FIKARDOS ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 26483/2014, 9/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26483/2014 XXXXX XXXXX FIKARDOS -εναντίον- XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9/7/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Β. Μπίσσας Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, στη παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του Άρθρου 305 (Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
- Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 21.8.13, αντί καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, εξέδωσε επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικών Κλάδων και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ ΛΤΔ), (στο εξής καλούμενη «η επίδικη επιταγή») για το ποσό των €10.000, η οποία και δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι και σήμερα. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η μητέρα του παραπονούμενου, XXXXX Wood (M.K 1), έδωσε στο κατηγορούμενο το ποσό των €30,000 και ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε 3 επιταγές στη Μ.Κ 1, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, ως αυτή τέθηκε μέσω της μαρτυρίας και της γραμμής αντεξέτασης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, η Μ.Κ 1 δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, εφόσον της ανάφερε ότι χρειαζόταν οικονομική βοήθεια. Η Μ.Κ 1, ως ισχυρίσθηκε, δεν γνώριζε τον λόγο που ο κατηγορούμενος χρειαζόταν οικονομική βοήθεια. Από την άλλη αποτελεί βασική θέση της υπεράσπισης ότι η Μ.Κ 1 δεν δάνεισε προσωπικά στον κατηγορούμενο το πιο πάνω χρηματικό ποσό αλλά απεναντίας το ποσό αυτό δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο (κάποια XXXXX Χάσικου), διαμέσου του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ 1 ήταν συνεργάτες κατόπιν, μεταξύ τους, συμφωνίας, η οποία προέβλεπε ότι ο κατηγορούμενος θα έβρισκε πελάτες στη Μ.Κ 1 ώστε να τους δανείζει χρήματα και να εισπράττει, μαζί με το αρχικό κεφάλαιο δανεισμού, και τόκους. Ο κατηγορούμενος θα λάμβανε ως κέρδος την ανάλογη προμήθεια. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη αλλά και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή η οποία φέρει την υπογραφή του, για το ποσό των €10.000, και ότι αυτή δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών κεφαλαίων του εκδότη της επιταγής. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της μέχρι και σήμερα. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση με αρ. 9578/15 για αδικήματα τοκογλυφίας, μετά από καταγγελία της XXXXX Χάσικου, υπόθεση η οποία αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Τα πιο πάνω καθίστανται αυτομάτως και ευρήματα του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες, την Μ.Κ 1, τον ίδιο τον παραπονούμενο, τον XXXXX Χαραλάμπους (M.K 3) τραπεζικό λειτουργό και τον XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Κ 4) αστυφύλακα και πρώην σύζυγο της Μ.Κ
- Σημειώνω εξ αρχής ότι ο Μ.Κ 4 κλητεύθηκε για σκοπούς αντεξέτασης από την υπεράσπιση, κατόπιν έγκρισης του αιτήματος της στη βάση του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου. Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία από το Δικαστήριο, με βάση το άρθρο 74
(1)(Β) του Κεφ. 155 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ενώ δεν κλήτευσε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεσή της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης, λαμβανομένου υπόψη και των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1). Εξήγησε σε αυτή ότι τον κατηγορούμενο τον γνώρισε μέσω του Μ.Κ 4, ο οποίος ήταν εξάδελφος του. Ο Μ.Κ 4, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ο οποίος τερματίσθηκε το 2010, την ρώτησε κατά πόσο ήταν σε θέση να δανείσει χρήματα στον κατηγορούμενο, πράγμα και το οποίο η ίδια αποδέκτηκε. Ο Μ.Κ 4 τη διαβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης. Για να καθησυχάσει τις οποιεσδήποτε ανησυχίες της, την πρώτη φορά που η Μ.Κ 1 δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, υπεγράφη μεταξύ του Μ.Κ 4 και του κατηγορουμένου γραπτή συμφωνία. Ακολούθως δάνειζε σε διάφορες περιπτώσεις στον κατηγορούμενο χρήματα, ο οποίος πάντοτε της τα επέστρεφε με δόσεις. Πριν αποβιώσει η γιαγιά της το 2006, της έδωσε το ποσό των €20.000, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για τη μελλοντική μόρφωση των δύο παιδιών της. Αρχές του 2013 ο κατηγορούμενος της ζήτησε όπως του δανείσει το ποσό των €30.000, αίτημα το οποίο και πάλι έγινε αποδεκτό. Λόγω του ότι δεν είχε στη διάθεση της ολόκληρο το ποσό, παρά μόνο τις πιο πάνω €20,000, ζήτησε και έλαβε το ποσό των €10.000 από τη μητέρα της. Στις 14.04.13 συναντήθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο όπου και του έδωσε το συνολικό ποσό των €30.
- Προς εξασφάλιση της ο κατηγορούμενος, υπέγραψε, μεταξύ άλλων, και την επίδικη επιταγή, αναγράφοντας ο ίδιος το ποσό ολογράφως. Η Μ.Κ 1 του ζήτησε να αναγραφούν ως δικαιούχοι των επίδικων επιταγών τα δύο της παιδιά και η μητέρα της. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν ήξερε να γράψει τα ονόματα των δικαιούχων, το όνομα του παραπονούμενου στην επίδικη επιταγή αναγράφτηκε από την ίδια. Από τις 14.06.13, ο Κατηγορούμενος δεν επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό παρά τις συχνές οχλήσεις της. Όταν πλέον ο ίδιος δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της, η ίδια ακολούθως κατέθεσε την επίδικη επιταγή η οποία και δεν τιμήθηκε. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε τα χρήματα στον παραπονούμενο, αυτός αναγκάστηκε να τερματίσει τις σπουδές του στο Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον η ίδια δεν είχε πλέον την οικονομική δυνατότητα να τον στηρίξει οικονομικά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η μητέρα της ουδέποτε δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, αλλά λόγω του ότι η ίδια ήταν πτωχεύσασα και δεν είχε οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τον λογαριασμό της μητέρας της για να καταθέτει χρήματα τα οποία είχε δανειστεί από την ίδια. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι ο πρώην σύντροφος της δάνεισε επίσης χρήματα στον κατηγορούμενο, ο οποίος και δεν του τα επέστρεψε ποτέ. Επιβεβαίωσε ότι την ημερομηνία πληρωμής που αναγράφεται στην επιταγή την ανάγραψε η ίδια, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι η ίδια ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της εξεύρει άτομα, με σκοπό να τους δανείζει χρήματα και να λαμβάνει τόκους. Επανέλαβε τη θέση ότι τα χρήματα που δάνεισε στον κατηγορούμενο ήταν για να τον βοηθήσει οικονομικά και όχι για σκοπούς τοκογλυφίας. Αρνήθηκε επίσης ότι οι αποδείξεις καταθέσεων (Τεκμήρια 3 και 4), έχουν καταβληθεί από τον κατηγορούμενο προς εξόφληση, μεταξύ άλλων, του ποσού της επίδικης επιταγής και επανέλαβε τη θέση ότι τα ποσά αυτά αφορούσαν προηγούμενες οφειλές του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη. Ως προς τον λόγο που η ίδια δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο χαρακτήρας της είναι τέτοιος που της αρέσει να βοηθά κόσμο ο οποίος έχει οικονομική ανάγκη. Τέλος η ίδια αρνήθηκε ότι γνώριζε τον λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος χρειαζόταν χρήματα. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 5Α). Σύμφωνα με αυτήν, το 2012 ο ίδιος μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο για σπουδές όπου όλα του τα έξοδα ανέλαβε να τα καλύψει αποκλειστικά η μητέρα του. Όταν επέστρεψε το καλοκαίρι του 2013 για τις καλοκαιρινές του διακοπές δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στο πανεπιστήμιο, για το νέο ακαδημαϊκό έτος, επειδή, η μητέρα του, του ανέφερε ότι πλέον, δεν ήταν σε οικονομική θέση να αποπληρώνει τις σπουδές του. Ο ίδιος, τον ουσιώδη χρόνο, δεν ζήτησε από αυτήν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. Όμως πριν από δύο χρόνια η μητέρα του τον ενημέρωσε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να του καλύψει τότε τα έξοδά του, ήταν επειδή δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €30.000 σε μετρητά. Κατά τη συζήτηση επίσης τον ενημέρωσε ότι το ποσό των €10.000 από τις €20.000 που δόθηκαν από την πρό-γιαγια του προοριζόταν για τον ίδιο. Εξ όσων γνωρίζει ο κατηγορούμενος υπόγραψε την επίδικη επιταγή στην οποία ο ίδιος αναγράφηκε ως δικαιούχος της, εφόσον το ποσό αυτό ουσιαστικά άνηκε στον ίδιο. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος ουδέποτε κατέθεσε στην τράπεζα την επίδικη επιταγή αλλά ούτε και την είδε, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσής της. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε γνώρισε τον κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τα οικονομικά της μητέρας του. Ερωτηθείς κατά πόσο τα χρήματα της επίδικης επιταγής είναι δικά του, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι από τη στιγμή που η μητέρα του είναι η δικαιούχος τους η ίδια έχει το αποκλειστικό δικαίωμα πως θα τα αξιοποιήσει. Ο Μ.Κ 3, τραπεζικός λειτουργός στην ΚΕΔΙΠΕΣ, ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι τον επίδικο λογαριασμό, από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, τον διαχειρίζεται σήμερα το πιο πάνω νομικό πρόσωπο και ότι αυτός ανήκει στον κατηγορούμενο. Κατάθεσε πιστό αντίγραφο του δείγματος υπογραφής του κατηγορούμενου ο οποίος και δόθηκε από τον ίδιο κατά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Επιβεβαίωσε ότι η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπόλοιπων. Κατέθεσε περαιτέρω, αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7). Διευκρίνισε ότι, κατά την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής το υπόλοιπο του λογαριασμού του κατηγορούμενου παρουσίαζε αρνητικό υπόλοιπο ύψους €13.
- Ανάφερε τέλος πως ο εν λόγω λογαριασμός είχε όριο παρατραβήγματος ύψους Λ.Κ
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν τότε τον λογαριασμό του κατηγορούμενου έχει αποχωρήσει από την τράπεζα και ότι ο ίδιος ουδέποτε χειρίστηκε τον επίδικο λογαριασμό. Ο Μ.Κ 4, αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, επιβεβαίωσε ότι με τον κατηγορούμενο είχαν άριστες σχέσεις. Άριστες σχέσεις, όπως ανάφερε, έχει επίσης και με την Μ.Κ
- Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο ο ίδιος ζήτησε από τη Μ.Κ 1 να δανείσει στον κατηγορούμενο χρήματα, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε αρνητικά στο σχετικό ερώτημα, προσθέτοντας ότι αυτό έγινε μόνο μια φορά όταν ο κατηγορούμενος είχε την ανάγκη να επενδύσει χρήματα σε κάποιο ακίνητο, γεγονός το οποίο ήταν εις γνώση της Μ.Κ
- Επίσης επιβεβαίωσε ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό της το επέστρεψε πίσω ο κατηγορούμενος. Αργότερα πληροφορήθηκε σε μια συνάντηση που είχε με τη Μ.Κ 1, κατά το έτος 2012, ότι η τελευταία δάνεισε και άλλο χρηματικό ποσό στον κατηγορούμενο, το οποίο ο τελευταίος ουδέποτε της το επέστρεψε. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος του παραδέχτηκε ότι δανείστηκε χρήματα από τη Μ.Κ 1 για σκοπούς τοκογλυφίας. Αρνήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι η Μ.Κ 1 εξοφλήθηκε πλήρως σε σχέση με το ποσό που του δάνεισε. Ανάφερε ότι δεν γνωρίζει ο ίδιος τον λόγο που η Μ.Κ 1 δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, προσθέτοντας όμως ότι είναι τέτοιος ο χαρακτήρας της που θέλει να βοηθά τον κόσμο. Αρνήθηκε τέλος ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τα χρήματα που δανείστηκε από τη Μ.Κ 1 δόθηκαν σε κάποια XXXXX Χάσικου. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 8). Εξήγησε σε αυτή το πως γνωρίσθηκε με τη Μ.Κ
- Κατά το 2009 συνάντησε τυχαία τη Μ.Κ 1, η οποία του ανέφερε ότι είναι σε διάσταση με τον Μ.Κ
- Ακολούθως του ζήτησε όπως της εξεύρει πρόσωπα ώστε να τους δανείζει χρήματα και να λαμβάνει σχετικούς τόκους ενώ ο ίδιος να λαμβάνει ταυτόχρονα σχετική προμήθεια, πράγμα το οποίο ο ίδιος αποδέκτηκε. Η Μ.Κ 1 χρέωνε τόκους €200 το μήνα για κάθε €1000 που δάνειζε. Ανάμεσα στα πρόσωπα που δάνεισε η Μ.Κ 1 χρήματα ήταν και κάποια XXXXX Χάσικου. Προς εξασφάλιση της Μ.Κ 1 ο ίδιος υπέγραφε σχετικές επιταγές και με την εξόφλησή του δανειζόμενου ποσού οι επιταγές είτε επιστρέφονταν πίσω στον ίδιο είτε καταστρέφονταν από την Μ.Κ
- Τον Δεκέμβριο του 2011 η XXXXX Χάσικου του ζήτησε όπως δανειστεί το ποσό των €30.000 για σκοπούς μετάβασης της στα καζίνο των κατεχομένων. Μετέφερε το γεγονός αυτό στη Μ.Κ 1, η οποία πράγματι αποδέχτηκε να της δανείσει χρήματα. Προς τον σκοπό αυτόν συναντήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012, όπου η Μ.Κ 1 του έδωσε τα χρήματα και ο ίδιος της παρέδωσε 3 κενές επιταγές, υπογεγραμμένες από τον ίδιο, χωρίς ημερομηνία και όνομα δικαιούχου. Στα μέσα του 2013, η XXXXX Χάσικου τον κάλεσε στο τηλέφωνο και του ανέφερε ότι δυσκολευόταν πάρα πολύ να εξεύρει χρήματα ώστε να αποπληρώσει τη Μ.Κ
- Του ανάφερε, περαιτέρω, ότι λόγω ψήφισης του νόμου περί τοκογλυφίας δεν ήταν διαθέσιμη να δώσει οποιουσδήποτε τόκους. Ακολούθως ο ίδιος εισηγήθηκε στη Μ.Κ 1 να τερματίσουν τους δανεισμούς σε τρίτα πρόσωπα και να μην ζητήσουν οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους από το εν λόγω πρόσωπο. Η Μ.Κ 1 όμως αρνήθηκε και επέμενε να λάβει τους τόκους της, παρά το γεγονός ότι η XXXXX Χάσικου, μέχρι εκείνο το σημείο, κατέβαλε στη Μ.Κ 1 πάνω από €30.000 (Τεκμήρια 3 και 4). Η XXXXX Χάσικου τότε τον κατάγγειλε στην Αστυνομία όπου ο ίδιος παρέμεινε υπό κράτηση για περίοδο 4 ημερών. Ανέφερε τότε στη Μ.Κ 1 ότι θα συνεννοηθεί με την XXXXX να αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του εφόσον συμφωνήσουν ότι δεν θα αποπλήρωνε τους τόκους. Αυτό το πράγμα δεν το αποδέχτηκε η Μ.Κ 1, η οποία τον απειλούσε ότι εάν δεν δοθούν οι τόκοι θα καταθέσει, μεταξύ άλλων, και την επίδικη επιταγή πράγμα το οποίο και έπραξε. Ποτέ δεν είχε πρόθεση να εκδώσει ο ίδιος οποιαδήποτε ακάλυπτη επιταγή. Είναι η θέση του ότι η Μ.Κ 1 από μόνη της ανέγραψε το όνομα του παραπονούμενου στην επίδικη επιταγή χωρίς τη συγκατάθεσή του και ο ίδιος δηλώνει αθώος εφόσον ουδέποτε είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου επανέλαβε τη θέση ότι μαζί με τη Μ.Κ 1 προέβαιναν σε τοκογλυφία εφόσον δάνειζαν χρήματα σε διάφορα πρόσωπα εισπράττοντας τόκους. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος δεν ανάφερε στην αστυνομία, τον ουσιώδη χρόνο της σύλληψης του το 2012, ότι προέβαινε σε τοκογλυφία μαζί με την Μ.Κ 1 ήταν επειδή είχε πρόθεση όλα τα γεγονότα να τα αποκάλυπτε κατά την διάρκεια της δίκης του. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια που κατηγορήθηκε για το αδίκημα της τοκογλυφίας, είχε συνομιλία με την XXXXX Χάσικου, όπου και συμφώνησε να μην της ζητηθούν άλλα χρήματα και η ίδια να αποσύρει το παράπονό της, πράγμα το οποίο όμως δεν αποδέχτηκε η Μ.Κ 1, κατηγορώντας τον ότι η XXXXX Χάσικου του έδινε χρήματα και αυτός δεν της τα επέστρεφε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η Μ.Κ 1 ουδέποτε συνεργάστηκε μαζί του για σκοπούς τοκογλυφίας προσθέτοντας ότι η Μ.Κ 1 προτού δανείσει οποιαδήποτε χρήματα ήθελε να γνωρίζει το όνομα του πελάτη και τη δουλειά που έκανε με σκοπό να μειωθεί το οποιοδήποτε ρίσκο της. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος παρέδωσε την επίδικη επιταγή στη Μ.Κ 1 λευκή η οποία έφερε μόνο την υπογραφή του. Το όνομα του δικαιούχου και πότε αυτή θα ήταν πληρωτέα αναγράφηκαν από την Μ.Κ 1 και όχι από τον ίδιο. Ως προς τον λόγο γιατί ο ίδιος δεν ανακάλεσε την επίδικη επιταγή εφόσον αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ήταν προϊόν τοκογλυφίας, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι σε συνομιλία που είχε με τον τραπεζίτη του, ο τελευταίος τον συμβούλευσε να αναγράψει ως λόγο που δεν θα τιμηθούν οι επιταγές «Αποταθείτε στον εκδότη». Επίσης δεν γνώριζε ότι η Μ.Κ 1 θα κατέθετε την επίδικη επιταγή, από την στιγμή που εξοφλήθηκε πλήρως και ότι δεν μπορούσε να την ανακαλέσει μετά που αυτή ήδη κατατέθηκε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι οι αποδείξεις των Τεκμηρίων 3 και 4, αφορούν προηγούμενα ποσά που του δάνεισε η Μ.Κ 1, επιμένοντας στη θέση ότι αφορούν, μεταξύ άλλων, και την εξόφληση της επίδικης επιταγής. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι η Μ.Κ 1 δάνεισε στον ίδιο χρήματα για προσωπική του χρήση και όχι για σκοπούς τοκογλυφίας, χωρίς η τελευταία να γνωρίζει τον λόγο που ο ίδιος τα δανείσθηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω προχωρώ με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η Μ.Κ 1, με τη μαρτυρία της, δεν μου άφησε θετικές εντυπώσεις και ειδικότερα ουδόλως έχω πεισθεί για τη γνησιότητα της βασικής εκδοχής της που έχει προωθήσει ότι δηλαδή η ίδια δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €30.000 για προσωπική του χρήση επειδή ήθελε να τον βοηθήσει οικονομικά και ότι περαιτέρω ουδεμία σχέση είχε η ίδια με τοκογλυφία. Στην προσπάθεια της να προωθήσει και να πείσει το Δικαστήριο ως προς το αληθές της εκδοχής της δεν απέφυγε τις αντιφάσεις και έδωσε απαντήσεις που αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας της έχω πεπειστεί και χωρίς κανένα δισταγμό ότι δεν έλεγε την αλήθεια και προσπάθησε με κάθε τρόπο, ανεπιτυχώς, να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ένα αθώο, καλόπιστο πρόσωπο που θέλει να βοηθήσει τους συνανθρώπους της χωρίς η ίδια να αποκομίζει οποιοδήποτε όφελος. Άφησε κενά στη μαρτυρία της αφού δεν έδωσε σαφείς και λογικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που της έχουν τεθεί. Για παράδειγμα αποτελεί άξιον απορίας το γεγονός πώς ενώ η ίδια ήταν πτωχεύσασα την ίδια στιγμή είχε την οικονομική δυνατότητα να δανείζει χρήματα στον Μ.Κ.4 και τον κατηγορούμενο και από την άλλη να προβάλει τη θέση ότι δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει οικονομικά τον παραπονούμενο να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Πέραν του γεγονότος ότι οι θέσεις της είναι αντιφατικές η ίδια δεν έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις ως προς την πηγή προέλευσης των εν λόγω χρημάτων. Περαιτέρω, συγκρούεται με την κοινή λογική, η ίδια να προβάλλει τη θέση ότι δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις σπουδές του παραπονούμενου και ότι αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα και ενόψει αυτών να χρειάζεται μάλιστα να ασχολείται και σε 3 διαφορετικές εργασίες, να αναλαμβάνει ένα τόσο μεγάλο ρίσκο και όχι μόνο να δανείζει όλες της τις οικονομίες στον κατηγορούμενο αλλά να δανείζεται και από την μητέρα της χρήματα απλά και μόνο γιατί λυπήθηκε τον κατηγορούμενο και ένιωσε την ανάγκη να τον βοηθήσει. Επίσης συγκρούεται με τη κοινή λογική πώς μπόρεσε η κατηγορουμένη να δανείσει στον Κατηγορούμενο τα μοναδικά χρήματα που είχε για τα παιδιά της, ως η ίδια ανάφερε, και μάλιστα να τα δώσει με τόση ευκολία στον κατηγορούμενο, χωρίς να τον ρωτήσει τον λόγο που ο τελευταίος τα είχε ανάγκη. Η εκδοχή που έδωσε ότι ο λόγος που ήθελε να του δανείσει χρήματα, ήταν γιατί πάντοτε βοηθούσε κόσμο, ενώ από την άλλη, λόγω της βοήθειας αυτής αναγκάστηκε ο παραπονούμενος υιός της να τερματίσει τις σπουδές του, λόγω έλλειψης χρημάτων της Μ.Κ 1, πέραν του ότι είναι αντιφατικός, ουδόλως πείθει το Δικαστήριο. Ούτε και πείθει η θέση της ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ποιος θα ήταν ο δικαιούχος της επίδικης επιταγής και ότι δεν ήξερε να αναγράψει το όνομα του παραπονούμενου στην αγγλική γλώσσα, από τη στιγμή που ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρουσίασε σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 9) ότι τελείωσε αγγλικό σχολείο και άρα επομένως αποτελεί εύρημα και θέση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν πολύ καλός γνώστης της αγγλικής γλώσσας αλλά ούτε και ο παραπονούμενος γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι ο ίδιος ήταν ο δικαιούχος της επιταγής το οποίο, ως ο ίδιος ανάφερε, πληροφορήθηκε πολύ αργότερα. Η θέση της αυτή δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι μόνη της ανέγραψε το όνομα του δικαιούχου, χωρίς την σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου. Αντιφατική επίσης ήταν η θέση της ότι ενώ στην αρχή της αντεξέτασης της προέβαλε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε συνάντησε τον πρώην σύντροφό της, στη συνέχεια ανασκεύασε, αναφέροντας ότι και το εν λόγω πρόσωπο δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, επειδή και αυτός ήθελε να βοηθά ανθρώπους χωρίς μάλιστα να έχει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Όλες οι πιο πάνω αναφορές της, δεν μπορούν παρά οδηγήσουν το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της δεν είναι γνήσια και ότι δεν δάνειζε χρήματα, κάτω υπό τις περιστάσεις που έχω περιγράψει, επειδή αγαπούσε τους συνανθρώπους της χωρίς η ίδια να αποκομίζει οποιοδήποτε οικονομικό της όφελος. Περαιτέρω, δεν μπορεί το Δικαστήριο να παραβλέψει το γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυρας για να πείσει το Δικαστήριο ότι οι αποδείξεις πληρωμών (Τεκμήρια 3 και 4), που κατατέθηκαν από τον Κατηγορούμενο, αφορούσαν προηγούμενες οφειλές της και ότι έχει αντίγραφο όλων των χρημάτων που δάνεισε στο παρελθόν στον Κατηγορούμενο, δεν προσκόμισε όμως οτιδήποτε στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει έστω και κατ' ελάχιστο τους ισχυρισμούς της. Αντιφατική επίσης ήταν και η θέση της ότι ενώ παραδέχτηκε η ίδια ότι ανάγραψε την ημερομηνία πληρωμής στην επίδικη επιταγή, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου όταν ο τελευταίος της επέστρεψε τα χρήματα που του έδωσε, ενώ από την άλλη, ανέφερε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος την αποπλήρωσε. Επίσης συγκρούεται με την κοινή λογική από την μια ο κατηγορούμενος να την αποπλήρωσε με το σχετικό ποσό και από την άλλη να της ανάφερε όπως αναγράψει στην επίδικη επιταγή ημερομηνία πληρωμής. Αντιφατική επίσης ήταν η θέση της ότι ενώ ανέφερε αρχικά ότι μόνο μια φορά κατέθεσε χρήματα ο κατηγορούμενος στον λογαριασμό της μητέρας της, εντούτοις όμως οι αποδείξεις καταθέσεων του Τεκμηρίου 4 την διαψεύδουν. Περαιτέρω, η θέση της ότι ο πρώην σύζυγος της Μ.Κ 4 της σύστησε τον Κατηγορούμενο ως αξιόπιστο πρόσωπο και ότι για να την πείσει να του δανείσει χρήματα στην αρχή υπόγραψαν μεταξύ τους συμφωνία αφενός ουδόλως επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ 4, ως θα αναφερθώ αμέσως κατωτέρω, αλλά ούτε και η ίδια προσκόμισε το σχετικό συμβόλαιο για το οποίο έκανε αναφορά στη γραπτή της δήλωση. Ούτε και προσκόμισε οποιεσδήποτε άλλες επιταγές που της εξέδωσε ο κατηγορούμενος προς εξασφάλιση των ποσών που του δάνεισε προηγουμένως ώστε και πάλι να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της. Εν ολίγοις και με βάση τα πιο πάνω δεν έχω πειστεί για τα όσα ανέφερε η Μ.Κ 1 σε σχέση με τις λεπτομέρειες της επίδικης συναλλαγής, ούτε ότι το ποσό που αναφέρεται στην επίδικη επιταγή δόθηκε στον κατηγορούμενο για προσωπικό του όφελος και για οικονομική βοήθεια χωρίς η Μ.Κ 1 να γνωρίζει τον λόγο που αυτός χρειαζόταν άμεσα χρήματα. Για όλους τους λόγους που ανάφερε πιο πάνω και με δεδομένο το άμεσο συμφέρον της Μ.Κ 1 από την έκβαση της υπόθεσης, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων θεμάτων, πλην των σημείων για τα οποία η μαρτυρία της δεν συγκρούεται με τα αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της, εφόσον με βάση τα πιο πάνω έχουν δημιουργηθεί ρήγματα, σοβαρής μορφής στην όλη εκδοχή που έχει παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες και εγείρονται αρκετά ερωτηματικά. Δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να παραθέσω άλλες αντιφάσεις για να καταδείξω το προφανές, ότι η έκδοση της Μ.Κ 1, παρουσιάζει ουσιώδη κενά, αντιφάσεις και εγγενείς αδυναμίες που δημιουργούν σοβαρά ρήγματα στη δική της εκδοχή. Επομένως για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα κοινώς αποδεχτά γεγονότα. Για τους ίδιους λόγους δεν αποδέχομαι ούτε τη μαρτυρία του παραπονούμενου και την εκδοχή του, ο οποίος ουσιαστικά προσήλθε στο Δικαστήριο ώστε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της μητέρας του. Στην προσπάθεια του αυτή, η μαρτυρία του όμως έχει ουσιώδη κενά, αντιφάσεις και συγκρούεται με την κοινή λογική. Αποτελεί άξιο απορίας, χωρίς μάλιστα να δοθούν πειστικές και σαφείς εξηγήσεις από τον ίδιο πώς ενώ η ΜΚ1, ήταν σε οικονομική θέση να αποπληρώσει τις σπουδές του στην ολότητά τους τον πρώτο χρόνο, στη συνέχεια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα λόγω του ότι δάνεισε χρήματα στον Κατηγορούμενο τα οποία και δεν της τα επέστρεψε. Αποτελεί επίσης άξιον απορίας πώς ο παραπονούμενος, ο οποίος του ανέφερε η μητέρα του ότι θα πρέπει να τερματίσει τις σπουδές του εφόσον αδυνατεί να τον βοηθήσει οικονομικά, δεν διερωτήθηκε και δεν ζήσετε διευκρινίσεις από αυτήν για ποιόν λόγο και τί έχει μεσολαβήσει ώστε να μην μπορεί να επιχορηγήσει τις σπουδές του. Η εξήγηση που έδωσε ότι επειδή ήταν η μητέρα του και δεν θα ζητούσε ποτέ λεπτομέρειες για τα οικονομικά της, ουδόλως πείθει το Δικαστήριο και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, δεν έδωσε οποιεσδήποτε πειστικές εξηγήσεις, πότε και για ποιό λόγο, στοιχείο το οποίο αποτελεί αντίφαση με τα όσα ανέφερε πιο πάνω, η μητέρα του, του ανέφερε πριν 2 χρόνια, τον λόγο που αναγκάστηκε ο ίδιος να τερματίσει τις σπουδές του. Δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί η Μ.Κ 1 έκρινε σκόπιμο να του το αναφέρει πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν έδωσε οποιοδήποτε εξήγηση. Στην ουσία ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της Μ.Κ 1, χωρίς βεβαίως να δώσει πειστικές εξηγήσεις ως προς την αλήθεια της εκδοχής της. Επομένως για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, στον βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος έχει άμεσο και προσωπικό συμφέρον στην θετική έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Από την άλλη, αποδέχομαι πλήρως του μαρτυρία του Μ.Κ 3, ο οποίος δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι κατάθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια αλλά και τα όσα ο ίδιος προσωπικά γνωρίζει μέσα από την άσκηση των καθηκόντων του. Η μαρτυρία του ουσιαστικά ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Απάντησε χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ενώ δε το δε μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ούτε ο Μ.Κ 4, ο οποίος κλήθηκε στο Δικαστήριο ώστε να αντεξεταστεί επί των όσων εξ ακοής ανέφερε η Μ.Κ 1 για το πρόσωπό του, αλλά και για να επιβεβαιώσει τα όσα η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν με έπεισε ως προς την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ήταν προφανής η προσπάθειά του ότι ήθελε να κρατήσει ίσες αποστάσεις, τόσο από την πρώην σύζυγό του, όσο και από τον κατηγορούμενο, με τους οποίους ως ανέφερε, διατηρεί άριστες σχέσεις. Για τον λόγο αυτόν δεν ήταν καθόλου διαφωτιστικός στο Δικαστήριο ως προς τις απαντήσεις του, ώστε να το βοηθήσει με την όλη μαρτυρία του να εξακριβώσει την αλήθεια. Δείγμα της προσπάθειάς του να αποφύγει να απαντήσει στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν, απαντούσε συχνά με τη στερεότυπη έκφραση: «Δεν θυμάμαι. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια». Κυρίως μέσα από τη μαρτυρία του δεν επιβεβαίωσε τη θέση της Μ.Κ 1 ότι ο ίδιος της σύστησε τον κατηγορούμενο, με σκοπό να του δανείσει χρήματα και ότι υπόγραψαν μεταξύ τους οποιαδήποτε συμφωνία. Αντίθετα με τα όσα αναφέρει η Μ.Κ 1, πριν χωρίσουν η τελευταία εξ όσων γνωρίζει δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο μόνο μία φορά λόγω του ότι ο τελευταίος ήθελε να επενδύσει σε ακίνητα. Επίσης ανέφερε ότι κατά το έτος 2012 η Μ.Κ 1 του ανέφερε ότι δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς της τελευταίας ότι τα χρήματα που αφορούσαν την επίδικη επιταγή τα δάνεισε στον κατηγορούμενο τον Ιούνιο του 2013. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ 1 και του παραπονουμένου και της απόρριψης της εκδοχής που προέβαλαν για να στηρίξουν το αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης της επίδικης επιταγής, ουσιαστικά κρίνεται και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης και που δεν μπορεί ασφαλώς να είναι άλλο από την αθώωση και την απαλλαγή του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, εντούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσει να αξιολογήσει και την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ούτε ο κατηγορούμενος άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο, αφού αφενός πολλές από τις θέσεις του αντιστρατεύονται τη κοινή λογική και αφετέρου η μαρτυρία του, ιδώμενη συνολικά, ήταν σε πολλά σημεία τόσο συγκεχυμένη και αντιφατική έτσι που με δεδομένο το άμεσο συμφέρον του από την έκβαση της υπόθεσης να μην μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Ειδικότερα αντιφατική και συγκρουόμενη με τη κοινή λογική είναι η θέση του ότι η Μ.Κ.2 του ζήτησε να εξεύρει πελάτες για δανεισμό και ότι ο ίδιος θα εισέπραττε σχετική προμήθεια. Είναι άξιον απορίας τότε γιατί ο ίδιος εξέδιδε προσωπικές επιταγές ώστε η Μ.Κ.1 να είναι εξασφαλισμένη εφόσον είναι η ίδια που του ζήτησε να εξεύρει πελάτες. Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο. Αν τα χρήματα προορίζονταν για δανεισμό τρίτων προσώπων σε συνεργασία με την Μ.Κ.1 και όχι για δανεισμό του ιδίου, δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο δεν εξέδιδαν τα τρίτα πρόσωπα επιταγές, τα οποία ασφαλώς και λάμβαναν τα χρήματα και εξέδιδε προσωπικές επιταγές ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο μεσάζων με κίνδυνο να μείνει ο ίδιος εκτεθειμένος, όπως και εν τέλει με την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης παρέμεινε. Περαιτέρω ο ίδιος δεν κατάθεσε οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του όπως για παράδειγμα έστω και μια επιταγή που εξέδωσε προς την Μ.Κ 1 και η ίδια του επέστρεψε πίσω με την εξόφληση του δανεισμού ή έστω ένα απόκομμα από το βιβλιάριο επιταγών του. Περαιτέρω ο ίδιος δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες στο Δικαστήριο ώστε με αυτές να το βοηθήσει να εξακριβώσει την αλήθεια, όπως για παράδειγμα ποιοί ακριβώς ήταν οι όροι της μεταξύ τους συνεργασίας αλλά και ποιο ήταν το ποσοστό της προμήθειας του. Αόριστη, γενική, ατεκμηρίωτη και αντιφατική παρέμεινε και η θέση του ότι η ίδια η XXXXX Χάσικου εξόφλησε και με το παραπάνω το ποσό των €30.000 μαζί με τόκους που της δάνεισε η Μ.Κ.1 και προς το σκοπό αυτό κατάθεσε τα Τεκμήρια 3 και 4. Πέραν του γεγονότος ότι τα ποσά που αναγράφονται στις εν λόγω αποδείξεις, συμποσούμενα όλα μαζί, δεν ανέρχονται στις €30.000, αλλά ανέρχονται στο ποσό των €18.850 δεν παράθεσε οποιεσδήποτε περαιτέρω αποδείξεις πως πληρώθηκε, πότε και με ποιο τρόπο το εν λόγω ποσό αλλά ούτε και παράθεσε οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες που να αποδεικνύει έστω και κατ΄ελάχιστο τους εν λόγω ισχυρισμούς του. Ούτε και κάλεσε την XXXXX Χάσικου ως μάρτυρα, ώστε να επιβεβαιώσει τις δικές του θέσεις χωρίς μάλιστα να παραθέσει οποιοδήποτε λόγο αλλά και να δώσει κάποια εξήγηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ούτε τη μαρτυρία του κατηγορούμενου μπορώ να αποδεχθώ και να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και με βάση τα κατατεθειμένα Τεκμήρια στα μόνα επιπρόσθετα ευρήματα που μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, είναι ότι η Μ.Κ 1 έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο συνολικού ποσού €30.000 και ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε, μεταξύ άλλων, την επίδικη επιταγή στην οποία ανέγραψε μόνο το ποσό και έθεσε την υπογραφή του. Όταν κατατέθηκε η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίων των εκδότη της και παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, η οποία έχει ως νομική βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών, από την παρουσίαση της, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000.00) ή και στις δύο ποινές.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος (Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16) που πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή είναι:
- Η έκδοση επιταγής
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και αρχίζοντας από το πρώτο, ήτοι αυτό της έκδοσης της επιταγής σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχήν θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η επίδικη επιταγή συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.
- Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί και από τη θεώρηση του Τεκμηρίου 2 προκύπτει ότι υπάρχει σ' αυτά ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός και στον οποίον θα χρεωνόταν η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμού του κατηγορούμενου καθώς και το ποσό της επιταγής. Περαιτέρω το ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή είναι παραδεκτό από τον ίδιο, ουδέποτε αμφισβητήθηκε και επιπρόσθετα επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ
- Αποτελεί όμως θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν συμπλήρωσε το όνομα του παραπονούμενου αλλά και την ημερομηνία πληρωμής και ότι αυτά προστέθηκαν μονομερώς, μετά που παραδόθηκε η επίδικη επιταγή, από την Μ.Κ 1 χωρίς ο κατηγορούμενος να γνωρίζει το οτιδήποτε, χωρίς να δώσει τέτοιες οδηγίες εφόσον ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον παραπονούμενο αλλά μόνο με την Μ.Κ
- Από την άλλη αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το όνομα του παραπονούμενου αναγράφηκε από την Μ.Κ 1, στην παρουσία του κατηγορούμενου, εφόσον ο ίδιος δεν ήξερε να το αναγράψει ορθά. Με το να επικαλείται όμως τη μη συμπλήρωση της επίδικης επιταγής ως προς το όνομα και την ημερομηνία πληρωμής, η υπεράσπιση εμμέσως πλην σαφώς θέτει θέμα μη νομότυπης έκδοσης της εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262: «έκδοση σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματείου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος». Σύμφωνα δε με τον ορισμό της «επιταγής» στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα για τους σκοπούς των προνοιών του 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Βέβαια το πιο πάνω λεκτικό δεν απαιτεί τη συμπλήρωση της επιταγής αποκλειστικά και μόνο από το χέρι του εκδότη. Σχετικό είναι το άρθρο 20[1] του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, το οποίο παρέχει την ευχέρεια στον κάτοχο συναλλαγματικής, όταν είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια, να συμπληρώσει την παράλειψη κατά τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο, αλλά θα πρέπει η συμπλήρωση να γίνει εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα από τον εκδότη εξουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του εν λόγω Νόμου, οι διατάξεις που εφαρμόζονται σε συναλλαγματικές πληρωτέες εν όψει εφαρμόζονται και σε επιταγές. Στο δε σύγγραμμα του Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», 2η έκδοση, στη σελίδα 241, αναφέρονται τα εξής, κάτω από τον τίτλο 'Υπογραφή εν λευκώ' : «Ο εκδότης μπορεί να υπογράψει την επιταγή, αλλά ενδεχομένως, είτε θεληματικά είτε από απροσεξία, ν'αφήσει ασυμπλήρωτο κάποιο στοιχείο, όπως για παράδειγμα, την ημερομηνία, το ποσό ή τ'όνομα του δικαιούχου. Η επιταγή αυτή καλείται λευκή. .. Η υπογραφή του εκδότη επί λευκής επιταγής και η παράδοσή της, παρέχει, εκ πρώτης όψεως, στον κάτοχό της εξουσία να συμπληρώσει τα κενά αργότερα, υπό μία, όμως, ουσιαστική προϋπόθεση, ότι η συμπλήρωση θα πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και με βάση τα συμφωνηθέντα. . Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να κατέχει κάποιος επιταγή με κενή την ημερομηνία και να τη συμπληρώσει μετά από δύο χρόνια. Το ζήτημα του εύλογου χρόνου είναι θέμα πραγματικό.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η μη συμπλήρωση της επιταγής σε σχέση με συγκεκριμένα σημεία (π.χ. όνομα δικαιούχου όπως είναι η προκειμένη περίπτωση) δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί η νομότυπη έκδοση της επιταγής, αφού ως προκύπτει από τα πιο πάνω παρέχεται ευχέρεια στον κάτοχο να συμπληρώσει την παράλειψη κατά τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η συμπλήρωση θα γίνει αφενός εντός ευλόγου χρόνου και αφετέρου σύμφωνα με τη δοθείσα από τον εκδότη εξουσία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε επιταγή στη Μ.Κ 1 σε σχέση με το ποσό που η τελευταία του έδωσε, ότι ο κατηγορούμενος είχε μόνο συναλλαγές μόνο με τη Μ.Κ 1 και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον παραπονούμενο και ότι το όνομα του δικαιούχου και η ημερομηνία πληρωμής συμπληρώθηκαν από αυτήν. Με την απόρριψη όμως της μαρτυρίας της Μ.Κ 1 και του παραπονούμενου στην ολότητα τους δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα αλλά και να αποδεχθώ τη δική τους εκδοχή γεγονότων ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος γνώριζε, έδωσε οδηγίες ή έστω λήφθηκε η συγκατάθεση του ώστε στο όνομα του δικαιούχου αντί να αναγραφεί το όνομα της Μ.Κ 1 να αναγραφεί το όνομα του παραπονούμενου. Εξάλλου ο παραπονούμενος, με βάση τα όσα ο ίδιος παραδέχεται, δεν έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού και ενημερώθηκε εκ των υστέρων από τη Μ.Κ
- Η δε θέση της Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή θα δίδετο στον παραπονούμενο δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που έχω πιο πάνω εξηγήσει και ως εκ τούτου το μοναδικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι η επίδικη επιταγή δεν συμπληρώθηκε καθ' όσον αφορά το όνομα βάσει σχετικής συμφωνίας με τον εκδότη. Με άλλα λόγια δεν αποδείχθηκε στον βαθμό που απαιτείται ότι το όνομα του παραπονούμενου συμπληρώθηκε από την Μ.Κ 1 στην επίδικη επιταγή κατόπιν σχετικής συνεννόησης ή συμφωνίας με τον κατηγορούμενο. Ούτε υπάρχει και αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δόθηκε εν λευκώ εξουσιοδότηση στην Μ.Κ 1 να συμπληρώσει κατά το δοκούν το όνομα του δικαιούχου. Στην υπόθεση L.C.D. DOMIKI LTD ν.
- R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30/1/2015, όπου μεταξύ άλλων εξετάστηκε η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η επιταγή δεν μπορούσε να λογισθεί ως επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.154 λέχθηκε ότι: «Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.
- Μάλιστα στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange 24η Έκδ. σελ. 31-33, γίνεται μνεία των περιπτώσεων των μη συμπληρωμένων συναλλαγματικών εγγράφων, θεωρουμένων τότε ως inchoate instruments, τα οποία όμως καθίστανται κανονικά αξιόγραφα εφόσον συμπληρώνονται δεόντως από τον κομιστή ή τον κάτοχο του. Όπως αναφέρεται, «A bill which is incomplete at the time of issue is to be treated, when delivered in accordance with the section, as though it had never been defective at all.». Το «section» εδώ, είναι το s. 20 του Bills of Exchange Act
- Και επίσης η παράλειψη της ένθεσης του ονόματος του δικαιούχου («payee») και άλλων ουσιαστικών στοιχείων, μπορούν να θεραπευτούν με τη συμπλήρωση τους από τον κάτοχο, δυνάμει του ως άνω s. 20 του Bills of Exchange Act 1882 (δέστε και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques 17η Έκδ. σελ. 102-111).» Όσον αφορά το δικαίωμα για συμπλήρωση της επιταγής με την αναγραφή του ονόματος του παραπονουμένου ως δικαιούχου αυτής, παραπέμπω επίσης στην απόφαση Τσιακλίδης v. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ 296, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματός του ως δικαιούχου (payee) και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Η σχετική εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής, κάτω από ανάλογες περιστάσεις, παρέχεται στον κάτοχο της επιταγής δυνάμει του Άρθρου 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Βλ. επίσης Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 3, παρ. 245» Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί η νομότυπη έκδοση της επίδικης επιταγής. Άλλωστε όπως έχει τονιστεί και στην υπόθεση Ερμογένους v. Aστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, στα πλαίσια ερμηνείας του όρου «έκδοση», το άρθρο 305Α πρόκειται περί ποινικής διάταξης η οποία θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και περιοριστικά. Επομένως αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης θεωρώ ότι στη προκειμένη περίπτωση έχουν αποδειχθεί τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων με βάση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι η επίδικη επιταγή εμφανίστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Ούτε επίσης αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η μη εξόφληση της επιταγής οφείλετο στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της. Επεστράφηκε απλήρωτη για ένα εκ των λόγων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 305Α
(1)(Νίκος Ιωάννου v. Ναναιμο Λτδ κ.α
(2005)2 Α.Α.Δ 555). Επίσης δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Πέραν της διαφωνίας των μερών ως προς την νομότυπη έκδοση της επιταγής υπάρχει επίσης διαφωνία στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επιταγή και ιδιαίτερα το αν δόθηκε αντιπαροχή για την έκδοση της, αφού θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι δόθηκε το ποσό της επιταγής σε μετρητά στον κατηγορούμενο για σκοπούς προσωπικού δανεισμού του, ενώ της υπεράσπισης ότι το ποσό αυτό δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο για σκοπούς τοκογλυφίας, δηλαδή αυτή δεν δόθηκε έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Το Δικαστήριο ως προκύπτει και από την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπόρεσε να καταλήξει σε ευρήματα ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα αφού τόσο η μαρτυρία της Μ.Κ 1 όσο και του κατηγορούμενου δεν έγιναν αποδεκτές. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, το οποίο εφαρμόζεται και σε επιταγές, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 73 του Κεφ. 262, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου επιταγής, ότι δηλαδή ο τελευταίος έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της επιταγής. Το ως άνω αναφερθέν άρθρο προβλέπει τα εξής: «30.
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Μακάριος Παναγιώτου v. Γεωργίας Φουρνίδου, 2012, 2 Α.Α.Δ. 916 σε σχέση με το νόμιμο αντάλλαγμα και την ύπαρξη τεκμηρίου: «Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής». Ο παραπονούμενος ως προς το ζήτημα της αντιπαροχής επέλεξε να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262, αλλά στη δική του μαρτυρία και την μαρτυρία της Μ.Κ.1 (ότι δηλαδή δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο και επομένως έδωσε αντιπαροχή) η οποία όμως κρίθηκε αναξιόπιστη. Ως προς τις συνέπειες της επιλογής του αυτής, σχετικά είναι επίσης τα λεχθέντα στην υπόθεση Μακάριος Παναγιώτου (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν επί λέξει τα εξής: «Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ακόμα μια παράμετρος. Ως προς την ύπαρξη αντιπαροχής ο εφεσείων επέλεξε να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 30
(1)του Νόμου, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας. Η επί του προκειμένου όμως εκδοχή του, δηλαδή ότι εξαργύρωσε την επιταγή και συνεπώς έδωσε αντιπαροχή, δεν έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο υπενθυμίζουμε απέρριψε τη μαρτυρία του στο σύνολο της, ως αναξιόπιστη. Επομένως, υιοθέτηση της εισήγησης της υπεράσπισης αναπόφευκτα θα δημιουργούσε, υπό τις περιστάσεις, αντιφατική κατάσταση, καθότι θα οδηγούσε ουσιαστικά σε εξουδετέρωση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εφεσείοντα.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στη πρόσφατη απόφαση Κυριάκου ν. Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, ημερομηνίας 31/10/2018 όπου, επί του προκειμένου, λέχθηκε ότι: «Το Δικαστήριο δέχθηκε και άλλωστε αυτά δεν αμφισβητήθηκαν, ότι ο εφεσίβλητος είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές, ότι αυτές εμφανίστηκαν δεόντως στην τράπεζα για πληρωμή και ότι δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων εντός 15 ημερών από της παρουσίασής τους. Έκρινε όμως αναξιόπιστες τις εκδοχές αμφοτέρων, παραπονούμενου/κατήγορου (εφεσείοντα) και κατηγορούμενου (εφεσίβλητου) σε ότι αφορά το κατά πόσο είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση των επιταγών, όπως ο εφεσείοντας ισχυριζόταν. Συνεπεία τούτου το Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να καταλήξει σε ευρήματα, οπότε εφάρμοσε την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου
(2012)2 ΑΑΔ 916, στην οποία, όπως και στην παρούσα, ο παραπονούμενος/εφεσείοντας είχε επιλέξει να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262, αλλά να προσφέρει μαρτυρία η οποία κρίθηκε αναξιόπιστη. Θεωρήθηκε ότι το τεκμήριο δεν ενεργοποιείται σε τέτοια περίπτωση και, μάλιστα, ότι θα οδηγούσε σε αντιφατική κατάσταση, ήτοι σε εξουδετέρωση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εφεσείοντα.» Απόλυτα επίσης σχετική με το υπό συζήτηση θέμα είναι και η προγένεστη υπόθεση Γιαννάκης Τριφταρίδης v. Σάββα Ηρακλέους, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, 18/11/2017 όπου λέχθηκε επίσης ότι: «Ο εφεσείων αμφισβητεί την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου προβάλλοντας ένα μόνο λόγο έφεσης, ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς το Νόμο επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ο εφεσείων εισηγείται ότι σε κανένα στάδιο δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι αυτός ήταν «κάτοχος» των επίδικων επιταγών εν τη εννοία του Νόμου και θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262. Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η Υπεράσπιση είναι αυτή που έχει στους ώμους της το βάρος της ανατροπής του με την προσκόμιση μαρτυρίας. Αυτό το βάρος η υπεράσπιση δεν μπόρεσε να το αποσείσει σύμφωνα με την εισήγηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα διαφοροποίησε την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου (πιο πάνω) από την παρούσα ως προς τα γεγονότα. Εξετάσαμε την εισήγηση του εφεσείοντα υπό το φως του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 και της νομολογίας και, με όλο το σεβασμό, κρίνουμε ότι αυτή δεν ευσταθεί. Το άρθρο 30
(1)προνοεί ως ακολούθως: «Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο. Δεν διαφωνούμε με τον κ. Βορκά ότι τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικά από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση. Συνακόλουθα, ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.» Ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής, έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου τέτοιες αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή έχει εκδοθεί αλλά και το αντάλλαγμα που δόθηκε που δεν αφήνουν άλλη επιλογή από του να αθωώσει τον κατηγορούμενο και για τον επιπρόσθετο λόγο αυτό. Δεν έχει πεισθεί το Δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την προέλευση και την έκταση του κατ'ισχυρισμόν ανταλλάγματος της επίδικης επιταγής. Υπό το φως των πιο πάνω και εν όψει των σοβαρών αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και ιδίως ως προς το αντάλλαγμα αυτής, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές περιήλθαν στην κατοχή του παραπονούμενου και δεδομένου του ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστες όλες τις μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ..........) M. Xαραλάμπους, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 20.-
(1)Όταν απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική, ισχύει ως εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής ως πλήρης συναλλαγματικής για οποιοδήποτε ποσό που καλύπτεται από το χαρτόσημο, αφού χρησιμοποιηθεί γι' αυτό η υπογραφή του εκδότη, ή του αποδέκτη ή οπισθογράφου~ και κατά τον ίδιο τρόπο, όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πρίν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό: Νοείται ότι αν μετά τη συμπλήρωση του οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο μεταβιβασθεί σε κάτοχο κατά τον προσήκοντα τρόπο είναι έγκυρο και αποτελεσματικό για όλους τους σκοπούς που το κατέχει, και δύναται να εκτελέσει τούτο ωσάν να είχε συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο