγορία Ι5). Εργάστηκε σε εταιρεία τηλεφωνικών ερευνών και στην ηλικία των 20 ετών μετέβη στην Αμερική για να σπουδάσει κλασσική μουσική. Ασχολείται με τη μουσική από την ηλικία των 15 ετών. Εγκατέλειψε τις σπουδές του μετά από 6 μήνες, λόγω υπερβολικού άγχους στη σκηνή και επέστρεψε στην Κύπρο. Μετά από λίγο καιρό επέστρεψε στην Αμερική όπου εργάστηκε ως υπάλληλος γυμναστηρίου και ως πωλητής σε καντίνα. Στην ηλικία των 22 ετών μετέβηκε στην Αγγλία για να σπουδάσει κινηματογράφο. Όταν αποφοίτησε επέστρεψε στην Κύπρο και εργάστηκε ως μοντέρ ταινιών για 2 ½ χρόνια περίπου. Ακολούθως επέστρεψε στην Αγγλία όπου ολοκλήρωσε μεταπτυχιακό στη δημιουργική γραφή. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, τους τελευταίους 6 μήνες, εργάζεται ως μπαρίστας σε μπαρ/καφετέρια στη Λευκωσία. Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από το συνήγορο του κατηγορούμενου στην ψυχολογική του κατάσταση και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει. Εξήγησε ότι από τα μαθητικά του χρόνια δεχόταν εκφοβισμό (bullying) από τους συμμαθητές του, κάτι που μείωσε την αυτοεκτίμηση του και τον αυτοσεβασμό του. Απομονώθηκε κοινωνικά και υπέφερε από κατάθλιψη, διάφορες φοβίες και διατροφικές διαταραχές που επιβάρυναν την καθημερινότητα του και τη λειτουργικότητα του. Σύμφωνα με το συνήγορο του, την περίοδο που διαπράχθηκαν τα αδικήματα του κατηγορητηρίου η ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Εξήγησε ότι λόγω της χαμηλής του αυτοπεποίθησης και της αυτοαπομόνωσης ήταν σεξουαλικά άπειρος. Την επίδικη περίοδο είχε επικοινωνία με άντρες στο διαδίκτυο όμως απέκρυβε την πραγματική του ταυτότητα γιατί φοβόταν την απόρριψη. Στις συνομιλίες του υποκρινόταν μια πλαστή εικόνα νεαρής γυναίκας και αυτός ήταν ο λόγος που είχε αναζητήσει τις φωτογραφίες του κατηγορητηρίου τις οποίες απέστελλε στους άντρες με τους οποίου συνομιλούσε προσποιούμενος ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που απεικόνιζαν. Σε σχέση με το βίντεο στο οποίο γίνεται αναφορά στο κατηγορητήριο, ο συνήγορος του εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος λανθασμένα θεωρούσε ότι επρόκειτο για «selfievideo»ενήλικης γυναίκας. Όταν είδε το περιεχόμενο του βίντεο, κλονίστηκε και διέγραψε τόσο αυτό όσο και όλα τα άλλα αρχεία που είχε στην κατοχή του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου τόνισε ότι αυτός ουδέποτε επιχείρησε να συνομιλήσει στο διαδίκτυο με ανήλικες αλλά πάντα συνομιλούσε με ενήλικες άνδρες. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου παρουσίασε στο Δικαστήριο έκθεση από την ειδική ψυχίατρο και βοηθό καθηγήτρια στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Λευκωσίας Δρ. XXXXX Πολυνείκη ημερομηνίας 12.11.2019.Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης παρακολουθεί τον κατηγορούμενο από 12.3.2018 οπόταν ο κατηγορούμενος τη συμβουλεύτηκε για πρώτη φορά μετά από προτροπή των γονέων του, όταν τους εκμυστηρεύτηκε ότι σκεφτόταν να τερματίσει τη ζωή του. Η ψυχίατρος διέγνωσε μείζονα κατάθλιψη, κοινωνική φοβία και κρίσεις πανικού. Για αυτή τη συμπτωματολογία, του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή την οποία λαμβάνει ακόμα. Συνεχίζει αναφέροντας στην έκθεση της ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για την παρούσα υπόθεση στις 23.3.2018 και κρατήθηκε προς διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων για 4 μέρες. Ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Αυτά τα γεγονότα επιδείνωσαν την ήδη επιβαρυμένη ψυχική του υγεία. Σύμφωνα με τη ψυχίατρο η σύλληψη του «επέδρασε καταλυτικά στην ψυχική του υγεία. Αισθάνθηκε ανακούφιση τελικά που συνελήφθηκε από την αστυνομία». Η ψυχίατρος στην έκθεση της εξηγεί τη θεραπευτική αγωγή που λαμβάνει ο κατηγορούμενος και την πορεία της κατάστασης του. Καταλήγει ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε πολύ καλή και σταθερή ψυχική κατάσταση και συνεχίζει τη θεραπεία του ενώ δεν διαπιστώνεται σεξουαλική διαταραχή όπως παιδοφιλία. Πέραν αυτών, επισημάνθηκε από το συνήγορο του κατηγορούμενου η άμεση παραδοχή του[2].Η επιλογή του να παραδεχθεί αμέσως τις εναντίον του κατηγορίες δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά έμπρακτη αναγνώριση του λάθους του. Εξαιτίας της παραδοχής του εξοικονομήθηκε σημαντικός δικαστικός χρόνος. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησεεπίσης να ληφθεί υπόψη ότι με εξαίρεση την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν είχε απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη.Το λευκό του ποινικό μητρώο είναι ένα σημαντικό μετριαστικό στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αναμένει πιο επιεική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο[3]. Η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, σε συνάρτηση με το λευκό του ποινικό μητρώου, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος αναγνώρισε από την αρχή το λάθος του και ότι η μεταμέλεια που εξέφρασε μέσω του δικηγόρου του ήταν έμπρακτη και ειλικρινής. Ακόμα ένα σημείο το οποίο τόνισε ο συνήγορος υπεράσπισης είναι η ηλικία του κατηγορούμενου[4]. Κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν πρόσωπο σχετικά νεαρής ηλικίας, 26 ετών. Έχω αναλογιστεί τις επιπτώσεις μια ποινής στερητικής της ελευθερίας στον κατηγορούμενο ο οποίος πρόσφατα έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και ουσιαστικά είναι ακόμα στην αρχή της ενήλικης ζωής του[5]. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο των παράνομων αρχείων. Πρόκειται, όπως ανέφερα για 26 αρχεία εικόνων παιδικής πορνογραφίας, δύο εκ των οποίων με παιδί κάτω των 13 ετών, και ένα αρχείο βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό. Τα 26 αρχεία εικόνας εντάσσονται στην λιγότερο σοβαρή κατηγορία 1, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση που υιοθετήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Rv Oliver and others [2003]1 Cr. App. R. 28. Μοναδική εξαίρεση το αρχείο βίντεο που εντάσσεται στην αυξημένης σοβαρότητας, κατηγορία 4 τις ίδιας κλίμακας. Επιπρόσθετα, από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι στην παρούσα υπόθεση καμία από τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 19 του Ν. 91(Ι)/2014 συντρέχει. Δέχομαι επίσης την αναφορά στην έκθεση της Δρ. Πολυνείκης ότι δεν διαπιστώνεται παιδοφιλία στον κατηγορούμενο. Λαμβάνω υπόψη όλα τα πιο πάνω. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Εξαιρετικής σοβαρότητας είναι το αδίκημα της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας όπου το παιδί που απεικονίζεται είναι ηλικίας κάτω των δεκατριών ετών (άρθρο 8
(6)Ν. 91(Ι)/2014). Πρόκειται για κακούργημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Πολύ σοβαρό και το αδίκημα της διανομής υλικού παιδικής πορνογραφίας (άρθρο 8
(3)Ν 91(Ι)/2014) που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια. Τα αδικήματα της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας και απόκτησης πρόσβασης σε υλικό παιδικής πορνογραφίας (άρθρα 8
(1)και 8
(2), Ν. 91(Ι)/2014)τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Το καθήκον που έχει το Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει, δεν ατονεί στην περίπτωση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση δεν επιτρέπεται να επενεργεί με τρόπο που να ακυρώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος[6]. Για αυτής της φύσης αδικήματα ο νομοθέτης έχει προβλέψει αυστηρές ποινές[7]. Η σεξουαλική εκμετάλλευση ή κακοποίησηενός παιδιού συνιστά σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του, ειδικότερα των δικαιωμάτων του στην προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία του[8]. Υλικό παιδικής πορνογραφίας, όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης, είναι μια προέκταση σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών. Το μήνυμα που δίνουν τα Δικαστήρια όταν είναι αντιμέτωπα με τέτοια αδικήματα πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Η αναζήτηση τέτοιου υλικού στο διαδίκτυο είναι αφ εαυτού σοβαρό παράπτωμα γιατί η ζήτηση τέτοιου υλικού τροφοδοτεί την ανάγκη για την παραγωγή του η οποία προϋποθέτει θυματοποίηση ανήλικων. Το ίδιο ισχύει και για τη κατοχή και διανομή τέτοιου υλικού. Παραβατική συμπεριφορά, όπως αυτή που έχει επιδείξει ο κατηγορούμενος, δυστυχώς, παρατηρείται με ανησυχητική και αυξανόμενη συχνότητα. Ασφαλώς δεν είναι ανεκτή και τα Δικαστήριαπρέπει να συμβάλλουν, με το δικό τους τρόπο, στην προσπάθεια εξάλειψης και καταπολέμησης της. Οι προσωπικές περιστάσεις του δράστη και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του ορθού είδους και μέτρου της ποινής. Ταυτόχρονα όμως σταθερή παράμετρος παραμένει πάντα το ανήλικο θύμα που το κοινωνικό σύνολο οφείλει να προστατεύσει[9]. Αυτό ισχύει και σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου τα παιδιά που απεικονίζονται στο παράνομο υλικό είναι άγνωστα στον παραβάτη. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι τα αδικήματα δεν διαπράχθηκαν επειδή ο κατηγορούμενος είναι παιδόφιλος. Ο κατηγορούμενος απέστελλε τα αρχεία αυτά σε άντρες με τους οποίους συνομιλούσε στο διαδίκτυο προσποιούμενος τον εαυτό του ως η ανήλικη που απεικονίζεται. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σεξουαλικά άπειρος και η επιβαρυμένη ψυχολογική του κατάσταση τον είχε οδηγήσει σε αυτή τη συμπεριφορά. Τα στοιχεία αυτά έχουν τη σημασία τους στην προσπάθεια κατανόησης του τρόπου που ενήργησε ο κατηγορούμενος και την εξατομίκευση της ποινής του. Όμως δεν εξαλείφουν το αξιόποινο της συμπεριφοράς και ενεργειών του.Ασχέτως με τα κίνητρα του κατηγορούμενου το γεγονός παραμένει ότι αναζήτησε, κατείχε και διένειμε αρχεία με παιδικό πορνογραφικό υλικό.Όπως εξήγησα η κοινωνία έχει υποχρέωση να προστατεύσει κάθε παιδί από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και αυτό επιδίωξε και ο νομοθέτης με τη θέσπιση του Ν. 91(Ι)/2014 Έχω υπόψη μου τιςΑγγλικές Κατευθυντήριες Γραμμές επιβολής ποινής για αδικήματα αυτού του είδους[10].Αυτέςοικατευθυντήριεςγραμμές είναι βοηθητικές, ανκαιδεν είναι δεσμευτικές[11]. Η παρούσα περίπτωση αφορά απόκτηση πρόσβασης και κατοχή 26 αρχείων εικόνας με παιδικό πορνογραφικό υλικό που εμπίπτει στο Category C των Sentecing Guidelines και ένα αρχείο βίντεο που εμπίπτει στην Category A. Από αυτά, εκ των αρχείων εικόνας δύο αφορούσαν παιδία κάτω από την ηλικία των 13 ετών. Παράλληλα, ένα αρχείο εικόναςαπεστάλη από τον κατηγορούμενο σε άλλο πρόσωπο. Έχω σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα. Ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, ιδιαίτερα του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι ποινή φυλάκισης. Άλλου είδους ποινή δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νομοθέτη. Εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια κρίνω αρμόζουσες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: (α) ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην 1η κατηγορία, (β) ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην 2η κατηγορία, (γ) ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 3η κατηγορία, και (δ) ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην 4η κατηγορία. Ενόψει του ότι τα αδικήματα αποτελούν μέρος της ίδιας παραβατικής συμπεριφοράς και στη βάση των αρχών της συνολικότητας της ποινής, κρίνω ορθό όπως οι ποινές συντρέχουν και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της[12]. Η αναστολή εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης επιτρέπεται εάν το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου το δικαιολογούν[13]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[14]. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία μέσω της αναστολής εκτέλεσης των ποινών που έχουν επιβληθεί. Καθοριστικής σημασίας στην απόφαση μου αυτή είναι το γεγονός πως πριν ακόμα συλληφθεί για την παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είχα αναζητήσει βοήθεια από ειδική ψυχίατρο αναγνωρίζοντας το λανθασμένο των ενεργειών του. Στον χρόνο που μεσολάβησε από τότε, με τη φαρμακευτική αγωγή και στήριξη που λαμβάνει έχει αντιμετωπίσει τα προβλήματα ψυχικής υγείας του. Έλαβα επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή του και ότι είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Σημαντικό επίσης στην απόφαση μου είναι η διαπίστωσητης ειδικής ψυχιάτρου ότι δεν διαπιστώνει παιδοφιλία στον κατηγορούμενο. Ενόψει αυτών των παραγόντων, θεωρώ ορθό να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία μέσω της αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι ποινές αναστέλλονται για 3 χρόνια από σήμερα. Για να διασφαλιστεί η καλή διαγωγή του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, εκδίδω διάταγμα επιτήρησης δυνάμει του άρθρου 5 του Ν. 95/1972. Το διάταγμα ισχύει για 3 χρόνια από σήμερα. Κατά την περίοδο αυτή ο κατηγορούμενος διατάσσεται όπως: (α) Τελεί υπό την επιτήρηση αρμόδιου Κηδεμονευτικού Λειτουργού. (β) Διαμένει μόνιμα στην διεύθυνση που έχει δηλώσει και κοινοποιήσει εκ των προτέρων οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης στον Κηδεμονευτικό Λειτουργό υπό την επιτήρηση του οποίου θα τελεί. (γ) Παρουσιάζεται και/ή επικοινωνεί με τον Κηδεμονευτικό Λειτουργό σύμφωνα με τις οδηγίες που εκείνος θα δίδει. (δ) Συμμορφώνεται και συνεργάζεται καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου επιτήρησης με τις υποδείξεις και απαιτήσεις του Κηδεμονευτικού Λειτουργού που ο Κηδεμονευτικός Λειτουργός θα κρίνει αναγκαίες για τη διασφάλιση της καλής διαγωγής του κατηγορούμενου και αποτροπής επανάληψης ή διάπραξης άλλου αδικήματος. (ε) Ο Κηδεμονευτικός Λειτουργός θα συναντάται και θα λαμβάνει αναφορά από τον Κατηγορούμενο κάθε μήνα και θα υποβάλλει στο Δικαστήριο έκθεση προόδου αναφορικά με την τήρηση και εφαρμογή του διατάγματος κάθε 6 μήνες. (στ) Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος επιτήρησης ή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Κηδεμονευτικού Λειτουργού, το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκθεση του Κηδεμονευτικού Λειτουργού. Αντίγραφο του διατάγματος επιτήρησης να αποσταλεί από τον Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λευκωσίας. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαρίας Γεωργίου Στυλιανού
(2001)2 ΑΑΔ 55, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 245 [2]Χαρτούμπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 [3]Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, Ψωμά ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 40 [4]RaymondosAnastassiouvTheRepublic
(1969)2 CLR 193 [5]Γ. Μ. Πικής, Sentencing in Cyprus, 2ηέκδοση, σελ. 88 [6]Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 135/2014, ημερομηνίας 22.11.2016 [7]Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017, Γενικού Εισαγγελέα ν. Ηροδότου, Ποινική Έφεση 120/13, ημερομηνίας 30.3.2015 [8]Ευρωπαϊκή Οδηγία 2011/93/ΕΕ, παράγραφος 1 [9]Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας(ανωτέρω). [10]Sentencing Council, Sentencing Guidelines, Sexual Offences, Definitive Guideline, page 77 [11]Λευκαρίτης ν Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 135/2014, ημερομηνίας 22.11.2016 [12]Άρθρο 3, περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως σε Ωρισμένες Περιπτώσεις Νόμου 95/72 [13]Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiuv Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699καιΚωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [14]Demetriouv. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός ΕισαγγελέαςvΦανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο