ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΑΠΗΘΙΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 15281/2016, 28/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15281/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν XXXXX ΛΑΠΗΘΙΟΥ Κατηγορούμενη 28 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενη: κ. Νικολεττόπουλος Κατηγορούμενη, παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (άρθρο 99 Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως καταγράφονται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη, που είναι αστυνομικός, «την 7η Μαρτίου 2016, στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας, εξύβρισε την Αστ. XXXXX Ε. Ανδρέου του Αστ. Σταθμού Ομορφίτας με τη φράση «αυτή η XXXXX είναι πολύ μαλακισμένη, έκανε παράπονο στον σταθμάρχη ότι εγώ δεν πήγα τότε στην φρούρηση στο διαμέρισμα αλλά δεν είχε τα αρχίδια να μου το πει κατάμουτρα και πες της το» με τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση.» Προς απόδειξη της κατηγορίας, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο έξι μάρτυρες. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, θα παραθέσω μια συνοπτική αναφορά στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας που έκρινα σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης και διαμόρφωσης του αποτελέσματος. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Υπαστυνόμος XXXXX Γρηγοριάδης (ΜΚ1) που, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο Σταθμάρχης του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μάρτη 2016 έλαβε τηλεφώνημα από την Γ/Αστ. 3817 XXXXX Ανδρέου η οποία υπηρετεί στον ίδιο σταθμό. Του παραπονέθηκε ότι είχε πληροφορηθεί από συναδέλφους της ότι η κατηγορούμενη την εξύβρισε «μαλακισμένη» ενώ βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό. Ο ΜΚ1 της ανέφερε ότι μπορεί να υποβάλει παράπονο και εκείνη είπε ότι θα το σκεφτεί. Μετά περίπου δύο μέρες, όταν η κατηγορούμενη εργαζόταν στον σταθμό, ο ΜΚ1 την κάλεσε στο γραφείο του και την συμβούλεψε να είναι πιο προσεκτική στη συμπεριφορά προς τους συναδέλφους της. Μετά από λίγη ώρα άκουσε φασαρία στο σταθμό και διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη και η παραπονούμενη συζητούσαν έντονα για το θέμα της εξύβρισης. Τις χώρισε άλλα η κατηγορούμενη συνέχισε να αναφέρει στον Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή που ήταν επίσης παρών ότι εκείνος έφταιγε για οτι είχε συμβεί. Ο ΜΚ1 καταλήγει ότι στις 25.4.2016 η Γ/Αστ XXXXX XXXXX Ανδρέου υπέβαλε παράπονο εναντίον της κατηγορούμενης σε σχέση με την εξύβριση της (Τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς την ημερομηνία κατά την οποία του είχε αναφέρει για πρώτη φορά το παράπονο της η Γ/Αστ XXXXX. Πρόσθεσε ότι είχε συντάξει την κατάθεση του όταν ορίστηκε ανακριτής για την υπόθεση. Ερωτήθηκε αν γνωρίζει γιατί η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία τέλος Απριλίου για περιστατικό που συνέβη αρχές Μαρτίου. Απάντησε ότι η εντύπωση του ήταν πως η παραπονούμενη ανέμενε μια απολογία από την κατηγορούμενη. Συμφώνησε ότι μεταξύ της ισχυριζόμενης εξύβρισης και της καταγγελίας της παραπονούμενης είχε μεσολαβήσει άλλο περιστατικό στο σταθμό με ρίψη κροτίδας. Εξ όσων μπορούσε να θυμηθεί κατά το περιστατικό εκείνο υπήρξαν τραυματισμοί χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει λεπτομέρειες. Πρόσθεσε ότι είχε διεξαχθεί πειθαρχική έρευνα για το περιστατικό στην οποία ήταν και ο ίδιος κατηγορούμενος ως σταθμάρχης. Από την έρευνα ο ίδιος απαλλάχθηκε γιατί διαπιστώθηκε ότι δεν είχε εμπλοκή. Εμπλεκόμενος ήταν και ο Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή. Στην πορεία έλαβε μετάθεση από τον Σταθμό Ομορφίτας και δεν τον απασχόλησε ξανά το περιστατικό. Δεύτερη μάρτυρας ήταν η Λοχ. XXXXX XXXXX Ανδρέου (ΜΚ2), εξετάστρια της παρούσας υπόθεσης. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Λοχίας Αλλαγής στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού. Στην κατάθεση της, Τεκμήριο 2, αναφέρει ότι στις 4.5.2016 απεστάλη αλληλογραφία μέσω της Αστ. Διεύθυνσης Λευκωσίας για τη διενέργεια ποινικής έρευνας εναντίον της κατηγορούμενης αναφορικά με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Ακολούθως, στις 14.6.2016 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 3). Η κατάθεση λήφθηκε υπό μορφή ερωταπαντήσεων στις οποίες η κατηγορούμενη απαντούσε ότι δεν γνωρίζει τίποτε και ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Μετά τη λήψη της κατάθεσης, κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 4) την κατηγορούμενη η οποία έδωσε ξανά την ίδια απάντηση. Η ΜΚ2 παρουσίασε επίσης επιστολή παραπόνου της Αστ. XXXXX και αντίγραφο του ημερολογίου καθηκόντων του Αστ. Σταθμού Ομορφίτας κατά την ημέρα που κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκε το αδίκημα (Τεκμήριο 5). Στην επιστολή παραπόνου ημερομηνίας 25.4.2016, η Αστ. XXXXX XXXXX Ανδρέου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις «08/03/2016 πληροφορήθηκε από δύο συναδέλφους μου, τον Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή και τον Αστ. XXXXX XXXXX Κολά, ότι την 07/03/2016 το πρωί η Α/Αστ. XXXXX XXXXX Λαπηθίου καθώς βρισκόταν εντός του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας με εξύβρισε με την φράση «αυτή η Ειρήνη είναι πολύ μαλακισμένη» απαιτώντας μάλιστα όπως με πληροφορήσουν για τα όσα είπε εναντίον μου, πράγμα το οποίο οι υπό αναφορά συνάδελφοι μου έπραξαν». Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ2 ανέφερε ότι είχε συντάξει τη δική της κατάθεση μετά το πέρας των εξετάσεων και πριν την υποβολή του φακέλου. Η ίδια, διευκρίνισε, έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη όμως εντός του φακέλου υπάρχουν καταθέσεις και άλλων ατόμων που φαίνεται να έχουν εμπλοκή με την υπόθεση ή να γνωρίζουν κάτι σχετικό. Όταν τέθηκε στη μάρτυρα ότι οι καταθέσεις κάποιων εκ των προσώπων αυτών είναι προγενέστερες της ημερομηνίας που ανέλαβε ως εξεταστής της υπόθεσης, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί και θα πρέπει να ερωτηθούν οι ίδιοι. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας με κροτίδες. Τρίτος μάρτυρας ήταν ο Αστ. XXXXX XXXXX Κολά (ΜΚ3) που κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας. Στην κατάθεση του ημερομηνίας 28.4.2016 (Τεκμήριο 6) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την επίδικη ημέρα περί ώρα 07:30 «ενώ βρισκόμουν στο γραφείο παραπόνων του Σταθμού άκουσα την Αρχιαστυφύλακα XXXXX XXXXX Λαπηθίου να μιλά με έντονο ύφος στον Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή και να του λέει «αυτή η Ειρήνη είναι πολύ μαλακισμένη, έκανα παράπονο στον Σταθμάρχη ότι δεν πήγα εγώ φρούρηση στο διαμέρισμα αλλά δεν είχε τα αρχίδια να μου το πει κατάμουτρα και πες της το». Από ότι κατάλαβα η Αρχιαστυφύλακας XXXXX αναφερόταν στην συνάδελφο μου την Αστ. XXXXX XXXXX Αδρέου. Εγώ την ίδια μέρα ενημέρωσα τηλεφωνικώς την XXXXX Ανδρέου για όσα ανάφερε η Α/Αστ. XXXXX εναντίον της.» Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς ποιος του είχε ζητήσει να δώσει κατάθεση όμως του ζητήθηκε να το πράξει όπως και έκανε. Τέθηκε στον μάρτυρα ότι η ποινική έρευνα είχε ξεκινήσει 4.5.2016 ενώ η κατάθεση του έχει ημερομηνία 28.4.2016 και ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ημερομηνία που αναγράφεται στην κατάθεση είναι πράγματι η ημερομηνία που την είχε συντάξει. Τέθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι δεν είναι λογικό να θυμάται ακριβώς τη φράση που αποδίδει στην κατηγορούμενη ενόψει του ότι η ισχυριζόμενη εξύβριση είχε γίνει προ 1½ μηνός περίπου από την κατάθεση του και ότι είναι περίεργο πως καταγράφει ακριβώς τα ίδια λόγια όπως και ο άλλος συνάδελφος του στην δική του κατάθεση. Ο ΜΚ3 απάντησε ότι θυμόταν ακριβώς τι είχε ακούσει και επειδή κατέγραψε αυτό που είχε λεχθεί είναι λογικό και ο συνάδελφος του που είχε επίσης ακούσει να καταγράφει τα ίδια. Ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο γνωρίζει για περιστατικό με κροτίδες που είχε μεσολαβήσει μετά τις 7.3.
- Απάντησε ότι το γνωρίζει όμως δεν ήταν παρών όταν συνέβη. Δεν γνωρίζει εάν είχε τραυματιστεί κάποιος. Θυμόταν ότι είχε κληθεί από το ΤΑΕ Αρχηγείου και έγινε έρευνα όμως ο ίδιος δεν ήταν εμπλεκόμενος. Στα πλαίσια της κατάθεσης του, σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι όταν συνέβη εκείνος, η κατηγορούμενη και ο Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγη βρίσκονταν στο γραφείο παραπόνων του Σταθμού. Ανέφερε επίσης ότι το περιστατικό δεν είχε καταγραφεί στο ημερολόγιο παραπόνων του σταθμού ή στο ημερολόγιο ενεργείας. Ερωτήθηκε κατά πόσο όταν άκουσε την φράση που ισχυρίζεται ότι είπε η κατηγορούμενη «προκληθήκατε με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να προβείτε σε οποιανδήποτε ενέργεια επιθετική ή άλλη;» Ο ΜΚ3 απάντησε «Λέτε μου τον ορισμό της δημόσιας εξύβρισης τωρα;. Δεν μου άρεσε. Για να ενημερώσω τη συνάδερφο την ίδια μέρα προσωπικά, δεν μου άρεσε». Επόμενη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη Αστ. XXXXX XXXXX Ανδρέου (ΜΚ4) η οποία υπηρετούσε στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας κατά τον επίδικο χρόνο. Η ΜΚ4 έδωσε δύο καταθέσεις για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήρια 7 και 8). Η πρώτη κατάθεση έχει ημερομηνία 27.4.2016 και η δεύτερη 29.5.
- Στην πρώτη κατάθεση της αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα πληροφορήθηκε από τους Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή και τον Αστ. XXXXX XXXXX Κολά ότι η κατηγορούμενη, που εργαζόταν με την πρωινή αλλαγή, ενώ βρισκόταν εντός του γραφείου παραπόνων του σταθμού την εξύβρισε με τη φράση «αυτή η XXXXX είναι πολύ μαλακισμένη» απαιτώντας από τους συναδέλφους να την πληροφορήσουν για τα όσα είπε. Στις 9.3.2016 συνάντησε την κατηγορούμενη στην αυλή του σταθμού και της ζήτησε εξηγήσεις «μιλώντας σε χαμηλούς τόνους για να μην προκαλέσω επεισόδιο και η εν λόγω συνάδελφος άρχισε να φωνάζει και να ρίχνει ευθύνες σε αυτούς που μου το είπαν και συγκεκριμένα στον Αστ. XXXXX ο οποίος βρισκόταν εντός του σταθμού καθήκον λέγοντας του ότι είναι σιδεροκουτάλα και τον καλούσε να βγει και αυτός στην αυλή του σταθμού αν είχε τα αρχίδια. Όταν ο Αστ. XXXXX άκουσε τις φωνές ήρθε και αυτός έξω και άρχισε μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους, γεγονός που έληξε με τον ερχομό του Υπεύθυνου του Σταθμού κύριου Μ. Γρηγοριάδη». Στη δεύτερη της κατάθεση αναφέρει ότι όταν πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς για την ισχυριζόμενη εξύβριση είχε τηλεφωνήσει στον Λοχ. XXXXX XXXXX Παύλου και του ανέφερε το συμβάν. Ακολούθως τηλεφώνησε στο Υπαστυνόμο XXXXX Γρηγοριάδη τον οποίο ενημέρωσε επίσης. Εκείνος της ζήτησε να σκεφτεί εάν θα προχωρήσει την υπόθεση ποινικά. Συνεχίζει αναφέροντας ότι «επιθυμία μου ήταν όπως η συγκεκριμένη αστυνομικός μου απολογείτο για την εξύβριση, πράγμα το οποίο ποτέ της δεν έκανε και έτσι αποφάσισα να προχωρήσω την υπόθεση γιατί δεν έδειξε καμία μεταμέλεια, αφού εγώ θεωρώ ότι της έδωσα αρκετό χρονικό περιθώριο να το πράξει». Προσθέτει ότι στις 9.3.2016 όταν είχε συναντηθεί με την κατηγορούμενη στην αυλή του σταθμού και της ζήτησε εξηγήσεις, η κατηγορούμενη παραδέχτηκε την εξύβριση και έριξε τις ευθύνες στον Αστ. XXXXX για το ότι την ενημέρωσε. Στην κυρίως εξέταση της πρόσθεσε ότι όταν ενημερώθηκε από τους συναδέλφους της για τα όσα κατ' ισχυρισμό είπε η κατηγορούμενη, η ίδια στεναχωρήθηκε γιατί είχε καλή επαγγελματική συνεργασία με την κατηγορούμενη και δεν είχαν προηγούμενα. Παράλληλα, θύμωσε και ήθελε να συζητήσει το θέμα απευθείας μαζί της. Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ4 ανέφερε ότι την ημέρα που έγινε το επίδικο περιστατικό η ίδια δεν ήταν στον σταθμό και είχε πληροφορηθεί τα γεγονότα από τους άλλους δύο συναδέλφους της. Εξηγώντας γιατί έδωσε τη δεύτερη κατάθεση της, ανέφερε ότι ανέμενε μια απολογία από την κατηγορούμενη και όταν αντιλήφθηκε ότι δεν πρόκειτο να της απολογηθεί, αποφάσισε να προχωρήσει το παράπονο εναντίον της. Ερωτήθηκε σε σχέση με περιστατικό που είχε συμβεί τον Απρίλιο 2016 στον Σταθμό Ομορφίτας, με κροτίδες. Ανέφερε ότι ήταν παρούσα όπως και ο Λοχ. XXXXX XXXXX Παύλου και ο Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή. Την ώρα που συνέβη το περιστατικό εκείνο η ίδια εργαζόταν στα καθήκοντα της και δεν είχε αντιληφθεί να τραυματίστηκε η κατηγορούμενη. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει ότι έγινε πειθαρχική έρευνα αλλά η ίδια δεν ήταν εμπλεκόμενη. Είχε κληθεί και έδωσε κατάθεση όπως και άλλοι συνάδελφοι της όμως δεν γνωρίζει κάτι παραπάνω. Για την σχέση της με την κατηγορούμενη πριν την ισχυριζόμενη εξύβριση, την περιέγραψε ως πολύ καλή. Πέμπτος μάρτυρας ήταν ο Λοχ. XXXXX XXXXX Παύλου (ΜΚ5) που ήταν υπεύθυνος αλλαγής στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας όταν έγινε το επίδικο περιστατικό. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10) ανέφερε ότι στις 7.3.2016 είχε λάβει κλήση στο κινητό του από την παραπονούμενη ΜΚ4 η οποία του παραπονέθηκε ότι μετά που είχε σχολάσει ενημερώθηκε από τον Αστ. XXXXX ότι η κατηγορούμενη την είχε εξυβρίσει στην παρουσία του ιδίου και άλλων συναδέλφων με τη φράση «Αυτή η XXXXX είναι πολύ μαλακισμένη». Η ΜΚ4 του ανέφερε ότι σκεφτόταν να προβεί σε καταγγελία. Συνέχισε λέγοντας ότι στις 9.3.2016 ανέλαβε καθήκον και όταν προσήλθε μετά από λίγα λεπτά η παραπονούμενη συναντήθηκε στο προαύλιο του σταθμού με την κατηγορούμενη η οποία εκείνη την ώρα είχε τελειώσει το καθήκον της. Οι δύο τους άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους και ο ίδιος μαζί με τον Αστ. XXXXX βγήκαν έξω με σκοπό να κατευνάσουν τα πνεύματα. Όταν τις προσέγγισε τους ζήτησε να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους. Κάποια στιγμή η κατηγορούμενη απευθύνθηκε προς εκείνον και του είπε «Εσύ βγήκες έξω γιατί έχεις αρχίδια, που είναι ο άλλος, η σιδεροκουτάλα; Αυτός δεν έχει τα αρχίδια να βγει έξω», υπονοώντας τον Αστ. XXXXX ο οποίος πλησίασε επίσης και της ζήτησε να σταματήσει να μιλά με τον συγκεκριμένο τρόπο. Την ίδια ώρα τους πλησίασε και ο Υπαστυνόμος XXXXX Γρηγοριάδης (ΜΚ1) που βρισκόταν εντός του σταθμού και ζήτησε να σταματήσουν. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΚ5 ανέφερε ότι το περιστατικό της ισχυριζόμενης εξύβρισης δεν είχε καταγραφεί στο ημερολόγιο συμβάντων του Σταθμού και θεωρεί ότι ορθά αυτό δεν έγινε γιατί αφορούσε εσωτερικό θέμα των μελών του σταθμού και όχι παράπονο κάποιου πολίτη. Σε σχέση με περιστατικό που έλαβε χώρα στον σταθμό με κροτίδες τον Απρίλιο 2016, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι το θυμάται και ότι ήταν παρών τη συγκεκριμένη μέρα στο σταθμό με άλλους συναδέλφους. Πρόσθεσε ότι η κατηγορούμενη ήταν παραπονούμενη σε εκείνη την περίπτωση γιατί «είχε ριχθεί μια κροτίδα στον σταθμό και η κατηγορούμενη είχε ισχυριστεί ότι είχε επηρεαστεί η ίδια από τη ρίψη της κροτίδας». Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή που υπηρετεί στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 11) ανέφερε ότι στις 6.3.2016 ανέλαβε υπηρεσία στις
- Την επομένη το πρωί περί ώρα 0730, «ενώ βρισκόμουν στην εξωτερική πλευρά του πάγκου του γραφείου μικροπαραβάσεων του Σταθμού Ομορφίτας και ετοιμαζόμουν να σχολάσω από το καθήκον μου, εξήλθε από το γραφείο του σταθμάρχη (Υπ/μου Μ. Γρηγοριάδη) η Γ/Α/Αστ. XXXXX XXXXX Λαπηθίου εμφανώς εκνευρισμένη. Στη συνέχεια η τελευταία αφού πλησίασε στον πάγκο του γραφείου παραπόνων από την εσωτερική πλευρά (βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την θέση που στεκόμουν) άρχισε να ψάχνει στην προσωπική της τσάντα αμήχανα και ταυτόχρονα απευθυνόμενη προς εμένα μου είπε αυτολεξεί 'αυτή η XXXXX είναι πολύ μαλακισμένη, έκανε παράπονο στο Σταθμάρχη ότι δεν πήγα εγώ τότε στην φρούρηση στο διαμέρισμα, αλλά δεν είχε τα αρχίδια να μου το πει κατάμουτρα και αν θες πες της το'». Σύμφωνα με τον ΜΚ6 η αναφορά αυτή ήταν σε περιστατικό που αφορούσε φρούρηση σκηνής σε διαμέρισμα στο Καϊμακλί που προηγήθηκε τον Φεβρουάριο 2016 σχετικά με υπόθεση εμπορίας προσώπων. Συνέχισε λέγοντας ότι αργότερα την ίδια μέρα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την Αστ. XXXXX XXXXX Ανδρέου την οποία ενημέρωσε για τα όσα είχε πει η κατηγορούμενη. Στις 9.3.2016 περί ώρα 0700 ανέλαβε καθήκον και καθόταν εντός του γραφείου παραπόνων μαζί με τον Λοχ. XXXXX. Από το παράθυρο πρόσεξε την κατηγορούμενη και την παραπονούμενη να συζητούν έντονα στην αυλή του σταθμού. Ο Λοχ. XXXXX βγήκε έξω και τότε ο ΜΚ6 άκουσε την κατηγορούμενη να του λέει «εσύ βγήκες γιατί έχεις αρχίδια. Ο άλλος η σιδεροκουτάλα που στα είπε δεν έχει τα αρχίδια να βγει έξω». Ο ΜΚ6 βγήκε έξω, τους προσέγγισε και είπε στην κατηγορούμενη ότι είχε ενημερώσει την παραπονούμενη για την ισχυριζόμενη εξύβριση. Στο σημείο προσήλθε ο Σταθμάρχης και η συζήτηση τελείωσε. Σύμφωνα όμως με τον ΜΚ6, πριν αποχωρήσει από τη σκηνή η κατηγορούμενη απευθύνθηκε προς εκείνον «με απειλητικό ύφος και μου είπε 'εσύ σύντομα θα την φας άσχημα'». Κατά την αντεξέταση επισημάνθηκε στον ΜΚ6 ότι η κατάθεση του φέρει ημερομηνία 26.4.2016 και αυτός συμφώνησε. Ερωτήθηκε τότε γιατί η κατάθεση προηγείται της έναρξης της ποινικής έρευνας στις 4.5.2016 και απάντησε ότι επειδή είχαν μεσολαβήσει 4 περίπου χρόνια από το περιστατικό «δεν θυμάμαι να σας πω εάν η ίδια [η εξεταστής] μου ζήτησε ή έαν προέβηκα εγώ σε κατάθεση πιο γρήγορα ή εάν το ζήτησε η παραπονούμενη. Η ημερομηνία που την έγραψα ήταν 26.4 αλλά λεπτομέρειες δεν θυμάμαι να σας πω». Ερωτώμενος για το περιστατικό με τη φρούρηση που είχε γίνει τον Φεβρουάριο 2016, ο ΜΚ6 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι πέραν αυτών που έχω ήδη σημειώσει. Επέμενε ότι θυμόταν ακριβώς όταν έδινε κατάθεση τη φράση που είχε χρησιμοποιήσει η κατηγορούμενη γιατί την είχε αναφέρει και στην παραπονούμενη. Για το περιστατικό του Απριλίου 2016 με τις κροτίδες, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι ήταν ένας από τους εμπλεκόμενους και ότι στην υπόθεση εκείνη η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση ήταν παραπονούμενη. Τέθηκε στον ΜΚ6 ότι το περιστατικό με την ισχυριζόμενη εξύβριση ήταν «ανύπαρκτο περιστατικό το οποίο επινοήσατε εσύ και άλλοι συνάδελφοι σου». Ο ΜΚ6 απάντησε ότι «το περιστατικό συνέβηκε όπως το καταγράφω στην κατάθεση μου και δεν είχα κανένα λόγο να πω κάτι διαφορετικό». Του τέθηκε ακολούθως ότι ο λόγος ήταν το περιστατικό της κροτίδας στο οποίο ο ΜΚ6 και άλλοι συνάδελφοι του ήταν διωκόμενοι πειθαρχικώς. Ο ΜΚ6 αρνήθηκε αναφέροντας ότι «απεναντίας το εν λόγω περιστατικό έγινε πριν την υπόθεση με τις κροτίδες που μου αναφέρετε και μάλιστα, εάν δείτε την τελευταία γραμμή της κατάθεσης μου, η κατηγορούμενη με είχε απειλήσει με τις λέξεις «εσύ σύντομα θα τη φας άσχημα» και το περιστατικό αυτό έγινε έναν μήνα και κάτι μετά, άρα το εκδικητικά θα ήταν πολύ περισσότερο αρμόζον στην περίπτωση της κατηγορούμενης εναντίον μου εμένα. Εγώ δεν έχω υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της, ακόμα και για τις φράσεις που αναφέρω μέσα.» Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή η κατηγορούμενη κλήθηκε να προβάλει υπεράσπιση και κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε την κατάθεση που είχε δώσει για την παρούσα υπόθεση στην οποία όμως δεν είχε απαντήσει στις ερωτήσεις που είχαν τεθεί δηλώνοντας πως δεν γνωρίζει κάτι σχετικό και ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι εργάζεται στο αστυνομικό σώμα εδώ και 25 χρόνια χωρίς πρόβλημα με τους συναδέλφους της. Υποστήριξε ότι η παρούσα υπόθεση «αδιαμφισβήτητα αποτελεί προϊόν συνωμοσίας η οποία και έλαβε χώρα κατόπιν συνεννόησης κυρίως μεταξύ των μαρτύρων XXXXX Χατζηπαναγή και XXXXX Κολά και ενδεχομένως έτυχε της στήριξης άλλων συναδέλφων μου, του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας για ευνόητους λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια. Αιτία και αφορμή της προαναφερόμενης συνωμοσίας, δηλαδή να προβούν σε αναληθείς καταθέσεις σε βάρος μου εν σχέση με το επίδικο θέμα, αποτέλεσε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα λίγες μέρες πριν την υποβολή της ετεροχρονισμένης καταγγελίας της παραπονούμενης XXXXX Ανδρέου σε βάρος μου, δηλαδή το περιστατικό με τις κροτίδες στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας.» Ανέφερε συγκεκριμένα ότι στις 14.4.2016 ενώ εργαζόταν στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας και ενώ ήταν και ο ανήλικος υιός της στον Σταθμό μαζί της, κάποιος αστυνομικός έριξε στα πόδια της κροτίδα μεγάλης ισχύος. Στον χώρο βρίσκονταν όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας της παρούσας υπόθεσης με εξαίρεση τον κ. Κόλα. Από το θόρυβο η κατηγορούμενη και ο υιός της έπαθαν σοκ και είχαν έντονο πόνο στα αυτιά συνοδευόμενο από εμβοές. Η κατηγορούμενη εξετάστηκε από ιατρό των Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και της χορηγήθηκε άδεια ασθενείας. Συνέχισε ότι μετά το περιστατικό της ζητήθηκε από το ΤΑΕ Αρχηγείου να μεταβεί εκεί για κατάθεση καθώς είχε ξεκινήσει διαδικασία διερεύνησης υπόθεσης εναντίον μελών του Σταθμού Ομορφίτας για κατοχή εκρηκτικών υλών. Προσθέτει ότι «κύριοι εμπλεκόμενοι ήταν ο XXXXX Παύλου, ο XXXXX Χατζηπαναγή, η XXXXX Ανδρέου και ο Σταθμάρχης κύριος Γρηγοριάδης». Στα πλαίσια της διερεύνησης ξεκίνησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή και του Υπαστυνόμου Γρηγοριάδη, ως υπεύθυνου. Ανέφερε στη συνέχεια ότι εξαιτίας της κατάθεσης που έδωσε, «δεχόμουν επανειλημμένα bullying, ήτοι ψυχολογική βία από τα προαναφερόμενα πρόσωπα και ειδικά από τον Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηπαναγή και την Αστ XXXXX XXXXX Ανδρέου οι οποίο είχαν γίνει αγνώριστοι προς εμένα από θέμα συμπεριφοράς απέναντι μου.» Στις 27.4.2016 κλήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας σε σύσκεψη στην οποία παρευρέθηκαν και οι συναδέλφοι της με σκοπό τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ τους. Περιέγραψε το κλίμα στη σύσκεψη ως αρνητικό. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο Υπεύθυνος και ο Βοηθός Υπεύθυνος τους Αστ. Σταθμού Ομορφίτας «οι οποίοι μου ανέφεραν ότι δεν έπρεπε να αναφερθεί τίποτε στο ΤΑΕ Αρχηγείου από όλα όσα συνέβηκαν, εν σχέσει με το περιστατικό ρήξης κροτίδων στις 14.4.2016». Η κατηγορούμενη παρέπεμψε στο γεγονός ότι κάποιες εκ των καταθέσεων των μαρτύρων προηγούνται του διορισμού εξεταστή της υπόθεσης ενώ άλλες προηγούνται και της κατάθεσης της παραπονούμενης με την οποία δηλώνει το παράπονό της. Χαρακτηρίζει το γεγονός αυτό παράδοξο. Υποστήριξε ότι αυτό δεικνύει ότι η καταγγελία που οδήγησε στην παρούσα υπόθεση είναι κατασκευασμένη. Εξαιτίας της «ψυχολογικής αναστάτωσης που μου προκάλεσε όλη αυτή η υποχθόνια σκευωρία που κλήθηκα να αντιμετωπίσω, δεν επιθυμούσα να απαντήσω οτιδήποτε σχετικό με μια καταγγελία, την οποία όλοι, εμμέσως πλην σαφώς, γνώριζαν ότι ήταν κατασκευασμένη και πως οι πραγματικοί λόγοι που την προκάλεσαν ήταν άσχετοι και δεν θα μπορούσαν να αναδειχθούν μέσω των ερωτήσεων που απευθύνονταν προς την περίπτωση της φερόμενης εξύβρισης.» Το κατασκευασμένο της καταγγελίας αποδεικνύεται, σύμφωνα με την κατηγορούμενη, και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει καταγραφή του επίδικου περιστατικού στο ημερολόγιο συμβάντων του Σταθμού. Παραπέμπει επίσης στη μαρτυρία της παραπονούμενης για να υποστηρίξει ότι δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις όταν ερωτήθηκε γιατί αποφάσισε τελικά να ζητήσει την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης. Καταλήγει ότι « επειδή εγώ ήμουν παραπονούμενη στο περιστατικό με τις κροτίδες και ενώ οι παραπονούμενοι αλλά και οι μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση, ήταν ύποπτου στην υπόθεση με τις κροτίδες, υπό τον φόβο ότι εγώ θα έδινα μαρτυρία εναντίον τους, προχώρησαν και κατασκεύασαν την υπόθεση αυτήν.» Υποστήριξε επίσης ότι ουδέποτε έγινε κάποιο περιστατικό φρούρησης ώστε να είχε προκληθεί διαμάχη ή ένταση μεταξύ της ίδιας και της παραπονούμενης. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στην κατηγορούμενη ότι αυτά που ανέφερε στη δια ζώσης μαρτυρία της θα μπορούσε να τα είχε αναφέρει και στην κατάθεση της. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε και ανέφερε ότι «μέχρι εκείνην την ημερομηνία 18.5.2016 δεν γνώριζα οτιδήποτε, δεν είχα στα χέρια μου οτιδήποτε σχετικό με καταθέσεις ή να έχω ενημερωθεί. Δεν είχα καμία μαρτυρία, [.], πίστευα ότι από τη στιγμή που θα απαντούσα σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις συνωμοσίας, αυτό θα μπορούσε να αποβεί ακόμα πιο άσχημο για εμένα.» Τέθηκε στην κατηγορούμενη ότι από τη διερεύνηση της υπόθεσης των κροτίδων και την πειθαρχική έρευνα που ακολούθησε δεν προέκυψε ευθύνη ή ενοχή για κανένα από τα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε. Η κατηγορούμενη απάντησε ότι «ναι, είναι γνωστό και παραδεχτό και υπάρχει και δήλωση του πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης, κυρίου XXXXX Νικολάου, ότι μέσα στην Αστυνομία υπάρχει διαφθορά. Αυτή είναι η απάντηση μου και δεν θα ήθελα να σχολιάσω οτιδήποτε περισσότερο.» Τέλος, η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι στις 7.3.2016 εξύβρισε την κατηγορούμενη. Αντίθετα, υποστήριξε ότι εκείνη την ημέρα είχε κεράσει τους συναδέλφους της στον σταθμό γιατί την προηγούμενη ήταν τα γενέθλια του γιού της. Αυτά είναι συνοπτικά τα όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ακρόασης. Να προσθέσω ότι στο τέλος της διαδικασίας οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω ακούσει και μελετήσει τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα τους μάρτυρες και έχω μελετήσει όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο των απαντήσεων των μαρτύρων, την αμεσότητα, ευθύτητα και αυθορμητισμό των όσων κατέθεσαν, την εσωτερική συνοχή και λογική των θέσεων τους. Αξιολογώντας τους μάρτυρες, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογική και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Από την παράθεση της μαρτυρίας, όπως επισήμανα στην αρχή της απόφασης μου, προκύπτει κοινό έδαφος αναφορικά με κάποια γεγονότα. Ειδικότερα, συνιστά κοινό τόπο ότι η κατηγορούμενη και οι ΜΚ1, ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6 ήταν αστυνομικοί και όλοι τοποθετημένοι κατά τον επίδικο χρόνο στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Συνιστά επίσης κοινό τόπο ότι τον Απρίλιο 2016 είχε συμβεί περιστατικό με ρίψη κροτίδας στον Σταθμό. Σε συνέχεια αυτού του περιστατικού διενεργήθηκε πειθαρχική έρευνα εναντίον μελών του Σταθμού, περιλαμβανομένων των ΜΚ1 και ΜΚ
- Με δεδομένο αυτό το κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο, προχωρώ στη αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας. Παρά το ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα γίνεται ατομικά και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των υπόλοιπων, η μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6 έχει κοινά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μαρτυρία που είχε συνοχή, ήταν λογική και πειστική. Εξετάζοντας τον τρόπο που κατέθεταν τα πρόσωπα αυτά, θεωρώ ότι απαντούσαν αυθόρμητα τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, δεν διάκρινα αντιφάσεις στη μαρτυρία εκάστου, δεν δίσταζαν στις απαντήσεις τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά της μαρτυρίας τους είναι ισχυρές ενδείξεις ότι πρόκειται για μαρτυρία γνήσια και αληθινή. Η θετική εικόνα της μαρτυρίας τους δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση αλλά παρέμειναν σταθεροί. Η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες αυτοί είχαν αλλότρια κίνητρα και παρέπεμψε στο ότι οι καταθέσεις του ΜΚ3 και ΜΚ6 προηγούνται των καταθέσεων της παραπονούμενης ΜΚ4 και του διορισμού της εξεταστού ΜΚ
- Αυτό όμως το επιχείρημα παραβλέπει ότι το επίδικο περιστατικό είχε συζητηθεί στον Σταθμό μεταξύ των εμπλεκομένων, ότι η παραπονούμενη ΜΚ3 είχε ενημερώσει και συζήτησε με τον σταθμάρχη ΜΚ1 ότι σκεφτόταν κατά πόσο θα προβεί σε καταγγελία και ότι είχε αποστείλει την επιτολή Τεκμήριο 5 η οποία είναι προγενέστερη των εν λόγω καταθέσεων στην οποία δηλώνει την πρόθεση και επιθυμία της για ποινική δίωξη της κατηγορούμενης. Συνεπώς, οι διάφοροι εμπλεκόμενοι συνέταξαν τις καταθέσεις τους μέσα στα πλαίσια των γεγονότων όπως εξελίσσονταν. Αυτό καθώς και κάποιες άλλες μικροδιαφορές σε επουσιώδη θέματα μεταξύ της μαρτυρίας του καθενός τους, δεν έπληξε αλλά ενισχύει την αξιοπιστία τους αφού εισηγείται ότι δεν υπήρξε προ-συνεννόηση μεταξύ τους. Το γεγονός ότι το επίδικο περιστατικό δεν είχε καταγραφεί στον ημερολόγιο συμβάντων και παραπόνων του Σταθμού δεν ξενίζει ούτε και συνιστά ένδειξη ανεντιμότητας από πλευράς των μαρτύρων κατηγορίας. Δεν πρόκειται για γεγονός που θα αναμένετο λογικά να καταγραφεί στο ημερολόγιο του σταθμού αφού δεν αφορούσε παράπονο ή καταγγελία που υποβλήθηκε από πολίτη στην αστυνομία. Πρόκειται για εσωτερικό ζήτημα των μελών του προσωπικού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας αναφορικά με το επίδικο περιστατικό και τα άλλα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι η πραγματικότητα. Στέκουν στη βάσανο της λογικής και συνάδουν με το πλαίσιο των γεγονότων επί του οποίου υπάρχει συμφωνία. Ακολουθεί ότι τους θεωρώ μάρτυρες αξιόπιστους και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους ως αληθινή. Το ίδιο ισχύει και για την εξεταστή της υπόθεσης ΜΚ2 η οποία ήταν αποστασιοποιημένη από τα γεγονότα. Ήταν τοποθετημένη σε άλλο Αστυνομικό Σταθμό κατά τον χρόνο εκείνο και η έρευνα της περιορίστηκε στην λήψη της κατάθεσης και γραπτή κατηγορία της κατηγορούμενης. Η εμπλοκή της επομένως ήταν περιορισμένη. Πέραν αυτού, στοιχεία που να θέτουν σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία της δεν έχω εντοπίσει. Δεν φαίνεται να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή ή γνώση για το περιστατικό με την κροτίδα. Ενόψει αυτών των δεδομένων, κρίνω ότι πρόκειται επίσης για μάρτυρα αξιόπιστο και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης. Έχω παραθέσει πιο πάνω τη θέση της, όπως την έκφρασε η ίδια στα πλαίσια της κατάθεσης της. Υποστήριξε ότι η παρούσα είναι μια κατασκευασμένη υπόθεση εναντίον της, υποκινούμενης κατά κύριο λόγο από τους συναδέλφους της εναντίον των οποίων είχε διεξαχθεί πειθαρχική έρευνα για το περιστατικό με την κροτίδα. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί, καταλήγω ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα στερείται πειστικότητας. Η θέση αυτή που έχει προβάλει η κατηγορούμενη, δεν εξηγεί γιατί η Αστ. XXXXX XXXXX Ανδρέου ήταν αυτή που τελικά επέλεξε να καταγγείλει την κατηγορούμενη. Εάν τα κίνητρα των ΜΚ1, και ΜΚ6 ήταν αλλότρια κατά τον τρόπο που εισηγείται η κατηγορούμενη, το λογικό θα ήταν η «κατασκευασμένη» καταγγελία να προέλθει από ένα εξ αυτών εναντίον των οποίων είχε διεξαχθεί η πειθαρχική έρευνα. Σημειώνω ότι ο ΜΚ6 στην κατάθεση του αναφέρθηκε σε απειλή που ξεστόμισε προς το πρόσωπο του η κατηγορούμενη. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο παραπόνου από μέρους του εάν είχε πρόθεση την πάση θυσία ποινική δίωξη της κατηγορούμενης. Το συγκεκριμένο επιχείρημα επίσης δεν στέκει στη βάσανο της λογικής γιατί δεν εξηγά και δεν δικαιολογεί τη μαρτυρία του ΜΚ3 XXXXX Κολά, ο οποίος κατέθεσε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας της εξύβρισης. Δεν του αποδίδει κάποιο κίνητρο ή όφελος η κατηγορούμενη που θα δικαιολογούσε ψευδής μαρτυρία από μέρους του. Πρέπει να σημειώσω επίσης ότι στην μαρτυρία της η κατηγορούμενη αναφέρθηκε σε συνάντηση που έγινε στις 27.4.2016 στην οποία κλήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας. Περιέγραψε πως η συνάντηση εκείνη έγινε σε αρνητικό κλίμα και ότι παρών ήταν και ΜΚ1 και ο Βοηθός Υπεύθυνος του Σταθμού Ομορφίτας και στα πλαίσια της εν λόγω συνάντησης αυτοί της «ανέφεραν ότι δεν έπρεπε να αναφερθεί τίποτα στο ΤΑΕ Αρχηγείου από όλα όσα συνέβηκαν εν σχέσει με το περιστατικό ρήξης κροτίδων στις 14.4.2016». Ουσιαστικά, η κατηγορούμενη εισηγείται ότι η αρνητική έκβαση εκείνης της συνάντησης ήταν και ο λόγος για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι η διενέργεια εκείνης της συνάντησης, το αντικείμενο συζήτησης και ότι αποτέλεσε τον λόγο κατασκευής μιας φανταστικής ποινικής υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης, δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Πιο σημαντικό ότι δεν τέθηκε στον ΜΚ1 που, σύμφωνα με την κατηγορούμενη, ήταν παρών. Αυτό το δεδομένο ασφαλώς πλήττει την βαρύτητα που μπορώ να αποδώσω στις συγκεκριμένες αναφορές της κατηγορούμενης αφού πρόκειται για θέσεις που προέβαλε για πρώτη φορά στη μαρτυρίας της. Ενώ αφορούν άμεσα εμπλεκόμενους στην υπόθεση, στερήθηκε η δυνατότητα σε αυτά τα πρόσωπα να τοποθετηθούν και αν απαντήσουν. Οι αναφορές της κατηγορούμενης περί διαφθοράς στο αστυνομικό σώμα που ήταν και ο λόγος που κατά την ίδια εξηγεί γιατί η πειθαρχική έρευνα δεν κατέληξε σε κυρώσεις εναντίον οποιουδήποτε από τους μάρτυρες της παρούσας υπόθεσης, είναι ατεκμηρίωτες και δεν θα μπορούσα να τους αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Αυτές οι διαπιστώσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ακροασφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία της κατηγορούμενης. Στερείται το εχέγγυο της λογικής και στερείται πειστικότητας. Θεωρώ αυτά τα χαρακτηριστικά απαραίτητα ώστε μαρτυρία να δύναται να κριθεί αξιόπιστη και να γίνει αποδεκτή. Η συνολική εικόνα της μαρτυρίας της κατηγορούμενης είναι ότι δεν ήταν ειλικρινής. Θεωρώ ότι με τη μαρτυρία της προσπάθησε να αποποιηθεί ευθύνες για τις πράξεις της, αποπροσανατολίζοντας και προβάλλονταν διάφορους ισχυρισμούς που δεν έχουν έρεισμα στην πραγματικότητα ή την αλήθεια. Ακολουθεί ότι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω ότι τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση εξελίχθηκαν όπως τα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Προς αποφυγή αχρείαστης επανάληψης, τα όσα αναφέρω πιο πάνω στη συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία τους, συνιστά και δικά μου ευρήματα. Με δεδομένα τα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία που αποδίδεται στην κατηγορούμενη. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κατηγορείται για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει η μαρτυρία να δεικνύει ότι: (α) κατηγορούμενος που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο όπου μπορεί αν ακουστεί από άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (β) βρίζει άλλο πρόσωπο, (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει επίθεση σε παρευρισκόμενο πρόσωπο. Ξεκινώντας από το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σύμφωνα με τα ευρήματα, κατά την εξύβριση η κατηγορούμενη βρισκόταν στο γραφείο παραπόνων του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας. Οι ΜΚ3 και ΜΚ6 βρίσκονταν επίσης στο Σταθμό. Η έννοια του «δημόσιου χώρου» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα και περιλαμβάνει «δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Θεωρώ ότι το γραφείο παραπόνων ενός Αστυνομικού Σταθμού εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου χώρου του άρθρου 99 του Κεφ.
- Πρόκειται για κτίριο στο οποίο έχει δυνητικά πρόσβαση το κοινό[3]. Προχωρώ στο δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο δηλαδή οι λέξεις που αποδίδονται στην κατηγορούμενη συνιστούν εξύβριση. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη είχε αναφέρει «αυτή η Ειρήνη είναι πολύ μαλακισμένη, έκανε παράπονο στον σταθμάρχη ότι εγώ δεν πήγα τότε στην φρούρηση στο διαμέρισμα αλλά δεν είχε τα αρχίδια να μου το πει κατάμουτρα και πες της το». Σύμφωνα με τη νομολογία, το ερώτημα κατά πόσο οι λέξεις που έχει εκστομίσει ο κατηγορούμενος είναι υβριστικές είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την απόφαση του το Δικαστήριο πρέπει να αποδίδει στις λέξεις αυτές το συνηθισμένο τους νόημα[4]. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι χαρακτηρισμοί που η κατηγορούμενη εκστόμισε και η φρασεολογία της είναι υβριστικοί. Υπό τις περιστάσεις που εκστομίστηκε η επίδικη φράση, είναι φανερό ότι η κατηγορούμενη έκφραζε αγανάκτηση, θυμό και απαρέσκεια και είχε πρόθεση να προσβάλει και να μειώσει την παραπονούμενη[5]. Συνεπώς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται. Προχωρώ στο τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο η εξύβριση ενδέχεται να προκαλέσει επίθεση σε παρευρισκόμενο πρόσωπο. Ο συνήγορος υπεράσπιση στην τελική του αγόρευση υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο δεν στοιχειοθετείται γιατί δεν υπάρχει μαρτυρία από τους ΜΚ3 και ΜΚ6 που άκουσαν το υβριστικό σχόλιο ότι προκλήθηκαν σε επίθεση. Έχω εξετάσει την ουσία αυτού του επιχειρήματος. Διαφωνώ όμως με αυτό γιατί θεωρώ ότι πρόκειται για παρερμηνεία του άρθρου 99 του Κεφ. 154 και των προθέσεων του νομοθέτη. Το κριτήριο δεν είναι εάν ο ακροατής της εξύβρισης προκαλείται σε επίθεση. Το κριτήριο είναι εάν η εξύβριση ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση. Αυτό δηλαδή που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν, δυνητικά και σαν λογικό επακόλουθο, η εξύβριση μπορεί να προκαλέσει πρόσωπο που θα την ακούσει να αντιδράσει επιθετικά[6]. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι παριστάμενος που θα άκουγε τις ύβρεις μπορούσε να αντιδράσει επιθετικά. Ευτυχώς στην προκειμένη περίπτωση οι παριστάμενοι, που ήταν αστυνομικοί, ίσως εκ της ιδιότητας τους επέδειξαν, αυτοσυγκράτηση και σωφροσύνη και δεν αντέδρασαν επιθετικά[7]. Τέλος, να σημειώσω το εξής. Η πλευρά της υπεράσπισης είχε εισηγηθεί ότι το αδίκημα δεν στοιχειοθετείται γιατί η αποδέκτης της εξύβρισης, δηλαδή η παραπονούμενη, δεν ήταν παρούσα και δεν την είχε ακούσει. Το γεγονός αυτό είναι άσχετο με τη θεμελίωση ή όχι ποινικής ευθύνης για το αδίκημα. Δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία κατηγορίας αποδεικνύει περάν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη. Συνεπώς, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Σχετική και η Νεόφυτος Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 493 [4] Γιώργος Λουκαΐδης ν Αστυνομίας, ποινική Έφεση 36/2014, ημερομηνίας 9.12.2014, Brutus v Cozens
(1972)2 All ER 1297 [5] Bolster ν Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού
(1997)2 ΑΑΔ 89 [6] Brutus v Cozens (ανωτέρω) [7] Χαρούλα Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 98 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο