ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ, Αριθμός υπόθεσης: 14855/2016, 20/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 14855/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν XXXXX ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ Κατηγορούμενος 20 Ιουλίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενο: κ. Μαππουρίδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας μεταξύ δεκατριών και δεκαεπτά χρονών (άρθρο 154, Κεφ. 154) Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της διαφθοράς γυναίκας με μειωμένο νοητικό (άρθρο 155, Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Μάρτιο και Απρίλιο 2012 , παράνομα ήλθε σε συνουσία με νεαρή γυναίκα μειωμένου νοητικού επιπέδου η οποία ήταν τότε 15 7/12 ετών. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα, στις 8.5.2012 λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Λευκωσίας, υπεύθυνη για την παρακολούθηση των κοριτσιών που διέμεναν σε στέγη κορασίδων, κατήγγειλε ότι η ανήλικη (ημ. γέννησης 27.8.1996) η οποία διέμενε στη στέγη και ήταν άτομο με ελαφριά νοητική στέρηση, της ανέφερε ότι είχε έρθει σε συνουσία σε διαφορετικές περιστάσεις με τρία άτομα την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου
- Ένας εξ αυτών ήταν ο κατηγορούμενος. Από την ιατροδικαστική εξέταση που ακολούθησε διαπιστώθηκε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα ενώ δεν διαπιστώθηκαν οποιεσδήποτε κακώσεις στο αιδοίο, στον κόλπο ή στο υπόλοιπο σώμα. Στα πλαίσια οπτικογραφημένης κατάθεσης που λήφθηκε από την ανήλικη, αυτή ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το βράδυ της 18.3.2012 είχε φύγει από τη στέγη χωρίς άδεια, μετέβη στο Δημοτικό Σχολείο Μακεδονίτισσας και εκεί είχε σεξουαλική επαφή την επίδικη περίοδο με τον κατηγορούμενο. Σε άλλες διαφορετικές περιπτώσεις είχε σεξουαλική επαφή με ακόμα δύο πρόσωπα. Αυτά έγιναν με τη θέληση της. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος γνωρίζονταν από προηγουμένως αφού σύχναζαν στο Δημοτικό σχολείο. Αυτά είναι, συνοπτικά, τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Το λευκό του ποινικό μητρώο είναι ένα σημαντικό μετριαστικό στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αναμένει πιο επιεική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο[1]. Επιπρόσθετα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, κατά την επιλογή του είδους και επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του παραβάτη[2]. Μετά την παράθεση των γεγονότων, είχα την ευκαιρία να ακούσω τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης καθώς και τη νομολογία στην οποία έχει παραπέμψει. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 25 ετών. Αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή Α' ως μηχανικός αυτοκινήτων. Δεν ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που προκλήθηκαν όταν έχασε ξαφνικά τον πατέρα του από καρδιακή ανακοπή, όταν ο ίδιος ήταν 16 ετών. Σήμερα, διαμένει με τη μητέρα του η οποία είναι 47 ετών και με τη μικρότερη αδερφή του 18 ετών που είναι τελειόφοιτη Λυκείου. Έχει ακόμα ένα μεγαλύτερο αδερφό και μια μεγαλύτερη αδερφή, παντρεμένοι και οι δύο, που διαμένουν με τις οικογένειες τους. Ο κατηγορούμενος, από την αποφοίτηση του εργάζεται και συνεισφέρει οικονομικά στη διαβίωση της μητέρας και της μικρότερης αδερφής του. Δεν έχει όμως ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως οικονομικά. Μετά την αποφοίτηση του εργάστηκε ως συγκολλητής, ακολούθως σε περίπτερο και μετά ως μηχανικός αυτοκινήτων. Τον τελευταίο μήνα, μετά από περίοδο ανεργίας που προκλήθηκε από την πανδημία του Covid-19, ξεκίνησε να εργάζεται ως ηλεκτρολόγος με ημερήσιο εισόδημα €
- Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στάθηκε ιδιαίτερα στην ηλικία του. Όπως προανέφερα, είναι άτομο νεαρής ηλικίας, 25 ετών. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ανήλικος, 17 ετών και η ψυχολογική του κατάσταση ήταν επιβαρυμένη λόγω του πρόσφατου και απροσδόκητου θανάτου του πατέρα του. Δέχομαι ότι οι προσωπικές του περιστάσεις δείχνουν ότι πρόκειται για ένα άτομο που, ουσιαστικά, είναι ακόμα στην αρχή της ενήλικης ζωής του[3]. Δέχομαι επίσης, όπως αναγνωρίζει και η νομολογία, ότι άτομα πολύ νεαρής ηλικίας έχουν την τάση να ενεργούν επιπόλαια, ανώριμα και παρορμητικά. Ο συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε περαιτέρω ότι η συνουσία με την ανήλικη έγινε, όπως η ίδια δήλωσε, με τη θέληση της. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε υποψίες για χρήση βίας ή απειλών. Πρόκειται για στοιχεία που, αν διαπιστώνονταν, θα καθιστούσαν τα αδικήματα αυξημένης σοβαρότητας. Στάθηκε επίσης η πλευρά της υπεράσπισης στο ότι, σύμφωνα με την κατάθεση της παραπονούμενης, είχε συνευρεθεί σεξουαλικά και με άλλα άτομα τη συγκεκριμένη περίοδο. Είχε κατονόμασε τρία άτομα και όλα κατηγορήθηκαν γραπτώς για αντίστοιχα αδικήματα. Όμως, εκ των τριών μόνο εναντίον του κατηγορούμενου η αστυνομία προχώρησε με ποινική δίωξη, για άγνωστους λόγους. Αυτό, ασφαλώς, δεν μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, δέχομαι όμως ότι ο κατηγορούμενος αισθάνεται ότι έτυχε διαφορετικής ποινικής μεταχείρισης. Επιπρόσθετα, όπως εισηγήθηκε και ο συνήγορος υπεράσπισης, λαμβάνω υπόψη τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Μαρτίου-Απριλίου 2012, η καταγγελία έγινε στην αστυνομία τον Μάιο 2012 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε τον Ιούνιο 2016, δηλαδή μετά από πάροδο 4 ετών. Δεν έχω οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση αυτή στην καταχώρηση της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει αρχικά μη παραδοχή στις κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα προς ακρόαση και τελικά ακολούθησε τροποποίηση του κατηγορητηρίου στις 30.6.
- Μετά την τροποποίηση αυτή, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως ενοχή. Δέχομαι ότι αυτή ήταν η πρώτη ευκαιρία που είχε ο κατηγορούμενος να παραδεχθεί τις εναντίον του κατηγορίες όπως διαμορφώθηκε το κατηγορητήριο στην τελική του μορφή[4]. Η επιλογή του να παραδεχθεί τις εναντίον του κατηγορίες δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά έμπρακτη αναγνώριση των λαθών του. Εξαιτίας της παραδοχής του εξοικονομήθηκε σημαντικός δικαστικός χρόνος. Επιπρόσθετα, τα δεδομένα όπως έχουν διαμορφωθεί σημαίνουν ότι καλείται σήμερα το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή για γεγονότα που χρονολογούνται από το
- Αυτό ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή του είδους και την επιμέτρηση της ποινής[5]. Στην παρούσα περίπτωση, ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί καμία ένδειξη έχω ότι ο κατηγορούμενος, που είναι λευκού ποινικού μητρώου, έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο παράπτωμα από το 2012 μέχρι σήμερα. Αυτό ενισχύει την εικόνα ενός ατόμου που δεν συνηθίζει να επιδεικνύει παραβατική συμπεριφορά. Δεικνύει επίσης ότι η ανάγκη ειδικής αποτροπής κατά την επιβολή ποινής, δεν είναι τόσο επιτακτική στην περίπτωση του κατηγορούμενου. Λαμβάνω υπόψη όλα τα πιο πάνω. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά και ο νομοθέτης έχει προβλέψει αυστηρές ποινές[6]. Το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας μεταξύ δεκατριών και δεκαεπτά ετών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Εξαιρετικής σοβαρότητας είναι το αδίκημα της διαφθοράς γυναίκας με μειωμένο νοητικό επίπεδο για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Το καθήκον που έχει το Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει, δεν ατονεί στην περίπτωση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση δεν επιτρέπεται να επενεργεί με τρόπο που να ακυρώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος[7]. Η διαφθορά ενός ανήλικου παραβιάζει το δικαίωμα του στην ασφάλεια και φροντίδα. Σε περίπτωση που το αδίκημα στρέφεται εναντίον προσώπου με μειωμένο νοητικό επίπεδο, αποκτά ιδιαίτερη σοβαρότητα. Το θύμα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι άτομο ευάλωτο με μειωμένες δυνατότητες να διαμορφώσει ανεξάρτητη κρίση, να αξιολογήσει τις επιλογές του και να προστατεύσει τον εαυτό του. Τα Δικαστήρια οφείλουν να αντιμετωπίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα. Οφείλουν να συμβάλουν στην προσπάθεια προστασίας αυτών των ατόμων από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και να συμβάλλουν στην προσπάθεια για εξάλειψη και καταπολέμηση αδικημάτων αυτής της φύσης τους. Οι προσωπικές περιστάσεις του δράστη και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του ορθού είδους και μέτρου της ποινής. Ταυτόχρονα όμως σταθερή παράμετρος παραμένει πάντα το ανήλικο, ευάλωτο θύμα που το κοινωνικό σύνολο οφείλει να προστατεύσει[8]. Η απουσία βίας ή εξαναγκασμού, το δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος και η ανήλικη γνωρίζονταν, ότι οι συνουσία έγινε με τη θέληση της ανήλικης, η ηλικία και ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου είναι στοιχεία που έχουν τη σημασία τους στην προσπάθεια κατανόησης του τρόπου που ενήργησε και στην εξατομίκευση της ποινής του. Όμως δεν εξαλείφουν το αξιόποινο της συμπεριφοράς και ενεργειών του. Το γεγονός παραμένει ότι προσέγγισε και είχε σεξουαλική επαφή με ένα άτομο ευάλωτο, μειωμένης νοητικής λειτουργίας και πολύ νεαρής ηλικίας. Έχω υπόψη μου τις Αγγλικές Κατευθυντήριες Γραμμές επιβολής ποινής τόσο για αδικήματα αυτού του είδους (αν και στην Αγγλία αυτά τα αδικήματα ρυθμίζονται πλέον από το Sexual Offences Act 2003) αλλά και σε σχέση με επιβολή ποινής σε ανήλικους θύτες σεξουαλικών αδικημάτων[9]. Οι Κατευθυντήριες αυτές Γραμμές δεν είναι δεσμευτικές είναι όμως βοηθητικές[10]. Έχω σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα. Ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, ιδιαίτερα του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι ποινή φυλάκισης. Άλλου είδους ποινή δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νομοθέτη. Έλαβα υπόψη τα διάφορα μετριαστικά στοιχεία που προανέφερα στον καθορισμό του μέτρου της ποινής αλλά, θεωρώ, ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια κρίνω αρμόζουσες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: (α) ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην 1η κατηγορία, (β) ποινή φυλάκισης 10 μηνών στην 2η κατηγορία, Ενόψει του ότι τα αδικήματα αφορούν ένα περιστατικό και αποτελούσαν συνέχεια της ίδιας παραβατικής συμπεριφοράς, στη βάση των αρχών της συνολικότητας της ποινής, κρίνω ορθό όπως οι ποινές συντρέχουν και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της[11]. Η αναστολή εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης επιτρέπεται εάν το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου το δικαιολογούν[12]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[13]. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία μέσω της αναστολής εκτέλεσης των ποινών που έχουν επιβληθεί. Έχω καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα βασισμένη, κυρίως, σε τρεις παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος είναι η μεταβολή στις περιστάσεις του κατηγορούμενου από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Το 2012 ήταν ανήλικος, 17 ετών, μαθητής. Σήμερα έχει ενηλικιωθεί, έχει αποφοιτήσει από την Τεχνική Σχολή, είναι στα πολύ αρχικά στάδια της επαγγελματικής του πορείας, βοηθά οικονομικά τη μητέρα και την αδερφή του. Η δεύτερη παράμετρος είναι η διαγωγή του κατηγορούμενου. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων και, με εξαίρεση την παρούσα υπόθεση, δεν έχει διαπράξει έκτοτε άλλο αδίκημα. Αυτά τα δεδομένα μου επιτρέπουν να θεωρώ την παρούσα υπόθεση ως ένα μεμονωμένο μελανό σημείο στη ζωή του, που δεν έχει επαναλάβει στα οκτώ χρόνια που έχουν μεσολαβήσει. Η τρίτη παράμετρος είναι η επιλογή του κατηγορούμενου να παραδεχθεί τη διάπραξη των αδικημάτων. Η επιλογή αυτή δείχνει έμπρακτα την μεταμέλεια του για τις πράξεις του. Το ότι έχει αναγνωρίσει το λάθος του καθιστά λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να το επαναλάβει. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται μιας δεύτερης ευκαιρίας μέσω της αναστολής εκτέλεσης της ποινής του. Οι ποινές που έχουν επιβληθεί αναστέλλονται για 3 χρόνια από σήμερα. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, Ψωμά ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 40 [2]Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαρίας Γεωργίου Στυλιανού
(2001)2 ΑΑΔ 55, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 245 [3]Γ. Μ. Πικής, Sentencing in Cyprus, 2ηέκδοση, σελ. 88, Raymondos Anastassiou v The Republic
(1969)2 CLR 193 [4]Χαρτούμπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 [5] Αβρααμίδης ν Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 71 [6]Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017, Γενικού Εισαγγελέα ν. Ηροδότου, Ποινική Έφεση 120/13, ημερομηνίας 30.3.2015 [7]Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 135/2014, ημερομηνίας 22.11.2016 [8]Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας(ανωτέρω). [9]Sentencing Council, Magistrates Courts' Sentencing Guidelines [10]Λευκαρίτης ν Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 135/2014, ημερομηνίας 22.11.2016 [11]Άρθρο 3, περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως σε Ωρισμένες Περιπτώσεις Νόμου 95/72 [12]Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiuv Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699καιΚωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [13]Demetriouv. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός ΕισαγγελέαςvΦανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο