FROU FROU INVESTMENTS LTD ν. Rolandos Enterprises Public LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:16433/2015, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B122 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:16433/2015 FROU FROU INVESTMENTS LTD Κατηγορούσα Αρχή -και-
- Rolandos Enterprises Public LTD
- XXXXX Λοίζου
- XXXXX Λοίζου
- Valia Secretarial Limited Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31/7/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Σοφοκλέους Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορουμένη είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) ενώ ο 2ος και 3ος κατηγορούμενος είναι οι αξιωματούχοι αυτής. Τα πιο πάνω πρόσωπα κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να συμμορφωθούν στο αίτημα της παραπονουμένης όπως της δοθούν αντίγραφα των τελευταίων ισολογισμών της 1ης κατηγορούμενης (1η κατηγορία), κατά παράβαση του άρθρου 152
(3)και
(4)(γ) του περί Εταιρειών Νόμου (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν, εντός 7 ημερών, στο αίτημα της παραπονούμενης, ημερομηνίας 24.6.2015, με το οποίο ως μέλος της 1ης κατηγορούμενης ζήτησε αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της τελευταίας για τα έτη 2010-2014, οι οποίες περιλάμβαναν και τους τελευταίους ισολογισμούς της. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν την μη παραδοχή τους στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και 2η κατηγορία από την οποία απαλλάχθηκαν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 29.6.
- Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους διαδίκους τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη, εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, ήταν και εξακολουθεί να είναι μέλος της 1ης κατηγορουμένης, κατέχοντας ποσοστό 8.9% των μετοχών της.
- Η παραπονούμενη απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 24.6.15, προς την 1η κατηγορουμένη, ζητώντας όπως ετοιμαστεί από ένα αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορουμένης για τα έτη 2010-2014 και να ενημερωθεί αναλόγως, για να μπορέσει να διευθετήσει την παραλαβή τους.
- Οι οικονομικές καταστάσεις που ζητήθηκαν, περιλάμβαναν τους τελευταίους ισολογισμούς της 1ης κατηγορουμένης.
- Η Γενική Συνέλευση της 1ης κατηγορουμένης, πραγματοποιήθηκε την 12.6.15, αφού προηγήθηκαν οι ανακοινώσεις για τη σύγκλιση της στις 25.5.
- Αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων, της 1ης κατηγορουμένης για το έτος 2014 ήταν διαθέσιμο την 21.5.15, δηλαδή 21 ημέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση.
- Η 1η κατηγορουμένη, απάντησε στην επιστολή της παραπονούμενης, με επιστολή της, ημερομηνίας 6.7.
- Οι κατηγορούμενοι εμμένουν στις θέσεις τους μέχρι σήμερα, ως η απαντητική τους επιστολή, ημερομηνίας 6.7.15 (Τεκμήριο 2).
- Η παραπονούμενη απάντησε στην επιστολή της 1ης κατηγορουμένης, ημερομηνίας 6.7.15, με επιστολή της ημερομηνίας 7.7.15 (Τεκμήριο 3).
- Η παραπονούμενη, εμμένει στις θέσεις της μέχρι σήμερα, ως η απαντητική της επιστολή, ημερομηνίας 7.7.
- Η παραπονούμενη, έχει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα που έχει ζητήσει τα οποία είναι δημοσιευμένα. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αποτελούν ταυτόχρονα και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη εφόσον δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάσταση μεταξύ των διαδίκων ως προς τα γεγονότα που έχουν μεσολαβήσει. Το τί αποτελεί επίδικο θέμα είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν, την εκ του Νόμου υποχρέωση πάντοτε βέβαια σε συσχετισμό με το περιεχόμενο του υποβληθέντος αιτήματος της παραπονούμενης, να ικανοποιήσουν το αίτημα της. Η εκδοχή της υπεράσπισης ήταν ότι το αίτημα που υποβλήθηκε στην 1η κατηγορούμενη, ως αυτό διατυπώθηκε, και ακολούθως η παράλειψη ικανοποιήσης του δεν δημιουργεί οποιοδήποτε αδίκημα. Περαιτέρω ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι τα εν λόγω ζητηθέντα έγγραφα μπορούσαν να ληφθούν μέσω άλλης οδού εφόσον ήταν ήδη δημοσιευμένα στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα, τον κ. XXXXX Άλκη Χ'' Κυριάκο (Μ.Κ 1), διευθύνοντα σύμβουλο της παραπονούμενης. Το Δικαστήριο αφού κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, εκ μέρους των κατηγορουμένων και με δεδομένο της κοινής τους υπεράσπισης επέλεξε να καταθέσει ενόρκως μόνο ο 3ος κατηγορούμενος, χωρίς να κληθεί οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι μετά το αίτημα της παραπονούμενης να λάβει τις οικονομικές καταστάσεις και τον τελευταίο ισολογισμό της 1ης κατηγορουμένης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση εκ μέρους των κατηγορουμένων. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι αφότου οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να τους προσκομίσουν τις οικονομικές καταστάσεις, η παραπονούμενη τις αναζήτησε και τις εντόπισε (Τεκμήριο 4) μέσω του διαδικτύου. Θέση του ήταν ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι ολοκληρωμένο εφόσον είναι ελλιπής. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας, αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 3 έχει αποσταλεί από τον οικονομικό διευθυντή της παραπονούμενης προς την 1η κατηγορουμένη. Ο 3ος κατηγορούμενος ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι είναι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της 1ης κατηγορούμενης. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη με την παραπονούμενη έχουν οικονομικές διαφορές και μεταξύ τους εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίες που ηγέρθηκαν από πλευράς της παραπονούμενης. Ανάφερε περαιτέρω ότι η 1η κατηγορούμενη έγινε δέκτης απειλών από την παραπονούμενη, μέσω του Μ.Κ 1 και είναι για το λόγο αυτό που καταχωρίστηκε, μεταξύ άλλων, και η παρούσα υπόθεση. Ο λόγος που σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα της παραπονούμενης, όπως φαίνεται και στην επιστολή Τεκμήριο 2, ήταν γιατί τα ζητηθέντα έγγραφα ήταν ήδη δημοσιευμένα στο ΧΑΚ όπου η 1η κατηγορούμενη τους παράπεψε ώστε να λάβουν αντίγραφα αυτών. Το γεγονός ότι το αίτημα της παραπονούμενης ήταν καταχρηστικό τεκμαίρεται και από το γεγονός ότι η παραπονούμενη ουδέποτε προσήλθε σε οποιανδήποτε Γενική Συνέλευση (Γ.Σ) της 1ης κατηγορούμενης όπου ήταν διαθέσιμα τα ζητηθέντα έγγραφα. Περαιτέρω, ο τελευταίος ισολογισμός της 1ης κατηγορούμενης ήταν και πάλι διαθέσιμος στα γραφεία της τελευταίας, 15 μέρες προηγουμένως πριν από τη σύγκληση της Γ.Σ ως προστάζει ο σχετικός νόμος. Η παραπονούμενη και πάλι ουδέποτε προσήλθε να τα παραλάβει. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε το γεγονός ότι ο λόγος που δεν ικανοποίησε το αίτημα της παραπονούμενης ήταν λόγω του ότι αυτό ήταν καταχρηστικό από τη στιγμή που τα ζητηθέντα έγγραφα ήταν διαθέσιμα προς όλα τα μέλη από πρηγουμένως, συμπεριλαμβανομένης και της παραπονούμενης. Το αίτημα πρόσθεσε της παραπονούμενης υπεβλήθη μετά τη σύγκλιση της Γ.Σ και την δημοσίευση τους στο XAK και αυτό επιβεβαιώνει ότι πρόθεση της ήταν να υλοποιήσει τις απειλές της και να δημιουργήσει προβλήματα προς την 1η κατηγορούμενη. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η παραπονούμενη, ως μέλος της 1ης κατηγορούμενης, είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει τον τελευταίο ισολογισμό της και ότι η 1η κατηγορούμενη είναι υποχρεωμένη, με βάση την νομοθεσία, να παραδίδει σε μέλος της 1ης κατηγορούμενης τον τελευταίο ισολογισμό όταν και εφόσον αυτός ζητηθεί. Αρνήθηκε επίσης σχετική θέση ότι τα όσα αναφέρει περί κατάχρησης και για τον λόγο που η παραπονούμενη δεν παρέδωσε τα ζητηθέντα έγγραφα λέχθηκαν για πρώτη φορά σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, εφόσον οι θέσεις αυτές δεν αναγράφονται στην απαντητική επιστολή που απέστειλε η 1η κατηγορούμενη προς την παραπονούμενη. Εξέφρασε επίσης τη θέση ότι τα ζητηθέντα έγγραφα η παραπονούμενη τα είχε στην κατοχή της, πριν υποβάλει το σχετικό αίτημα, εφόσον τα προσκόμισε σε άλλες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν μεταξύ των διαδίκων. Τέλος δεν αποδέχθηκε τη θέση ότι οι οικονομικές καταστάσεις της 1ης κατηγορούμενης που δημοσιευθήκαν στο ΧΑΚ είναι ελλιπείς προσθέτοντας ότι εάν αυτές ήταν πράγματι ελλιπείς θα υφίσταντο οικονομικές κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 1 στην ολότητα της εφόσον αυτή αφενός συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου η εν λόγω μαρτυρία του έχει παραμείνει στην ολότητα της αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάσθηκε από την υπεράσπιση σε σχέση με τα όσα αναφέρε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε ώστε το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να μην την κάνει πλήρως αποδεκτή. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι και τη μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου μόνο ως προς τα γεγονότα που έχουν μεσολαβήσει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι τις οποιεσδήποτε προσωπικές του απόψεις ότι το αίτημα της παραπονούμενης και συνεπακόλουθα η καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής υπόθεσης είναι καταχρηστική. Για τον ίδιο λόγο ούτε και η προσωπική του άποψη ότι η 1η κατηγορούμενη δεν είχε υποχρέωση, με βάση το νόμο, να ικανοποιήσει το αίτημα της παραπονουμένης θα ληφθεί υπόψιν. Αυτά είναι ζητήματα αμιγώς νομικά για τα οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο, αφού λάβει υπόψη του την ενώπιον του μαρτυρία, έγγραφη και προφορική. Ως προς το περιεχόμενο της υπόλοιπης του μαρτυρίας διαπίστωσα ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ευθύς και απαντούσε στις ερωτήσεις του με αμεσότητα. Έχω διαπιστώσει επίσης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Η μαρτυρία του συνάδει επίσης με τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα ενώ επίσης μέρος της ουδόλως έχει αμφισβητηθεί και παρέμεινε αναντίλεκτη. Ούτε επίσης συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Για παράδειγμα αποτελεί κοινό τόπο ότι μεταξύ των μερών εκκρεμούν και άλλες μεταξύ τους δικαστικές διαδικασίες καθώς επίσης αποδέχεται το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν ικανοποιήσαν το αίτημα της παραπονούμενης για τους λόγους που ανάφερε στην ένορκη του μαρτυρία. Επίσης οι λόγοι που δεν ικανοποίησε το αίτημα της παραπονούμενης η 1η κατηγορούμενη επιβεβαιώνονται, εν μέρει, και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2. Το γεγονός επίσης ότι η παραπονούμενη ουδέποτε προσήλθε σε οποιανδήποτε Γενική Συνέλευση της εταιρείας δεν έχει αμφισβητηθεί από την παραπονουμένη κατά την αντεξέταση και εξάλλου επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Επίσης αποτελεί κοινό τόπο ότι τα ζητηθέντα έγγραφα ήταν διαθέσιμα πριν την σύγκληση της Γ. Σ, ως προνοεί η κείμενη νομοθεσία, αλλά και κατά την διάρκεια αυτής, και ότι οι ισολογισμοί και οι οικονομικές καταστάσεις έχουν δημοσιευθεί στο ΧΑΚ, αμέσως μετά τη Γ.Σ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν ήδη των πιο πάνω ευρημάτων, στα επιπρόσθετα πιο κάτω ευρήματα: Η παραπονούμενη με αίτημα της στις 24.6.15 ζήτησε τις οικονομικές καταστάσεις της 1ης κατηγορούμενης για τα έτη 2010-2014, οι οποίες περιλάμβαναν τους τελευταίους ισολογισμούς της. Οι κατηγορούμενοι δεν ικανοποιήσαν το αίτημα της παραπονούμενης προβάλλοντας τη θέση ότι αυτά είναι ήδη δημοσιευμένα. Μεταξύ των διαδίκων υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες. Η παραπονούμενη δεν προσήλθε σε οποιαδήποτε Γ.Σ της 1ης κατηγορούμενης όπου τα ζητηθέντα έγγραφα ήταν από πριν και κατά τη διάρκεια της διαθέσιμα προς όλα τα μέλη της. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί η νομική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι εδράζεται στο άρθρο 152
(3)και 4(γ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 το οποίο, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, έχει ως ακολούθως: «Δικαίωμα λήψης αντιγράφων ισολογισμών και εκθέσεων των ελεγκτών 152.-
(1)Οι σύμβουλοι παρουσιάζουν στην εταιρεία σε γενική συνέλευση - (α) το σύνολο των οικονομικών καταστάσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. (β) .. (γ) . Νοείται ότι στην ειδοποίηση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 127, στην οποία θα κατατεθούν τα πιο πάνω έγγραφα, θα γίνεται μνεία ως προς τον τόπο και τρόπο διάθεσής τους.
(2)Αντίγραφο των εγγράφων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι διαθέσιμο τουλάχιστον είκοσι μία μέρες πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης. Τέτοιο αντίγραφο δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από την εταιρεία, χωρίς πληρωμή, είτε σε ηλεκτρονική είτε σε έντυπη μορφή: (
- i)κάθε μέλος της εταιρείας, ανεξάρτητα αν αυτό δικαιούται να λαμβάνει ειδοποιήσεις γενικών συνελεύσεων της εταιρείας. (
- ii). (iii). Νοείται ότι: (α) ... (β) κατά την Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η εταιρεία θα έχει διαθέσιμα προς διανομή στους παριστάμενους μετόχους τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και οφείλει επίσης να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της για τη δημοσίευση των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις οποιασδήποτε συναφούς νομοθεσίας, είτε στον ημερήσιο τύπο είτε στην ιστοσελίδα της είτε προς οποιεσδήποτε αρμόδιες εποπτικές αρχές, καθώς και στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, εφόσον η εταιρεία είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
(3)Μέλος εταιρείας, είτε αυτό δικαιούται να λάβει, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, αντίγραφα ισολογισμών της εταιρείας είτε όχι, και κάτοχος χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας, είτε αυτός δικαιούται σε αυτό είτε όχι, δικαιούται μετά από αίτηση να λάβει χωρίς πληρωμή αντίγραφο, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, του τελευταίου ισολογισμού της εταιρείας, περιλαμβανομένου κάθε αντίγραφου που απαιτείται από το νόμο να επισυνάπτεται σε αυτό, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης των ελεγκτών για τον ισολογισμό, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.
(4)(α). (β). (γ)Σε περίπτωση που, όταν πρόσωπο ζητά οποιοδήποτε έγγραφο που δικαιούται να λάβει σύμφωνα με το εδάφιο
(3), γίνεται παράλειψη συμμόρφωσης μέσα σε επτά ημέρες από την υποβολή της απαίτησης, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της που ευθύνεται για την παράλειψη διαπράττει ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες (Λ.Κ. 500).» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω αδικήματος, το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι ότι διέπραξαν, αυτό είναι αδίκημα «απόλυτης ευθύνης» (strict liability offence). Δεν απαιτείται δηλαδή για την στοιχειοθέτηση του η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου δηλαδή η ύπαρξη πρόθεσης και γνώσης εκ μέρους των κατηγορουμένων (mens rea) των συστατικών στοιχείων του αδικήματος αλλά αρκεί για την στοιχειοθέτηση του μόνο η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) των συστατικών στοιχείων του. Τίθεται επομένως μία υποχρέωση από το Νόμο παράβαση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα. Για τα αδικήματα απόλυτης ευθύνης έχει λεχθεί στην, κλασική, θα έλεγα, για το ζήτημα, απόφαση Sea Island Tours Ltd ν. KOT,
(1995)2 Α.Α.Δ. 196 τα εξής: «Το πώς προσεγγίζεται ερμηνευτικά μια ποινική διάταξη προκειμένου να διαγνωστεί το κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη, εξετάστηκε από το Εφετείο, με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, στην υπόθεση Hailis v. The Polide
(1982)2 C.L.R. 99 όπου τέθηκαν οι ακόλουθες γενικές κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες συνοψίζουμε, προσθέτοντας και κάποιες επεξηγήσεις. Το θέμα κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd [1995] 1 All E.R. 225. To ζήτημα εδώ δεν απαιτεί εκτενή συζήτηση δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μας, το λεκτικό της διάταξης, ερμηνευόμενο από μόνο του χωρίς αναφορά προς οτιδήποτε άλλο, καταδείχνει τη δημιουργία αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Αναδύεται ευκρινώς πως με την εκδήλωση της προσδιορισθείσας ενέργειας, εφόσον προκύπτει η παράβαση, τελείται το αδίκημα.» Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298 επίσης λέχθηκε ότι: «Για τη διάγνωση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, για το οποίο δεν απαιτείται η απόδειξη mens rea, εκτός από το λεκτικό της νομοθετικής πρόνοιας που δημιουργεί το αδίκημα, σημασία έχει και η φύση του αδικήματος. Για παράδειγμα πράξεις που απαγορεύονται από το Νόμο και τιμωρούνται απ' αυτόν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας πολιτικής, ή δημόσιας ευημερίας, όχι σπάνια αποτελούν αντικείμενο αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (Δέστε: Sherras v. De Rutzen [1895] 1 Q.B. 918. Δέστε επίσης: Hailis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 και Sea Island Travel & Tours Ltd κ.ά. ν. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. 196).» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στη πολύ πρόσφατη υπόθεση Safwan v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 36/19, ημερομηνίας 1/7/2020). Από το λεκτικό της προαναφερόμενης πρόνοιας, από τη φύση του νομοθετήματος και από το πρόβλημα το οποίο το νομοθέτημα αποσκοπεί να επιλύσει, που είναι στο ότι η εταιρεία και οι αξιωματούχοι αυτής οφείλουν να ενημερώνουν τα μέλη τους, τα οποία ουσιαστικά επένδυσαν στην εταιρεία καταβάλλοντας χρηματικό τίμημα για την αγορά μετοχών, ως προς το ποια είναι η οικονομική κατάσταση της, στα πλαίσια της διαφάνειας και την ορθής ενημερώσεις, συνάγεται ότι το αδίκημα που δημιουργήθηκε με την προαναφερόμενη νομοθετική πρόνοια είναι ουσιαστικά αδίκημα αυστηρής ευθύνης ώστε να διασφαλιστούν οι σκοποί του Νόμου. Δεν ενυπάρχει οτιδήποτε στην πιο πάνω νομοθετική πρόνοια που να οδηγεί ότι για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος απαιτείται η απόδειξη υποκειμενικής υπόστασης (mens rea). Περαιτέρω, είναι ξεκάθαρο ότι το πρόβλημα που ήθελε ο νομοθέτης να επιλύσει με την ποινικοποίηση της πιο πάνω πράξης είναι η προστασία των μελών μίας εταιρείας. Πρόκειται δε για αδίκημα που αποβλέπει στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στρεφόμενος στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και από το συνδυασμένο λεκτικό των πιο πάνω υποπαραγράφων του εν λόγω άρθρου, συνάγεται ότι αυτά είναι τα ακόλουθα: (Α) Μέλος εταιρείας (Β) Μετά από αίτηση (Γ) δικαιούται να λάβει, χωρίς πληρωμή, αντίγραφο του τελευταίου ισολογισμού της εταιρείας, περιλαμβανομένου κάθε αντίγραφου που απαιτείται από τον νόμο, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης των ελεγκτών για τον ισολογισμό. (Δ) Σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή (Ε) Εντός 7 ημερών από την υποβολή του αιτήματος και (Στ) η εταιρεία και οι αξιωματούχοι της παραλείπουν να συμμορφωθούν εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Σε σχέση με το 1ο συστατικό δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η παραπονούμενη είναι μέλος της 1ης κατηγορούμενης εφόσον κατέχει αριθμό μετοχών σύμφωνα και με τα παραδεκτά γεγονότα. Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 27 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο, για το ποια πρόσωπα θεωρούνται μέλη μίας εταιρείας. «Ιδιότητα μέλους Εταιρείας Ορισμός μέλους 27.-
(1)Αυτοί που προσυπόγραψαν το ιδρυτικό έγγραφο εταιρείας θα θεωρούνται ότι έχουν συμφωνήσει να γίνουν μέλη της εταιρείας και με την εγγραφή της καταχωρούνται ως μέλη στο μητρώο μελών.
(2)Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που συμφωνεί να γίνει μέλος εταιρείας και το όνομα του καταχωρείται στο μητρώο των μελών της, είναι μέλος της εταιρείας.» Όσον αφορά το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή θα πρέπει να υποβληθεί αίτημα από μέλος, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση προς την 1η κατηγορούμενη αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου και είναι κοινός τόπος και των δύο μερών ότι η παραπονούμενη υπέβαλε πράγματι αίτημα προς την 1η κατηγορούμενη, στις 24.6.14, μέσω επιστολής όπως της προσκομισθούν από ένα αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορουμένης για τα έτη 2010-2014 στις οποίες περιλαμβανόταν και οι τελευταίοι ισολογισμοί της 1ης κατηγορουμένης. Επομένως πληρείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Στρεφόμενος στο 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή το μέλος δικαιούται να λάβει, χωρίς πληρωμή, αντίγραφο του τελευταίου ισολογισμού της εταιρείας, περιλαμβανομένου κάθε αντίγραφου που απαιτείται από τον νόμο, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης των ελεγκτών για τον ισολογισμό κρίνω ότι πληρείται και αυτό στην προκειμένη. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα με το αίτημα της η παραπονούμενη ζήτησε, μεταξύ άλλων και τις οικονομικές καταστάσεις του 2014 οι οποίες περιλάμβαναν και τον τελευταίο ισολογισμό της 1ης κατηγορουμένης. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρείται το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Και τούτο γιατί με βάση το λεκτικό του πουθενά δεν αναγράφεται ότι μέλος εταιρείας δικαιούται να ζητήσει τους ισολογισμούς των τελευταίων ετών, όπως εξάλλου έπραξε με το αίτημα της η παραπονούμενη. Αντίθετα η επίδικη νομοθετική διάταξη προνοεί ότι το μέλος δικαιούται να ζητήσει μόνο τον τελευταίο ισολογισμό της εταιρείας και τίποτα περισσότερο. Συνεπακόλουθα το αίτημα που υποβλήθηκε προς την 1η κατηγορούμενη δεν προβλέπεται στο Νόμο και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν δύναται να τους καταδικάσει. Περαιτέρω ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης πως εάν, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αυτό αποφανθεί ότι στοιχειοθετείτε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα δεν μπορεί το Δικαστήριο να τροποποιήσει ούτε την έκθεση ούτε και τις λεπτομέρειες του αδικήματος ενόψει και του χρονικού σημείου της τροποποίησης, του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι θα βρίσκονται αντιμέτωποί με ένα εντελώς νέο αδίκημα, ότι η υπεράσπιση των κατηγορουμένων βασίσθηκε με βάση το υπάρχον αδίκημα που είχε ενώπιον της και ότι οποιαδήποτε τροποποίηση θα τους επηρεάσει δυσμενώς. Τέλος ήταν η εισήγηση τους ότι ενόψει του λανθασμένου αιτήματος της παραπονουμένης οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθούν. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαιδευτο συνήγορο της υπεράσπισης οι πιο πάνω θέσεις του δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Είναι κοινός τόπος ότι στο αίτημα της παραπονούμενης ζητήθηκε, πέραν του τελευταίου ισολογισμού της, και οι ισολογισμοί των προηγούμενων 3 ετών (2010-2013). Προς τιμή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης αποδέκτηκτε ότι με το αίτημα ζητήθηκαν, εκ του περισσού, επιπρόσθετα στοιχεία από αυτά που η παραπονούμενη είχε το δικαίωμα εκ του Νόμου να ζητήσει. Δεν θεωρώ όμως ότι από τη στιγμή που ζητήθηκαν και επιπρόσθετα στοιχεία το αίτημα της παραπονούμενης είναι λανθασμένο και δεν είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης εφόσον στο εν λόγω υπεβληθέν αίτημα συμπεριλαμβάνετο και ο τελευταίος ισολογισμός, ως είχε δικαίωμα η παραπονούμενη να ζητήσει. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν και είχαν αντιληφθεί ότι στο αίτημα συμπεριλαμβάνετο και ο τελευταίος ισολογισμός, ως συνάγεται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έγγραφη και προφορική. Ούτε και μέσω της απαντητικής τους επιστολής (Τεκμήριο 2) αλλά ούτε και μέσα από την ένορκη μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου, η 1η κατηγορούμενη προέβαλε τη θέση ότι ο λόγος μη συμμόρφωσης της με το αίτημα των παραπονουμένων ήταν γιατί τέθηκε ενώπιον της ένα λανθασμένο αίτημα ή ένα αίτημα το οποίο η ίδια δεν είχε κατανοήσει επαρκώς. Αντίθετα ο λόγος άρνησης της 1ης κατηγορούμενης ήταν ότι τα ζητηθέντα στοιχεία από την παραπονούμενη είναι δημοσιευμένα στο ΧΑΚ. Θα πρόσθετα δε ότι θα μπορούσε να αποτελούσε υπεράσπιση για τους κατηγορουμένους το υποθετικό σενάριο ότι ενώ παρέδωσαν τον τελευταίο ισολογισμό, ως είχαν υποχρέωση να πράξουν, αρνούνταν να παραδώσουν τα υπόλοιπα ζητηθέντα έγγραφα λόγω του ότι δεν προβλέπονται να ζητηθούν και οι κατηγορούμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση συμμόρφωσης. Ούτε και θεωρώ ότι χρήζει οποιασδήποτε τροποποίησης το κατηγορητήριο και ειδικότερα οι λεπτομέρειες αδικήματος του σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Πράγματι ως είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες του αδικήματος συνάγεται ότι αυτές πράγματι δεν έχουν διατυπωθεί ορθά εφόσον αυτό το οποίο προσάπτεται στους κατηγορούμενους είναι ότι παρέλειψαν να προσκομίσουν αντίγραφα των οικονομικών καταστάσεων της 1ης κατηγορούμενους, οι οποίες περιλάμβαναν τους τελευταίους ισολογισμούς της. Αυτό που αποδίδεται στους κατηγορουμένους είναι και παραλείψεις που δεν προβλέπονται από το σχετικό άρθρο εφόσον ζητήθηκαν εκ του περισσού και οι ισολογισμοί προηγούμενων ετών ενώ η νομοθετική πρόνοια προβλέπει ότι μπορεί να ζητηθεί μόνο ο τελευταίος ισολογισμός. Επομένως από τη στιγμή που, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, στοιχειοθετηθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το ότι εκ του περισσού αναγράφηκαν και άλλες παραλείψεις, οι οποίες δεν συνιστούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κρίνω ότι δεν χρήζει και δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου (Μιχαήλ Θωμά v Aστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Επομένως για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι αποδείχθηκε και το 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το 4ο, 5ο και 6ο συστατικό στοιχείο αποτελεί κατάληξη μου ότι πληρούνται και αυτά εφόσον αποτελεί κοινό έδαφος των μερών αλλά και των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε συμμορφώθηκαν στο αίτημα της παραπονουμένης εντός της χρονικής προθεσμίας των 7 ημερών εφόσον μέχρι και σήμερα δεν της δόθηκε από την 1η κατηγορούμενη ο τελευταίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ισολογισμός της. Η υπεράσπιση που προώθησαν, μεταξύ άλλων, οι κατηγορούμενοι για τη μη συμμόρφωση τους ως προς το υποβληθέν αίτημα, ότι δηλαδή τα ζητηθέντα στοιχεία είναι ήδη δημοσιευμένα στο ΧΑΚ, ως η κείμενη νομοθεσία επιβάλλει, δεν μπορεί να επιτύχει. Και τούτο γιατί με βάση την επίδικη νομοθετική πρόνοια το ότι μέλος μπορεί να λάβει τα ζητηθέντα στοιχεία μέσω άλλης οδού δεν αναιρεί την θετική υποχρέωση που έχουν η εταιρεία και οι αξιωματούχοι αυτής και που τους επιβάλλει το άρθρο 152
(3)να συμμορφωθούν ως προς το αίτημα της παραπονούμενης. Η εν λόγω θετική υποχρέωση είναι ανεξάρτητη με την υποχρέωση που έχει η εταιρεία να έχει διαθέσιμα προς διανομή και δημοσίευση τους εν λόγω ισολογισμούς. Έπεται ότι και η εισήγηση αυτή δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ήγειρε, περαιτέρω, ότι η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση έχει εγερθεί καταχρηστικά λόγω του ότι η παραπονούμενη προωθεί μία ποινική διαδικασία για να επιτύχει διαφορετικό σκοπό και στόχο από αυτό που προνοεί ο Νόμος. Και τούτο γιατί μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούν και άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες, με βάση τη μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου, προωθούνται με σκοπό την ταλαιπωρία των κατηγορουμένων. Για το πότε υφίσταται κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας αλλά και για τo ποια είναι η εξουσία του Δικαστηρίου και τι μέτρα μπορεί να λάβει ώστε να την καταστείλει παραπέμπω στην ενδιάμεση απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 29.6.2020, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως όπου και παρατέθηκε η σχετική επί του θέματος νομολογία, την οποία υιοθετώ και για τους σκοπούς σύνταξης της παρούσας απόφασης. Ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Σημειώνω ότι ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας τέθηκε από την υπεράσπιση και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Ειδικότερα η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση εφόσον η παραπονούμενη επιδιώκει αλλότριους σκοπούς από τη στιγμή που η παραπονούμενη έχει σήμερα στη κατοχή της τα εν λόγω έγγραφα. Ως ανάφερα το αίτημα το οποίο ηγέρθη στις τελικές αγορεύσεις των μερών είναι διαφορετικό από το αίτημα που υπεβλήθη στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο και η εισήγηση του αυτή δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα και ως εκ τούτου υπόκειται σε απόρριψη. Τα ενώπιον μου γεγονότα όπως έχουν τεθεί δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, κατάχρηση διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί του 3ου κατηγορουμένου ότι η 1η κατηγορούμενη έγινε δέκτης απειλών από την παραπονούμενη, ότι υπέβαλλε διάφορα και συνεχή καταχρηστικά αιτήματα με σκοπό να «κάνει τη ζωή δύσκολη» προς την 1η κατηγορούμενη και ότι μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες ηγέρθηκαν από την παραπονούμενη είναι ζητήματα, θέσεις, ισχυρισμοί και γεγονότα τα οποία ουδέποτε τέθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης στον Μ.Κ 1 ώστε να θέσει την άποψη και τις θέσεις του επί των ζητημάτων αυτού. Επομένως οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του 3ου κατηγορούμενου θα πρέπει να αγνοηθούν με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα περί καταχρηστικότητας. Απόλυτα σχετική επι του θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020 όπου επαναβεβαιώθηκε, με παραπομπή σε προγενέστερες υποθέσεις, η πάγια αρχή της νομολογίας ότι στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης αντεξέτασης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «.Στην Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα: «. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.» Επίσης στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527 λέχθησαν επίσης τα ακόλουθα: «Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it."Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1. Δε θεωρούμε την εξήγηση της παράλειψης, που καταγράψαμε πριν από λίγο, ικανοποιητική. Όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω, υπήρχε μαρτυρία που το δικαστήριο θεώρησε επαρκή και έδειχνε πως τα πανεπιστήμια ήταν accredited. Δεν είναι επομένως ανατρέψιμο το συμπέρασμα του. Η παραγρ. 11 της γραπτής υπεράσπισης τους αναφέρει απλώς ότι οι συμφωνίες με τα τρία πανεπιστήμια που αυτή μνημονεύει δεν τηρήθηκαν. Το δικόγραφο αναφέρει επί λέξει "......................did not comply with and were not within the terms and conditions of the agreement........" Ο ισχυρισμός δεν τέθηκε στην υπεράσπιση, όπως τώρα εγείρεται. Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Επομένως οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης εφόσον δεν τέθηκαν στην πλευρά της παραπονούμενης ώστε να αναφέρει τις θέσεις της επί των ζητημάτων αυτών αλλά και ενδεχομένως να της αντικρούσει με μαρτυρία δεν μπορούν κάτω από αυτές τις περιστάσεις να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθούν. Σημειώνω ότι δεν τέθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης οποιοσδήποτε λόγος παράλειψης αντεξέτασης. Επομένως οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι έχουν και το βάρος απόδειξης, δεν έχουν αποδείξει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την παρούσα διαδικασία. Η περίπτωση, στη προκειμένη περίπτωση, δεν χαρακτηρίζεται ως εξαιρετική ή τόσο ξεκάθαρα έντονης κατάχρησης ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας. Έπεται ότι και η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης απορρίπτεται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων. Συνεπώς, αυτοί κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον των κατηγορουμένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο