Savero Trading Ltd ν. Savvas Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2570/2015, 24/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2570/2015 Savero Trading Ltd -εναντίον-
- Savvas Nikiforou Trading Co Ltd
- XXXXX Νικηφόρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24/7/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Xριστοφόρου μαζί με κ. Νικολάου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ζαχαράκης 2ος κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορουμένη, ιδιωτική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη από το 2011, αντιμετωπίζει συνολικά 12 κατηγορίες ( 37η, 39η, 49η, 51η, 61η, 63η, 73η, 75η, 77η, 81η, 85η, 87η), οι οποίες αφορούν την έκδοση ισάριθμων επιταγών, συνολικού ύψους €31.737,
- Οι εν λόγω επιταγές , όταν κατέστησαν πληρωτέες, δεν τιμήθηκαν, κατά παράβαση των Άρθρων 305(Α)
(1), του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154. Ο δε 2 κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει επίσης 12 κατηγορίες (38η, 40η, 50η, 52η, 62η, 64η, 74η, 76η, 78η, 82η, 86η, 88η) και αυτό που του αποδίδεται, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της 1ης κατηγορουμένης, παρείχε βοήθεια και/ή συνδρομή στην έκδοση και μη εξόφληση των επίδικων επιταγών. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν την μη παραδοχή τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία. Σημειώνω εξ αρχής ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, απέσυρε τις υπόλοιπες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επί της ουσίας αυτή είτε έχει παραμείνει αναντίλεκτη, είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, η παραπονούμενη, επίσης ιδιωτική εταιρεία, είναι εισαγωγέας και αντιπρόσωπος διαφόρων οινοπνευματωδών ποτών. Η 1η κατηγορούμενη αγόραζε προϊόντα με πίστωση από την παραπονούμενη, για τους σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών της, τα οποία η τελευταία μεταπωλούσε ανά το παγκύπριο. Στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας υπεγράφη στις 10.8.11 γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 3) με την προσωπική εγγύηση του 2ου κατηγορούμενου, η οποία ρύθμιζε τους όρους, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα κάθε έκαστου μέρους. Η 1η κατηγορουμένη, στα πλαίσια των συναλλαγών της με την παραπονούμενη και προς εξόφληση των τιμολογίων της τελευταίας, εξέδιδε πάντοτε μεταχρονολογημένες επιταγές. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ των μερών, ότι ανάμεσα στις επιταγές που η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε προς την παραπονούμενη ήταν και οι επίδικες 12 επιταγές (Τεκμήρια 5-16), οι οποίες εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης που διατηρούσε στην τότε Λαϊκή Τράπεζα και ότι αυτές δεν έχουν τιμηθεί λόγω ανεπαρκών υπόλοιπων του λογαριασμού του εκδότη των επίδικων επιταγών, δηλαδή της 1ης Κατηγορουμένης. Ήταν δε πληρωτέες προς τα τέλη Μαρτίου και Απριλίου του 2013 (ειδικότερα στις 18,19,20,25,27,28,29/3/13, αντίστοιχα και 1 και 2/4/13), δηλαδή μετά τα γεγονότα της 16ης Μαρτίου που οδήγησαν στο γνωστό σε όλους «κούρεμα καταθέσεων» και την μεγάλη οικονομική κρίση που ακολούθησε. Είναι παραδεκτό επίσης ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν ο διευθυντής της και το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της 1ης κατηγορουμένης να υπογράφει επιταγές, ότι αυτές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την τελευταία παρουσίασή τους και ότι αυτές μέχρι και σήμερα δεν έχουν πληρωθεί. Λόγω του ότι οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν η 1η κατηγορούμενη υπέγραψε έγγραφο ανάληψης χρέους (Τεκμήριο 17) προς την παραπονούμενη με την προσωπική εγγύηση του 2ου κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβήτηκε ιδιαίτερα από την υπεράσπιση το γεγονός ότι στη προκειμένη περίπτωση πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, δηλαδή η αντικειμενική υπόσταση τους (actus reus). Αυτό το οποίο επί της ουσίας έχει αμφισβητηθεί, σε έντονο βαθμό μάλιστα, και που αποτελεί βασική εκδοχή της υπεράσπισης είναι ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρείται η υποκειμενική υπόσταση ή ένοχης διάνοιας (mens rea) του αδικήματος και στη βάση αυτού και οι δύο κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν. Και τούτο γιατί με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, είχαν πρόθεση μη πληρωμής τους. Από το 2011, όπου και ξεκίνησε η συνεργασία της παραπονούμενης με την 1η κατηγορούμενη, η τελευταία ήταν πάντοτε τυπική στις υποχρεώσεις της πριν την οικονομική κρίση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, δηλαδή τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2013, οι οποίες ήταν πληρωτέες στις οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν το πιο πάνω απρόβλεπτο γεγονότος που είχε ως αποτέλεσμα, η 1η κατηγορουμένη, να έχει πολύ μειωμένα έσοδα απ' ότι πραγματικά και υπό κανονικές συνθήκες λάμβανε, με συνέπεια να αδυνατούσε να καλύψει τις επίδικες επιταγές. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες, την XXXXX Αντωνιάδου (Μ.Κ 1), υπάλληλο στο τμήμα Λογιστηρίου και προβληματικών λογαριασμών της παραπονούμενης, τον XXXXX Αλεξάνδρου (Μ.Κ 2), τραπεζικό λειτουργό και τον XXXXX Αντωνιάδη (Μ.Κ 3), συνεργάτη της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εναντίον των κατηγορουμένων, τους κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
- Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση (Τεκμήριο 21) και κάλεσε και έναν μάρτυρα υπεράσπισης τον XXXXX Νικολάου (Μ.Υ 1), διευθυντή του τότε καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας, όπου η 1η κατηγορουμένη διατηρούσε λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν τις δοσοληψίες και γνώριζε τις συναλλαγές και τις οικονομικές υποχρεώσεις της 1ης κατηγορούμενης. Μέσα στα πλαίσια αυτά εξέδωσε και τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 5-16) οι οποίες δόθηκαν στους πωλητές της παραπονούμενης με σκοπό την εξόφληση αντίστοιχων τιμολογίων. Όλες οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στις 3.4.13 στην τότε Λαϊκή Τράπεζα και επεστράφηκαν πίσω στις 4.4.13, με την ένδειξη σε κάθε επιταγή «Να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα». Με την παραλαβή των επίδικων επιταγών, ως ήταν πάντοτε η πρακτική, η παραπονούμενη εξέδιδε σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 18) όπου πάνω σε αυτές αναγράφετο, μεταξύ άλλων, και η ημερομηνία είσπραξης τους από την 1η κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενη αποδέχτηκε το γεγονός ότι η 1η κατηγορουμένη, από την αρχή της συνεργασίας της με την παραπονούμενη, ήταν πάντοτε τυπική και απόλυτα συνεπής στις πληρωμές της μέχρι και τα μέσα Μαρτίου του
- Μέσα στα πλαίσια αυτά η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε προς την παραπονούμενη εκατοντάδες μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες δύο μήνες μετά την έκδοσή τους, οι οποίες όλες ανεξαιρέτως έχουν τιμηθεί. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τις σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 18) τις εξέδωσε η ίδια και ότι αυτή προσωπικά παρέλαβε τις επίδικες επιταγές, από τους πωλητές της παραπονούμενης, οι οποίες ήταν δεόντως συμπληρωμένες,. Ο Μ.Κ 2 ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και από τον Σεπτέμβριο του 2013 ανέλαβε τον επίδικο λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης. Επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από τον λογαριασμό της τελευταίας και κατέθεσε προς το σκοπό αυτό τις καταστάσεις λογαριασμών της (Τεκμήριο 19) από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του
- Επιβεβαίωσε ότι καμιά από τις επίδικες επιταγές δεν έχει πληρωθεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων της 1ης κατηγορουμένης ως εμφαίνεται και από τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Ανέφερε περαιτέρω ότι στην 1η κατηγορουμένη παραχωρήθηκε πιστωτικό όριο από την τράπεζα ύψους €60.000 το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις, εντός Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2013, είχε παρουσιάσει υπερβάσεις. Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι κάποιες επιταγές της 1ης κατηγορουμένης είχαν επιστραφεί απλήρωτες, τον Φεβρουάριο του 2013, οι οποίες όμως με την 2η κατάθεση τους είχαν δεόντως τιμηθεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν χειριζόταν προσωπικά τον επίδικο λογαριασμό αλλά άλλη συνάδελφος του (κάποια κυρία Παπαλοΐζου) η οποία αφυπηρέτησε, καθώς και ο Μ.Υ
- Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος ερχόταν καθημερινώς στο εν λόγω υποκατάστημα εφόσον διεκπεραίωνε τις συναλλαγές της 1ης κατηγορουμένης καταθέτονας αφενός τις οποιεσδήποτε εισπράξεις της και αφετέρου επισκεπτόταν συχνά τον Μ.Υ 1, όπου και του παρέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της 1ης κατηγορούμενης. Ο Μ.Υ 1 τις είχε στη κατοχή του και τις κατάθετε όταν αυτές θα ήταν πληρωτέες. Αποδέχτηκε επίσης το γεγονός ότι η 1η κατηγορουμένη ήταν πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις της και ότι, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού της, η τελευταία είχε καταθέσεις αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ μηνιαίως στον λογαριασμό της. Διευκρίνισε επίσης ότι τις περισσότερες φορές οι πιστώσεις της 1ης κατηγορούμενης, κατά τη διάρκεια της κίνησης του λογαριασμού, ήταν περισσότερες από τις χρεώσεις, αλλά συνήθως η πιστωτική κίνηση με τη χρεωστική κίνηση ήταν περίπου ισόποσες και στα ίδια επίπεδα (βλέπε για παράδειγμα Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2013). Συμφώνησε επίσης ότι, όπως φαίνεται από την κίνηση του λογαριασμού, υπήρχε μια ανοδική πορεία των καταθέσεων και εισπράξεων της 1ης κατηγορούμενης από τον Ιανουάριο του 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, η οποία όμως μειώθηκε, κατά το ήμισυ, τον Μάριο του
- Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι, με βάση την πρακτική της τράπεζας αλλά και με βάση την τραπεζική κατάσταση του λογαριασμού, επιτρέπονταν μικρές υπερβάσεις του λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης οι οποίες όμως καλύπτονταν συνήθως την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Ο λόγος ήταν γιατί η τράπεζα είχε στην κατοχή της μεταχρονολογημένες επιταγές της 1ης κατηγορούμενης. Αποδέχτηκε επίσης το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές λαμβάνοντας υπόψη και το πότε ήταν πληρωτέες οι επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από τους χρεώστες της. Επίσης επιβεβαίωσε το γεγονός ότι, ως φαίνεται από τις τραπεζικές καταστάσεις, πολλές επιταγές που κατέθεσε η 1η κατηγορουμένη προς όφελός της δεν τιμήθηκαν. Αποδέχτηκε επίσης το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος επιδείκνυε προσωπικό ενδιαφέρον ώστε τα ποσά των επιταγών που εξέδιδε μηνιαίως η 1η κατηγορούμενη να είναι περίπου ισόποσα με τις μηνιαίες καταθέσεις τους. Επίσης η γνώμη που αποκόμισε σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο, ήταν ότι αυτός δεν είχε σκοπό να ξεγελάσει τον οποιοδήποτε ή να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά. Τέλος εξέφρασε την γνώμη ότι η 1η κατηγορούμενη δεν τίμησε τις επίδικες επιταγές αφενός γιατί οι κατηγορούμενοι, ίσως, να μην διεξήγαν τις εργασίες τους με τον ορθό τρόπο και αφετέρου ανάφερε πως εάν δεν επεσυνέβαινε η απρόβλεπτη οικονομική κρίση οι επίδικες επιταγές θα τιμούνταν με βάση τον τζίρο που πραγματοποιούσε η 1η κατηγορούμενη. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση. (Τεκμήριο 20). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν και η είσπραξη επιταγών διαφόρων πελατών της παραπονούμενης, μεταξύ άλλων και της 1ης κατηγορουμένης. Ανάφερε, σχετικά με την παρούσα υπόθεση, ότι κατά τις επισκέψεις του στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών της 1ης κατηγορουμένης, και σε συνεννόηση με τον 2ο κατηγορούμενο, εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι επίδικες επιταγές. Εξήγησε ότι πάνω σε αυτές ο ίδιος έχει συμπληρώσει ολογράφως και αριθμητικά το ποσό για κάθε έκαστη επιταγή και έχει τοποθετήσει σε κάποιες τη σφραγίδα της παραπονούμενης ενώ σε κάποιες άλλες έχει αναγράψει το όνομά της ως δικαιούχο τους ενώ ο 2ος κατηγορούμενος έθετε από προηγουμένως την υπογραφή του. Ακολούθως ο ίδιος παρέδιδε τις εν λόγω επιταγές στον 2ο κατηγορούμενο για έλεγχο αλλά και για να συμπληρώσει την ημερομηνία πληρωμής τους. Την ίδια ημέρα που παρέλαβε τις επίδικες επιταγές από τον 2ο Κατηγορούμενο, τις παρέδωσε στο λογιστήριο της παραπονούμενης και προς το σκοπό εκδίδοντο και οι αποδείξεις είσπραξης για κάθε έκαστη επιταγή. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ο ίδιος έχει συγγενική σχέση με τους ιδιοκτήτες της παραπονούμενης. Ανέφερε ότι την 1η κατηγορουμένη, για σκοπούς είσπραξης, την επισκέπτονταν πέραν του ιδίου, και άλλοι υπάλληλοι της παραπονούμενης. Επιβεβαίωσε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις του και στις συναλλαγές του με την παραπονούμενη μέχρι και τα μέσα Μαρτίου του
- Η παραπονούμενη πάντοτε του έδιδε σχετική κατάσταση λογαριασμού ώστε αυτός ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει το υπόλοιπό του. Επιβεβαίωσε ότι σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, την ημερομηνία πληρωμής την ανέγραψε ο 2ος κατηγορούμενος προσωπικά. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης, προσθέτοντας ότι ήρθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτή είναι ότι τις επίδικες επιταγές τις υπόγραψε και έθεσε την ημερομηνία πληρωμής τους προσωπικά ο 2ος κατηγορούμενος. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν είναι ο ίδιος, προσωπικά, που συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία στις επίδικες επιταγές. Τέλος ανάφερε ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να βλάψει την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωσή του (Τεκμήριο 21) ανάφερε ότι, όπως φαίνεται και από τις τραπεζικές καταστάσεις, η 1η κατηγορουμένη από την ίδρυσή της μέχρι και τα μέσα του 2013 ακολουθούσε ανοδική πορεία σε σχέση με τον τζίρο που πραγματοποιούσε. Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης η 1η κατηγορουμένη οδηγήθηκε στην πλήρη καταστροφή. Ουδέποτε η 1η κατηγορουμένη μέχρι και τα μέσα Μαρτίου δεν εξέδωσε οποιανδήποτε ακάλυπτη επιταγή. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές που εξέδιδε η 1η κατηγορούμενη προς την παραπονούμενη ο ίδιος συμπλήρωνε μόνο την ημερομηνία πληρωμής, αφού έθετε προηγουμένως την υπογραφή του και τις έδινε ακολούθως στον θείο του, ο οποίος έχει αποβιώσει, με οδηγίες να συμπληρώσει το συγκεκριμένο κάθε φορά ποσό πληρωμής και το όνομα της παραπονούμενης ως τον δικαιούχο της. Οι ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών δεν ακολουθούσαν τη χρονολογική σειρά των πληρωμών που προέβαινε κάθε φορά η 1η κατηγορουμένη στην παραπονούμενη. Είναι για τον λόγο αυτό, που ο ίδιος ειλικρινά δεν ξέρει και δεν μπορεί να γνωρίζει την ημερομηνία έκδοσης της κάθε επίδικης επιταγής. Κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, τόσο η 1η κατηγορουμένη όσο και ο ίδιος, πίστευαν εύλογα ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όλες οι επιταγές θα πληρώνονταν κανονικά στη λήξη τους, όπως αυτό γινόταν χωρίς απολύτως καμιά εξαίρεση κατά τα τελευταία δύο χρόνια της μεταξύ τους καλής συνεργασίας. Το συνολικό ποσό αγορών από την παραπονούμενη στο διάστημα της μεταξύ τους συνεργασίας ήταν πέραν των €1.2 εκατομμυρίων. Μόνο αυτές που ήταν πληρωτέες, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, δεν έχουν τιμηθεί. Όλες ανεξαίρετα οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί μήνες πριν το ξέσπασμα της κρίσης και δεν τιμήθηκαν, λόγω της οικονομικής κρίσης και των συνεπειών αυτής στην 1η κατηγορουμένη την οποία ούτε ο ίδιος, ούτε κανείς άλλος μπορούσε να προβλέψει. Οι συνολικές καταθέσεις της πρώτης κατηγορουμένης στον λογαριασμό της ήταν πέραν των €40 εκατομμυρίων. Τους τελευταίους μήνες μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, οι μηνιαίες καταθέσεις της αυξάνονταν και υπερέβαιναν το €1.000.000 με μοναδική εξαίρεση τον Μάρτιο του 2013, που οι καταθέσεις ανέρχονταν μόνο στις €500.
- Αυτό αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη ότι η μη εξόφληση των επίδικων επιταγών οφειλόταν στην οικονομική κρίση, αφού το δεύτερο 15ήμερο του Μαρτίου του 2013, όταν οι επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες, όλοι οι πελάτες της 1ης κατηγορουμένης σταμάτησαν να αγοράζουν και να πληρώνουν τις οφειλές τους, η αγορά παρέλυσε, η ρευστότητα των επιχειρήσεων ήταν ανύπαρκτη και η τράπεζα είχε άρει όλες τις διευκολύνσεις που παρείχε στην εταιρεία του. Λόγω της κρίσης η παραπονούμενη έχει να λαμβάνει και σήμερα από χρεώστες της ποσό μέχρι και €700.
- Ειλικρινέστατα αναφέρει ότι ποτέ δεν υπήρξε η παραμικρή υποψία στο μυαλό των κατηγορουμένων ότι υπήρχε περίπτωση οι επίδικες επιταγές να μην πληρωθούν. Στο μυαλό τους γινόταν πάντοτε συντονισμός και απολογισμός των εσόδων από μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών τους με τις επιταγές που εξέδιδε η 1η κατηγορούμενη. Όπου παρουσιαζόταν υπέρβαση στον λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης, υπήρχαν στην κατοχή του Μ.Υ 1, μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών, οι οποίες γίνονταν κατάθεση και ο λογαριασμός ισοσκελιζόταν. Δεν ενήργησε με δόλο και ουδέποτε είχε σκοπό να ξεγελάσει τον οποιοδήποτε. Ο Μ.Υ 1 επίσης υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 22). Ανέφερε σε αυτήν ότι τον τελευταίο λόγο στη λήψη αποφάσεων, αναφορικά με την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, την είχε ο ίδιος. Οι σχέσεις του με τον 2ο κατηγορούμενο ανάφερε ότι ήταν καθαρά επαγγελματικές. Εξέφρασε τη γνώμη ότι ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε πάντοτε ομαλά και η 1η κατηγορούμενοι ήταν πάντοτε τυπική στις υποχρεώσεις της, ουδέποτε απασχόλησε την τράπεζα μέχρι και την οικονομική κρίση που ξέσπασε τον Μάρτιο του
- Θα χαρακτήριζε τη μεταξύ τους σχέση ως ιδανική. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη έκανε διοχέτευση αρκετά μεγάλου όγκου εργασιών μέσω του λογαριασμού της, επί καθημερινής βάσεως, ως επίσης παρουσίαζε και αρκετά υψηλές καταθέσεις καθημερινά. Ο λόγος που ο ίδιος επέτρεπε κάποτε να γίνονται υπερβάσεις του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού της, ήταν γιατί η 1η κατηγορούμενη λάμβανε από τους χρεώστες της μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες του τις παρέδινε σχεδόν καθημερινά, με εντολές να τις καταθέτει στον λογαριασμό της κατά την ημερομηνία που αυτές ήταν πληρωτέες, όπως και έπραττε. Επομένως στις περιπτώσεις που ο λογαριασμός της 1ης κατηγορουμένης υπερέβαινε το εγκεκριμένο όριο, είχε επιταγές των πελατών της, τις οποίες και θα κατέθετε εντός των προσεχών ημερών, με σκοπό να επαναφέρει τον λογαριασμό εντός του εγκεκριμένου ορίου. Αυτή ήταν μια αποδεκτή τραπεζική πρακτική που ακολουθείτο. Επιπρόσθετα γνώριζε ότι ο 2ος κατηγορούμενος καθημερινά έφερνε καταθέσεις της ημέρας καθώς και νέες επιταγές και τόνισε ότι σε καμιά περίπτωση οι υπερβάσεις του ορίου που παρατηρούνταν δεν καθιστούσαν με κανέναν τρόπο τον λογαριασμό προβληματικό. Ανάφερε περαιτέρω ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν συνεπέστατος στις υποχρεώσεις του και εργατικός και ερχόταν ο ίδιος καθημερινά στην τράπεζα, προκειμένου να διεκπεραιώσει τις συναλλαγές του και να καταθέσει τις εισπράξεις της ημέρας. Επίσης ενδιαφερόταν επί καθημερινής βάσης να πληροφορείται για την πορεία του λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης και για το εκάστοτε χρεοπιστωτικό υπόλοιπο αυτού. Σε σχέση με την πορεία του επίδικου λογαριασμού επιβεβαίωσε και αυτός με τη σειρά του ότι οι καταθέσεις ήταν πάντοτε περίπου ισόποσες με το ποσό των επιταγών που εξεδίδοντο από τον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Ακολούθως, σημείωσε, υπήρξε μια δραματική αλλαγή τον Μάρτιο του 2013 η οποία οφείλεται στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Ως διευθυντής παρατήρησε ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο επηρεάστηκαν όλες οι επιχειρήσεις. Ο λόγος είναι ότι οι χρεώστες δεν πλήρωναν τις εταιρείες και επομένως αυτές δεν είχαν εισπράξεις με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ρευστότητα τους. Επίσης την περίοδο εκείνη η τράπεζα επέστρεφε πίσω εκατοντάδες επιταγές που είχαν εκδοθεί μεταχρονολογημένα από τις επιχειρήσεις αφού, κατά την ημερομηνία πληρωμής τους, δεν υπήρχαν χρήματα εντός του λογαριασμού τους λόγω έλλειψης καταθέσεων. Είναι για το λόγον αυτό που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν λειτουργούσε ο θεσμός του ΚΑΠ. Εάν λειτουργούσε το ΚΑΠ, οι πλείστες εταιρείες θα ήταν καταχωρημένες σ' αυτό. Μετά την οικονομική κρίση οποιεσδήποτε διευκολύνσεις που παρείχε η τράπεζα προς τις εταιρείες, συμπεριλαμβανομένου και της 1ης κατηγορουμένης, είχαν αρθεί. Με βάση όλα τα στοιχεία μπορεί να εξάγει το ασφαλές συμπέρασμα ότι εάν δεν επερχόταν η οικονομική κρίση, η 1η κατηγορουμένη θα λειτουργούσε φυσιολογικά και οι επίδικες επιταγές θα πληρώνονταν. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι ο λόγος που η τράπεζα επέτρεπε μικρές υπερβάσεις στον επίδικο λογαριασμό ήταν γιατί η τράπεζα ήταν εξασφαλισμένη εφόσον είχε στην κατοχή της μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν προς όφελος της 1ης κατηγορούμενης και οι οποίες κατατίθεντο στις αμέσως επόμενες ημέρες, έτσι ώστε ο λογαριασμός να επανέλθει εντός των πιστωτικών του ορίων. Επίσης, για να επιτρέψει την υπέρβαση, συνομιλούσε και με τον 2ο κατηγορούμενο για το συνολικό ύψος των χρημάτων που θα κατατίθεντο στον επίδικο λογαριασμό και αφού γνώριζε και το προηγούμενο υπόλοιπο, προχωρούσε στην πληρωμή των επιταγών που εξέδιδε η 1η κατηγορούμενη. Επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος έλεγχε τον επίδικο λογαριασμό καθημερινά και επομένως γνώριζε πότε αυτός βρισκόταν σε υπέρβαση. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο 2ος Κατηγορούμενος, κατά την ημερομηνία που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, γνώριζε ότι το υπόλοιπο του ήταν καθ' υπέρβαση και ότι με τη δική του συνδρομή μπορούσαν να καλυφθούν οι επιταγές που έπρεπε να πληρωθούν. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών (14.1.13, 24.1.13 και 1η.2.13), ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης ήταν καθ' υπέρβαση του ορίου του, συμπληρώνοντας όμως ότι την επόμενη ημέρα ο λογαριασμός επανερχόταν εντός του φυσιολογικού ορίου του. Επιβεβαίωσε, επίσης, το γεγονός ότι επιταγές που κατέθετε η 1η κατηγορούμενη από τους χρεώστες της, σπάνια επιστρέφονταν πίσω και ότι όλες τιμούνταν κανονικά. Σε σχετική ερώτηση εάν για τις επιταγές που εξέδωσε η 1η κατηγορουμένη και ήταν πληρωτέες κατά τον χρόνο τους, η τράπεζα είχε στην κατοχή της και αντίστοιχες επιταγές των χρεωστών της, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι εξ' όσων γνωρίζει, διάφοροι χρεώστες της πρώτης Κατηγορουμένης μετά την κρίση, της χρωστούσαν μεγάλο χρηματικό ποσό με αποτέλεσμα να σπάσει αυτή η αλυσίδα. Αποδέχτηκε επίσης το γεγονός ότι με την πρακτική που ακολουθείτο από την τράπεζα έπρεπε οι κατηγορούμενοι να είχαν να είχαν στην κατοχή τους αντίστοιχες επιταγές πελατών τους οι οποίες να κάλυπταν το ποσό των εκδιδόμενων επιταγών. Δήλωσε όμως άγνοια του κατά πόσο η 1η κατηγορούμενη είχε τέτοιες επιταγές στη κατοχή της. Επιβεβαίωσε όμως ότι η 1η κατηγορουμένη, μετά την κρίση, κατέθεσε επιταγές από τους χρεώστες της, οι οποίες δεν τιμήθηκαν και επεστράφηκαν πίσω ως απλήρωτες. Αρνήθηκε σχετική θέση ότι ο εν λόγω λογαριασμός επειδή παρουσίαζε, τον Γενάρη και τον Φεβρουάριο του 2013, αρκετές φορές υπερβάσεις του ορίου του ότι δεν ήταν ομαλός, προσθέτοντας ότι ο εν λόγω λογαριασμός λειτουργούσε απόλυτα φυσιολογικά. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι παρά το γεγονός ότι η 1η κατηγορουμένη έκανε καταθέσεις €1.000.000 τον μήνα, το όριό της ήταν μόνο €60.000 και δεν αυξήθηκε, λόγω του ότι δεν υπήρχε σε αυτήν οποιοδήποτε πρόβλημα ρευστότητας. Ο λόγος ήταν γιατί κάλυπτε τις υποχρεώσεις της με τις επιταγές που του παρέδιδε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ήρθε να βοηθήσει τον 2ο κατηγορούμενο προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και ότι μοναδικός σκοπός του ήταν να αναφέρει και να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η 1η κατηγορουμένη δεν είχε επηρεαστεί από τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013, προσθέτοντας ότι λόγω του ότι οι χρεώστες της σταμάτησαν να την πληρώνουν είχε ως φυσικό επακόλουθο να επηρεαστεί άμεσα και η ρευστότητα της η οποία και οδήγησε εν τέλει στο να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές. Τέλος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η οικονομική κατάσταση της 1ης κατηγορούμενης δεν ήταν καλή και ότι ο 2ος κατηγορούμενος αδιαφορούσε και ήταν απερίσκεπτος στο εάν θα τιμηθούν οι επίδικες επιταγές, κατά τη στιγμή της έκδοσής τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, , Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Κ. 1 στην ολότητα της εφόσον αυτή είναι αληθοφανής και έχει λογική συνοχή. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα όσα η ίδια γνωρίζει μέσα από την ενάσκηση των καθηκόντων της στο λογιστήριο της παραπονούμενης. Η δε μαρτυρία της υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας ουδόλως έχει αμφισβητηθεί και αντικρουστεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Αντιθέτως, θα πρόσθετα δε ότι είναι στο μεγαλύτερο βαθμό παραδεκτή. Δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να αμφισβητήσει τις οποιεσδήποτε αναφορές της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 εφόσον άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ο εν λόγω μάρτυρας παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι' αυτόν. Δείγμα της ειλικρίνειας του είναι ότι δεν δίστασε να αναφέρει ευνοϊκά προς τους κατηγορούμενους γεγονότα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αποδέχομαι επίσης σε γενικές γραμμές και την μαρτυρία του Μ.Κ 3, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος περιέπεσε σε κάποιες, επουσιώδεις, μικροαντιφάσεις σε σχέση με την παραλαβή των επίδικων επιταγών, οι οποίες όμως δεν είναι ικανές να ανατρέψουν τη θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι'αυτόν. Δημιούργησε την εικόνα ενός ειλικρινή ανθρώπου και κατάθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Ανάφερε όσα γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του στη παραπονούμενη. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του και απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του σε ότι αφορά τα ουσιαστικά επίδικα θέματα είναι αποδεκτή από την άλλη πλευρά ότι δηλαδή ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και ότι τοποθετήθηκε από αυτόν η ημερομηνία πληρωμής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δηλώνω εξ αρχής ότι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Σύμφωνα με τη νομολογία η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως το Δικαστήριο ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Αξιολογώντας λοιπόν την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να την απορρίψει, ως προς τις αναφορές του σε σχέση με τα επίδικα θέματα εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντιπαράθεση και σε ευθεία σύγκρουση με τα όσα ανάφεραν οι μάρτυρες κατηγορίες. Ο 2ος κατηγορούμενος επί του ουσιαστικού επίδικου θέματος που αφορά την έκδοση και υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον ίδιο, την παράδοση τους στην παραπονούμενη και ότι οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες αλλά και την περίπου περίοδο έκδοσης του, χωρίς να θυμάται την ακριβή ημερομηνία, δεν τα έχει αμφισβητήσει και τα αποδέχεται. Η εν λόγω μαρτυρία του δεν συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης οι πληροφορίες που δίδει για τις επίδικες επιταγές και το χρόνο που ουσιαστικά έχουν επιστρέψει απλήρωτες αλλά και το λόγο επιστροφής τους δεν έρχονται σε αντίθεση με την μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή. Σε σχέση με το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη είχε ανοδική πορεία, ότι πραγματοποιούσε μεγάλο τζίρο τεκμηριώνονται αφενός από τις τραπεζικές καταστάσεις αλλά και με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Παρομοίως για τους ίδιους λόγους αποδέχομαι ότι η 1η κατηγορούμενη ουδέποτε εξέδωσε οποιαδήποτε επιταγή η οποία δεν τιμήθηκε, όπως εξάλλου επιβεβαιώθηκε και από τους τραπεζικούς λειτουργούς (Μ.Κ 2 και Μ.Υ 1). Σε σχέση με τη θέση του ότι δεν είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, την απαιτούμενη ένοχη διάνοια και γνώση ότι αυτές δεν θα τιμούντο δεν θα τους προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον είναι ζητήματα τα οποία δεν αποτελούν γεγονότα αλλά έκφρασης γνώμης, αποτελούν δε αμιγώς νομικά θέματα τα οποία θα αποφασισθούν αποκλειστικά από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι επίσης σε γενικές γραμμές τη μαρτυρία του Μ.Υ. 2 ο οποίος σε γενικές γραμμές προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα την αλήθεια και αυτό έπραξε παρά το γεγονός ότι σε κάποιες αναφορές του διέκρινα να ήταν κάπως υπερβολικός αλλά και την πρόθεση του να δικαιολογήσει πολλές φορές τις τραπεζικές του πράξεις και επιλογές. Τα όσα επίσης ανάφερε επιβεβαιώνονται από τον Μ,.Κ
- Δεν έχω διαπιστώσει να επιθυμεί να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά και τα όσα ανάφερε επιβεβαιώνονται από τις τραπεζικές καταστάσεις αλλά και από τα υπόλοιπα κατατεθειμένα τεκμήρια. Παρέμεινε σταθερός κατά την μεγάλη σε έκταση αντεξέταση του και ούτε περιέπεσε σε οποιαδήποτε σοβαρή και ουσιαστική αντίφαση στοιχείο που θα οδηγούσε το Δικαστήριο να αλλάξει την θετική εικόνα που αποκόμισε από αυτόν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι σε γενικές γραμμές τη μαρτυρία του. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω επιπρόσθετα, πέραν των πιο πάνω ως έχει αναφερθεί, ευρήματα: Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης, που διατηρούσε στην τότε Λαϊκή Τράπεζα. Όλες οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στις 3.4.13 στην πιο πάνω τράπεζα και επεστράφηκαν πίσω στις 4.4.13, με την ένδειξη σε κάθε επιταγή «Να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα». Οι επίδικες επιταγές φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν ο διευθυντής της και το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της 1ης κατηγορουμένης να υπογράφει επιταγές. Οι εν λόγω επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την τελευταία παρουσίασή τους και ότι αυτές μέχρι και σήμερα δεν έχουν πληρωθεί. Ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν τις δοσοληψίες και γνώριζε τις συναλλαγές και τις οικονομικές υποχρεώσεις της 1ης κατηγορούμενης. Οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στον Μ.Κ 3 ο οποίος και τις παρέδωσε αυθημερόν στο λογιστήριο της παραπονούμενης. Με την παραλαβή των επιταγών, η παραπονούμενη εξέδιδε σχετικές αποδείξεις και πάνω σε αυτές αναγράφετο, μεταξύ άλλων, η ημερομηνία που παραλήφθηκε η σχετική επιταγή. Η 1η κατηγορουμένη από την αρχή της συνεργασίας της με την παραπονούμενη ήταν πάντοτε τυπική και άψογη στις πληρωμές της μέχρι και τα μέσα Μαρτίου του
- Μέσα στα πλαίσια αυτά η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε προς την παραπονούμενη εκατοντάδες επιταγές, οι οποίες όλες έχουν τιμηθεί. Μόνο οι επίδικες επιταγές, που ήταν πληρωτέες, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, δεν έχουν τιμηθεί. Στην 1η κατηγορουμένη παραχωρήθηκε πιστωτικό όριο από την τράπεζα ύψους €60.000 και σε κάποιες περιπτώσεις, εντός Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2013, το πιστωτικό όριο είχε παρουσιάσει υπερβάσεις. Περαιτέρω δε κάποιες επιταγές της 1ης κατηγορουμένης είχαν επιστραφεί απλήρωτες τον Φεβρουάριο του 2013 οι οποίες όμως με την 2η κατάθεση τους είχαν, ακολούθως, τιμηθεί. Ο 2ος κατηγορούμενος ερχόταν καθημερινώς στο υποκατάστημα της εν λόγω τράπεζας, εφόσον διεκπεραίωνε τις συναλλαγές της 1ης κατηγορουμένης και κατέθετε τις οποιεσδήποτε εισπράξεις της. Επισκεπτόταν δε συχνά τον Μ.Υ 1, όπου και του παρέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της 1ης κατηγορούμενης τις οποίες κρατούσε ο τελευταίος προκειμένου να τις καταθέσει όταν αυτές θα ήταν πληρωτέες. Περαιτέρω ο 2ος κατηγορούμενος ενημερωνόταν για την κίνηση του λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης και για το εκάστοτε χρεοπιστωτικό υπόλοιπο αυτού. Η 1η κατηγορουμένη, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού της, είχε καταθέσεις αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ μηνιαίως στον λογαριασμό της και παρουσίαζε μια ανοδική πορεία των καταθέσεων της από τον Γενάρη του 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, η οποία όμως μειώθηκε κατά το ήμισυ τον Μάριο του
- Οι πιστώσεις, κατά τη διάρκεια της κίνησης του λογαριασμού, μαζί με τις χρεώσεις βρισκόντουσαν περίπου στα ίδια επίπεδα. Η τράπεζα επέτρεπε μικρές υπερβάσεις στο λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης οι οποίες όμως καλύπτονταν συνήθως την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης πολλές επιταγές που κατέθεσε προς όφελος της η 1η κατηγορουμένη δεν είχαν τιμηθεί. Οι κατηγορούμενοι επιδείκνυαν ενδιαφέρον και φροντίδα, ώστε τα ποσά των επιταγών που εξέδιδαν κάθε μήνα, να είναι περίπου ισόποσα με τις μηνιαίες καταθέσεις τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφαλαίου 154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16, όπου εν προκειμένω αναφέρθηκε ότι: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(1), στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Ως έχει αναφερθεί η υπεράσπιση ουδόλως έχει αμφισβητήσει με βάση την γραμμή αντεξέτασης αλλά και μέσω της αγόρευσης του ευπαίδετου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν πληρείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει αποδειχθεί το 2ο συστατικό στοιχείο του, ότι οι επίδικες επιταγές έχουν παρουσιασθεί στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Σε κάθε όμως περίπτωση θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω, κατά πόσο έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το 1ο συστατικό στοιχείο του, αυτό δηλαδή της έκδοσης των επίδικων επιταγών αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από τον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης και φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρηθεί επιταγή σύμφωνα με το Άρθρο 74 (Γ)
(6)του Κεφαλαίου 262, καθότι υπάρχει σε αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει τον λογαριασμό στο οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης καθώς και το ποσό της επιταγής. Είναι άνευ σημασίας ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής (άρθρο 4 του Κεφαλαίου 154) ο οποίος εισήχθηκε στον Ποινικό Κώδικα με τον Νόμο 164 (Ι)/03 καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την σχετική επί του θέματος Νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το ζήτημα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v Georgiou
(2006)2 ΑΑΔ 29). Επομένως από την στιγμή που δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούν επιταγές καθώς και η έκδοση τους τότε προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτές συνιστούν επιταγή εν τοι έννοια του Νόμου. Επομένως πληρείται στη προκειμένη περίπτωση το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πληρείται και το 2ο συστατικό που είναι η παρουσίαση των επίδικων επιταγών στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου έχουν εκδοθεί. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο Μ.Κ. 2 ανάφερε ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από λογαριασμό της τότε Λαικής Τράπεζας Κύπρου και κατατέθηκαν για πληρωμή στην ίδια τράπεζα ως καταμαρτυρούν και οι σχετικές επιστολές της εν λόγω τράπεζας προς την παραπονούμενη που επισυνάφθηκαν μαζί με τις επίδικες επιταγές. Επίσης οι επίδικες επιταγές φέρουν ενυπόγραφες σφραγίδες για το που κατατέθηκαν, δηλαδή στην τότε Λαϊκή Τράπεζα, τον πραγματικό λόγο που αυτές δεν τιμήθηκαν, ο οποίος ήταν ότι ο λογαριασμός είχε ανεπαρκή υπόλοιπα. Οι υπογραφές αυτές αποτελούν μαχητό Τεκμήριο ως προς το αληθές του περιεχομένου τους (άρθρο 305Α
(3). Επομένως πληρείται και το 2ο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Σε σχέση με το 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επιταγές έχουν παρουσιαστεί την ημερομηνία που αυτές έχουν καταστεί πληρωτέες όπως φανερώνουν και οι σφραγίδες επ' αυτών αλλά όπως και επιβεβαίωσε ο Μ.Κ. 2. Επομένως πληρείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Πληρείται επίσης και το 4ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος εφόσον έχει τεθεί μαρτυρία από τον Μ.Κ. 2 για τον λόγο για τον οποίο δεν πληρώθηκαν οι επίδικες επιταγές, εφόσον ο λογαριασμός του κατηγορουμένου δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Το γεγονός αυτό εξάλλου φαίνεται επίσης και από τις σφραγίδες που περιέχονται αυτές οι οποίες με βάση το Άρθρο 305 (Α)
(3)αποτελούν μαχητό Τεκμήριο επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Το εν λόγω τεκμήριο δεν ανατράπηκε από την υπεράσπιση Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση πληρείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Στην υπόθεση Σωφρονίου ν Γιάγκου
(2005), 2ΑΑΔ 462, το Ανωτάτου Δικαστηρίου επεσήμανε ότι το βάρος της Κατηγορούσας Αρχής να καταδείξει την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων εξαντλείται με τη μαρτυρία του τραπεζικού μάρτυρα και την κατάθεση των επιταγών στις οποίες υπήρχε σφραγίδα της τράπεζας περί έλλειψης κεφαλαίων για την εξαργύρωση τους. Από εκεί και πέρα εναπόκειται στον Κατηγορούμενο να αμφισβητήσει την ορθότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας αυτής, πράγμα το οποίο η υπεράσπιση δεν έπραξε αλλά αντίθετα αποτελεί κοινός τόπος ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες επιταγές δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Σε σχέση με το 5ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος σημειώνω ότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί μέχρι και σήμερα ούτε και τέθηκε από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε περί του αντίθετου θέση. Οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το σχετικό άρθρο προθεσμίας λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της 1ης κατηγορουμένης δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Επομένως έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία του αδικήματος, είναι απαραίτητη και η ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης του αδικήματος από πλευράς κατηγορουμένων, δηλαδή κατά πόσο αποδείχθηκε και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea). Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών αλλά και όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί μεταχρονολογημένα. O 2ος κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης παρείχε συνδρομή στην τελευταία για την έκδοση των επίδικων επιταγών. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνω ότι κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). To άρθρο 20 του Κεφ.154, σε ότι εν διαφέρω προκειμένω εδώ, αναφέρει ότι: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .. (β) .. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) ..». Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Για την διάπραξη του αδικήματος το οποίο διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση του 2ου κατηγορούμενου, αλλά και της 1ης κατηγορούμενης επίσης, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, ότι αυτές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν θα τιμούνταν ή ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε επιδείξει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τέτοια αδιαφορία ή απερισκεψία ή είχε πρόθεση κατά την στιγμή της πληρωμής τους στην τράπεζα αυτές να μην τιμηθούν. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, θα πρέπει να τεθεί μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τον ακριβή χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Η έκδοση είναι συστατικό στοιχείο της κάθε κατηγορίας ενώ σε κάθε περίπτωση ο χρόνος έκδοσης πολύ ουσιαστικό στοιχείο ώστε να αποφασισθεί κατά πόσο υπήρξε πρόθεση του κατηγορουμένου για την διάπραξη των αδικημάτων (Μ. and A Christaki Christodoulou Ltd ν. Oρφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ διά των Εκκαθαριστών της κ.α., Ποινική Εφεση Αρ. 291/2015, 3/7/2017, Νίκου Κουδουνά v Θωμά Δ. Κωστάππη, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015 ημερομηνίας 11.9.2017,Militos Trading Ltd v Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609). , Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και εφαρμόζοντας τα όσα δεσμευτικά λέχθησαν για το παρόν Δικαστήριο, μέσα από το δικαστικό λόγο των πιο πάνω υποθέσεων, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει θετική μαρτυρία, ως συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18 αλλά και μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί και υπογραφεί στις 14.1.13, 24.1.13 και 1.2.13. Περαιτέρω ως ανάφερε ο 2ος κατηγορούμενος, μέσα από την ανώμοτη δήλωση του, είναι παραδεκτό έμμεσα από τον ίδιο ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών εφόσον η παραπονούμενη παραχωρούσε στη 1η κατηγορούμενη πίστωση μέχρι και 2 μηνών. Εφόσον οι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες Μάρτη και Απρίλιο του 2013, συνάγεται εμμέσως ότι αυτές εκδόθηκαν τον 1ο και 2ο μήνα του ίδιου έτους. Η ύπαρξη γνώσης, ειδικά σε αυτές του είδους τις υποθέσεις, συνήθως δεν αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία αλλά αντίθετα, κατά κανόνα, αποδεικνύεται μέσω περιστατικής μαρτυρίας δηλαδή ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από όλα τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση και απαρτίζουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου (Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ v Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Το βάρος βέβαια παραμένει και σε σχέση με το ζήτημα αυτό στην κατηγορούσα αρχή. To γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν είναι αρκετό ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι αυτές δεν εξοφλούνταν κατά το χρόνο που θα καθίσταντο πληρωτέες. Πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο την έκδοση ακάλυπτων επιταγών και την ενδεχόμενη νομική ποινική ευθύνη του διευθυντή ενός νομικού προσώπου, ως συνεργού, ξεκαθάρισαν πως η απαιτούμενη υποκειμενική υπόσταση μπορεί να θεμελειωθεί τόσο από την πρόθεση πρόκλησης (intention) του αξιόποινου αποτελέσματος όσο και από την επίδειξη αδιαφορίας ή απερισκεψίας (recklessness) ως προς την πρόκληση του αποτελέσματος αυτού. Για παράδειγμα στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν. Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/15, ημερομηνίας 25/1/2019 έγινε μία μικρή ανασκόπηση της σχετικής επί του ζητήματος νομολογίας. Παραπέμπω αυτούσιο στο σχετικό απόσπασμα: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: «Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." Η υπόθεση Ιωαννίδη (ανωτέρω) και οι Αποφάσεις του Ανωτάτου που ακολούθησαν εκδόθηκαν μεταγενέστερα της πρωτόδικης απόφασης και συνεπώς ο πρωτόδικος Δικαστής δεν τις είχε υπόψη του. Η καθοδήγηση και η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστή, ότι η απαιτούμενη, προκειμένου να αποδειχθεί ένοχη διάνοια συνεργού, κατά τη διάπραξη του αδικήματος, συνίσταται στην γνώση του κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής, ότι κατά την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν είναι ορθή αντιμετώπιση.» Το κρίσιμο επομένως ερώτημα που προκύπτει είναι αν με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία (έγγραφη και προφορική) οι κατηγορούμενοι, κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, είχαν πρόθεση (intention) να προκαλέσουν την διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων ή έστω επέδειξαν αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση του αδικήματος αυτού. Mε άλλα λόγια έχουν παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή θετικοί και αξιόπιστοι ισχυρισμοί αλλά και στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την απαιτούμενη ένοχη διάνοια και γνώση για την διάπραξη του αδικήματος γνωρίζοντας ή οφείλοντας να γνωρίζουν δηλαδή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά την πληρωμή; Η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να είναι αρνητική για τους ακόλουθους λόγους: α) Μέσα από την κατάσταση λογαριασμού και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μ.Κ 2 και του Μ.Υ 1, η 1η κατηγορούμενη ήταν μια εταιρεία η οποία πραγματοποιούσε μεγάλο τζίρο και παρουσίαζε μια σταθερή ανοδική πορεία σε σχέση με τις καταθέσεις που λάμβανε από τους πελάτες-χρεώστες της και τις οποίες κατάθετε στον επίδικο λογαριασμό. Ειδικότερα τους προηγουμένως μήνες, πριν την κατάθεση των επίδικων επιταγών, κατατίθεντο πιστώσεις πέραν του €1.000.
- Δεν παραγνωρίζω όμως ότι αντίστοιχες περίπου ήταν και οι χρεώσεις. Το γεγονός αυτό δεν εξουδετερώνει την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η 1η κατηγορούμενη ήταν μία εύρωστη εταιρεία χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα ρευστότητας εξ ου και το όριο παρατραβήγματος της ήταν μηδαμινό (€60.000) σε σχέση με τον τζίρο που πραγματοποιούσε. Σημειώνω επίσης το γεγονός ότι όλες οι επιταγές που η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε τιμήθηκαν και ενώ ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, πέραν του ορίου παρατραβήγματος. β) Όπως διαπιστώνεται επίσης, μέσα από τις τραπεζικές καταστάσεις αλλά και με βάση την μαρτυρία των Μ.Κ 2 και Μ.Υ 1, ο λογαριασμός λειτουργούσε ομαλά και απρόσκοπτα, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα και η 1η κατηγορούμενη συγκαταλέγετο ανάμεσα στους καλούς πελάτες της τράπεζας. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης παρουσίαζε, ανά διαστήματα, μικρές υπερβάσεις όμως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Κ 2 και Μ.Υ 1 οι εν λόγω υπερβάσεις ήταν στα πλαίσια του φυσιολογικού και μέσα στην γενική πολιτική της τράπεζας να επιτρέπει τέτοιες υπερβάσεις που επ'ουδενί δεν επηρέαζαν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Απεναντίας η 1η κατηγορούμενη είτε με την κατάθεση επιταγών που είχε στην κατοχή της η τράπεζα είτε με τη κατάθεση μετρητών οι οποιεσδήποτε υπερβάσεις πάντοτε καλύπτοντο την επομένη ημέρα και ήταν πλήρως εξασφαλισμένη. γ) Ουδέποτε η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε οποιεσδήποτε επιταγές στο παρελθόν οι οποίες δεν έχουν τιμηθεί όπως επιβεβαιώθηκε και πάλι από τους τραπεζικούς λειτουργούς αλλά και όπως διαφαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού της. Η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε προς την παραπονούμενη εκατοντάδες επιταγές οι οποίες όλες έχουν τιμηθεί. Τρεις επιταγές δεν έχουν τιμηθεί κατά το μήνα Φεβρουάριο του 2013, και μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών, οι οποίες κατά τη 2η κατάθεση τους εξοφλήθηκαν από την 1η κατηγορούμενη. δ) Ο 2ος κατηγορούμενος επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά το υποκατάστημα της τράπεζας και ενημερωνόταν για την κίνηση του λογαριασμού του και ταυτόχρονα κατάθετε τις εισπράξεις της ημέρας και τις μεταχρονολογημένες επιταγές που οι χρεώστες της 1ης κατηγορούμενης του παρέδιδαν. Γνώριζε και ενδιαφερόταν καθημερινά για την πορεία του επίδικου λογαριασμού του αλλά και για το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία. ε) Ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης παρουσίαζε την ίδια σταθερή εικόνα από την 1.3.13 μέχρι 12.3.15 όπου ακολούθως μεσολάβησε η απρόβλεπτη οικονομική κρίση. Ως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν Ιανουάριο και αρχές Φεβρουαρίου του 2013, δηλαδή πριν την κρίση. Κατά την προαναφερόμενη περίοδο, δηλαδή τις πρώτες 15 ημέρες του Μάρτη του 2013 οι πιστώσεις στον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης υπερέβαιναν τις €500.000 χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ότι εάν δεν έκλειναν οι τράπεζες το συγκεκριμένο μήνα δηλαδή μέχρι το τέλος του, η 1η κατηγορούμενη δεν θα είχε πιστώσεις άνω του €1.000.000 όπως εξάλλου συνέβαινε κατά τους προηγούμενους μήνες. Σημειώνω εδώ ότι τόσο ο Μ.Κ 2 όσο και ο Μ.Υ 1 ανάφεραν πως εάν δεν επέρχετο η οικονομική κρίση, που επηρέασε ανεξαιρέτως όλες τις επιχειρήσεις, οι επίδικες επιταγές αναμένετο ότι θα τιμηθούν. Με τα δεδομένα που είχαν ενώπιον τους οι κατηγορούμενοι όταν υπέγραφαν τις επίδικες επιταγές πίστευαν ότι και αυτές θα τιμούντο όπως εξάλλου τιμήθηκαν όλες οι προηγούμενες. στ) Τα γεγονότα που μεσολάβησαν κατά τη σοβαρότατη οικονομική κρίση τον Μάρτιο του 2013 αποτελούν δικαστική γνώση (Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α v Kεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α, Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αρ. 551/2013, ημερομηνίας 7.6.13) Οι επιπτώσεις στην οικονομική εικόνα της 1ης κατηγορούμενης θα έλεγα ήταν άμεσες. Και τούτο γιατί αφενός οι πιστώσεις και οι πληρωμές στο λογαριασμό της έπαυσαν και αφετέρου ταυτόχρονα οι μεταχρονολογημένες επιταγές που είχε εκδώσει κατέστησαν πληρωτέες και οι δικαιούχοι τους τις κατέθεταν προς εξαργύρωση. Λόγω του ότι δεν υπήρχαν πιστώσεις η 1η κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση να τις εξοφλήσει συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων επιταγών. ζ) Περαιτέρω λαμβάνω επίσης υπόψιν το γεγονός, ως και πάλι επιβεβαιώθηκε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ότι οι χρεώστες της 1ης κατηγορούμενης, μετά την οικονομική κρίση, δεν εξόφλησαν την τελευταία με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί έλλειψη ρευστότητας και να μην μπορεί να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις έχοντας και ως δεδομένο ότι οι τράπεζες έλαβαν ρητές οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα να σταματήσουν να παρέχουν οποιεσδήποτε διευκολύνσεις προς τους πελάτες τους, συμπεριλαμβανομένου και της 1ης κατηγορούμενης. Περαιτέρω επιταγές που οι χρεώστες της 1ης κατηγορούμενης της παρέδωσαν επίσης δεν τιμήθηκαν. Συμπερασματικά τα πιο πάνω γεγονότα ιδώμενα, είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, και με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία (προφορική και έγγραφη) με οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο 2ος κατηγορούμενος και η 1η κατηγορούμενη δεν είχαν οποιαδήποτε πρόθεση ή επέδειξαν οποιαδήποτε αδιαφορία ή απερισκεψία, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών, ότι αυτές δεν θα τιμούνταν κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή στην τράπεζα. Συνάγεται πώς κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων οι επίδικες επιταγές θα ειτμούντο πλην όμως, όπως αναφέρθηκε, μεσολάβησε το απρόβλεπτο γεγονός της οικονομικής κρίσης. Ούτε ήταν ορατός, κατά τον χρόνο έκδοση των επίδικων επιταγών, ο κίνδυνος μη κάλυψης τους (Corina Snacks Limited v Oρφανίδη (ανωτέρω)). Δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αδιάφορη ή απερίσκεπτη μία συμπεριφορά από τη στιγμή που τα πράγματα εάν ακολουθούσαν τη συνήθη πορεία τους δεν θα επέρχετο η αξιόποινη πράξη. Τέτοια είναι η προκειμένη περίπτωση. Συνεπακόλουθα δεν στοιχειοθετείται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η απαραίτητη ένοχη διάνοια και γνώση και για τους 2 κατηγορούμενους ότι δηλαδή γνώριζαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Οι κατηγορούμενοι δικαιούνται το ευεργέτημα της αμφιβολίας εφόσον δεν έχω πεισθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι αποδείχθηκε η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και τα προαπαιτούμενα της συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
- Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σάββα v Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ οποιαδήποτε δε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. Αυτό συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση. Τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω δεν εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος διώκεται υπό την ιδιότητα του συνεργού, ως είναι ο 2ος κατηγορούμενος. Όσα λέχθηκαν ανωτέρω τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και για την 1η κατηγορούμενη, που είναι η εκδότης των επίδικων επιταγών, με βάση τα όσα λέχθηκαν κατ'αναλογία στην υπόθεση Νίκου Κουδουνά v Θωμά Δ. Κωστάππ (ανωτέρω) στην οποία ο εκεί κατηγορούμενος επίσης διώκετο ως ο εκδότης των επιταγών. Σχετικές επίσης επί του θέματος είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18. Παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση ΜETRON (CYPRUS) LTD: «Πρωταρχικά θα λέγαμε ότι η ίδια η καταδίκη της κατηγορουμένης 1 με βάση το κατηγορητήριο εκ του οποίου προκύπτει ότι η εταιρεία δρούσε δια του εφεσίβλητου έρχεται σε αντίφαση με την αθώωση του τελευταίου ελλείψει γνώσης. Αφού η ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης 1 διαπιστώνεται ως τέτοια δια των πράξεων του εφεσίβλητου θα ήταν παράλογο να γίνει αποδεκτό ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε. Τονίζεται βεβαίως ότι αυτό έχει σημασία διότι είναι δια του ιδίου του κατηγορητηρίου σε σχέση με την κατηγορουμένη 1 (κατηγορίες τις οποίες το Δικαστήριο αποδέχεται) που προκύπτει αντίστοιχα αντίφαση σε σχέση με τον εφεσίβλητο και την έλλειψη ένοχης σκέψης εκ μέρους του. Δεν απαντάται το στοιχειώδες ερώτημα πώς γνώριζε η εταιρεία και δεν γνώριζε ο διευθυντής αφ΄ης στιγμής το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η εταιρεία είναι δια του διευθυντή της, δηλαδή του εφεσίβλητου, που δρούσε, συνεπώς αυτός ήταν ο ιθύνων νους της εταιρείας. (Βλ. Bolton (Engineering) Co. v. Graham
(1957)1 Q.B.159 και Τesco Supermarkets Ltd ν. Nattrass
(1972)A.C. 153 ή {1971} 2 W.L.R. 1166).» O ευπαίδευτος συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή για να τεκμηριώσει τη θέση του ότι, στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια και γνώριζε τα ουσιαστικά στοιχεία που συνιστούσαν το αδίκημα, παράπεμψε το Δικαστήριο στις πρόσφατες σχετικές επί του θέματος αποφάσεις (Σάββας Θεοχάρους (ανωτέρω), Μetron (Cyprus) Ltd v Μιχαήλ Κάνιου, (ανωτέρω) και Χριστάκη Κιρλάππου v Αντρέα Πέτρου, (ανωτέρω)). Tόνισε δε ότι τα γεγονότα των εν λόγω υποθέσεων, στις οποίες οι διευθυντές των νομικών προσώπων, κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, εφαρμόζονται και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής οι θέσεις του δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους (ανωτέρω) οι κατηγορούμενοι ουσιαστικά κρίθηκαν ένοχοι λόγω του ότι κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζαν ότι ο λογαριασμός τους ήταν παγοποιημένος και υπήρχε ορατός κίνδυνος στο να μην τιμηθούν οι επιταγές. Στη προκειμένη περίπτωση όμως δεν βρισκόμαστε ενώπιον ενός λογαριασμού ο οποίος παγοποιήθηκε αλλά αντίθετα ενός λογαριασμού ο οποίος παρουσίαζε κάποιες μικρές υπερβάσεις οι οποίες καλύπτοντο την επομένη, ήταν ομαλός και λειτουργούσε φυσιολογικών ορίων του και περαιτέρω ουδεμία επιταγή δεν επιστράφηκε, παρά την έκδοση εκατοντάδων επιταγών από την 1η κατηγορούμενη, και όλες είχαν τιμηθεί πριν την οικονομική οικονομική κρίση που επακολούθησε. Στην δε υπόθεση Μetron (Cyprus) Ltd (ανωτέρω) και πριν τον χρόνο έκδοσης τους είχαν επιστραφεί επιταγές της κατηγορούμενης ως ακάλυπτες κάτι που δεν συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω ενώ στη προαναφερόμενη υπόθεση δεν έγινε αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι η λειτουργία της 1ης κατηγορούμενης επηρεάστηκε δυσμενώς από την έκρηξη στο Μαρί εφόσον δεν συσχετίσθηκε άμεσα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν γεγονότα (όπως για παράδειγμα η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού) που δεικνύει τον άμεσο επηρεασμό της 1ης κατηγορούμενης από την απρόβλεπτη οικονομική κρίση. Τέλος στην υπόθεση Χριστάκη Κιρλάππου (ανωτέρω) ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος ως συνεργός στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών λόγω του ότι ο εφεσίβλητος διαβεβαίωνε ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν τέτοια ώστε η επιταγή θα πληρωνόταν, γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίφαση με τα γεγονότα τα οποία κατεδείκνυαν μια χρόνια και διαρκή οικονομική δυσχέρεια ή και δυσπραγία με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να καταχωρηθεί στο ΚΑΠ. Στην παρούσα υπόθεση ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης ήταν ομαλός, ουδέποτε δημιουργήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα και η 1η κατηγορούμενη είχε την αναγκαία ρευστότητα να διεξάγει απρόσκοπτα τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω οι κατηγορίες εναντίον της 1ης κατηγορούμενης και του 2ου κατηγορούμενου δεν έχουν στοιχειοθετηθεί και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων των κατηγορουμένων οι οποίοι αθωώθηκαν λόγω του ότι αυτά καλύπτονται πλήρως μέσω της νομικής αρωγής που είχε εγκριθεί από το Δικαστήριο, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή εξόδων εναντίον της παραπονούμενης. Νοείται όμως ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί στον συνήγορο των κατηγορουμένων δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο και η υπεράσπιση τους ήταν κοινή. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο