ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΙΑΝΟΥΛΛΑΣ, Αριθμός υπόθεσης: 18955/2016, 3/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 18955/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα αρχή ν XXXXX ΓΙΑΝΟΥΛΛΑΣ Κατηγορούμενος 3 Ιουλίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο: κ. Τσολακίδης ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και που αφορούν παραβάσεις των διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- Η 1η κατηγορία αγορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α και συγκεκριμένα ποσότητας 0,5486 γραμμάριων κοκαΐνης. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β, δηλαδή ποσότητας 75,0653 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Η 3η κατηγορία, η οποία προστέθηκε στο κατηγορητήριο στις 17.10.2017, αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Πρόκειται για την ποσότητα κάνναβης της 2ης κατηγορίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, στις 6.10.2015 το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ανακόπηκε από μέλη της ΥΚΑΝ. Ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τα μέλη της ΥΚΑΝ που τον ερεύνησαν και τους παρέδωσε 2 σακουλάκια με φυτική ύλη, η ποσότητα κάνναβης της 2ης και 3ης κατηγορίας, καθώς και σακουλάκι με την ποσότητα κοκαΐνης της 1ης κατηγορίας. Στα πλαίσια διερεύνησης τότε της υπόθεσης είχε εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησης του κατηγορούμενου για περίοδο 6 ημερών. Αυτά είναι συνοπτικά τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κατά την επιλογή του είδους και την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει. Πρέπει δηλαδή να λάβει υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου, είχα την ευκαιρία να μελετήσω γραπτή αγόρευση που παρουσίασε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου και να ακούσω όσα ανέφερε προφορικά αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 44 ετών. Προήρχετο από συγκροτημένη οικογένεια όμως η μητέρα του απεβίωσε το 2015 και ο πατέρας του το
- Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος. Έκτοτε έχει εξεύρει εργασία. Όπως φαίνεται στη βεβαίωση που έχει προσκομιστεί από τον εργοδότη του, εργάζεται από 1.10.2019 στην εταιρεία Serious Transports με μηνιαίες απολαβές €1.
- Παράλληλα έχει συνάψει σοβαρό δεσμό και με τη σύντροφο του προγραμματίζουν σύντομα να παντρευτούν. Η σύντροφος του είναι άνεργη και εξαρτάται οικονομικά από τον ίδιο. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει τα αδικήματα ενώ ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά. Η κοκαΐνη που είχε ανευρεθεί στην κατοχή του προοριζόταν για δική του χρήση. Την κάνναβη επίσης θα χρησιμοποιούσε ο ίδιος αλλά θα προμήθευε και φιλικά του πρόσωπα που ήταν και εκείνα ουσιο-εξαρτημένα. Πρόκειται, εξήγησε, για φίλους που αλληλοπρομηθεύονταν ναρκωτικά μεταξύ τους, χωρίς χρηματικό όφελος. Τόνισε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, ότι αυτός ουδέποτε ασχολήθηκε με εμπορία ναρκωτικών ούτε είχε οικονομικό όφελος από προμήθεια ναρκωτικών. Η νομολογία μας έχει αναγνωρίσει ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ ενός προσώπου που προμηθεύει ναρκωτικά άνευ ανταλλάγματος και ενός προσώπου που εμπορεύεται ναρκωτικά με την έννοια της συναλλαγής για κέρδος[1]. Δέχομαι ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος ήταν αναμεμειγμένος σε εμπορία ναρκωτικών ή ότι διέθετε, πωλούσε ναρκωτικά για να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Προσμετρώ επίσης ότι ο κατηγορούμενος έχει σήμερα απεξαρτηθεί πλήρως από τα ναρκωτικά. Ο συνήγορος του παρουσίασε προς επιβεβαίωση αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων. Όπως αναγνωρίζει η νομολογία η προσπάθεια του αυτή πρέπει να ανταμειφθεί[2]. Όπως ανέφερε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και τόνισε ο δικηγόρος του, ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αυτό του επιτρέπει να επιζητεί και να αναμένει από το Δικαστήριο να τον αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη επιείκεια[3]. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με την αστυνομία μόλις ανακόπηκε ενώ παραδέχθηκε ενοχή και στο Δικαστήριο. Αυτές οι επιλογές και ενέργειες του κατηγορούμενου, να συνεργαστεί με τις αστυνομικές αρχές και να παραδεχθεί στο Δικαστήριο, έστω και αν η παραδοχή του δεν ήταν άμεση, αναγνωρίζονται ως σημαντικοί μετριαστικοί παράγοντες και ως ενδείξεις έμπρακτης μεταμέλειας[4]. Δέχομαι ως ειλικρινή την απολογία που έχει εκφράσει μέσω του δικηγόρου του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι έχουν παρέλθει περί τα 5 χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων. Πρόκειται για σημαντικό στοιχείο που προσμετρώ στην απόφαση μου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 6.10.2015 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.10.
- Δεν έχω ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση ενός έτους που παρουσιάστηκε μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης. Σημειώνω όμως ότι από την καταχώρηση της υπόθεσης, η αρχική στάση του κατηγορούμενου να μην παραδεχθεί τις κατηγορίες, προκάλεσε περαιτέρω καθυστέρηση. Η σημασία του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα έγκειται στο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Στο μεσοδιάστημα έχει εξεύρει σταθερή εργασία, έχει απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά και έχει συνάψει σοβαρό, σταθερό δεσμό και προγραμματίζει να παντρευτεί με τη σύντροφο του. Ο χρόνος που παρήλθε είναι επίσης σημαντικός για ακόμα ένα λόγο. Δεν έχω ενδείξεις ότι στα πέντε περίπου χρόνια που μεσολάβησαν ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Η καλή του αυτή διαγωγή, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, δείχνει ότι στην δική του περίπτωση ατονεί η ανάγκη η ποινή που θα του επιβληθεί να είναι τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να λειτουργεί ως αντικίνητρο για να επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά. Έχω κατά νου όλα τα πιο πάνω. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να επενεργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εξουδετερώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων[5]. Τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά και η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται και στις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια. Το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α είναι πιο σοβαρό και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια. Το σοβαρότερο αδίκημα είναι αυτό της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β με σκοπό την προμήθεια που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Η σταθερή τάση που διαφαίνεται από τη νομολογία είναι ότι τα αδικήματα αυτά, ειδικά της 1ης και 3ης κατηγορίας, τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης[6]. Ακόμα ένας παράγοντας που πρέπει να προσμετρήσω είναι ότι αδικήματα όπως αυτά που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος διαπράττονται, δυστυχώς, με αυξημένη συχνότητα και γι' αυτό είναι ανάγκη οι ποινές που επιβάλλονται να είναι αυστηρές ώστε τα Δικαστήρια να συμβάλλουν στην γενική προσπάθεια καταστολής αυτών των παραβάσεων[7]. Έχω σταθμίσει όλα τα δεδομένα ενώπιον μου. Αναγνωρίζω ότι στην παρούσα περίπτωση κανένας από τους παράγοντες του άρθρου 30
(4)(α) του Ν. 29/77 συντρέχει που να καθιστούν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά. Αναγνωρίζω επίσης ότι συντρέχουν κάποιοι από τους παράγοντες του άρθρου 30
(4)(β) που καθιστούν τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά. Όμως, η φύση των αδικημάτων δεν επιτρέπει την επιλογή άλλης ποινής παρά της φυλάκισης. Άλλου είδους ποινής δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νομοθέτη και δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Οι διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους έχω αναφερθεί δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής. Τους λαμβάνω όμως υπόψη σε σχέση με το ύψος της. Στη βάση της αρχής της συνολικότητας της ποινής και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: (α) 4 μηνών στην 1η κατηγορία, και (β) 10 μηνών στην 3η κατηγορία, και Δεν επιβάλλω ποινή στην 2η κατηγορία γιατί τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη εκείνου του αδικήματος εμπεριέχονται στο αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Εξέτασα, όπως εισηγήθηκε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά πόσο το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης[8]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[9]. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι είναι ορθό όπως οι ποινές που επιβλήθηκαν ανασταλούν. Σε αυτή την απόφαση με έχουν οδηγήσει τέσσερεις παράγοντες. Έχω, πρώτα, προσμετρήσει τη ουσιαστική μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Όπως αναφέρω και πιο πάνω, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που μεσολάβησαν ο κατηγορούμενος έχει πλέον εξεύρει σταθερή εργασία, έχει συνάψει σοβαρό δεσμό και προγραμματίζει τον γάμο του με τη σύντροφο του και δεν έχει διαπράξει άλλο παράπτωμα. Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι έχει αλλάξει πορεία στην ζωή του και έχει επιλέξει ένα δρόμο ωφέλιμο και σταθερό. Δεύτερος παράγοντας που έχω λάβει υπόψη είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει πλέον επιτύχει την πλήρη απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά. Αυτό το δεδομένο δείχνει ότι οι πιθανότητες να καταφέρει να συνεχίσει στην νέα πορεία που ξεκίνησε είναι αυξημένες αφού ενεργεί πλέον αυτόβουλα, χωρίς τους περιορισμούς και αδυναμίες που προκαλούν οι εξαρτήσεις. Τρίτος παράγοντας είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αυτό είναι ένδειξη ότι η διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό και δεν πρόκειται για άτομο με γενικότερη, επαναλαμβανόμενη, παραβατική συμπεριφορά. Τέλος, στάθηκα στην επιλογή του κατηγορούμενου να παραδεχθεί ενοχή στις κατηγορίες. Η παραδοχή του δείχνει έμπρακτά τη μεταμέλεια του και ολοκληρώνει την εικόνα της αναμόρφωσης και αλλαγής στη στάση και συμπεριφορά του. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δημιουργεί ένα πλαίσιο που επιτρέπει μια ασφαλή προσδοκία ότι εάν δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία μέσω της αναστολής τότε η δεύτερη αυτή ευκαιρία δεν θα πάει χαμένη. Αντίθετα, οι ενδείξεις είναι ότι θα αποτελέσει το έναυσμα για να συνεχίσει και να εδραιώσει τις αλλαγές στη ζωή του, ως ωφέλιμο και παραγωγικό μέλος της κοινωνίας. Η ποινή που έχει επιβληθεί αναστέλλεται για 3 χρόνια από σήμερα. [Επεξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής.] ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γενικός Εισαγγελέας ν Σατανά κ.α.
(1996)2 ΑΑΔ 257, Sentencing in Cyprus, 2nd edition, p. 215, R v John Bennett [1998] 1 Cr. App. R. 429, R v Brian Francis Blackham [1997] 2 Cr. App. R. 275. [2] Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148, Καρακάννας ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463, Μάριος Π. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 82 [3] Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, Ψωμά ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 40 [4] Χαρτούμπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 [5] Ιωάννου άλλως Μουσικός v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 [6] Sentencing in Cyprus, G. M. Pikis, σελ. 129-135 [7] Παναγιώτου ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, Παναγή ν Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47), Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 και Piliev v Αστυνομίας (ανωτέρω) [8] Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [9] Demetriou v. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός Εισαγγελέας v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο