← Κύπρος

YIANNAKOY BROS LIMITED ν. YELLOW FUN CATERING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26624/2014, 21/7/2020

YIANNAKOY BROS LIMITED ν. YELLOW FUN CATERING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26624/2014, 21/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26624/2014 Μεταξύ: YIANNAKOY BROS LIMITED Κατηγορούσα Αρχή -ν-

  1. YELLOW FUN CATERING LTD
  2. XXXXX ΠΙΛΛΑΤΣΗΣ
  3. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21.7.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ΄΄ Αδάμου Για την κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο 2: κα Χριστοδούλου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Κακουλλής Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Για το εκ πρώτης όψεως) Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 16 κατηγορίες. Οι κατηγορίες με μονό αριθμό από την 1η μέχρι την 15η αφορούν την κατηγορούμενη 1 και οι κατηγορίες με ζυγό αριθμό από τη 2η έως την 16η αφορούν τους κατηγορούμενους 2 και
  4. Οι 12 πρώτες κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και συνδρομής στην τέλεσή τους και οι κατηγορίες 13 έως 16 το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών και/ή χρημάτων και/ή υπηρεσιών διά ψευδών παραστάσεων και της συνδρομής στην τέλεσή τους. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 5 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κλήθηκε ο κ. XXXXX Γιαννακού εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία και ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά το έτος 2013 ήταν οι διευθυντές της. Ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη κατά τον Ιούνιο του 2013 παρείχε τις υπηρεσίες της στους κατηγορούμενους οι οποίοι προς πληρωμή της εξέδωσαν και της παρέδωσαν συνολικά 9 επιταγές. Οι 6 από αυτές που αφορούν οι κατηγορίες 1 έως 12 παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή και δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Οι άλλες 3 επιταγές δεν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή επειδή η παραπονούμενη στηρίχθηκε σε ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και στις υποσχέσεις τους ότι θα εξοφλούσαν το χρέος τους προς αυτή. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ποιος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές ούτε ποιος είχε δικαίωμα υπογραφής για αυτές. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. Κώστας Κόκονης υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι οι 6 επιταγές που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 6 εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία προς την παραπονούμενη και επιστράφηκαν όλες απλήρωτες. Έφεραν σφραγίδα με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή». Ισχυρίστηκε ότι το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει για την κατηγορούμενη 1 ήταν κάποια κα XXXXX Σάββα και κατέθεσε ως τεκμήριο 11 αντίγραφο του δείγματος υπογραφής της. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 12 αντίγραφο με τις σχετικές εντολές της κατηγορούμενης 1 προς την τράπεζα αναφορικά με την εν λόγω κα Σάββα. Κατά την αντεξέτασή της επανέλαβε τον ισχυρισμό της ότι η κα XXXXX Σάββα ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι τις επίδικες επιταγές τεκμήριο 6 τις υπέγραψε η εν λόγω κα Σάββα. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γιαννακού ο οποίος στην ουσία επανέλαβε τους ισχυρισμούς τους οποίους είχε προβάλει ο Μ.Κ.
  5. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν δεσμευτεί προς τους παραπονούμενους ότι θα αντικαθιστούσαν τις επιταγές οι οποίες δεν τιμήθηκαν με μετρητά. Η κα XXXXX Σάββα ήταν η Μ.Κ.
  6. Ισχυρίστηκε ότι τα έτη 2012 έως 2016 ήταν εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν και η υπογραφή των επιταγών που εκδίδονταν από την εν λόγω εταιρεία. Αναγνώρισε ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές που αποτελούν το τεκμήριο
  7. Μετά που έκλεισε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής μόνο η κα Χριστοδούλου, εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή του και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει. Εισηγήθηκε ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος και ειδικότερα το στοιχείο της υπογραφής των επίδικων επιταγών εκ μέρους του κατηγορούμενου 2. Από την άλλη πλευρά ο κ. Χ'' Αδάμου εισηγήθηκε ότι η συνδρομή των κατηγορούμενων 2 και 3 δεν εξαντλείται στην υπογραφή εκ μέρους τους των επίδικων επιταγών αλλά περιλαμβάνει και τις εντολές που έδιδαν για τις υποθέσεις της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδειχθεί την εισήγηση ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 ούτως ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο αυτό όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Παράλληλα σημειώνεται ότι η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145. Στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD v. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 299/2015, ημερομηνίας 14.5.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακοπή της δίκης δικαιολογείται όταν η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, και όταν η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable), ώστε κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Χωρίς βεβαίως παρά ταύτα, το Δικαστήριο κατά το εν λόγω στάδιο, να εμποδίζεται να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη, (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ζήτημα όμως που «διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382). Με τη διαφορά όμως, ότι το μέτρο σε αυτό το στάδιο είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό, όπως εφαρμόζεται μετά το πέρας της υπόθεσης». Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Παράλληλα, στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, λέχθηκε ότι η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή β) παρακίνηση σε αδίκημα. Ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο ήταν εξουσιοδοτημένο εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 να υπογράφει για την έκδοση των επιταγών ήταν η κα XXXXX Σάββα (Μ.Κ.4) η οποία κατά τη δική της μαρτυρία αναγνώρισε ότι οι επίδικες επιταγές που αποτελούν το τεκμήριο 6 υπογράφηκαν από την ίδια. Κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιες τις κατηγορίες 1 και 2. Οι υπόλοιπες μέχρι και τη 12η αποτελούν επανάληψη των κατηγοριών 1 και 2 και ό,τι αλλάζει είναι η ημερομηνία, ο αριθμός της επιταγής και το ποσό κάθε μιας από αυτές. «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/2003, 164(Ι)2003 μέχρι και 70(Ι)/08. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία κατά ή περί την 26/06/2013 στην Λευκωσία, εξέδωσεν και/ή υπέγραψεν προς όφελος των Παραπονουμένων την επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ υπ' αριθμόν XXXXX9624 για το ποσό των €2000,00, και η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε εντός ευλόγου χρόνου, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων των εκδοτών της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 (δεκαπέντε) ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Συμμετοχή στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/2003, 164(Ι)2003 μέχρι και 70(Ι)/
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά ή περί την 26/06/2013 στην Λευκωσία, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή ως αντιπρόσωποι και/ή εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν τα έγγραφα της Κατηγορούμενης Εταιρείας 1 παρείχαν συνδρομή προς την Κατηγορούμενη υπ' αρ. 1 η οποία εξέδωσε προς όφελος των Παραπονούμενων την επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ υπ' αριθμόν XXXXX9624 για το ποσό των €2000,00, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, εντός ευλόγου χρόνου, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 (δεκαπέντε) ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της». Η ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία χωρίς στο παρόν στάδιο να αξιολογείται, παρά μόνο αντικειμενικά ιδωμένη, επιμαρτυρεί ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν είχαν καθ' οιονδήποτε τρόπο συνδράμει την κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Η υπογραφή των επίδικων επιταγών φαίνεται να έγινε από την Μ.Κ.4 κα XXXXX Σάββα. Η έκθεση αδικήματος των κατηγοριών 2, 4, 6, 8 και 10 αναγράφει ότι αυτοί συμμετείχαν στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ.
  2. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους στις ως άνω κατηγορίες και ως εκ τούτου απαλλάσσονται και αθωώνονται από αυτό το στάδιο. Σε αντίθετη περίπτωση θα κληθούν όχι για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Police v. Kallenos (πιο πάνω)). Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επίσης το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών και/ή χρημάτων και/ή υπηρεσιών με ψευδείς παραστάσεις (13η έως 16η κατηγορία) το οποίο εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
  3. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι τέλεσε το ως άνω αδίκημα ως αυτουργός (κατηγορίες 13 και 15) και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ως συνεργοί της (κατηγορίες 14 και 16). Τα ως άνω άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
  4. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η παράσταση γεγονότος με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, 2) η γνώση του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, 3) η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό την καταδολίευση και 4) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης το πρόσωπο το οποίο προέβηκε σε αυτή να εξασφάλισε ή να απέκτησε από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο η ψευδής παράσταση να γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση είναι αρκετή. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην παρούσα υπόθεση οι λεπτομέρειες αδικήματος της 13ης και της 15ης κατηγορίας είναι περίπου οι ίδιες και διαφέρει μόνο ο αριθμός της επιταγής. Σε ό,τι αφορά την 13η κατηγορία έχουν ως εξής: «Η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία περί τον Αύγουστο του 2013, στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, δια ψευδών παραστάσεων, απέσπασε από τους Παραπονούμενους υπηρεσίες αξίας €929,13 ήτοι παρίστανε ψευδώς προς τους Παραπονούμενους ότι είχε στην κατοχή της το ποσό των €929,13 και προς τούτου εξέδωσε την επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ υπ' αριθμόν XXXXX9415 πλην όμως γνώριζε εξ' αρχής ότι δεν είχε το εν λόγω ποσό και ότι η επιταγή ήταν άνευ αντικρύσματος και δεν κατέβαλε το τίμημα μέχρι σήμερα» Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό ψευδούς παράστασης. Δηλαδή θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η κατ' ισχυρισμό ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο (R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, λέχθηκε πως όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αποφασίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αυτή η υποκειμενική συμπεριφορά μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν στο τέλος της ημέρας την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Στην προσκομισθείσα μαρτυρία δεν εντοπίζω οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία κατηγορείται ως αυτουργός χρησιμοποίησε οποιεσδήποτε ψευδείς παραστάσεις για να εξασφαλίσει υπηρεσίες από την παραπονούμενη
  1. Η απουσία βεβαίως τέτοιου ισχυρισμού οφείλεται στο γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο που είναι, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τις ιδιότητες ενός φυσικού προσώπου και κατά λογική συνέπεια δεν μπορεί να έχει φωνή για να είναι σε θέση να παραστήσει σε οποιοδήποτε οτιδήποτε ως γεγονός. Περαιτέρω δεν νοείται η ύπαρξη συνδρομής από τους κατηγορούμενους 2 και 3 σε τέτοιο αδίκημα από τη στιγμή που αυτό ήταν στην πραγματικότητα αδύνατο να διαπραχθεί από την κατηγορούμενη
  2. Λόγω τούτου κρίνω ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στις κατηγορίες 13 έως 16 λόγω της απουσίας συστατικού στοιχείου του αδικήματος και συγκεκριμένα της παράστασης γεγονότος το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ψευδές και κατά συνέπεια ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων οι οποίοι απαλλάσσονται και αθωώνονται από αυτό το στάδιο. Σε αντίθετη περίπτωση θα κληθούν όχι για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Police v. Kallenos (πιο πάνω)). Στο παρόν στάδιο και έχοντας υπόψη μου την προσκομισθείσα μαρτυρία κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και
  3. Κρίνω επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 στις κατηγορίες 13 και 15 στις οποίες αθωώνεται από το παρόν στάδιο. Κρίνω επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 οι οποίοι αθωώνονται στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14 και 16 τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.