ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΚΙΤ, Αρ. υπόθεσης: 8683/2016, 17/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 8683/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚατηγορούσαΑρχή ν XXXXX ΑΝΚΙΤ Κατηγορούμενος 17 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο:κ. Χρίστου με κ. Ζένιο Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία, άρθρο 371 Κεφ. 154), τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της υποβοήθησης προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους προκειμένου να διαμείνει στη Δημοκρατία (2η, 3η και 4η κατηγορίες, άρθρο 19 Α
(2)και 20 Κεφ. 105), μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα του λαθρεμπορίου μεταναστών κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και του Πρωτοκόλλου του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Εδάφους, Θαλάσσης και Αέρος που συμπληρώνει τη Σύμβαση (5η κατηγορία) και μια κατηγορία που αφορά αδίκημα συγκάλυψης (6η κατηγορία, άρθρο 4
(1)(α)(iii)
(2)Ν. 61
(1)/
(96). Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, συνιστά θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος την 31.3.2016 στο Ακάκι συνωμότησε με άλλο άγνωστο πρόσωπο (1η κατηγορία) να βοηθήσει τρία άτομα που ήταν υπήκοοι τρίτης χώρας και δεν κατείχαν άδεια εισόδου να εισέλθουν στη Δημοκρατία για να παραμείνουν, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους (2η-6η κατηγορία). Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και, συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί σε αυτό το στάδιο, χωρίς να κληθεί να προβάλλει την υπεράσπιση του[1]. Ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία και δεν συνεχίζει να εκτίθεται στον κίνδυνο καταδίκης εκτός εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Οι αρχές που διέπουν αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα στη νομολογία[2]. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον ενός κατηγορούμενου πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) κατά πόσο ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (β) κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας είναι, αντικειμενικά κρινόμενη, τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο πρέπει να αποτρέπει την κατάσταση στην οποία ένας κατηγορούμενος να καλείται με την υπεράσπιση του, ενδεχομένως, να καλύψει κενά στην μαρτυρία κατηγορίας. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού αυτό είναι κάτι που επιτελείται μόνο στο τέλος της δίκης. Το δε βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο αυτό δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, από μια προκαταρτική εκτίμηση, να μπορεί να στηρίξει καταδίκη[3]. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εξήγησε την εισήγηση του στα πλαίσια της αγόρευσης του ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω μελετήσει τα επιχειρήματα που ήγειρε. Η ουσία της εισήγησης του είναι ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Πριν προχωρήσω είναι σημαντικό να αναφέρω το εξής. Η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Στα πλαίσια της ακρόασης κατατέθηκαν, από κοινού, πέραν των 15 καταθέσεων μαρτύρων στην υπόθεση. Η μοναδική δια ζώσης μαρτυρία ήταν του εξεταστή της υπόθεσης Αρχιαστυφύλακα XXXXX Γ. Τσίγκη (ΜΚ1) ο οποίος παρουσίασε και κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα αντικείμενα που αφορούν την υπόθεση και είχαν παραληφθεί από την αστυνομία στα πλαίσια της διερεύνησης. Τα τεκμήρια αυτά κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η υπόλοιπη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης αφού δεν αντεξέταστηκε. Μεταξύ των τεκμηρίων που κατατέθηκαν από κοινού είναι και οι καταθέσεις του κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά την πλευρά της υπεράσπισης, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν προώθησε και δεν έχει εκφραστεί εκ μέρους του κατηγορούμενου η πρόθεση να προωθηθεί αντίθετη ή ασύμφωνη εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα από αυτή που καταγράφεται στις διάφορες καταθέσεις που έγιναν Τεκμήρια και στη μαρτυρία του ΜΚ1. Έχω ακούσει τη μαρτυρία του ΜΚ1 και έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Παραθέτω στη συνέχει μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μέχρι αυτό το στάδιο, δίνοντας έμφαση στο μέρος της μαρτυρίας που έκρινα ιδιαίτερα σημαντικό για σκοπούς της απόφασης μου σε αυτό το στάδιο: 1 Ο κατηγορούμενος αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο στις 11.01.2013 με θεώρηση εισόδου για να φοιτήσει στο University of Nicosia. Ακολούθως του παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής διαδοχικά μέχρι 23.7.2015.Στις 27.7.2015 το Global College, όπου συνέχιζε μέχρι τότε τη φοίτηση του, ενημέρωσε το Τμήμα Πληθυσμού και Μετανάστευσης ότι ο κατηγορούμενος δεν εγγράφηκε για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Την 1.7.2015 ο κατηγορούμενος αιτήθηκε πολιτικό άσυλο. 2 Στις 31.3.2016 και περί ώρα 1700 ανέλαβαν καθήκον για επιχείρηση αναφορικά με παράνομη άφιξη αλλοδαπών από τα κατεχόμενα στην περιοχή Ακακίου, αστυνομικοί της ΥΑΜ 3 Περί ώρα 1800 ο Λοχ. XXXXX με τον Α/Α XXXXX μετέβηκαν σε σημείο της γραμμής αντιπαράταξης στο Ακάκι το οποίο έθεσαν σε παρακολούθηση. 4 Περί ώρα 1815 ο Λοχ. XXXXX με τον Λοχ. XXXXX μετέβηκαν στο Ακάκι και έθεσαν υπό παρακολούθηση την οδό Κωστή Παλαμά. 5 Περί ώρα 2020 ο Λοχ. XXXXX με τον Α/Α 2292 αντιλήφθηκαν επιβατικό σαλούν όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX76 να έρχεται προς τις ελεύθερες περιοχές προς το σημείο που παρακολουθούσαν. Το όχημα έσβησε τα φώτα του και ακούστηκαν οι πόρτες του οχήματος να ανοιγοκλείνουν. 6 Μετά παρέλευση μερικών λεπτών το όχημα κατευθύνθηκε προς τις ελεύθερες περιοχές. 7 Ο Λοχ XXXXX ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου τους Λοχ. XXXXX και Αστ. XXXXX για τον τύπο του οχήματος και την κατεύθυνση που ακολούθησε. 8 Οι Λοχ XXXXX και Λοχ XXXXX κατευθύνθηκαν προς την περιοχή του οχήματος και προσπάθησαν να το ανακόψουν τοποθετώντας το υπηρεσιακό τους όχημα κάθετα στον δρόμο. 9 Ο οδηγός χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα κατευθύνθηκε προς το μέρος τους και με απότομο ελιγμό την τελευταία στιγμή πριν τα οχήματα συγκρουστούν, κινήθηκε αριστερά και εισήλθε στον κύριο δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους. Αναπτύσσοντας ταχύτητα εγκατέλειψε το μέρος με κατεύθυνση προς τη Λευκωσία. 10 Ο Λοχ. XXXXX δεν κατάφερε να το ακολουθήσει όμως ένας πολίτης, ο XXXXX Χαραλάμπους, τους έκανε σήμα να σταματήσουν και τους είπε ότι το όχημα βρισκόταν στην πίσω μεριά του νεκροταφείου στο Ακάκι, δείχνοντας τους την πορεία του. 11 Το όχημα εντοπίστηκε στο Ακάκι σταματημένο παρά το κοιμητήριο και ο Λοχ. XXXXX είδε τον κατηγορούμενο να απομακρύνεται πεζός από το όχημα. Ο Λοχ. XXXXX και Αστ. XXXXX τον πλησίασαν και του ζήτησαν τα στοιχεία του. Αυτός ανέφερε ότι είναι Ινδός χωρίς στοιχεία που να αποδεικνύουν την ταυτότητα του και συνελήφθηκε. 12 Κατόπιν 30 λεπτών στη σημείο ήρθαν πεζοί δύο νεαροί και ένας από αυτούς ανέφερε στον Λοχ. XXXXX ότι είναι από το Ιράν, ότι επέβαιναν στο όχημα και είχαν έρθει στα κατεχόμενα μέσω Τουρκίας καθώς και ότι στο όχημα βρίσκονταν οι βαλίτσες τους. Ανέφεραν ότι δεν είχαν στοιχεία που αποδεικνύουν την ταυτότητα τους και ότι είναι 16 ετών. Στην πορεία εντοπίστηκε στην περιοχή ακόμα ένας από τα πρόσωπα που είχαν επιβιβαστεί στο όχημα. 13 Την 1.4.2016 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 5(β)). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν συνοδηγός στο όχημα στο οποίο επιβάτες ήταν τέσσερις άντρες που πιστεύει ότι ήταν παράνομα στην Κύπρο και τους οποίους δεν γνωρίζει και πρώτη φορά είχε δει. Οδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο XXXXX Pal από την Ινδία, φίλος του κατηγορούμενου. Ο ίδιος είχε συναντηθεί ενωρίτερα το βράδυ της 31.3.2016 με τον XXXXX Pal μετά από πρόσκληση του δεύτερου για βόλτα και καφέ. Του είχε αναφέρει ότι είχε απελαθεί από την Κύπρο πριν από περίπου ένα μήνα αλλά εδώ και δεκαπέντε μέρες είχε επιστρέψει στην Κύπρο από τις κατεχόμενες περιοχές. Δεν του είχε εξηγήσει που θα πήγαιναν με το αυτοκίνητο παρά μόνο του είχε αναφέρει ότι θα πήγαιναν βόλτα αλλά μακρυά από τη Λευκωσία γιατί υπήρχε κίνδυνος να τον αναγνωρίσουν και να μάθουν ότι είχε επιστρέψει παράνομα στην Κύπρο. Ενώ ήταν στα χωράφια, στην περιοχή Ακακίου, ο XXXXX Pal δέχθηκε τηλεφώνημα και ανέφερε στο πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε ότι θα περιμένει στο σημείο και να ανοίξουν την πόρτα του οχήματος και να μπουν μέσα. Μετά από λίγη ώρα τέσσερις άγνωστοι άντρες άνοιξαν την πόρτα και έκατσαν στο πίσω κάθισμα. Ο XXXXX Pal ξεκίνησε το όχημα και όταν τους έκαναν σήμα οι αστυνομικοί ανέπτυξε ταχύτητα αντί να σταματήσει. Μετά από δύο χιλιόμετρα περίπου σταμάτησε το όχημα και όλοι εκτός από τον κατηγορούμενο εξήλθαν και έτρεξαν να φύγουν. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο όχημα μέχρι που παραλήφθηκε από αστυνομικούς που τον μετέφεραν στον σταθμό. Λίγη ώρα αργότερα άλλο αστυνομικό όχημα έφερε στο σταθμό τρία από τα τέσσερα άτομα που είχαν επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο είχαν μεταβεί στην περιοχή Ακακίου και τον έμαθε μόνο όταν ήταν ήδη εκεί. Επίσης ανέφερε ότι δεν είδε οποιοδήποτε από τους τέσσερεις επιβάτες να δίνει χρήματα στον XXXXX Pal και ο ίδιος δεν έλαβε χρήματα. 14 Την ίδια μέρα, με γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου, παραλήφθηκαν από την αστυνομία τα κινητά του τηλέφωνα για εξετάσεις. 15 Σε δεύτερη ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 11.4.2016 (Τεκμήριο 6(β)), ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι εξ όσων γνωρίζει ο XXXXX Pal είχε επιστρέψει στην Κύπρο από τα κατεχόμενα περίπου δέκα μέρες μετά που απελάθηκε. Το επίδικο βράδυ ο XXXXX Pal οδήγησε στην περιοχή Ακακίου και έσβησε τα φώτα του οχήματος του. Όταν ήρθαν οι τέσσερις άντρες, ο XXXXX Pal άνοιξε το καπό του οχήματος και αυτοί έβαλαν τις τσάντες του μέσα. Ακολούθως κάθισαν στο πίσω κάθισμα και ο XXXXX Pal τους είπε να σκύψουν. Ο κατηγορούμενος τον ρώτησε που θα έπερναν τα τέσσερα άτομα και αυτός απάντησε ότι θα έπαιρναν τους δύο στη Λευκωσία και τους άλλους δύο στη Λεμεσό. Προσθέτει ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα κέρδος από το περιστατικό και ότι είχε παραμείνει με το όχημα στο σημείο που εντοπίστηκε, ενώ είχε την ευκαιρία να διαφύγει, γιατί ήθελε να βοηθήσει την αστυνομία. Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία κατηγορίας που έχει παρουσιαστεί. Όπως ανέφερα περιορίστηκα σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας που κρίνω ότι είναι σημαντικά για την απόφαση μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Απέφυγα να καταγράψω ή να ασχοληθώ σε έκταση με μαρτυρία που αφορούσε τις ενέργειες του κάθε αστυνομικού που έλαβε μέρος στην επιχείρηση ή των πολιτών που έδωσαν μαρτυρία. Να προσθέσω ότι είχαν κλητευθεί για να δώσουν μαρτυρία οι τρεις αλλοδαποί που είχαν εντοπιστεί στη σκηνή από την αστυνομία και ήταν επιβαίνοντες του οχήματος. Δεν κατέστη δυνατό να τους επιδοθούν οι μαρτυρικές κλήσεις. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της κατηγορούσας αρχής, δύο εξ αυτών αναχώρησαν από την Κύπρο με πτήση για τη Βιέννη στις 31.8.2016 και έκτοτε δεν έχουν επιστρέψει. Ο τρίτος εγκατέλειψε επίσης την Κυπριακή Δημοκρατία στις 9.6.2020 με πτήση για Αθήνα. Όπως προανέφερα, στο παρόν στάδιο δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρία. Επαναλαμβάνω όμως ότι έχω μελετήσει όλη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, στο βαθμό που όφειλα και στο βαθμό που αρμόζει για τους περιορισμένους σκοπούς αυτού του σταδίου της διαδικασίας. Θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω ότι το στάδιο αυτό της διαδικασίας έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως «θεμελιώδες». Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέα Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5/2012 κ.α., ημερομηνίας 11.12.2012: «Το «εκ πρώτης όψεως» στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον Κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο «εκ πρώτοις όψεως» στάδιο τη Κατηγορούσα Αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. [Η] κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε το «εκ πρώτης όψεως» βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα Αρχή μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα Αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το «εκ πρώτης όψεως» στάδιο εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Με αυτά κατά νου προχωρώ να εξετάσω την ουσία της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου γιατί δεν αποδεικνύονται συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Θα ξεκινήσω από το αδίκημα της 2η, 3η και 4ης κατηγορίας, δηλαδή το αδίκημα της υποβοήθησης προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, προκειμένου να διαμείνει στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με το άρθρο 19 Α
(2)του Κεφ. 105: «Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους βοηθά υπηκόο τρίτης χώρας προκειμένου να διαμείνει στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή της οικείας νομοθεσίας του αν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται όταν: (α) πρόσωπο παρέχει βοήθεια σε υπηκόο τρίτης χώρας (β) προκειμένου να διαμείνει στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος (γ) κατά παράβαση της οικείας νομοθεσίας (δ) με πρόθεση και σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Από την πιο πάνω συνοπτική αναφορά στα γεγονότα, φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία ότι τα τρία, από τα τέσσερα, άτομα που επιβιβάστηκαν στο όχημα ήταν υπήκοοι τρίτης χώρας και εισήλθαν στις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα, όχι από επίσημο σημείο εισόδου στη χώρα. Υπάρχει επίσης μαρτυρία η οποία να εισηγείται ότι τα άτομα αυτά διέμειναν στην Δημοκρατία για κάποιο διάστημα και ακολούθως μετέβηκαν σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Υπάρχουν ακόμα στοιχεία στη μαρτυρία από τα οποία να μπορούσε να εξαχθεί ενδεχομένως συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, έστω έμμεσα, παρείχε κάποια βοήθεια στους υπηκόους τρίτης χώρας. Όμως, δεν υπάρχουν στοιχεία ή ενδείξεις μέσα από τη μαρτυρία που να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιοδήποτε «κέρδος» από τις ενέργειες που του αποδίδονται. Αναφορά σε πληρωμή χρημάτων στον κατηγορούμενο ή απόδοση άλλου είδους όφελος προς τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει. Ούτε υπάρχουν άλλα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα για όφελος ή πληρωμή. Περαιτέρω δεν υπάρχει μαρτυρία ή ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε με τέτοια πρόθεση. Ενόψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται κενό μαρτυρίας αναφορικά με το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συνακόλουθα το αδίκημα δεν μπορεί αν στοιχειοθετηθεί. Θα εξετάσω ακολούθως την 6η κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της συγκάλυψης του άρθρου 4
(1)(iii) του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου Ν.61(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, μαζί με άλλο πρόσωπο: «απέκτησαν χρηματικό ποσό ενώ γνώριζαν ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της υποβοήθησης προσώπων υπηκόων τρίτης χώρας με σκοπό το κέρδος, που περιγράφεται στις κατηγορίες αρ. 2, 3 και 4» Ο κατηγορούμενος δηλαδή κατηγορείται για το συγκεκριμένο αδίκημα στη βάση του γενεσιουργού αδικήματος της 2η, 3η και 4ης κατηγορίας. Για να αποδειχθεί επομένως η συγκεκριμένη κατηγορία, πρέπει η μαρτυρία: (α) να στοιχειοθετείται το γενεσιουργό αδίκημα (β) ο κατηγορούμενος να απέκτησε χρηματικό ποσό (γ) να γνώριζε ότι το ποσό αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, έκρινα ότι ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με συστατικά στοιχεία του γενεσιουργού αδικήματος, δηλαδή του αδικήματος της 2ης, 3ης και 4ης κατηγορίας. Έχω ήδη επίσης εξηγήσει πιο πάνω ότι καμία μαρτυρία παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε χρηματικό ποσό. Ούτε υπάρχει μαρτυρία επί της οποίας θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, ακολουθεί ότι υπάρχει κενό αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 6ης κατηγορίας, η οποία παραμένει μετέωρη. Προχωρώ στην 5η κατηγορία που αφορά το αδίκημα του λαθρεμπορίου μεταναστών κατά παράβαση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος που κυρώθηκε με το Νόμο 11(ΙΙΙ)/2003 και των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 8 και 18 του Πρωτοκόλλου του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Εδάφους, Θαλάσσης και Αέρος που τη συμπληρώνει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής, όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος με άλλο πρόσωπο «με σκοπό την αποκόμιση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους, σκόπευε την εξασφάλιση παραμονής στη Δημοκρατία» στα τρία εκ των τεσσάρων επιβατών του οχήματος. Αναφορικά με αυτή την κατηγορία, ισχύουν τα όσα έχω προαναφέρει. Δηλαδή δεν υπάρχει μαρτυρία, άμεση ή περιστατική, που να εισηγείται ή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος, είτε άμεσο είτε έμμεσο, από τα επίδικα γεγονότα. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης, ούτε η συγκεκριμένη κατηγορία μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Παραμένει η 1η κατηγορία στο κατηγορητήριο. Αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο στις 31.3.2016, συνωμότησαν να διαπράξουν τα κακουργήματα των υπόλοιπων κατηγοριών. Οι διαπιστώσεις μου ανωτέρω αναφορικά με τις άλλες κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο προκρίνουν και την κατάληξη μου σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατηγορία. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι συνωμότησε να διαπράξει δεν στοιχειοθετούνται. Περαιτέρω, ούτε μαρτυρία ή ενδείξεις για συμφωνία του κατηγορούμενου με τον οδηγό του οχήματος για τη διάπραξη των υπόλοιπων αδικημάτων του κατηγορητηρίου υπάρχει. Στη βάση αυτών των διαπιστώσεων, τα αντίστοιχα συστατικά στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας επίσης δεν στοιχειοθετούνται. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω καταλήγω το εξής συμπέρασμα. Αντικειμενικά κρινόμενη, στην όψη της, η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως, ακόμα και στο βαθμό που απαιτείται για το συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Η μαρτυρία κατηγορίας αφήνει κενά αναφορικά με συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αυτών. Αυτή μου η κατάληξη καθορίζει και το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Εφόσον η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Άρθρο 74
(1)(β), περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 [2]Ενδεικτικά AzinasandanothervPolice
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. Παραπέμπω επίσης στις PracticeNote
(1962)1 AllE.R. 449, RvGalbraith
(1981)2 AllE.R. 1061, Ποινική Δικονομίας στην Κύπρο, Γ. Πική, σελ 198 [3]Σχετική η Γενικός Εισαγγελέας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 7107/2013, ημερομηνίας 13.2.2002 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο