← Κύπρος

Π.Π. κ.α. ν. Φ.Ξ., Αρ. Υποθέσεως: 30223/2014, 31/7/2020

Π.Π. κ.α. ν. Φ.Ξ., Αρ. Υποθέσεως: 30223/2014, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 30223/2014 Μεταξύ:

  1. Π.Π.
  2. Β.Π., γονείς και κηδεμόνες της ανήλικης Μ.Π. Παραπονούμενοι εναντίον Φ.Ξ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31.7.2020 Για τους Παραπονούμενους: κ. Π. Μιχαήλ Για την Κατηγορούμενη: κ. Ε. Ευσταθίου μαζί με κα Θ. Ν. Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ (Για το εκ πρώτης όψεως) Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης όπως αυτό συντάχθηκε περιλαμβάνονταν 8 κατηγορίες. Επιτράπηκε η καταχώρησή του για τις κατηγορίες 2 έως 8 για τις οποίες η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μαρτυρία. Οι κατηγορίες αφορούν εσκεμμένη παράλειψη εκτέλεσης καθήκοντος (άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικα), αμελή πράξη που προκάλεσε σωματική βλάβη (άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα) και ανυπακοή σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον (άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά ή περί την 10.6.2013 εσκεμμένα παρέλειψε την εκτέλεση του καθήκοντός της διατάσσοντας και/ή επιβάλλοντας και/ή υποχρεώνοντας την ανήλικη Μ.Π. να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 134 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Στην 3η κατηγορία κατηγορείται ότι ως αναφέρεται στη 2η κατηγορία διενήργησε παράνομα πράξη ή παράλειψη από την οποία προκλήθηκε σωματική βλάβη στην ως άνω ανήλικη ήτοι τη διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία για κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 237 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Στην 4η κατηγορία, σύμφωνα πάντοτε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, κατηγορείται ότι εσκεμμένα ανυπάκουσε σε νόμο που επιβάλλει καθήκον ήτοι διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 7, 8, 11 και 12 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην 5η κατηγορία κατηγορείται ότι εσκεμμένα ανυπάκουσε σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον ήτοι διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 1, 2, 3, 5, 8, 9, 10, 17 και 18 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκαν από τον Ν.39/
  5. Στην 6η κατηγορία κατηγορείται ότι εσκεμμένα ανυπάκουσε σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον ήτοι ότι διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Νόμου 243/90 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού. Στην 7η κατηγορία κατηγορείται ότι εσκεμμένα ανυπάκουσε σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον ήτοι ότι διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Νόμου 2(ΙΙΙ)/2009 που κύρωσε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και άλλων μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας. Στην 8η κατηγορία κατηγορείται ότι εσκεμμένα ανυπάκουσε σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον ήτοι ότι διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα στην τάξη της στο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε για σαράντα λεπτά ως πειθαρχικό μέτρο και/ή ως τιμωρία χωρίς να έχει εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι πάσχει από σύνδρομο Down με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 35 και 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Παιδιού η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20.11.
  6. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της παρουσίασε στο Δικαστήριο 13 μάρτυρες. Η κα Μ.Α. ήταν η Μ.Κ.1 και ισχυρίστηκε ότι τον Ιούνιο του 2012 εργαζόταν μαζί με την κατηγορούμενη στο XXXXX Κοινοτικό και Δημόσιο Νηπιαγωγείο XXXXX και εκτελούσε χρέη σχολικού βοηθού στην τάξη της κατηγορούμενης. Ισχυρίστηκε ότι τον Αύγουστο του 2013 την ώρα του φαγητού των μαθητών είχε πάει στην τάξη της κατηγορούμενης η οποία της είπε ότι η Μ. δεν θα βγει έξω διάλειμμα και θα μείνει στην τάξη ως τιμωρία επειδή ήταν πολύ άτακτη και είχε κλείσει τα χέρια του διπλανού της μέσα στο ταπεράκι του φαγητού. Ισχυρίστηκε ότι η Μ. παρέμεινε στην τάξη περίπου για 40 λεπτά. Ανέφερε το ως άνω συμβάν στον Σύνδεσμο Γονέων του σχολείου τους που ήταν οι εργοδότες της ίδιας και της κατηγορούμενης. Ισχυρίστηκε ότι μετά από λίγες μέρες η μητέρα της Μ. επισκέφθηκε το νηπιαγωγείο τους και όταν συνάντησε την κατηγορούμενη την ρώτησε για ποιο λόγο είχε αφήσει την Μ. τιμωρία μέσα στην τάξη ολόκληρο το διάλειμμα και εκείνη της απάντησε ότι η τιμωρία ήταν 15 με 20 λεπτά. Στην αντεξέτασή της επανέλαβε ότι εργοδότης τους είναι ο Σύνδεσμος Γονέων του νηπιαγωγείου και ότι την επίδικη ημέρα η ανήλικη Μ. παρέμεινε μόνη της στην τάξη καθήμενη σε μια καρέκλα για 40 περίπου λεπτά. Της υποβλήθηκε ότι είναι επιβεβλημένο καθήκον ενός εκπαιδευτικού να βάλει ένα άτακτο μαθητή να καθίσει στην καρέκλα της σκέψης ως πειθαρχικό μέτρο και ότι αυτό έπραξε η κατηγορούμενη επειδή η Μ. ήταν την επίδικη ημέρα άτακτη. Της υποβλήθηκε επίσης ότι το περιστατικό δεν διήρκεσε 40 αλλά μόνο 5 με 10 λεπτά. Η κα Ε.Κ. ήταν η Μ.Κ.
  7. Ισχυρίστηκε ότι είναι Επιθεωρήτρια Προδημοτικής εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη είναι εκπαιδευτικός στο Κοινοτικό Νηπιαγωγείο XXXXX. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ιδρυτής των κοινοτικών νηπιαγωγείων είναι ο σύνδεσμος γονέων και ότι η κατηγορούμενη ήταν εκπαιδευτικός του εν λόγω νηπιαγωγείου και είχε υπογράψει σχετική σύμβαση εργοδότησης. Τα καθήκοντα της κατηγορούμενης ως νηπιαγωγού σε κοινοτικό νηπιαγωγείο είναι τα ίδια με τα καθήκοντα νηπιαγωγού σε δημόσιο νηπιαγωγείο και η διαφορά τους είναι ότι η σύμβαση την οποία υπέγραψε η κατηγορούμενη δεν είναι με το κράτος. Ισχυρίστηκε ότι οι κανόνες λειτουργίας των κοινοτικών νηπιαγωγείων και εργοδότησης νηπιαγωγών καθορίζονται με εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω εγκυκλίου ημερομηνίας 22.6.2012 ως τεκμήριο
  8. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η «καρέκλα της σκέψης» είναι μέρος μιας μεθοδολογίας η οποία ακολουθείται αναφορικά με τη συμπεριφορά των παιδιών. Είναι ένας όρος ο οποίος χρησιμοποιείται για να εμπεδωθεί η πειθαρχία σε μια σχολική τάξη και ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εκπαιδευτικού να επιβάλει το εν λόγω πειθαρχικό μέτρο σε κάποιο μαθητή. Η κα Μ.Θ. ήταν η Μ.Κ.
  9. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι λειτουργός προδημοτικής εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και ασκεί διοικητικά καθήκοντα. Κατέθεσε ως τεκμήριο 31 το έγγραφο το οποίο υπέγραψε η κατηγορούμενη για την ανάληψη των καθηκόντων της στο XXXXX Κοινοτικό και Δημόσιο Νηπιαγωγείο XXXXX. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Κ. 4 παρουσιάστηκε ο κ. Ε.Ν. Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν διευθυντής Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας και είχε την ευθύνη για την ομαλή λειτουργία των δημόσιων δημοτικών σχολείων, νηπιαγωγείων και σχολείων ειδικής εκπαίδευσης. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν κανονισμοί οι οποίοι διέπουν την λειτουργία ενός σχολείου και τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται και επιβάλλονται στα παιδιά. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπάρχει το πειθαρχικό μέτρο να καθίσει κάποιος μαθητής στην «καρέκλα της σκέψης». Ούτε αυτός ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης. Η κα Λ.Β.Δ. ήταν η Μ.Κ.
  10. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι τον Σεπτέμβρη του 2013 ασκούσε τα καθήκοντα της επιθεωρήτριας και της ανατέθηκε από τον Διευθυντή Δημοτικής Εκπαίδευσης να ετοιμάσει το σχέδιο απάντησης που το Υπουργείο Παιδείας θα απέστελλε προς την Επίτροπο των Δικαιωμάτων του Παιδιού στην οποία είχε απευθυνθεί εκφράζοντας κάποιο παράπονό της η μητέρα της Μ. Είχε λάβει οδηγίες να διερευνήσει το περιστατικό το οποίο καταγγέλθηκε και στα πλαίσια της διερεύνησης επισκέφθηκε το νηπιαγωγείο και είχε συνάντηση με το προσωπικό. Ισχυρίστηκε ότι στα κοινοτικά νηπιαγωγεία εφαρμόζονται οι κανονισμοί πειθαρχίας που ισχύουν και στα δημόσια νηπιαγωγεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τη συνάντησή της με την κατηγορούμενη η τελευταία αρνήθηκε ότι η Μ. παρέμεινε στην τάξη για 40 λεπτά και ήταν η θέση της ότι παρέμεινε εκεί για λιγότερο χρόνο. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.5 ισχυρίστηκε ότι συνάντησε την κατηγορούμενη και κατέγραψε όσα εκείνη της ανέφερε αναφορικά με το περιστατικό το οποίο διερευνούσε. Δεν έλαβε οποιαδήποτε κατάθεση από την κατηγορούμενη επειδή εκείνη είχε ήδη αποστείλει επιστολή στον σύνδεσμο γονέων του νηπιαγωγείου κάτι το οποίο την ικανοποίησε στα πλαίσια της διερεύνησης η οποία της είχε ανατεθεί. Η Μ.Κ.6 κα Φ.Κ. ισχυρίστηκε ότι είναι ειδική παιδαγωγός και η πρόεδρος του Συνδέσμου Γονέων του XXXXX Δημόσιου και Κοινοτικού Νηπιαγωγείου XXXXX. Ισχυρίστηκε πως η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο από τον Σύνδεσμο Γονέων του XXXXX Δημόσιου και Κοινοτικού Νηπιαγωγείου XXXXX. Κατέθεσε ως τεκμήριο 32 αντίγραφο της συμφωνίας εργοδότησης της κατηγορούμενης και ως τεκμήριο 33 τη σχετική δήλωση ανάληψης καθηκόντων της κατηγορούμενης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η «καρέκλα της σκέψης» είναι ένα μέσο που χρησιμοποιείται από ένα εκπαιδευτικό για να πειθαρχήσει μια απρεπή συμπεριφορά ενός μαθητή. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η «καρέκλα της σκέψης» είναι ένα πειθαρχικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται από κάποιους συναδέλφους της. Η Μ.Κ.7 ήταν η κα Ε.Π. η οποία είναι διευθύντρια προδημοτικής εκπαίδευσης. Ισχυρίστηκε ότι το έτος 2013 ήταν διευθύντρια στο XXXXX Νηπιαγωγείο XXXXX και ότι συνέταξε τις σελίδες 5 και 6 του τεκμηρίου 7 μετά που συνέλεξε τις αναγκαίες πληροφορίες για το επίδικο περιστατικό. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 9 είναι η καταγραφή από την ίδια των πρακτικών που τηρήθηκαν όταν η κα Β. υπέβαλλε μέσω τηλεφώνου ερωτήσεις προς τις κυρίες Ά.Π. και Α.Δ. για το επίδικο περιστατικό. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.7 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ιδία γνώση των όσων έλαβαν χώρα στις 10.6.
  11. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ούτε οι κυρίες Ά.Π. και Α.Δ. ήταν παρούσες στο επίδικο περιστατικό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η «καρέκλα της σκέψης» έχει εισαχθεί στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και χρησιμοποιείται ως μέσο για να κάνει κάποιος μαθητής την αυτοκριτική του. Η κα Α.Π. ήταν η Μ.Κ.
  12. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι νηπιαγωγός και τον Ιούνιο του 2013 εργαζόταν στο XXXXX Νηπιαγωγείο XXXXX. Αναγνώρισε ότι στη σελίδα 2Α του τεκμηρίου 9 και στη σελίδα 2 του τεκμηρίου 10 είναι η υπογραφή της. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει τι συνέβηκε στις 10.6.
  13. Ισχυρίστηκε ότι η «καρέκλα της σκέψης» ήταν ένας εύκολος τρόπος για να σκεφτεί μόνο του ένα παιδί και να ηρεμήσει και ότι ήταν εις γνώση της διεύθυνσης του νηπιαγωγείο πως εφαρμοζόταν. Ισχυρίστηκε ότι τα διαλείμματα στο νηπιαγωγείο διαρκούσαν 25 λεπτά. Η κα Α.Κ.Δ. ήταν η Μ.Κ.
  14. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι νηπιαγωγός και ότι τον Ιούνιο του 2013 εργαζόταν στο XXXXX Νηπιαγωγείο XXXXX ως συνάδελφος της κατηγορούμενης. Αναγνώρισε ότι στη σελίδα 2Β του τεκμηρίου 9 είναι η υπογραφή της. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρούσα στις 10.6.2013 ημέρα κατά την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Ως Μ.Κ.10 παρουσιάστηκε ο κ. Β.Γ. ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι συμβουλευτικός ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής. Εξέτασε την Μ. και ετοίμασε σχετική έκθεση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  15. Στο εν λόγω τεκμήριο κατέγραψε ότι η εμπειρία της Μ. στην «καρέκλα της σκέψης» αποτέλεσε σε ψυχικό επίπεδο υποτιμητική πράξη διάκρισης και απομόνωσης η οποία τη στιγμάτισε και της δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εξέτασε τη Μ. για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο 2019 και ότι αγνοούσε πως ήταν η ψυχολογική της κατάσταση τον Ιούνιο του
  16. Ως Μ.Κ.11 παρουσιάστηκε η κα Χ.Λ. η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εκπαιδευτική ψυχολόγος λειτουργός της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας. Αναγνώρισε ότι στο τεκμήριο 10 στη σελίδα 16 είναι η έκθεση την οποία ετοίμασε στις 4.7.2013 αναφορικά με τη Μ. Ισχυρίστηκε ότι η «καρέκλα της σκέψης» είναι μια μέθοδος συνέπειας η οποία εφαρμόζεται από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η έκθεσή της ετοιμάστηκε στα πλαίσια της πρώτης αξιολόγησης των αναγκών της Μ. και το συγκεκριμένο αίτημα είχε υποβληθεί προς την υπηρεσία της από τον Σεπτέμβρη του έτους
  17. Η μητέρα της ανήλικης κα Β.Π. ήταν η Μ.Κ.
  18. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή δήλωση και ισχυρίστηκε ότι η Μ. γεννήθηκε το 2008 με σύνδρομο Down και με εκ γενετής συγγενή καρδιοπάθεια. Στις 10.6.2013 η Μ. είχε έρθει στο σπίτι χτυπημένη στη μύτη και όταν την ρώτησε τη συνέβηκε της απάντησε ότι κάποιο παιδάκι της είχε τραβήξει τα γυαλιά μυωπίας της και έπεσε και κτύπησε τη μύτη της. Την πληροφόρησε επίσης ότι εκείνη την ημέρα η δασκάλα της την έκλεισε μέσα στην τάξη για τιμωρία το διάλειμμα. Την επόμενη ημέρα πήγε στο σχολείο της ανήλικης και ρώτησε την κατηγορούμενη που ήταν η δασκάλα της αναφορικά με την τιμωρία των 40 λεπτών και εκείνη της απάντησε ότι η τιμωρία διήρκεσε μόνο 10 λεπτά. Ισχυρίστηκε ότι η ανήλικη έκτοτε ταλαιπωρείται με ψυχολογικά τραύματα που της προκλήθηκαν από το περιστατικό. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό που συνέβηκε στις 10.6.2013 και ότι ενημερώθηκε σχετικά από την ανήλικη κόρη της. Τελευταία μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.13) παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η ανήλικη Μ. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη από το νηπιαγωγείο όταν την έβαλε τιμωρία. Η τιμωρία διήρκεσε όλο το διάλειμμα και καθόταν κάπου μόνη της στην τάξη. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα στο διάλειμμα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο δικηγόρος της κατηγορούμενης υπέβαλε εισήγηση προς το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της και κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει από αυτό το στάδιο σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Εισηγήθηκε, ειδικότερα σε σχέση με τη 2η κατηγορία, ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος ότι η κατηγορούμενη ήταν «δημόσια λειτουργός». Εισηγήθηκε επίσης ότι στην εν λόγω κατηγορία δεν αναφέρεται ούτε ο νόμος ούτε η πράξη που επιβάλλει ο νόμος στη λειτουργό και κατά συνέπεια η εν λόγω κατηγορία είναι εντελώς ασαφής και ατελής. Σε σχέση με την 3η κατηγορία εισηγήθηκε ότι η πράξη η οποία αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι κάθισε τη Μ. στην «καρέκλα της σκέψης» όχι μόνο δεν ήταν παράνομη αλλά ήταν προβλεπόμενη από τον νόμο υπό την έννοια ότι αν δεν το έκανε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρέλειψε να διενεργήσει οφειλόμενο καθήκον. Εισηγήθηκε επίσης ότι από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο του αδικήματος ότι η ανήλικη υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4 έως 8 εισηγήθηκε ότι πρέπει να απορριφθούν επειδή απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της διενέργειας πράξης απαγορευμένης από τον νόμο ή της παράλειψης διενέργειας πράξης που επιβάλλεται από τον νόμο και ότι η πράξη δεν αφορούσε το κοινό. Εισηγήθηκε επίσης ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό για 4 λόγους και συγκεκριμένα επειδή: α) δεν συντάχθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, β) πάσχει από πολλαπλότητα και ασάφεια η οποία παραβιάζει το δικαίωμα της κατηγορούμενης να πληροφορηθεί σε καταληπτή από αυτή γλώσσα τη φύση και τους λόγους των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει, γ) αποδίδει στην κατηγορούμενη αδίκημα το οποίο δεν είναι γνωστό στον νόμο και δ) ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ο δικηγόρος των παραπονουμένων από την άλλη εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης ούτως ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εισήγηση του δικηγόρου της. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε ότι: «στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Παράλληλα σημειώνεται ότι η μαρτυρία για την κατηγορούσα αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειό της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C.145. Στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD v. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 299/2015, ημερομηνίας 14.5.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακοπή της δίκης δικαιολογείται όταν η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, και όταν η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable), ώστε κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Χωρίς βεβαίως παρά ταύτα, το Δικαστήριο κατά το εν λόγω στάδιο, να εμποδίζεται να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη, (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ζήτημα όμως που «διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382). Με τη διαφορά όμως, ότι το μέτρο σε αυτό το στάδιο είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό, όπως εφαρμόζεται μετά το πέρας της υπόθεσης». Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινική Έφεση Αρ. 89/2016, ημερομηνίας 16.3.2020, στην οποία ο κ. Ευσταθίου στήριξε την εισήγησή του για την ύπαρξη πολλαπλότητας, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Εξετάσαμε την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί του θέματος και να υπενθυμίσουμε καταρχάς ότι «ένσταση πολλαπλότητας ή ασάφειας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και κατ΄ έφεση, και εάν πράγματι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε επί κατηγορίας που ήταν λανθασμένη λόγω πολλαπλότητας ή ασάφειας, το Εφετείο μπορεί να ακυρώσει την καταδίκη». Και αυτό, παρόλο ότι ως ζήτημα ορθής πρακτικής η ένσταση για πολλαπλότητα ή ασάφεια του κατηγορητηρίου πρέπει «να εγείρεται το συντομότερο δυνατό ακόμη και προδικαστικά της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης» (βλ. Σ.Π. ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Κατά συνέπεια το στάδιο στο οποίο ηγέρθηκε η ένσταση δεν θα έπρεπε να προβληματίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο όφειλε να εξετάσει το λεκτικό της κατηγορίας προς διατύπωση σαφούς δικαστικού λόγου περί ύπαρξης ή όχι ασάφειας ή πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου». Κρίνω ότι είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο να παρατεθεί το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης του δικηγόρου της κατηγορούμενης ότι δεν έχουν αποδειχθεί συστατικά στοιχεία του αδικήματος που το εν λόγω άρθρο προβλέπει. Το αδίκημα του εν λόγω άρθρου αποτελεί το αντικείμενο της 2ης κατηγορίας και έχει ως εξής: «Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος 134. Δημόσιος λειτουργός που εσκεμμένα παραμελεί την εκτέλεση καθήκοντος, το οποίο έχει σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση να εκτελέσει, είναι ένοχος πλημμελήματος, νοουμένου ότι η εκτέλεση τέτοιου καθήκοντος δε θα επιφέρει μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνο τον οποίο θα αναμενόταν να αντιμετωπίσει άνθρωπος συνηθισμένου σθένους και ενεργητικότητας. Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι ένα από τα συστατικά στοιχεία του ως άνω αδικήματος είναι η ιδιότητα του κατηγορούμενου ως «δημόσιου λειτουργού». Ο ορισμός του «δημόσιου λειτουργού» δίδεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα και είναι ο ακόλουθος: "δημόσιος λειτουργός" σημαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώματα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρμόζουν σε τέτοιο αξίωμα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά, δηλαδή- (α) οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα καθώς και οποιαδήποτε δημόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή το Υπουργικό Συμβούλιο ή δημόσια επιτροπή ή συμβούλιο ή (β) οποιαδήποτε θέση, στην οποία κάποιο πρόσωπο διορίζεται ή υποδείχνεται με νόμο ή κατόπι εκλογής ή (γ) οποιαδήποτε δημόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχουν πρόσωπο ή πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα ή θέση από αυτά που περιλαμβάνονται σε καθεμιά από τις δυο προηγούμενες παραγράφους του ορισμού αυτού ή (δ) οποιαδήποτε θέση διαιτητού ή επιδιαιτητού σε διαιτησία που ασκείται με διαταγή ή με έγκριση Δικαστηρίου ή κατά την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου ο όρος που αναφέρθηκε πιο πάνω περιλαμβάνει περαιτέρω- (
  1. i)τα μέλη ερευνητικής επιτροπής, που διορίζονται κατά την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου (
  2. ii)όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται στην εκτέλεση ενταλμάτων και δικογράφων (iii) όλα τα πρόσωπα που ανήκουν στη στρατιωτική ή την αστυνομική δύναμη της Δημοκρατίας (
  3. iv)όλα τα πρόσωπα που υπηρετούν σε κάποιο Κυβερνητικό Τμήμα (
  4. v)τους θρησκευτικούς λειτουργούς οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος, καθόσον αφορά τα καθήκοντα τους που αναφέρονται σε γνωστοποιήσεις μελλοντικών γάμων ή την ιερολογία γάμων, ή τον καταρτισμό ή την τήρηση ληξιαρχικών βιβλίων ή πιστοποιητικών γάμου, γέννησης, βάπτισης, θανάτου, ή ταφής όχι όμως καθόσον αφορά τα υπόλοιπα καθήκοντα τους (
  5. vi)πρόσωπα στην υπηρεσία δημοτικής αρχής (vii) τον εκάστοτε κοινοτάρχη και τα μέλη της χωριτικής επιτροπής οποιασδήποτε κοινότητας». Στην παρούσα υπόθεση από την προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως μόνο κρινόμενη, φαίνεται ότι η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο από τον Σύνδεσμο Γονέων του XXXXX Δημόσιου και Κοινοτικού Νηπιαγωγείου XXXXX και η σχετική μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή και συγκεκριμένα από τις Μ.Κ.1, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων. Φαίνεται από αυτή τη μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154 και κατά συνέπεια δεν εμπίπτει στον ορισμό του «δημόσιου λειτουργού» όπως αυτός αναφέρθηκε πιο πάνω. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και συνεπώς η κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχθεί από την εν λόγω κατηγορία. Προχωρώ στη συνέχεια στην 3η κατηγορία και παραθέτω ευθύς αμέσως το άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα για να εξετάσω την εισήγηση του δικηγόρου της κατηγορούμενης ότι δεν έχουν αποδειχθεί συστατικά στοιχεία του αδικήματος που το εν λόγω άρθρο προβλέπει. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής: «237. Όποιος διενεργεί παράνομα οποιαδήποτε πράξη ή παραλείπει να διενεργήσει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει η οποία δεν είναι πράξη ή παράλειψη που ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, από την οποία πράξη ή παράλειψη προκαλείται σωματική βλάβη σε άλλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα στο άρθρο 4 ο όρος «σωματική βλάβη» ορίζεται ως ακολούθως: «σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του ως άνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η παράνομη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης ή η παράλειψη διενέργειας πράξης την οποία κάποιος έχει καθήκον να εκτελέσει και (β) η πρόκληση σωματικής βλάβης σε άλλο λόγω της ως άνω πράξης ή παράλειψης. Από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε, εξ όψεως μόνο κρινόμενη, δεν φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία ότι η ανήλικη Μ. υπέστη λόγω των όσων αποδίδονται στην κατηγορούμενη οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Κανένας από τους μάρτυρες που κλήθηκαν εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο όπως αυτός καθορίστηκε στις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, ήτοι στις 10.6.2013, η Μ. είχε υποστεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη που να προκλήθηκε από την κατηγορούμενη. Ο ισχυρισμός της Μ.Κ.12 ότι την εν λόγω ημέρα η ανήλικη τραυματίστηκε στη μύτη δεν συνδέει την κατηγορούμενη με αυτόν τον τραυματισμό. Λόγω των πιο πάνω διαπιστώνω ότι απουσιάζει το συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 237 του Ποινικού Κώδικα ήτοι της πρόκλησης σωματικής βλάβης με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί στην 3η κατηγορία. Αναφορικά με τις κατηγορίες 4 έως 8 σχετικό είναι το άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «Ανυπακοή σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον 136. Όποιος εσκεμμένα ανυπακούει σε νόμο για τη διενέργεια πράξης απαγορευμένης από αυτό ή με την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού, είναι ένοχος πλημμελήματος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόμο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ορίζεται ότι: «νόμος» περιλαμβάνει οποιαδήποτε διατάγματα ή διαδικαστικούς ή άλλους κανονισμούς που εκδόθηκαν σύμφωνα με εξουσιοδότηση του νόμου». Από το ως άνω λεκτικό προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα είναι τα ακόλουθα: (α) εσκεμμένη ανυπακοή, (β) σε νόμο, (γ) που απαγορεύει ή επιβάλλει τη διενέργεια πράξης και (δ) η πράξη να αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού. Οι κατηγορίες 4 έως 8 συνδέουν την κατ' ισχυρισμό ενέργεια ή παράλειψη της κατηγορούμενης με τα άρθρα 7, 8, 11 και 12 του Συντάγματος (4η κατηγορία) ή Διεθνών Συμβάσεων που ενσωματώθηκαν στην έννομή μας τάξη με την κύρωσή τους σε νόμους της Δημοκρατίας (5η, 6η και 7η κατηγορία) ή Διακηρύξεων των Ηνωμένων Εθνών (8η κατηγορία). Επιγραμματικά αναφέρω ότι το άρθρο 7 κατοχυρώνει το δικαίωμα της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας και το άρθρο 8 απαγορεύει τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση. Διαπιστώνω ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία χωρίς στο παρόν στάδιο να αξιολογείται, παρά μόνο αντικειμενικά ιδωμένη, επιμαρτυρεί ότι η κατηγορούσα αρχή κατόρθωσε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στις κατηγορίες 4 - 8 τις οποίες αντιμετωπίζει αφού δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση οι ισχυρισμοί ότι η κατηγορούμενη κάθισε την ανήλικη στην τάξη της για κάποιο χρονικό διάστημα κατά το διάλειμμα. Παρά τα πιο πάνω για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και τις υπόλοιπες εισηγήσεις του δικηγόρου της κατηγορούμενης σε σχέση με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Κάτι τέτοιο σύμφωνα με την νομολογία (Δημητρίου ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (πιο πάνω)) δύναται να εγερθεί και να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης. Ο 1ος λόγος ένστασης που προβλήθηκε κατά του κύρους του κατηγορητηρίου εισηγείται ότι αυτό πάσχει επειδή δεν φέρει την υπογραφή του κατήγορου στο πίσω μέρος του, ότι στη 2η κατηγορία δεν αναφέρεται η ιδιότητα της κατηγορούμενης ως δημόσιου λειτουργού, ότι στην 3η κατηγορία δεν εξειδικεύεται το είδος της σωματικής βλάβης την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι υπέστη η ανήλικη ούτε παρατίθεται το νομοθέτημα σύμφωνα με το οποίο η πράξη είναι απαγορευμένη. Στο άρθρο 38 του Κεφ. 155 που αφορά τον τύπο του κατηγορητηρίου αναφέρεται ότι «κάθε κατηγορητήριο είναι στον καθορισμένο τύπο υπογράφεται από ή εκ μέρους του προσώπου που απαγγέλλει αυτό . ». Πουθενά στο άρθρο 38 δεν αναφέρεται ότι το κατηγορητήριο πρέπει να υπογράφεται στο πίσω μέρος του. Από το ενώπιόν μου κατηγορητήριο διαπιστώνω ότι αυτό υπογράφηκε στην 1η σελίδα του από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή και συνεπώς κρίνω ότι είναι σε συμφωνία με όσα προβλέπονται στο ως άνω άρθρο και συνακόλουθα η ως άνω εισήγηση του δικηγόρου της κατηγορούμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας ήδη αποδεχθεί την εισήγηση του δικηγόρου της κατηγορουμένης ότι απουσιάζουν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση της εισήγησής του ότι το κατηγορητήριο πάσχει επειδή δεν αναφέρεται σε αυτό η ιδιότητα της κατηγορούμενης ως δημόσιου λειτουργού και επειδή δεν εξειδικεύεται σε αυτό το είδος της σωματικής βλάβης την οποία κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής υπέστη η παραπονούμενη. Αναφορικά με τον 2ο λόγο ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα και ασάφεια παρατηρώ τα ακόλουθα: στην υπόθεση Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, αναφέρθηκε ότι «η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδικήματα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση ακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει, αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς». Κρίνω ότι στο επίδικο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα στις κατηγορίες 4 έως 8 δεν τίθεται θέμα πολλαπλότητας όπως εισηγήθηκε ο κ. Ευσταθίου. Κρίνω ότι όσα περιλήφθηκαν στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών αποτελούν 2 διαφορετικούς τρόπους διάπραξης του μοναδικού κατ' ισχυρισμό αδικήματος σε κάθε ξεχωριστή κατηγορία και δεν πρόκειται για πέραν του ενός διαφορετικά αδικήματα τα οποία συμπεριλήφθηκαν σε μια κατηγορία υπό μορφή πολλαπλότητας που δεν επιτρέπεται. Λόγω τούτων κρίνω ότι η ως άνω ένσταση του κ. Ευσταθίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αναφορικά με την ένσταση ότι οι κατηγορίες 4 έως 8 είναι ασαφείς κρίνω ότι είναι σχετικό το άρθρο 39(δ) του Κεφ. 155 το οποίο έχει ως εξής: «(δ) όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα αναφέρει ότι το ποινικό αδίκημα είναι η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε από τις διάφορες πράξεις διαζευκτικά ή η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε πράξης με οποιαδήποτε από τις διάφορες ιδιότητες, ή με οποιαδήποτε από τις διάφορες προθέσεις ή διατυπώνει οποιοδήποτε μέρος του ποινικού αδικήματος διαζευκτικά, οι πράξεις, παραλείψεις, ιδιότητες ή προθέσεις, ή άλλα ζητήματα που συνιστούν τη διάζευξη στο νομοθέτημα δύνανται να διατυπωθούν διαζευκτικά στην κατηγορία που προσάπτεται για το εν λόγω ποινικό αδίκημα». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καθώς επίσης τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 4 έως 8 στις οποίες αναγράφεται ότι «. διέταξε και/ή της επέβαλε και/ή την υποχρέωσε να παραμείνει μόνη καθισμένη σε καρέκλα .» και το άρθρο 136 του Κεφ. 154 στο οποίο εδράζονται οι κατηγορίες 4 έως 8 και στο οποίο φαίνεται ότι υπάρχει διαζευκτικός τρόπος τέλεσής του εν λόγω αδικήματος (διενέργεια πράξης απαγορευμένης από τον νόμο ή παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό) κρίνω ότι ούτε ο υπό εξέταση λόγος ένστασης κατά του κύρους του κατηγορητηρίου που προβλήθηκε εκ μέρους του δικηγόρου της κατηγορούμενης μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε επίσης ως 3ο λόγο ένστασης κατά του κύρους του κατηγορητηρίου ότι αυτό αποδίδει στην κατηγορούμενη αδίκημα το οποίο δεν είναι γνωστό στον νόμο. Προς υποστήριξη της εισήγησής του αναφέρθηκε στο ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη δηλαδή το να καθίσει την ανήλικη Μ. στην καρέκλα της τάξης της στο νηπιαγωγείο δεν απαγορεύεται σε κανένα νόμο της Δημοκρατίας ούτε και από τα νομοθετήματα που παρατέθηκαν στην Έκθεση Αδικήματος όλων των κατηγοριών. Κρίνω ότι με την ως άνω εισήγηση ο δικηγόρος της κατηγορούμενης ζητά από το Δικαστήριο να προβεί σε διατύπωση τελικής απόφασης για το ως άνω θέμα. Στο παρόν στάδιο δεν επιτρέπεται το Δικαστήριο να αξιολογήσει εάν ήταν νόμιμο το ότι η κατηγορούμενη κάθισε την ανήλικη στην καρέκλα της τάξης της στο νηπιαγωγείο. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο της δίκης και λόγω τούτου κρίνω ότι η ως άνω εισήγηση του δικηγόρου της κατηγορούμενης δεν μπορεί να επιτύχει. Προς υποστήριξη του 4ου λόγου ένστασης κατά του κύρους του κατηγορητηρίου ότι αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ο δικηγόρος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη από το έτος 2013 τυγχάνει ενόχλησης και ταλαιπωρίας αφού εμφανίστηκε στο Δικαστήριο πέραν από 30 φορές σε μια πολύ εκτεταμένη δικαστική διαδικασία στην οποία κατέθεσαν 13 μάρτυρες και καταχωρήθηκαν 48 τεκμήρια. Εισηγήθηκε ότι μετά βεβαιότητας υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε σωματική βλάβη της παραπονούμενης και αφού αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο σκοπός της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης ήταν η αποκόμιση χρημάτων. Κρίνω ότι το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας δεν επιτρέπεται να εξεταστεί στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο του εκ πρώτης όψεως αλλά στο τέλος της δίκης όταν το Δικαστήριο μετά την υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη του σε ευρήματα θα είναι σε θέση στη βάση των τελικών διαπιστώσεών του να εξετάσει και το εν λόγω θέμα. Εισηγήθηκε επίσης ο κ. Ευσταθίου ότι οι παρατυπίες στις οποίες αναφέρθηκε σε σχέση με τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα να πληγούν τα δικαιώματά της που προστατεύονται από το άρθρο 12
(5)του Συντάγματος και συγκεκριμένα το δικαίωμά της να πληροφορηθεί σε καταληπτή από την ίδια γλώσσα αμέσως και λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους των αποδιδόμενων σε αυτή κατηγοριών. Εισηγήθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 έως 8 του ονόματος της παραπονούμενης, του χρόνου και του τόπου της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων παραβιάζουν το ως άνω δικαίωμά της αφού δεν μπορεί να γίνει κατανοητό τι ακριβώς αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με το άρθρο 39 (ζ) του Κεφ. 155 ορίζεται ότι «δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά». Επίσης, σύμφωνα με την επιφύλαξη του ως άνω άρθρου 39 «. κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καθώς επίσης και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων 4 έως 8 και τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 3 στις οποίες αναγράφεται ο κατ' ισχυρισμό τόπος και χρόνος τέλεσης των επίδικων αδικημάτων και το όνομα της ανήλικης κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν παραπλανήθηκε από τη μη αναγραφή των πιο πάνω στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 4 έως 8. Ως εκ τούτου η ως άνω ένσταση του δικηγόρου της κατηγορούμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Διαπιστώνω ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία χωρίς στο παρόν στάδιο να αξιολογείται, παρά μόνο αντικειμενικά ιδωμένη, επιμαρτυρεί ότι δεν έχουν αποδειχθεί συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στις κατηγορίες 2 και 3 και συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο στις κατηγορίες 2 και 3. Διαπιστώνω επίσης ότι η παραπονούμενη έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στις κατηγορίες 4 έως 8 ώστε αυτή να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.