← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 23085/2015, 7/7/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 23085/2015, 7/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 23085/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚατηγορούσαΑρχή ν XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενου 7 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο:κ. Ματθαίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας (1η και 2η κατηγορία, άρθρα 331 και 333(α)(δ)(i), 335 Κεφ. 154), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (3η κατηγορία, άρθρα 333(α)(δ)(i), 335, 339, Κεφ. 154) και του ψευδούς όρκου (4η και 5η κατηγορία, άρθρο 117 Κεφ. 154). Ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός επιδότης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο, «ο κατηγορούμενος την 22α Οκτωβρίου 2008 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή σε φωτοαντίγραφο [δύο επιστολών] του Δικηγορικού γραφείου Κίκης Α. Μακρίδης & Σια Λτδ προς τη XXXXX Ιωάννου από τα Λατσιά, ημερομηνίας 23/09/2008, [οι οποίες]καλούσ[αν] την προαναφερθείσα να παρουσιαστεί το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 31/10/2008 με σκοπό να προβεί στην μεταβίβαση [δύο ακινήτων] προς την εταιρεία "MODULE ESTATES LIMITED" υπέγραψε δια του ονόματος της προαναφερθείσας XXXXX Ιωάννου άνευ της εξουσιοδοτήσεων της έτσι ώστε φαίνετο ότι [οι επιστολές]επιδόθηκ[αν] σε αυτή». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας,«εν γνώσει [του] και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή τις πλαστογραφημένες επιστολές που περιγράφονται στην 1η και 2η κατηγορία». Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης και 5ης κατηγορίας, «ο κατηγορούμενος την 27η Οκτωβρίου 2008 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας προέβη σε ψευδή ένορκο δήλωση και υπέγραψε ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να δεχθεί τέτοια δήλωση, δηλαδή δήλωσε ενόρκως ενώπιον της XXXXX Γεωργίου, πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι επέδωσε στην XXXXX Ιωάννου από τα Λατσιά αντίγραφο [των επιστολών που περιγράφονται στην 1η και 2η κατηγορία], ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν έπραξε κάτι τέτοιο.» Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Πρόκειται για τον Λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου του ΥΠ.ΕΓ.Ε. (ΜΚ1), την παραπονούμενη XXXXX Ιωάννου (ΜΚ2) και τον XXXXX Παναγιώτου δικαστικό γραφολόγο(ΜΚ3). Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Για σκοπούς πληρότητας όμως, θα παραθέσω μια συνοπτική αναφορά στα σημαντικά σημεία της μαρτυρίας. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου (ΜΚ1) της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας και υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι τον Μάιο 2013 του ανατέθηκε να εξετάσει τις αμφισβητούμενες υπογραφές που αποδίδονται στην παραπονούμενη XXXXX Ιωάννου στις δύο επίδικες επιστολές, τις οποίες παρουσίασε (Τεκμήρια 3 και 4). Να σημειώσω ότι οι δύο αυτές επιστολές έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο. Απευθύνονται προς την παραπονούμενη κα XXXXX Ιωάννου από τους κκ Κίκη Α. Μακρίδη & Σια, Δικηγόρους, και σε αυτές αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Έχουμε οδηγίες από τους πελάτες μας κ.κ. Module Estates Limited αγοραστών [των]οικοπέδ[ων]με αρ. εγγραφής [Ε-1630 τεμάχιο XXXXX και Ε-1937 τεμάχιο XXXXX], να αναφερθούμε στο [αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 17.1.2007] και να σας καλέσουμε όπως προσέλθετε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 31.10.2008, ημέρα Παρασκευή και ώρα 8:30π.μ. για να προβείτε σε μεταβίβαση [των ακινήτων] και να λάβετε ταυτόχρονα το υπόλοιπο του τμήματος[sic]σας. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σας, έχουμε περαιτέρω οδηγίες να προχωρήσουμε με τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον σας χωρίς άλλη ειδοποίηση. Η παρούσα επιστολή σας αποστέλλεται με βάση τις διατάξεις του περί Πωλήσεως Γης Νόμου (Ειδική Εκτέλεση) Κεφ. 232.» Στο πάνω μέρος κάθε επιστολής υπάρχει μια μονογραφή/υπογραφή και αναγράφεται χειρόγραφα η ημερομηνία «22/10/08». Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι σύγκρινε τις αμφισβητούμενες υπογραφές στις εν λόγω επιστολές με δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από την παραπονούμενη κα XXXXX Ιωάννου και από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 5 και 6). Σύμφωνα με την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 2), καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Οι αμφισβητούμενες υπογραφές [.] δεν είναι πρωτότυπες αλλά αποτέλεσμα φωτοαντίγραφου κακής ποιότητας με αποτέλεσμα να μην είναι εμφανή τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά και οι μικρολεπτομέρειες της γραφής. Επίσης στις περιπτώσεις φωτοαντίγραφου υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος μεταφοράς μιας υπογραφής από ένα πρωτότυπο ή φωτοαντίγραφο σε άλλο φωτοαντίγραφο με τη μέθοδο της πολλαπλής φωτοτύπησης. Επιπλέον πρόκειται για περιορισμένης έκτασης γραφικές παραστάσεις οι οποίες δεν περιέχουν οποιονδήποτε ευδιάκριτο γράμμα του αλφαβήτου που να μπορεί να διαβαστεί. Τα πιο πάνω δεδομένα κάνουν αδύνατη την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Παρόλο τούτο, συγκρίνοντας τις δύο πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στη XXXXX Ιωάννου [.] και XXXXX Ιωάννου [.] βρίσκω ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη γενική μορφή και τρόπο σχηματισμού τους και κατά τη γνώμη μου κανενός από αυτούς είναι γνήσια υπογραφή του». Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΚ1 εξήγησε επίσης ότι οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές«είναι περιορισμένες, είναι φωτοαντίγραφο κακής ποιότητας, όπου δεν μπορούν να φανούν οι γραφικές κινήσεις και η πορεία χάραξης της υπογραφής, παρά μόνο η γενική εικόνα, η όψη των υπογραφών αυτών. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε άλλη εξέταση, σύγκριση ή εκφορά απόλυτης γνώμης, ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε, είναι επισφαλής.» Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι της παραπονούμενης, ο ΜΚ1 κατέληξε ότι«είναι επισφαλής να πω ποιος έχει κάνει αυτές τις υπογραφές. Παρόλο τούτο, η μορφή και ο τρόπος σχηματισμού των γνήσιων υπογραφών των δύο άλλων προσώπων διαφέρουν σε αυτό που βλέπουμε στην εικόνα των αμφισβητούμενων υπογραφών.» Αναφορικά με το συγκεκριμένο μάρτυρα, να προσθέσω ότι η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Ούτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα του πορίσματος του. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι «το προς εξέταση υλικό ασθενεί ας το πούμε, είναι ελλιπές, ως εκ τούτου δεν έχω προχωρήσει σε οποιανδήποτε άλλη έρευνα ή να ζητήσω πλησιόχρονα δείγματα των προσώπων ή άλλα δείγματα που θα χρειαζόμουν εγώ ή να προχωρήσω σε άλλες εξετάσεις καθότι το προς εξέταση υλικό ήταν ελλιπές σε τέτοιο βαθμό, όπου δεν θα μπορούσα να συνδέσω με κάποιο πρόσωπο τις υπογραφές αυτές.» Δεύτερη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη κα XXXXX Ιωάννου (ΜΚ2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της περί τον Δεκέμβριο 2006 πώλησε δυνάμει γραπτής συμφωνίας δύο οικόπεδα στη Λευκωσία, των οποίων ήταν ιδιοκτήτρια, στην εταιρεία ModuleEstatesLtd, έναντι συνολικού ποσού ΛΚ300.000. Έλαβε προκαταβολή ποσό ΛΚ80.000. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι επειδή εντός των οικοπέδων υπήρχαν καταστήματα όπου εργαζόταν η οικογένεια της, η συμφωνία με την εταιρεία προνοούσε ότι η παράδοση των ακινήτων θα γινόταν τέλη 2007 ώστε να ολοκληρωθεί η ανέγερση άλλων υποστατικών στο μεταξύ, όπου θα μετακινούνταν. Συνέχισε λέγοντας ότι στις 11.3.2009 της επιδόθηκε κλητήριο ένταλμα της αγωγής 1132/2009. Ενάγουσα ήταν η εταιρεία Module Estates Ltd η οποία «μου κινούσε αγωγή μέσω του δικηγόρου τους XXXXX Μακρίδη λόγω καθυστέρησης που υπήρχε στη μεταβίβαση των οικοπέδων. Διαβάζοντας το κλητήριο έγγραφο διαπίστωσα ότι έλαβα επιστολή για να μεταβώ στο Κτηματολόγιο και δεν το έπραξα. Εγώ δεν παρέλαβα καμιά επιστολή και ενημέρωσα σχετικά τον δικηγόρο μου XXXXX Πασιαρδή τηλ. ΧΧΧΧΧ ο οποίος επικοινώνησε με το δικηγόρο της Module Estates Ltd. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της Module Estates Ltd στις 22.10.2008 μου παραδόθηκαν προσωπικά 2 επιστολές. Η μια αφορούσε το τεμάχιο XXXXX και η άλλη το τεμάχιο XXXXX.. Εγώ δεν παρέλαβα καμία επιστολή και αφού ο δικηγόρος μου εξασφάλισε αντίγραφα των επιστολών αυτών. διαπίστωσα ότι πρόκειται για πλαστογραφία της υπογραφής μου. Σε καμιά περίπτωση επιδότης μου παρέδωσε προσωπικά αυτές τις επιστολές.. Την πλαστογραφία την διαπίστωσα τέλη Ιουνίου 2011 αλλά προχώρησα πρώτα με ιδιώτη γραφολόγο κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου μου.» Το πιο πάνω απόσπασμα προέρχεται από την γραπτή κατάθεση που είχε δώσει η παραπονούμενη στην αστυνομία στις 20.10.2011 (Τεκμήριο 8), την οποία υιοθέτησε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, η ΜΚ2 επιθεώρησε τις επιστολές Τεκμήρια 3 και 4 και ανέφερε ότι η υπογραφή που υπάρχει σε αυτές δεν είναι δική της. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος της είχε επιδώσει τις δύο αυτές επιστολές και ανέφερε ότι δεν τον είχε ξαναδεί. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέταση της, ότι «εγώ εάν ειδοποιούμουν να πήγαινα στο Κτηματολόγιο θα πήγαινα γιατί είχα ανάγκη τα λεφτά και ήταν να κάνω μια συμφωνία μαζί του, ώσπου να μετακομίσω να του δίνω ένα ενοίκιο στα υφιστάμενα που ήμουν. Δεν έγινε τούτο το πράμα, έσυρε πίσω ο άνθρωπος τζιαι. μα πώς να σας τα εξηγήσω, εγίναν πολλά. Αυτή την στιγμή είμαι με 700 χιλιάδες χρέος, διότι η δουλειά μου δεν έγινε με έτσι ενέργειες.. Εάν με ειδοποιούσαν κανονικά εγώ θα πήγαινα, θα εγίνετουν η μεταβίβαση διότι είχα τα ανάγκη τα λεφτά.» Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στην ΜΚ2, και αυτή αναγνώρισε, αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής XXXXX/2009 (Τεκμήριο 9). Της τέθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι η θέση της πως η μεταβίβαση δεν προχώρησε λόγω πλέον απροθυμίας της Module Estates Ltd δεν ευσταθεί. Της υποβλήθηκε ότι μια από τις θεραπείες που αξιώνει η Module Estates Ltd με την αγωγή είναι η ειδική εκτέλεση των πωλητηρίων εγγράφων των δύο ακινήτων και η μεταβίβαση τους στην εταιρεία. Η ΜΚ2 διαφώνησε. Να σημειώσω παρενθετικά ότι στο κλητήριο ένταλμα (Τεκμήριο 9) περιλαμβάνεται ισχυρισμός στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης ότι ένεκα παράλειψης της ΜΚ2 να μεταβιβάσει τα ακίνητα στις 31.12.2007 όπως προνοούσαν οι συμφωνίες, ειδοποιήθηκε με επιστολές ημερομηνίας 23.9.2008, οι οποίες της επιδόθηκαν με δικαστικό επιδότη στις 22.10.2008, να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 31.10.2008 για να μεταβιβάσει τα ακίνητα όμως αυτή δεν παρουσιάστηκε. Η ΜΚ2 ανέφερε πως όταν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα το παρέδωσε στον δικηγόρο της. Αρχικά την εκπροσωπούσε ο δικηγόρος κ. XXXXX Γεωργίου και στην πορεία άλλαξε δικηγόρο και ανέθεσε την υπόθεση στον δικηγόρο κ. XXXXX Πασιαρδή. Πρόσθεσε ότι όταν αποτάθηκε στον πρώτο της δικηγόρο του είχε αναφέρει ότι αυτή δεν παρέλαβε τις δύο επίδικες επιστολές και «έδωσα του οδηγίες να με υπερασπιστεί τούτο το πράγμα». Για τον πρώτο δικηγόρο της ανέφερε ότι «μα ένα μήνα τον είχα και έφυγα. Στον XXXXX ούτε ένα μήνα και φύγαμε, δεν μπορώ να θυμηθώ να σου πω. Πλήρωσα τον άνθρωπο και έδωσε μου το φάκελο και πήγα στον άλλο δικηγόρο». Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης που καταχωρήθηκε από τον πρώτο δικηγόρο της ΜΚ2 στην αγωγή XXXXX/2009 και το οποίο φέρει ημερομηνία 19.3.2009 (Τεκμήριο 10). Ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενη ότι δεν θυμόταν τι οδηγίες είχε δώσει ακριβώς στον πρώτο της δικηγόρο σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Παρουσιάστηκε αντίγραφο της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης στην αγωγή XXXXX/2009 που καταχώρησε το δικηγορικό γραφείο Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Συνεργάτες στις 8.12.2009 (Τεκμήριο 11). Παρενθετικά σημειώνω ότι στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης &Ανταπαίτησης περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί σε σχέση με τις δύο επίδικες επιστολές: «Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 9 και 10 της έκθεσης απαιτήσεως πλην των επιστολών που έλαβε από την ενάγουσα τις οποίες απάντησε προφορικά προς την ενάγουσα επαναλαμβάνοντας ότι δεν είχε υποχρέωση μεταβίβασης των ακινήτων τις ημερομηνίες που ισχυρίζονται γιατί μεταξύ τους υπήρχε άλλη συμφωνία ως περιγράφεται στην παράγραφο 2 ανωτέρω λεπτομερώς και του ανέφερε ότι ανέμενε την ανέγερση των καταστημάτων της για να μπορέσει να τους μεταβιβάσει τα δύο οικόπεδα, συνεπώς δεν δικαιολογούνταν να παρουσιαστούν στο κτηματολόγιο μετά τη συνεννόηση που είχαν κάνει. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκβιαστικά έστειλαν τις επιστολές για μεταβίβαση και αποτελούσαν παράβαση των ρητών συμφωνηθέντων μεταξύ τους γιατί γνώριζαν την πορεία ανέγερσης των υποστατικών της εναγόμενης των οποίων παρακολουθούσαν συνεχώς.» Τέθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης στη ΜΚ2 ότι το συμπέρασμα που προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης, είναι ότι είχε παραλάβει τις δύο επίδικες επιστολές, κάτι που αυτή αρνήθηκε. Πρέπει να σημειώσω ότι υπήρχε αστάθεια και ασυνέπεια στη μαρτυρία της ΜΚ2 αναφορικά με τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Την απέδωσε στο ότι έχουν περάσει περί τα 10 χρόνια από τα γεγονότα. Συμφώνησε η ΜΚ2 ότι όταν άλλαξε δικηγόρο και διόρισε τον κ Πασιαρδή σε αντικατάσταση του κ. XXXXX Γεωργίου, του είχε παραδώσει την αγωγή και την Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση που είχε καταχωρήσει ο Αριστοφάνης Γεωργίου, «Ναι, παρέδωσα τα χαρτιά που μου έδωσε ο Αριστοφάνης». Σε σχέση με τις επίδικες επιστολές, η ΜΚ2 ανέφερε «τούτες τες επιστολές εμένα είναι ο δικηγόρος μου [κ. Πασιαρδής] που με ενημέρωσε ότι ήρθαν, εγώ δεν ήξερα τούτο το πράγμα. Τζιαι λέει μου 'να σου τη στείλω πάνω στο φαξ να δούμε εάν είναι η υπογραφή σου' και όταν μου την έστειλε λέω του 'δεν είναι η υπογραφή μου'. Είναι ο Πασιαρδής που με ενημέρωσε εμένα για τούτο το πράγμα και λέει μου να προχωρήσουμε να πάμε σε γραφολόγο. Και προχώρησα και πήγα σε γραφολόγο. Δεν είναι ο Αριστοφάνης μέσα στη μέση πας τούτο το πράγμα.» Τέθηκε στο ΜΚ2 ότι μετά που διόρισε τον κ. Πασιαρδή αυτός αιτήθηκε άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης που είχε καταχωρήσει ο κ. Γεωργίου εκ μέρους της. Η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμάται. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση στην αγωγή 1132/2009 που καταχωρήθηκε στις 27.1.2011 (Τεκμήριο 13). Ο συνήγορος υπεράσπισης σημείωσε ότι η παράγραφος 5 αυτής είναι πανομοιότυπη με την παράγραφο 5 της αρχικής Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης που έχω παραθέσει πιο πάνω και περιλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς. Η ΜΚ 2 αρνήθηκε ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση περιλάμβανε παραδοχή για παραλαβή των επίδικων επιστολών. Ο συνήγορος υπεράσπισης συνέχισε αναφέροντας ότι το 2011 καταχωρήθηκε από τον κ. Πασιαρδή δεύτερη αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης και εκδόθηκε νέο διάταγμα. Η νέα τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 23.2.2012 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14. Σημειώνω ότι σε αυτή δεν υπάρχει η προηγούμενη παράγραφος 5. Προβάλλεται για πρώτη φορά ο ισχυρισμός περί μη παραλαβής των επίδικων επιστολών και πλαστογραφίας. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση στη νέα παράγραφο 5, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη [ΜΚ2]: «ουδέποτε παρέλαβε τις δύο επιστολές ημερ. 23/9/08. Η υπογραφή της εναγόμενης στις δύο επιστολές είναι πλαστογραφημένη. Αυτό το γεγονός η εναγόμενη το διαπίστωσε κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας όταν έλαβε αντίγραφα των δύο επιστολών από την άλλη πλευρά των εναγόντων. Προς τούτο δε η εναγόμενη έδωσε την υπόθεση σε εμπειρογνώμονα για γραφολογική εξέταση ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση ημερ. 22/9/2011 η οποία αποδεικνύει ότι οι υπογραφές της ήταν πλαστογραφημένες. Η εναγόμενη κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία.» Η ΜΚ2 ερωτήθηκε για την κατάληξη της αγωγής XXXXX/2009 και απάντησε «για την υπόθεση που έχω ανοικτή με τον Module είμαστε στα Δικαστήρια ακόμα.» Τέθηκε τότε στη μάρτυρα ότι στην εν λόγω αγωγή είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση στις 29.1.2016. Η ΜΚ2 ανέφερε «απόφαση ναι, να πωληθούν τα οικόπεδα, να βοηθήσει και ο [Module Estates Ltd] ή να μου τα απελευθερώσει και να πιάσει και εκείνος λεφτά και να κανονίσω και εγώ με την τράπεζα. Η τράπεζα τον πήρε δέκα φορές και δεν συμμορφώνετουν». Παρουσιάστηκε αντίγραφο της συνταγμένης απόφαση (Τεκμήριο 15) σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων: «Το Δικαστήριο τούτο δια του παρόντος εκ συμφώνου διατάττει και επιδικάζει όπως η εναγόμενη πληρώσει στην ενάγουσα εταιρεία το ποσό των €250.000 με τόκο 4% από 29/01/16 μέχρι εξοφλήσεως. Και το Δικαστήριο τούτο περαιτέρω εκ συμφώνου διατάττει όπως η εκτέλεση της απόφασης ανασταλεί και δη δια του παρόντος αναστέλλεται για περίοδο έξι μηνών από 29/01/16. Και το Δικαστήριο τούτο περαιτέρω εκ συμφώνου διατάττει όπως οι δηλώσεις των δικηγόρων καταστούν και δη δια του παρόντος καθίστανται Κανονισμός Δικαστηρίου» Να σημειώσω ότι δεν έχουν παρουσιαστεί οι δηλώσεις που κατέστησαν κανόνας Δικαστηρίου. Η ΜΚ2 επέμενε ότι εάν είχε παραλάβει τις επίδικες επιστολές ή εάν είχε ενημερωθεί από την εταιρεία Module Estates Ltd τότε θα μεταβίβαζε τα ακίνητα. Ερωτήθηκε τότε η ΜΚ2 κατά πόσο τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα και απάντησε «είναι πάνω μου και κρατεί τα η τράπεζα και ούτε η τράπεζα θα του τα δώσει αυτή την στιγμή, γιατί όταν του έλεγε να πάει δεν πήγαινε να κάνουμε την πράξη. Είναι πάνω μου αλλά ήταν υποθήκη πριν να κάνουμε την πράξη να του τα πουλήσω.» Συμφώνησε η ΜΚ2 ότι τα δύο ακίνητα ήταν υποθηκευμένα από προηγουμένως στην USB Bank. Αρνήθηκε όμως ότι ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση ήταν η υποθήκη αναφέροντας ότι «η τράπεζα κάλεσε τον και είπε του να συνεργαστεί και δεν συνεργάζετουν. Η τράπεζα ήταν έτοιμη να πάει να του τα μεταβιβάσει, να δώσει τα λεφτά της τράπεζας και ότι υπόλοιπο εάν έμενε ήταν να το κανονίσει μαζί μου η τράπεζα γιατί έχω άλλο υφιστάμενο υποθήκη. Δεν συνεργάζετουν, δεν πήγαινε». Τέθηκε στην ΜΚ2 ότι λόγω της αδυναμίας της να μεταβιβάσει τα ακίνητα επειδή δεν είχε εξοφλήσει την υποθήκη, ήγειρε περί τα 4 χρόνια μετά, το ζήτημα της πλαστογραφίας. Η ΜΚ2 αρνήθηκε και πρόσθεσε «εάν παραλάμβανα τις συγκεκριμένες επιστολές δεν θα ήμουν δαμέ που είμαι τώρα, δεν θα χρωστούσα.» Η ΜΚ2 επιβεβαίωσε ότι στις 22.10.2008 η διεύθυνση διαμονής της ήταν η Κίμωνος 4. Αυτή είναι η οδός που καταγράφεται στις δύο επιστολές, ως διεύθυνση του παραλήπτη. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. XXXXX Παναγιώτου, εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος (ΜΚ3).Ο ΜΚ3 εξέτασε τις αμφισβητούμενες υπογραφές τις οποίες σύγκρινε με δείγματα υπογραφών της ΜΚ2. Παρουσίασε σχετική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 18). Στην έκθεση του καταλήγει ότι: «οι αμφισβητούμενες υπογραφές/μονογραφές παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από τις γνήσιες υπογραφές/μονογραφές της Δήμητρας Ιωάννου στην εμφάνιση στη δομή και σε όλα τα χαρακτηριστικά, συμπεραίνεται ότι οι υπογραφές/μονογραφές αυτές δεν είναι γνήσιες υπογραφές/μονογραφές της Δήμητρας Ιωάννου, αλλά έχουν χαραχθεί από άλλο πρόσωπο, ως αυτοσχέδιος υπογραφικός σχηματισμός.» Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία των τριών μαρτύρων που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή. Να προσθέσω ότι κατατέθηκε από κοινού η κατάθεση του Αστ. XXXXX (Τεκμήριο 20) ο οποίος στις 20.10.2011 έλαβε κατάθεση/γραπτό παράπονο της ΜΚ2 και έλαβε τα δείγματα γραφής και υπογραφής που εξέτασε ο ΜΚ1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του, στις 20.11.2013 έλαβε επίσης κατάθεση από την πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας XXXXX Γεωργίου (Τεκμήριο 24). Αυτή καταθέτει ότι όρκισε τον κατηγορούμενο στις δύο ένορκες δηλώσεις στις οποίες προέβη σε σχέση με την επίδοση των επίδικων επιστολών. Ο Αστ. XXXXX έλαβε επίσης κατάθεση από τον δικηγόρο XXXXX Α. Μακρίδη (Τεκμήριο 23), σύμφωνα με τον οποίο χρησιμοποιεί για επιδόσεις του δικηγορικού του γραφείου τον κατηγορούμενο. Στην κατάθεση του αναφέρει επίσης ότι το γραφείο του πληρώνει τον κατηγορούμενο για τις υπηρεσίες του «είτε επιδώσει είτε όχι, δηλαδή σε περίπτωση που δεν εντοπιστεί το άτομο προς επίδοση στην δοθείσα διεύθυνση.» Κατατέθηκε επίσης από κοινού η ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 12.4.2013 που είχε ληφθεί από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την υπόθεση (Τεκμήριο 21). Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία κατηγορίας που έχει παρουσιαστεί. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Στα πλαίσια της ανώμοτης του δήλωσης, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία δηλώνοντας ότι δεν έχει να προσθέσει κάτι περαιτέρω. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 21) είχε αναφέρει ότι είναι δικαστικός επιδότης και συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο του XXXXX Μακρίδη από δεκαετίας. Προσθέτει ότι είχε επιδώσει τις δύο επίδικες επιστολές στην ΜΚ2 στις 22.10.2008, ότι η μονογραφή που παρουσιάζεται σε αυτές ανήκει σε εκείνη και ο ίδιος είχε αναγράψει επί των επιστολών την ημερομηνία επίδοσης. Στην κατάθεση του επίσης δηλώνει και τη συμφωνία του να δώσει δείγματα γραφής/υπογραφής για σκοπούς σύγκρισης με τις αμφισβητούμενες υπογραφές, όπως και έδωσε στον Αστ XXXXX. Πριν προχωρήσω να σημειώσω ότι έχω παρακολουθήσει όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της ακρόασης και έχω μελετήσει όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Στο τέλος της διαδικασίας άκουσα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι της κάθε πλευράς στις τελικές τους αγορεύσεις και μελέτησα τα επιχειρήματα τους. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο των απαντήσεων των μαρτύρων, την αμεσότητα, ευθύτητα και αυθορμητισμό των όσων κατέθεσαν, την εσωτερική συνοχή και λογική των θέσεων τους. Έχω κατά νου ότι η αξιοπιστία ενός μάρτυρα έχει την αυτοτέλεια της[1]όμως, ταυτόχρονα, δεν παραβλέπω ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με και διερευνώνται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη[2]. Πριν προχωρήσω στους μάρτυρες θα αναφερθώ στην έγγραφη μαρτυρία. Έχουν παρουσιαστεί και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια (αρχικά κάποια εξ αυτών είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια προς αναγνώριση και στην πορεία από κοινού κατέστησαν τεκμήρια) διάφορα έγγραφα που είχαν υποδειχθεί στην ΜΚ2 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Πρόκειται για αντίγραφα δικογράφων και άλλων εγγράφων που κατατέθηκαν στα πλαίσια δικαστικών διαβημάτων. Η γνησιότητα τους δεν έχει αμφισβητηθεί και αποδέχομαι ότι αποτελούν αντίγραφα των πρωτότυπων που είχαν κατατεθεί στα πλαίσια των δικαστικών διαβημάτων ως επεξηγείται για το κάθε ένα. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 9-17. Προχωρώ στην αξιολόγηση των ΜΚ1 και ΜΚ3. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ και αποδέχομαι ως αληθινή τη μαρτυρία τους. Κατέθεσαν ότι είναι και οι δύο γραφολόγοι. Η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και απέδειξαν επαρκώς την εμπειρία, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους προσόντα στο συγκεκριμένο τομέα. Ο ΜΚ1 μέσω του βιογραφικού σημειώματος που παρουσίασε Τεκμήριο 1 και ο ΜΚ3 από τις βιογραφικές πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση του Τεκμήριο 18 στις οποίες αναφέρθηκε και στη δια ζώσης μαρτυρία του. Αποδέχομαι επομένως ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονες, γραφολόγους. Οι δύο αυτοί μάρτυρες εξήγησαν με σαφήνεια και πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν για σκοπούς ελέγχου των αμφισβητούμενων υπογραφών και το πόρισμα τους καταγράφεται στις εκθέσεις που ετοίμασαν και παρουσίασαν, Τεκμήρια 2 και 18. Ενόψει αυτών και προσμετρώντας ότι η ορθότητα των πορισμάτων τους δεν αμφισβητήθηκε, τα όσα καταγράφουν στις εκθέσεις τους και το πόρισμα εκάστου, γίνονται αποδεκτά ως ορθά. Προς αποφυγή επανάληψης, όπως τα περιγράφω πιο πάνω, συνιστούν και αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου. Προχωρώ στη μαρτυρία της παραπονούμενης, ΜΚ2. Έχω επισημάνει πιο πάνω ότι υπήρχαν αστάθειες στη μαρτυρία της αναφορικά με τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης διαφάνηκε ότι δεν μπορούσε να τοποθετήσει σε ορθή χρονολογική σειρά τα γεγονότα. Προς παράδειγμα σημειώνω ότι η εικόνα που προκύπτει από την κατάθεση της είναι ότι με την επίδοση της αγωγής Τεκμήριο 9, ενημέρωσε το δικηγόρο της ότι δεν είχε παραλάβει τις δυο επίδικες επιστολές και διαπίστωσε την πλαστογραφία των αμφισβητούμενων υπογραφών. Στην πορεία όμως φάνηκε ότι μετά την επίδοση της αγωγής, συμβουλεύτηκε δικηγόρο τον οποίο διόρισε να την εκπροσωπήσει, ότι ο δικηγόρος αυτός καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της στην αγωγή στις 19.3.2009 (Τεκμήριο 10) και ακολούθως συνέταξε και καταχώρησε στις 8.12.2009 Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση (Τεκμήριο 11). Περί τον Ιούλιο 2010, η παραπονούμενη αποτάθηκε σε δεύτερο δικηγόρο ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 5.7.2010 (Τεκμήριο 12) και τροποποίησε την αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 27.1.2011 (Τεκμήριο 13). Μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ακολούθησε δεύτερη τροποποίηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης. Στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο που καταχωρήθηκε στις 23.2.2012 (Τεκμήριο 14) γίνεται για πρώτη φορά ισχυρισμός για πλαστογραφία. Επιπρόσθετα, ενώ η ΜΚ2 υποστήριξε επανειλημμένα ότι ο πρώτος της δικηγόρος την εκπροσώπησε για «ένα μήνα» η έγγραφη μαρτυρία δείχνει ότι αυτό δεν ευσταθεί. Η παραπονούμενη επίσης φάνηκε ότι τελούσε σε σύγχυση ή τουλάχιστον δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει αναφορικά με το πώς και γιατί οι δύο πρώτες Υπερασπίσεις & Ανταπαιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί εκ μέρους της στην αγωγή περιελάμβαναν παραδοχή εκ μέρους της ότι είχε λάβει τις επίδικες επιστολές, και περιελάμβαναν επίσης θετικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τις ενέργειες της σε συνέχεια της παραλαβής των επιστολών. Ασφαλώς δεν αναμένεται από ένα πολίτη να γνωρίζει δικονομία και νομικά θέματα. Είναι επίσης φυσιολογικό η μνήμη να ασθενεί όταν έχουν περάσει περί τα 12 χρόνια από τα γεγονότα. Στην παρούσα υπόθεση, οι επίδικες επιστολές έχουν ημερομηνία 23.9.2008 και οι Υπερασπίσεις & Ανταπαιτήσεις καταχωρήθηκαν στις 8.12.2009, 27.1.2011 και 23.2.2012. Στο μεσοδιάστημα έγινε η καταγγελία στην αστυνομία και η γραφολογική εξέταση από τον ΜΚ3. Πρόκειται πράγματι για γεγονότα που συνέβησαν πολλά χρόνια πριν τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Κατά την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και στην διαμόρφωση κρίσης για την αξιοπιστία του, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη την ιδιοσυγκρασία του και τον τρόπο που ενεργεί σε στρεσογόνες καταστάσεις, όπως είναι η αντεξέταση, την απειρία του στο να δίνει μαρτυρία σε Δικαστήριο, το μορφωτικό του επίπεδο, ότι η οξύτητα μνήμης διαφέρει από άτομο σε άτομο, αδυναμίες στη έκφραση, την ηλικία του μάρτυρα και διάφορους άλλους παράγοντες που κρίνονται σχετικοί, ανάλογα με την περίπτωση. Στην περίπτωση της ΜΚ2 έχω προσμετρήσει όλους αυτούς τους παράγοντες. Έχοντας υπόψη τη συνολική εικόνα που προκύπτει σε σχέση με τη μαρτυρία της, θεωρώ ότι παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες τις οποίες έχω θίξει πιο πάνω. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι η ΜΚ2 απαντούσε με αυθορμητισμό και αμεσότητα. Θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και η ένταση που εξέπεμπε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της ήταν ειλικρινής έκφραση των συναισθημάτων της. Φάνηκε ότι είχε πολλές διαφορές με την εταιρεία Module Estates Ltd και τον διευθυντή της και αισθάνεται ότι αδικήθηκε στην μεταξύ τους σχέση, στη μεταχείριση που δέχτηκε και στην κατάληξη της δικαστικής διαφοράς τους που, παρά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, δεν έχει επιλύσει τα προβλήματα που ανέκυψαν. Φάνηκε επίσης ότι αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει διάφορα οικονομικά προβλήματα που της προκαλούσαν περαιτέρω πίεση και ένταση. Παρά αυτές τις αντιδράσεις και φόρτιση που αναδύεται από τη μαρτυρία της, θεωρώ ότι δεν προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω ότι προσπάθησε να καταθέσει την αλήθεια, στο βαθμό που ήταν σε θέση να την εκφράσει και να τη μεταφέρει στην ακρόαση και στο βαθμό που της επέτρεπε η μνήμη της. Για αυτούς τους λόγους, την κατατάσσω ως μάρτυρα αξιόπιστο. Παράλληλα όμως έχω επισημάνει και πιο πάνω ότι η μαρτυρία της είχε σημαντικές αδυναμίες. Η σύγχυση στον τρόπο που αντιλαμβανόταν τα γεγονότα και στη χρονολογική σειρά τους, περιορίζει την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της. Η έλλειψη σαφήνειας και καθαρότητας καθιστά μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της μη βοηθητικό αφού δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτό για να καταλήξω σε θετικά ευρήματα αναφορικά με γεγονότα. Αποδέχομαι και βασίζομαι στο μέρος της μαρτυρίας της που συνάδει με ή που επιβεβαιώνεται από την έγγραφη μαρτυρία για να διαμορφώσω ευρήματα. Παραθέτω αναλυτικά τα ευρήματα μου πιο κάτω. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της, εξαιτίας των αδυναμιών που έχω επισημάνει, θα ήταν ακροσφαλές να αποτελέσει βάση για διαμόρφωση ευρημάτων. Παραμένει ο κατηγορούμενος που, όπως ανέφερα είχε προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Μια ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί ασφαλώς να εξισωθεί με μαρτυρία. Επειδή δεν δίνεται στο Δικαστήριο ενόρκως, αυτό περιορίζει την αποδεικτική της αξία. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί επί ανώμοτης δήλωσης για να διαμορφώσει ευρήματα ενώ ούτε επιτρέπεται το περιεχόμενο μιας ανώμοτης δήλωσης να καταργήσει, αναιρέσει ή να επηρεάσει δυσμενώς την αποδεικτική αξία μαρτυρίας που έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Υπό αυτό το πρίσμα αξιολογώ και την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Θα περιοριστώ να σημειώνω ότι το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του συνάδει με το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία αναφορικά με την υπόθεση (Τεκμήριο 21) ενώ δεν έχω εντοπίσει σημεία στα οποία η δήλωση του να είναι αντίθετη με τις θέσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας από το δικηγόρο του. Συνεπώς, στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, επιπρόσθετα με τα ευρήματα που προκύπτουν από τις γραφολογικές εκθέσεις των ΜΚ1 και ΜΚ3, τα ακόλουθα συνιστούν περαιτέρω ευρήματα μου αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση: 1 Στις 17.1.2007 η ΜΚ2 και η εταιρεία Module Estates Ltd συμφώνησαν γραπτώς την αγοραπωλησία δύο ακινήτων της ΜΚ2, ως περιγράφω πιο πάνω. Τα εν λόγω ακίνητα βαρύνονταν με υποθήκη υπέρ της USB Bank. 2 Ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός επιδότης με τον οποίο συνεργαζόταν το δικηγορικό γραφείο Κίκης Α. Μακρίδης &Σια για τη διενέργεια επιδόσεων. 3 Το δικηγορικό γραφείο Κίκης Α. Μακρίδης &Σια συνέταξε εκ μέρους της εταιρείας Module Estates Ltd τις δύο επιστολές Τεκμήρια 3 και 4, με περιεχόμενο ως περιγράφω πιο πάνω. Οι επιστολές απευθύνονταν προς την ΜΚ2 και σε αυτές αναγραφόταν η διεύθυνση διαμονής της, ως παραλήπτη. Οι επιστολές παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο για να τις επιδώσει στην ΜΚ2. 4 Στις 27.10.2008 ο κατηγορούμενος ορκίστηκε ενώπιον της XXXXX Γεωργίου, Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι επέδωσε τις δύο επίδικες επιστολές στην ΜΚ 2, προσωπικά. Στις δύο επίδικες επιστολές υπήρχαν μονογραφές/υπογραφές που αποδίδονταν στην παραλήπτη. 5 Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης και οι επίδικες επιστολές επιστράφηκαν στο δικηγορικό γραφείο Κίκη Α. Μακρίδη &Σια. 6 Στις 23.2.2009 καταχωρήθηκε η αγωγή 1132/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 9) από την εταιρεία Module Estates Ltd εναντίον της ΜΚ2, με περιεχόμενο ως περιγράφω πιο πάνω, η οποία επιδόθηκε στην ΜΚ2. 7 Στις 19.3.2009, η ΜΚ2 καταχώρησε εμφάνιση (Τεκμήριο 10) στην αγωγή μέσω του δικηγορικού γραφείου Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Συνεργάτες. 8 Στις 8.12.2009 το δικηγορικό γραφείο Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Συνεργάτες καταχώρησε εκ μέρους της ΜΚ2 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή (Τεκμήριο 11). Το εν λόγω δικόγραφο περιελάμβανε, στην παράγραφο 5 αυτού, ισχυρισμούς αναφορικά με τις δύο επίδικες επιστολές ως αναφέρω πιο πάνω. 9 Στις 5.7.2010 η ΜΚ2 διόρισε τον δικηγόρο XXXXX Πασιαρδή να την εκπροσωπήσει στην αγωγή, σε αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων της (Τεκμήριο 12). 10 Ο δικηγόρος XXXXX Πασιαρδής αφού έλαβε σχετική άδεια, καταχώρησε τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση στην αγωγή στις 27.1.2011 (Τεκμήριο 13). Στο τροποποιημένο δικόγραφο περιλαμβάνεται η ίδια παράγραφος 5 ως το αρχικό δικόγραφο και προβάλλονται οι ίδιοι ισχυρισμοί σε σχέση με τις επίδικες επιστολές. 11 Η ΜΚ2 εξασφάλισε μέσω του δικηγόρου της αντίγραφο των δύο επίδικων επιστολών και διαπίστωσε ότι οι υπογραφές που παρουσιάζονται σε αυτές και αποδίδονται στην ίδια, δεν της ανήκουν. 12 Στις 13.9.2011 η ΜΚ2 αποτάθηκε στον γραφολόγο ΜΚ3 για να εξετάσει κατά πόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές της. Ο ΜΚ3 διενήργησε τις εξετάσεις που περιγράφει στην έκθεση του Τεκμήριο 18. Κατέληξε ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν ανήκουν στην ΜΚ2, ως εξηγώ και παραθέτω πιο πάνω. 13 Στις 20.10.2011 η ΜΚ2 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 8)καταγγέλλοντας πλαστογραφία της υπογραφή της και έδωσε δείγματα γραφής και υπογραφής. 14 Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ο Αστ. XXXXX προέβη στις ενέργειες που περιγράφει στην κατάθεση του Τεκμήριο 20, ως αναφέρω πιο πάνω. Μεταξύ άλλων, έλαβε από τον κατηγορούμενο την ανακριτική κατάθεση Τεκμήριο 21, με περιεχόμενο ως αναφέρω πιο πάνω, και έλαβε δείγματα γραφής και υπογραφής του. 15 Στις 23.2.2012 η ΜΚ2 καταχώρησε μέσω του δικηγόρου της XXXXX Πασιαρδή, νέα τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση στην αγωγή 1132/2009 (Τεκμήριο 14) στην οποία, μεταξύ άλλων, αρνείται την παραλαβή των δύο επιστολών και ισχυρίζεται πλαστογραφία, ως αναφέρω πιο πάνω. 16 Στις 2.5.2013 ο Αστ. XXXXX παρέδωσε στον ΜΚ1 του ΥΠ.ΕΓ.Ε αντίγραφα των επίδικων επιστολών με τις αμφισβητούμενες υπογραφές και τα δείγματα γραφής και υπογραφής της ΜΚ2 και του κατηγορούμενου. 17 Ο ΜΚ1 διενήργησε τις εξετάσεις που περιγράφει στην έκθεση του Τεκμήριο 2, ως αναφέρω πιο πάνω και κατέληξε στο πόρισμα που επίσης περιγράφω πιο πάνω ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές της ΜΚ2 ή του και κατηγορούμενου. 18 Στις 29.1.2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή XXXXX/2009 (Τεκμήριο 15) με περιεχόμενο ως περιγράφω πιο πάνω. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας στοιχειοθετεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Το πρώτο αδίκημα που κατηγορείται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι το αδίκημα της πλαστογραφίας. Οι λεπτομέρειες της 1ης και 2ης κατηγορίας καθορίζουν ότι η πλαστογραφία συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε δια του ονόματος της ΜΚ2 και χωρίς τη συγκατάθεση της, τις δύο επιστολές, Τεκμήρια 3 και 4, ώστε να φαίνεται ότι οι επιστολές επιδόθηκαν σε αυτήν. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 331 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154: «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος επομένως, είναι: (α) ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου (β) ο σκοπός καταδολίευσης. Τι συνιστά καταρτισμό πλαστού εγγράφου καθορίζεται στο άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με την έκθεση της κατηγορίας, στην παρούσα περίπτωση το αδίκημα διαπράχθηκε κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 333(α)(δ)(ι) του Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει ότι: «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα . (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  2. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι.» Στη Georghiou v Republic

(1984)2 CLR 65, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε εκτενώς την Αγγλική νομολογία επί του θέματος και κατέληξε ότι «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself.»[3] Η πρόθεση καταδολίευσης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 331 ερμηνεύεται και καθορίζεται στο άρθρο 334 του Ποινικού κώδικα ως εξής: «Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Σύμφωνα με τη νομολογία[4], η πρόθεση καταδολίευσης δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το πλαστό έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Η βλάβη δεν περιορίζεται σε ζημιά οικονομικής φύσεως. Επιπρόσθετα, ακόμα και η πιθανότητα βλάβης, δηλαδή να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του, είναι αρκετή. Επανέρχομαι στην υπό κρίση περίπτωση και στα ευρήματα. Όπως αναφέρω και πιο πάνω η ισχυριζόμενη πλαστογραφία συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε για την ΜΚ2 και χωρίς τη συγκατάθεση της τις δύο επίδικες επιστολές με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι επιδόθηκαν σε αυτή (άρθρο 333(δ)(i) Κεφ. 154). Συνιστά εύρημα ότι οι υπογραφές που αποδίδονται στον παραλήπτη επί των δύο επιστολών δεν ανήκουν στην ΜΚ
  1. Συνάγεται επίσης από το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ2 ότι η ΜΚ2 δεν είναι εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο να υπογράψει τις επιστολές αυτές εκ μέρους της. Παράλληλα όμως, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τον καταρτισμό των κατ' ισχυρισμό πλαστών εγγράφων. Δηλαδή, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που έθεσε τις αμφισβητούμενες υπογραφές στις δύο επίδικες επιστολές. Οι δύο γραφολόγοι δεν συνδέουν τον κατηγορούμενο με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Ο μεν ΜΚ3 δεν εξέτασε δείγματα γραφής/υπογραφής του κατηγορούμενου συνεπώς δεν θα μπορούσε να εκφέρει άποψη. Ο ΜΚ1 είχε εξετάσει δείγματα γραφής/υπογραφής του κατηγορούμενου. Συγκρίνοντας όμως τα δείγματα αυτά με τις αμφισβητούμενες υπογραφές κατέληξε ότι «παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη γενική μορφή και τρόπο σχηματισμού τους και κατά τη γνώμη μου [δεν] είναι γνήσια υπογραφή του» (Τεκμήριο 2).Καταλήγει συνεπώς ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν ανήκουν στον κατηγορούμενο. Το συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος μπορεί να αποδειχθεί, πέραν από την άμεση μαρτυρία, και με περιστατική μαρτυρία. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα[5]. Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά, επιπλέον, πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου[6]. Η περιστατική μαρτυρία στην παρούσα περίπτωση, η οποία είναι σχετική, είναι το γεγονός ότι το δικηγορικό γραφείο Κίκης Α. Μακρίδης & Σια είχε παραδώσει στον κατηγορούμενο τις δύο επιστολές προς επίδοση στην ΜΚ2 και ότι ο κατηγορούμενος τις είχε παρουσιάσει στην πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ενώπιον της οποίας προέβη σε ένορκες δηλώσεις για την επίδοση τους. Όταν τις παρουσίασε στην πρωτοκολλητή έφεραν τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Τα δύο αυτά στοιχεία όμως, δεν μπορούν να αναιρέσουν το συμπέρασμα του γραφολόγου ΜΚ1 ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές στις επιστολές δεν είναι γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Πρέπει επίσης να προσμετρήσω το γεγονός ότι στις δύο πρώτες Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις που καταχώρησε η ΜΚ2 στην αγωγή XXXXX/2008 υπάρχει όχι μόνο παραδοχή για παραλαβή των επιστολών και γνώση του περιεχομένου τους αλλά προβάλλονται και θετικοί ισχυρισμοί σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη η ΜΚ2 αφού τις παρέλαβε. Πρόκειται για δικόγραφα που καταχωρήθηκαν αφού η ΜΚ2 συμβουλεύτηκε δύο διαδοχικούς δικηγόρου και που καταγράφουν τους ισχυρισμούς της έναντι των αξιώσεων της ενάγουσας εταιρείας. Το πρώτο δικόγραφο είχε καταχωρηθεί 8.12.2009 και το δεύτερο 27.1.
  2. Ενόψει αυτών των δεδομένων, κρίνω ότι η περιστατική μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή του καταρτισμού πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο. Το πιο πάνω συμπέρασμα καθορίζει την τύχη της 1ης και 2ης κατηγορίας που, ακολουθεί ότι, δεν αποδεικνύονται. Προχωρώ στο δεύτερο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος (3η κατηγορία) που είναι το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Για να στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) έθεσε σε κυκλοφορία έγγραφο, και (β) γνώριζε ότι το έγγραφο αυτό ήταν πλαστό. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, η φράση, «θέτει σε κυκλοφορία ένα πράγμα», «σημαίνει και περιλαμβάνει το να χρησιμοποιεί ή να χειρίζεται πράγμα ή το να αποπειράται τη χρήση ή το χειρισμό του τέτοιου πράγματος και το να αποπειράται την υποκίνηση άλλου σε χρήση ή χειρισμό ή ενέργεια σε τέτοιο πράγμα». Ο ορισμός αυτός καλύπτει την οποιαδήποτε χρήση πλαστού εγγράφου από κατηγορούμενο, ενώ αυτός γνωρίζει ότι είναι πλαστό και με πρόθεση καταδολίευσης. Η πρόθεση καταδολίευσης ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με την πρόθεση καταδολίευσης του αδικήματος της πλαστογραφίας. Η απλή κατοχή του πλαστού εγγράφου δεν αρκεί. Πρέπει ο κατηγορούμενος να κοινοποιήσει το έγγραφο σε τρίτο πρόσωπο. Οι δύο επίδικες επιστολές τέθηκαν σε κυκλοφορία από τον κατηγορούμενο αφού παρουσιάστηκαν στην πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης τους και ακολούθως τις παρέδωσε στο δικηγόρο Κίκη Μακρίδη. Προχωρώντας όμως στο δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σημειώνω τα εξής. Η γνώση σπάνια αποδεικνύεται με θετική και άμεση μαρτυρίας. Ως στοιχείο αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου συνήθως αποδεικνύεται με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση[7]. Στην παρούσα περίπτωση άμεση μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι επίδικες επιστολές ήταν πλαστές δεν υπάρχει. Ενόψει ιδιαίτερα της κατάληξης ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που είχε διενεργήσει την πλαστογραφία, ούτε άλλη περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης του κατηγορούμενου για το γεγονός ότι τα έγγραφα ήταν πλαστά. Συνεπώς η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και, συνακόλουθα, δεν αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Παραμένει το τρίτο αδίκημα, της 4ης και 5ης κατηγορίας. Πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ότι ο κατηγορούμενος έδωσε ψευδή όρκο. Το αδίκημα διαπράττει: «Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία». Από το λεκτικό του άρθρου 117 Κεφ. 154 συνάγεται ότι το αδίκημα διαπράττεται όταν πρόσωπο: (α) προβαίνει σε όρκο ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο, και (β) ο όρκος είναι ψευδής. Στην παρούσα περίπτωση συνιστά εύρημα ότι ο κατηγορούμενος είχε ορκιστεί ενώπιον της πρωτοκολλητού, που είναι πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να επαγάγει όρκο, δύο ένορκες δηλώσεις αναφορικά με την επίδοση των δύο επιστολών στην ΜΚ
  3. Όμως, στα πλαίσια της συνολικής θεώρησης της υπόθεσης, πρέπει η μαρτυρία να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε όταν προέβαινε στον όρκο ότι αυτός ήταν ψευδής. Επί αυτού επανέρχομαι στα όσα έχω προαναφέρει για το στοιχείο της γνώσης του κατηγορούμενου. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει προηγουμένως, καταλήγω ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ορκιζόταν ψευδώς. Αυτό καθορίζει και το αποτέλεσμα. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σωτηριάδης κ.α. ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482 [2]Φωτίου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172 [3]Σχετικές οι WelhamvDPP[1960] 1 AllER 805, Ioannouv. Police
(1985)2 CLR 14, Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 457 [4]Georghiou, Ioannou,Τσιέλεποςκαι Welham, ανωτέρω [5]Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172 [6]Vrakasv. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotisv. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadisv. Republic
(1977)2 CLR 97 [7]Youssefv. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.