← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωφίδης, Αρ. Υπόθεσης: 15086/16, 7/7/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωφίδης, Αρ. Υπόθεσης: 15086/16, 7/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15086/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧ Κωφίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 07/07/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Κα Ε. Κληρίδου Για Κατηγορούμενο: Κος Μ. Σπύρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ A. Τα επίδικα θέματα Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2015 στους Εργάτες της επαρχίας Λευκωσίας προκάλεσε τρόμο στην εν διαστάσει σύζυγό του, ΧΧΧΧ Κωφίδου, από τους Εργάτες, με παράνομη πράξη, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «θα σε σκοτώσω με το όπλο και θα αυτοκτονήσω την ίδια ώρα», κατά παράβαση των Άρθρων 91A και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Κατηγορούμενος και παραπονούμενη ήταν κατά τον επίδικο χρόνο εν διαστάσει σύζυγοι. Απέκτησαν από το γάμο τους 3 παιδιά. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ενώπιόν μου πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε απείλησε την παραπονούμενη με αυτήν τη φράση. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Ενώπιόν μου μαρτύρησαν για την Κατηγορούσα Αρχή η παραπονούμενη, ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωφίδου (ΜΚ1), η φίλη της παραπονούμενης, ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΚ2) και η ανακρίτρια της υπόθεσης, Αστ. XXXXX ΧΧΧΧ Ανδρέου (ΜΚ3). Κατόπιν που η υπόθεση πέρασε τη σκόπελο του εκ πρώτης όψεως σταδίου, για την υπεράσπιση μαρτύρησε μόνο ο κατηγορούμενος και ενόρκως. Στην κατάθεσή της στην Αστυνομία η ΜΚ1-παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι σε διάσταση με τον σύζυγό της από τον Νοέμβριο του
  1. Έχουν αποκτήσει μαζί τρία παιδιά, κατά τον επίδικο χρόνο 17, 11 και 10 ετών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος εγκατάλειψε την οικία τους τον Νοέμβριο του 2015 και επέστρεψε στις 28/12/2015, λέγοντάς της ότι θέλει να μείνει στο σπίτι τους, γιατί είναι δικό του και θα φύγει μόνο εάν η παραπονούμενη καταφέρει να του βγάλει δικαστικό διάταγμα απομάκρυνσης από την οικογενειακή στέγη. Από τότε, λόγω του ότι φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος θα της έκανε κακό, αφού αρκετές φορές στο παρελθόν την απείλησε, κοιμάται στον καναπέ της κουζίνας, ενώ ο κατηγορούμενος στο υπνοδωμάτιο του δεύτερού τους παιδιού. Στο συζυγικό υπνοδωμάτιο δεν κοιμόταν κάνεις και η παραπονούμενη το είχε κλειδωμένο για να μην μπορεί ο κατηγορούμενος να έρθει σε επαφή με τα προσωπικά της αντικείμενα και σημαντικά έγγραφα για το διαζύγιό τους. Επίσης η παραπονούμενη ζήτησε από τον αδελφό της, ΧΧΧΧ Τάκκα, να μένει μαζί τους για τη δική της ασφάλεια και των παιδιών της. Λίγες μέρες πριν ο κατηγορούμενος επιστρέψει στην οικία τους το Δεκεμβρίου 2015, χωρίς να θυμάται συγκεκριμένη ημερομηνία και όταν ο κατηγορούμενος της επέστρεφε τα δύο αγόρια, τα οποία είχε πάρει για διανυκτέρευση μαζί του, την απείλησε ότι, «εάν δει να μπαίνει άλλος άνδρας στο σπίτι ή αν σε αιφνιδιαστική έφοδο που θα κάνει εντοπίσει άλλον άνδρα μέσα στο σπίτι, εκτός από τα αδέλφια μου, θα με σκοτώσει με όπλο και θα αυτοκτονήσει την ίδια ώρα.» Έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου και φοβάται για τη ζωή της. Ο λόγος που δεν έκανε το παράπονό της προηγουμένως, ήταν γιατί πίστευε ότι ο κατηγορούμενος δεν εννοούσε την απειλή του και ότι την εκστόμισε πάνω στο θυμό του, αλλά λόγω και της μικρής και κλειστής κοινωνίας, στην οποία διαμένει. Η παραπονούμενη προχωρεί στην κατάθεσή της και εξηγεί το περιστατικό που έγινε στις 15/01/2016, περιστατικό που είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Με συμπληρωματική κατάθεσή της, ημερομηνίας 14/03/2016, Τεκμήριο 2, η παραπονούμενη εξήγησε πως δεν επιθυμεί να εμπλέξει τα παιδιά της στη διερεύνηση για το περιστατικό για να διαφυλάξει την ψυχική τους ηρεμία. Στην κυρίως εξέταση της στο Δικαστήριο εξήγησε πως όταν άκουσε την απειλή ένιωσε φόβο και τρόμο και ακόμη και μέχρι σήμερα, αν πάει κάπου και θα είναι και ο κατηγορούμενος μαζί της παίρνει και τον αδελφό της μαζί για ασφάλεια. Είπε πως άργησε να καταγγείλει το περιστατικό, διότι πίστευε πως ο κατηγορούμενος δεν θα συνέχιζε τις απειλές, αλλά τελικά το φαινόμενο έγινε καθημερινό και άρχισε, φυσιολογικά, να φοβάται. Η παραπονούμενη, ΜΚ1, κατά την αντεξέτασή της στο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Αντιθέτως έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες και εξηγήσεις για τα λεγόμενά της στις καταθέσεις της. Ήταν ειλικρινής και απαντούσε ξεκάθαρα. Συμφώνησε εξαρχής πως στα πλαίσια διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών με τον κατηγορούμενο υποσχέθηκε και δεσμεύτηκε υπογράφοντας το Τεκμήριο 3 ότι, θα αποσύρει όλες τις καταγγελίες εναντίον του στην Αστυνομία. Εν τούτοις δεν το έκανε, επειδή ούτε και ο κατηγορούμενος, που είχε δυνάμει της ίδιας συμφωνίας την ίδια υποχρέωση, απέσυρε τις κατηγορίες εναντίον του αδελφού της, ο οποίος δικάστηκε και καταδικάστηκε από αρμόδιο Δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου. Εξήγησε πως άρχισαν τα πράγματα μεταξύ της και του κατηγορούμενου να διολισθαίνουν. Είχε με τον κατηγορούμενο έναν τρομερό καβγά στις 05 Νοεμβρίου 2015, όταν αυτή ήταν με τις φίλες της σε νυχτερινό κέντρο για τα γενέθλια κάποιας φίλης της και ο κατηγορούμενος ήρθε στο κέντρο, την πρόσβαλλε μπροστά σε κόσμο, την αποκαλούσε ''πουτάνα'', της έριχνε τις τούρτες και τα τσιγάρα που κάπνιζε, ενώ παρούσα ήταν η κόρη τους που τότε ήταν 17 χρόνων. Οι φρουροί ασφαλείας έβγαλαν τον κατηγορούμενο έξω, ενώ η κόρη της έτρεχε στους δρόμους και όπως είπε χαρακτηριστικά «μέχρι να τη μαζέψω ένας Θεός ξέρει τι έγινε.» Την ίδια νύχτα η παραπονούμενη φοβόταν να επιστρέψει στο σπίτι, αλλά πήγαν εκεί τα αδέλφια της, ο ΧΧΧΧ και ο ΧΧΧΧ, και την πήραν τηλέφωνο να της πουν να πάει πίσω και να μην φοβάται. Αυτή τους είπε ότι φοβόταν πως αν πάει θα τη χτυπήσει και θα τη σκοτώσει ο κατηγορούμενος και τα αδέλφια της, της είπαν να πάει στο σπίτι και αυτοί θα την προστατεύσουν. Όταν πήγε την πρόσβαλλε και την απειλούσε, μπροστά στα αδέλφια της, πως θα τη σκοτώσει. Έτσι, στις 08/11/2015 ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι. Εξήγησαν στα παιδιά πως οι γονείς τους δεν μπορούν να είναι μαζί. Γύρω στις 28/12/2015 ο κατηγορούμενος επέστρεψε ετσιθελικά στο σπίτι και είπε πως αυτό ήταν το σπίτι του και θα παραμείνει εκεί, μέχρι η παραπονούμενη να καταφέρει να εκδώσει εναντίον του διάταγμα για αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας. Εξήγησε ότι η αναφορά στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 1, ότι πίστευε ότι ο κατηγορούμενος δεν εννοούσε τις απειλές του, δεν σήμαινε πως δεν τον φοβόταν. Εξήγησε πως είχε κάθε λόγο να τον φοβάται, αφού ήταν και σε άλλες περιστάσεις βίαιος. Την απείλησε, είπε, αρκετές φορές πριν την πρώτη καταγγελία της στην Αστυνομία, που η ΜΚ3 ανέφερε πως ήταν στις 07/01/2016, αλλά δεν πήγε στην Αστυνομία διότι αφενός, ήλπιζε ότι αυτή του η συμπεριφορά θα σταματούσε με τον καιρό και αφετέρου, διότι δεν ήθελε να θέσει τα παιδιά στη μέση της αντιπαράθεσης της με τον πατέρα τους, αλλά και λόγω της μικρής και κλειστής κοινωνίας του χωριού όπου ζει. Ο Κατηγορούμενος την απειλούσε και πριν φύγει από το σπίτι στις 08/11/2015, αλλά δεν ήθελε να τον καταγγείλει, διότι δεν είχαν ακόμα χωρίσει και είχαν τρία παιδιά μαζί. Μετά αποφάσισε να τον χωρίσει, γιατί έγινε «πιο βίαιος και πιο απαίσιος», όπως είπε. Τα εξής αποσπάσματα από τα πρακτικά είναι χαρακτηριστικά. «E. Άρα η φράση «πίστευα ότι δεν το εννοούσε», αντιλαμβάνομαι ότι στα αυτιά σας η κατ' ισχυρισμό απειλή ήταν κούφια λόγια; A. Όχι επειδή ο XXXXX ήταν, δεν ξέρω αν μπορώ να το αναφέρω, ήταν βίαιος και σε άλλες καταστάσεις. Απλά πίστευα ότι θα σταματήσει και ποτέ δεν σταμάτησε να απειλά. E. Ναι αλλά δεν λέει ότι «πίστευα ότι θα σταματήσει», αλλά ότι «πίστευε ότι δεν το εννοούσε». A. Ναι αλλά συνέχιζε, γι' αυτό πήγα μετά και το έκαμα. Γι' αυτό πήγα μετά στην Αστυνομία. E. Ναι κυρία, παρουσιάζετε μας ένα άτομο πριν το περιστατικό βίαιο. Μας παρουσιάζετε μέσα από την κατάθεσή σας μετά το περιστατικό έναν άνθρωπο βίαιο. Γίνεται τούτη η καταγγελία μετά που ενάμιση μήνα και έρχεστε και λέτε ότι δεν πίστευα ότι εννοούσε τούτα που είπε. Το «δεν πίστευα» εμείς το εκλαμβάνουμε ότι δεν πίστευα, δεν ένιωσα ότι εννοούσε αυτά που είπε. Έτσι έχει; A. Όχι, πιστεύω ότι μπορούσε να κάνει και αλλά, πίστευα ότι θα σταματήσει αλλά δεν σταμάταν, τούτο ήθελα να πω, γι' αυτό και ο λόγος που έφερα τον αδελφό μου στο σπίτι μαζί μου, είναι για να μένει μαζί μου στο σπίτι επειδή τον φοβόμουν. Δύο μήνες την έβγαλα πάνω στον καναπέ και εγώ και ο αδελφός μου. E. Ο αδελφός σας απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι ήρτε μετά που ο XXXXX ήρτε στο σπίτι, σωστά; A. Ναι.» (Πρακτικά ημερομηνίας 29/01/2020,σελ.6, γραμμές 16 μέχρι 31) «E. Παρά το ότι ισχυριστήκατε ότι φοβηθήκατε και τρομάξατε εν τούτοις στην κατάθεσή σας είπατε ότι δεν πίστευα ότι το εννοούσε. Πώς μπορείτε να φοβάστε για κάτι που πιστεύετε ότι δεν το εννοούσε; A. Τον XXXXX πάντα τον φοβόμουν γιατί πάντα ήταν βίαιος. Όταν έπινε ποτό ήταν άλλος άνθρωπος και ένας λόγος που την 5 Νοεμβρίου που έγινε το περιστατικό ο XXXXX ήταν στα ποτά του. Όταν ήταν στα ποτά του η XXXXX περνούσε στο κρεβάτι τα βάσανα του Ιησού Χρίστου. Πάντα τον φοβόμουν. Την ημέρα που έγινε.... Δεν ήθελα να πω κάτι άλλο δαμέ που λέω ότι ύστερα ότι δεν το εννοούσε. Πίστευα ότι θα σταματήσει να κάμνει τούτο το πράμα αλλά ποτέ δεν σταμάτησε. Κάθε μέρα είχαμε και ένα περιστατικό, γι' αυτό και έχουμε και άλλες υποθέσεις.» (Πρακτικά ημερομηνίας 29/01/2020, σελ. 8, γραμμές 1 ‑ 10) Ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο και είπε ότι, η οικογενειακή τους οικία ήταν κτισμένη σε χωράφι επ' ονόματί της, αλλά ο κατηγορούμενος συνέβαλε οικονομικά στην κατασκευή του. Παραδέχθηκε ότι, όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε στη συζυγική εστία, ενοχλήθηκε πολύ, δεν τον ήθελε ούτε μια στιγμή στο σπίτι και του ζητούσε να φύγει χωρίς να τον πείθει. Τα αδέλφια της, είπε, και η μάνα της, προσπάθησαν να του εξηγήσουν πως έπρεπε να την αφήσει να ηρεμήσει και ο καθένας να πάρει τον δρόμο του, αλλά αυτός παρέμενε στο σπίτι, δυναμιτίζοντας την κατάσταση. Παραδέχθηκε πως καταχώρησε και άλλες αιτήσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο εναντίον του κατηγορούμενου για διατροφή και γονική μέριμνα, καθώς και άλλες καταγγελίες στην Αστυνομία. Εξήγησε πως ποτέ δεν υλοποίησε την απειλή του ο κατηγορούμενος, αν και είδε άλλους άνδρες ενόσω ήταν εκεί να μπαίνουν στο σπίτι, τους οποίους όμως γνώριζε από πριν. Κανένας καινούριος άνδρας δεν μπήκε στο σπίτι, είπε η παραπονούμενη, τον οποίο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να θεωρήσει ως απειλή. Δέχτηκε πως υπάρχουν δύο αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο και των αναφερόμενων στην ένορκη δήλωση της αίτησης για αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, υπ' αριθμό 1/16 (Τεκμήριο 4). Ότι δηλαδή, εκεί αναφέρεται πως ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο σπίτι στις 29/12/2015, ενώ η πραγματική ημερομηνία είναι η 28/12/2015 και δεύτερον, πως η κόρη της δεν πήγε, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση, να μείνει στην οικία του θείου της, αλλά διέμενε από την επιστροφή του κατηγορούμενου στο σπίτι, στον μητρικό παππού και γιαγιά της. Είπε πως δεν πρόσεξε αυτά τα λάθη στην ένορκη δήλωση πριν την υπογράψει, λέγοντας πως δυνατόν ο δικηγόρος της να έκανε λάθος. Δέχτηκε με ειλικρίνεια πως γνώριζε πολύ καλά ότι, η μόνη οδός για να πετύχει στον σκοπό της ήταν η καταχώρηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο αίτησης για αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης, αφού άλλωστε αυτό ήταν που της είπε ο κατηγορούμενος όταν επέστρεψε. Αρνήθηκε πως τα όσα ανέφερε στην Αστυνομία είναι κατασκευασμένα και ψευδή, ώστε να καταφέρει να αποκτήσει πλεονέκτημα στη διαδικασία για την αίτηση αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης. Τελικά εκδόθηκε διάταγμα σε εκείνην την αίτηση και αποχώρησε ο κατηγορούμενος από το σπίτι περί τον Μάιο του 2016, ενώ του Ιούλιο του 2016 εκδόθηκε το διαζύγιό τους. Δέχτηκε, επίσης, πως με τα αγόρια τους ο κατηγορούμενος έχει καλές σχέσεις, αλλά με την κόρη τους δεν έχει καμία επαφή γιατί αυτή δεν τον θέλει. Κρίνω την παραπονούμενη, ΜΚ1 ως απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρα. Δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, αντίθετα είχε την ευκαιρία να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την εκδοχή της και να την καταστήσει πιο πειστική. Δέχομαι πως φοβόταν από, τουλάχιστον, τον επίδικο χρόνο τον κατηγορούμενο και τον φοβάται ακόμα και σήμερα. Ήρθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει έχοντας στο πλευρό της έναν άνδρα (που δεν αναφέρθηκε ποιος ήταν), κάτι το οποίο συνάδει με την τοποθέτησή της ότι, ό,που πάει και είναι ο κατηγορούμενος παρών, παίρνει μαζί της κι ένα άντρα για ασφάλεια. Κρίνω πως φοβόταν τον κατηγορούμενο ακόμα και μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου, σε βαθμό που κρίθηκε αναγκαίο να γίνει διάλειμμα για να ξεπεράσει την αναστάτωσή της και το κλάμα της. Το ότι δεν θυμόταν επακριβώς σε ποιες ημερομηνίες κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία για κάθε περιστατικό, το βρίσκω δικαιολογημένο στη βάση των πολλών μεταξύ τους διενέξεων και του χρόνου που διέρρευσε από τότε. Θεωρώ, επίσης, πως εξήγησε επαρκώς και πειστικά τις δύο μικροδιαφορές μεταξύ της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο και της ένορκης της δήλωσης στην αίτηση για αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, υπ' αριθμό 1/16 (Τεκμήριο 4), τις οποίες κρίνω εν πάση περιπτώσει, μη ουσιώδεις σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Δέχομαι πως πήγε στην Αστυνομία στις 15/01/2016 για να συμβουλευτεί την Αστυνομία ως προς το πρακτέο μετά το περιστατικό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, αλλά της λήφθηκε γραπτή κατάθεση μόλις στις 30/01/2016 και συμπληρωματική κατάθεση στις 14/03/
  2. Τούτα δεν είναι αντικρουόμενα μεταξύ τους γεγονότα, όπως προσπάθησε να καταδείξει η Υπεράσπιση. Δέχομαι επίσης ότι καθυστέρησε να καταγγείλει την παρούσα υπόθεση στην αστυνομία, αλλά εξήγησε πειστικά το γιατί, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Επίσης, απορρίπτω τις τοποθετήσεις του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη επινόησε όλα αυτά τα ψέματα, για να τον πλήξει και για να αποκτήσει πλεονέκτημα στις μεταξύ τους δικαστικές διαδικασίες. Εάν ήταν έτσι τα πράγματα, θα ήταν πιο λογικό να πήγαινε επί τούτου να καταγγείλει τις απειλές στην Αστυνομία. Αντιθέτως, η παρούσα υπόθεση προέκυψε επειδή στην κατάθεσή της, που αφορούσε σε άλλη υπόθεση όπου ο κατηγορούμενος ήταν παραπονούμενος, παρεμπιπτόντως ανέφερε την απειλή. Είναι, περαιτέρω, γεγονός, ότι η παραπονούμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη μάρτυρας, αφού ήταν, τότε, σύζυγος του κατηγορούμενου και η δέκτης της συμπεριφοράς του. Εν τούτοις, στη βάση της λογικής των τοποθετήσεων της, της παρουσίας της στο εδώλιο του μάρτυρα και της συνοχής που χαρακτήριζε την εκδοχή της, την κρίνω ως απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρα και έτσι μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά της για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Η ΜΚ2 στην κατάθεσή της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 5, ανέφερε μεταξύ άλλων και σε σχέση με το επίδικο περιστατικό τα εξής: Τον Νοέμβριο του 2015 η παραπονούμενη αποφάσισε να πάρει διαζύγιο από τον κατηγορούμενο, διότι αυτός δεν της συμπεριφερόταν όπως έπρεπε, κυρίως όταν κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και δεν ήταν ευτυχισμένη στον γάμο της. Από τότε ο κατηγορούμενος κράτησε εχθρική στάση απέναντι της, θεωρώντας ότι αυτή ευθύνεται για την κατάρρευση του γάμου του. Η παραπονούμενη της ανέφερε πως από τότε που ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο σπίτι τους φοβάται να μείνει μαζί του και θα ζητούσε από τον αδελφό της, ΧΧΧΧ, να μένει τα βράδια εκεί για να την προσέχει. «Ο λόγος που θα το έκανε αυτό ήταν γιατί πολλές φορές την απείλησε ότι θα της κάνει κακό», είπε. Στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο είπε ότι, δεν θυμάται αν ήταν παρούσα κατά την επίδικη απειλή, αλλά αν ήταν θα το έλεγε στην κατάθεσή της. Εξήγησε πως ο ΧΧΧΧ Τάκκας, αδελφός της παραπονούμενης, είναι σήμερα ο αρραβωνιαστικός της. Άκουσε με τα αυτιά της τον κατηγορούμενο στις 6 Νοεμβρίου 2015, που ήταν τα γενέθλιά της, να λέει στην παραπονούμενη από το τηλέφωνο «που θα έρτεις σπίτι θα σε σκοτώσω με όπλο και θα αυτοκτονήσω». Επίσης η παραπονούμενη της εκμυστηρεύτηκε πως ο κατηγορούμενος την απειλούσε. Ήταν παρούσα στο συμβάν της 15/01/2016 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 με τον γιο των διαδίκων. Ανέφερε πάντως πως, η ίδια είναι παραπονούμενη σε άλλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου διότι αυτός τράβηξε μαχαίρι εναντίον της. Η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα, αφού δεν ανέφερε θετικά ότι ήταν παρούσα στο επίδικο περιστατικό. Εντούτοις, η μαρτυρία της ΜΚ2 υποστηρίζει την αξιοπιστία της εκδοχής της ΜΚ1 ως προς το ότι, ο κατηγορούμενος απειλούσε την παραπονούμενη πως θα τη σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονήσει ακόμα και πριν τον επίδικο χρόνο, δηλαδή την απείλησε με την εν λόγω φράση και τον Νοέμβριο του
  3. Θεωρώ ότι σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της μπορώ να βασιστώ για να εξάξω σχετικό ασφαλές συμπέρασμα. Η ΜΚ3, ανακριτής της υπόθεσης, εξήγησε πως, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, η μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου για την παρούσα υπόθεση προέκυψε κατά τη διερεύνηση άλλης υπόθεσης, της Minor 26/16, που αφορούσε καταγγελία του κατηγορούμενου εναντίον του ΧΧΧΧ Τάκκα για επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Όταν στα πλαίσια της κατάθεσής της γι' αυτό το περιστατικό η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε απειλές του κατηγορούμενου τον Δεκέμβριο του 2015, τότε η ίδια η MΚ3 άνοιξε ξεχωριστή υπόθεση, την παρούσα, για διερεύνηση της ισχυριζόμενης απειλής, επειδή τη θεώρησε σοβαρή. Ρώτησε είπε την κατηγορούμενη για ποιον λόγο δεν έκανε νωρίτερα παράπονο και της έλαβε συμπληρωματική κατάθεση, το Τεκμήριο 2, και είπε ότι δεν ήθελε να μπλέξει τα παιδιά της και τους προκαλέσει ψυχολογική ζημιά. Επιβεβαίωσε τη θέση της παραπονούμενης πως οι καταγγελίες των διαδίκων στην Αστυνομία ήταν συχνές εκείνο το διάστημα. Παρόλο που αρχικά είπε πως η ΜΚ2 επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της παραπονούμενης σε σχέση με την επίδικη απειλή, εν τέλει δέχτηκε πως η ΜΚ2 στην κατάθεσή της δεν αναφέρει κάτι συγκεκριμένο για την υπόθεση. Είπε πως θεώρησε τη μαρτυρία της παραπονούμενης επαρκή ώστε να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο, λαμβάνοντας υπ' όψιν πως η παραπονούμενη εξιστορώντας της τα πράγματα προφορικά, της είπε για αριθμό απειλών κατά της ζωής της. Δεν έχω οποιονδήποτε λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενα της ΜΚ
  4. Ήταν η μόνη ανεξάρτητη μάρτυρας στην υπόθεση, η οποία καθηκόντως τη διερεύνησε και χωρίς συμφέρον στην προώθηση της μίας ή της άλλης εκδοχής. Πολύ ορθά, κατά την άποψή μου, ανοίχθηκε ξεχωριστός φάκελος για να διερευνηθεί ο ισχυρισμός περί απειλής που παρεμπιπτόντως εξέφρασε η παραπονούμενη, κατά την κατάθεσή της για άλλο συμβάν. Δεν γνώριζε προηγουμένως ούτε τον κατηγορούμενο ούτε την παραπονούμενη και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις της αντεξέτασης με σταθερότητα, επαγγελματισμό και χωρίς υπεκφυγές. Δέχομαι τα όσα ανέφερε στην ολότητά τους. Ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση στην Αστυνομία, ημερομηνίας 04/04/2016, Τεκμήριο 7, απέδωσε στην παραπονούμενη αλλότριο κίνητρο με σκοπό να αποκομίσει όφελος στις μεταξύ τους διενέξεις. Δηλαδή ότι κατάγγελλε αναλήθειες, ανακρίβειες και φαντασιώσεις, ώστε να καταφέρει να εκδώσει υπέρ της διάταγμα για αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Είπε πως αντί η σύζυγός του να του πει πολιτισμένα πως χωρίζουν, να τα βρουν και ο καθένας να τραβήξει τον δρόμο του, του ζητούσε υπέρογκα χρηματικά ποσά για διατροφές και συντήρηση του σπιτιού, ενώ τον ήθελε να φύγει από το σπίτι και να κάνει ο καθένας τη ζωή του. Του είπε συγκεκριμένα πως θα τον καταγγέλλει συνέχεια στην Αστυνομία μέχρι ο ίδιος να φύγει από την οικογενειακή οικία. Όταν κατηγορήθηκε στην παρούσα υπόθεση απάντησε συγκεκριμένα ( βλ. Τεκμήριο 8): «26/02/2016 δύο άνδρες, τους οποίους δεν γνωρίζω, η ώρα 17:00, το απόγευμα της ίδιας μέρας, μου χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μου και όταν τους άνοιξα, μου είπαν ότι είναι καλεσμένοι της πρώην συζύγου μου, διότι έκανε party και γιόρταζε. Εγώ τους είπα περάστε και έφυγα. Άρα με την πιο πάνω κατηγορία έπρεπε να την είχα σκοτώσει και να είμαι φυλακή. Την έχω σκοτώσει άραγε; Σοβαρά ανακρίβειες, αναλήθειες, ποτέ δεν έχω πει κάτι τέτοιο. Φαντασίωση δικιά της.» Στο Δικαστήριο μαρτύρησε με γραπτή δήλωση, εξήγησε πως είναι στρατιωτικός στην Εθνική Φρουρά, κατάγεται από την Ελλάδα και είναι Κύπριος υπήκοος από το
  5. Ήταν παντρεμένος με την παραπονούμενη για 18 χρόνια και από τον γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά. Στις 05/11/2015 η παραπονούμενη του ανακοίνωσε ότι ήθελε να χωρίσουν. Για να μην δημιουργηθεί περαιτέρω ένταση έφυγε από το σπίτι για λίγες μέρες και πήγε και κατοίκησε προσωρινά σε διαμέρισμα της αδελφής της. Όταν πλέον θεώρησε ότι της έδωσε αρκετό χρόνο, επέστρεψε στην οικογενειακή οικία τους, κάτι το οποίο εμφανώς ενόχλησε την παραπονούμενη, η οποία δεν τον ήθελε ούτε στιγμή μέσα στο σπίτι. Του ζητούσε επανειλημμένα να εγκαταλείψει το σπίτι, αλλά αυτός δεν έφευγε, αφού ήταν το σπίτι του, συνέλαβε στο κτίσιμο του και από τη σύναψη του δανείου μέχρι τη μέρα χωρισμού η δόση πληρωνόταν από τον μισθό του. Στις 15/01/2016 διαδραματίστηκε ένα επεισόδιο στο σπίτι τους και ο ίδιος δέχτηκε επίθεση από τον αδελφό της, ΧΧΧΧ Τάκκα και τον τραυμάτισε. Σχηματίστηκε ποινικός φάκελος εναντίον του Τάκκα και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, όπου ο Τάκκας παραδέχθηκε το αδίκημα της επίθεσης και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου. Αποδίδει την επίδικη καταγγελία της παραπονούμενης σε ψεύδη και σε αλλότρια κίνητρα, ότι δηλαδή ήθελε να ασκήσει πίεση εναντίον του κατηγορούμενου για να αποσύρει το παράπονο του εναντίον του αδελφού της και για να χρησιμοποιήσει την καταγγελία της ως διαπραγματευτικό χαρτί για να εγκαταλείψει ο κατηγορούμενος τη συζυγική οικία. Ουδέποτε απείλησε με τη φράση που του καταλογίζεται την παραπονούμενη και ειδικότερα μπροστά στα παιδιά τους. Ουδέποτε ήταν βίαιος ή επιθετικός απέναντι της ή στα παιδιά τους. Διερωτάται γιατί δεν προέβηκε άμεσα στην Αστυνομία για καταγγελία σε σχέση με το επίδικο συμβάν και έπραξε τούτο ενάμιση μήνα μετά και αφού ο ίδιος είχε καταγγείλει τον αδελφό της για επίθεση. Εξήγησε, αντεξεταζόμενος, πως ο ίδιος ήθελε να παλέψει για τον γάμο του, γιατί δεν πίστευε ότι τελείωσε. Επίσης η σύζυγός του ήθελε να τον χωρίσει για λόγους που δεν ευσταθούσαν κατά τον ίδιο. Έλεγε πως δεν της έδινε σημασία, πως δεν τη βοηθούσε με τα παιδιά, πως ασχολείτο συνεχώς με το διαδίκτυο και ότι δεν περνούσε καλά μαζί του. Παραδέχθηκε πως υπήρξε μεταξύ τους ένταση όταν του ζήτησε να χωρίσουν, αλλά ο ίδιος μίλησε στους συγγενείς της για να την πείσουν να μην χωρίσει. Ισχυρίστηκε πως η ΜΚ2 έβαζε λόγια στην παραπονούμενη εναντίον του άνδρα της και την παρότρυνε να χωρίσουν. Όταν ερωτήθηκε τον λόγο που οι σχέσεις του με την κόρη του δεν είναι καλές, αρνήθηκε πως αυτό οφείλεται στις εντάσεις που δημιουργούσε με την παραπονούμενη στην οικογενειακή οικία, αλλά υποστήριξε ότι ενώ αρχικά της έδινε €250 μηνιαίως, όταν αργότερα η μητέρα της αθέτησε τη συμφωνία τους να αποσύρει όλα τα παράπονά της εναντίον του, της έκοψε το επίδομα. Είπε τελικά πως η κόρη του δεν του μιλά για τους δικούς της λόγους, χωρίς να εξηγήσει περαιτέρω και αφήνοντας να εννοηθεί πως οι λόγοι αυτοί ήταν αποκλειστικά οικονομικοί. Όταν ερωτήθηκε γιατί η παραπονούμενη ζήτησε από τον αδελφό της να μείνει μαζί της στη συζυγική οικία, αυτός ανέφερε πως το έκανε για να κερδίσει εντυπώσεις και όχι γιατί τον φοβόταν. Ουδέποτε τον φοβόταν, ουδέποτε την απείλησε και οι καταγγελίες της στην Αστυνομία ήταν υστερόβουλες και ώστε να αποκομίσει όφελος. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω αξιοπιστία στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, διότι αν το έπραττα δεν θα ήμουν σε θέση να εξάξω ασφαλή, για την υπόθεση, συμπεράσματα. Υπέπεσε σε αντιφάσεις, κατέφυγε σε υπεκφυγές και η προσπάθειά του να αποδώσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης και της ΜΚ2 σε αλλότρια κίνητρα, απέτυχε. Εξηγώ. Ενώ αντεξεταζόμενος είπε πως οι σχέσεις του με τα παιδιά του είναι άριστες, ερωτώμενος συγκεκριμένα παραδέχθηκε πως οι σχέσεις του με την ΧΧΧΧ είναι διαταραγμένες, διότι αφενός της έβαζε λόγια η μάνα της και αφετέρου διότι είχαν «οικονομικές διαφορές», δηλαδή διαφορές σε σχέση με την διατροφή που ο κατηγορούμενος κατέβαλλε για την κόρη του. Αρνήθηκε ότι, όταν ο ίδιος επέστρεψε στο σπίτι η ΧΧΧΧ έφυγε για να μείνει με τη μητρική της γιαγιά, λέγοντας πως πήγε μόνο για ένα βράδυ να μείνει εκεί, όπως πήγαινε συχνά. Κάτι τέτοιο ουδέποτε υπεβλήθη στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί. Ο κατηγορούμενος άφησε με τη μαρτυρία του να εννοηθεί ότι, ο ίδιος ήταν υπόδειγμα συζύγου και πατέρα και ότι η παραπονούμενη επιθυμούσε να χωρίσουν επειδή δεν βοηθούσε στο σπίτι και στα παιδιά. Ουδέποτε αναφέρθηκε στο περιστατικό των γενέθλιων της ΜΚ2, όπου η ΜΚ1 είπε ότι της έριχνε τούρτες και τσιγάρα, της φώναζε και την πρόσβαλλε μπροστά στον κόσμο και στην 17χρονη κόρη τους. Το αποσιώπησε εντελώς, και τεχνηέντως θεωρώ, ενώ κατέστη σαφές, μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ1 ότι, το περιστατικό αυτό ήταν η αφορμή για να πάρει την απόφαση να χωρίσουν. Επίσης, με δεδομένο αυτό το περιστατικό, στο οποίο η κόρη του ήταν παρούσα, φαίνεται ότι, δεν είναι μόνο λόγω «οικονομικών διαφορών» που η κόρη του δεν έχει καλές σχέσεις μαζί του, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Εν πάση περιπτώσει, ούτε η δική του τοποθέτηση πως σταμάτησε να δίνει στην κόρη του λεφτά, όταν η μητέρα της δεν απέσυρε τα παράπονα εναντίον του, έχει οποιαδήποτε λογική. Περαιτέρω, στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο προσπάθησε να αποδώσει το ότι, από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2015 έμενε σε άλλο σπίτι εκτός της οικογενειακής οικίας, σε άσκηση που είχε στο Τρόοδος όντας στρατιωτικός, ενώ στη γραπτή δήλωση του ανέφερε πως ήθελε με αυτήν του την ενέργεια να δώσει χρόνο στην παραπονούμενη να αποφασίσει αν τον ήθελε. Θεωρώ ότι μαρτύρησε με μοναδικό σκοπό να αποφύγει την τιμωρία στις εναντίον του κατηγορίες και παραθέτοντας προσχεδιασμένες και μακροσκελείς απαντήσεις. Αναμασούσε πως ο αδελφός της παραπονούμενης καταδικάστηκε οτι τον χτύπησε, ώστε να αποδώσει αξιοπιστία στη δική του εκδοχή, ενώ το ζητούμενο ήταν βεβαίως η δική του συμπεριφορά. Αφενός παραδέχθηκε ότι ο αδελφός της παραπονούμενης έμενε στην οικογενειακή οικία υπό τον ρόλο του προστάτη και αφετέρου αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη τον φοβόταν, θέσεις αλληλοαντικρουόμενες. Κρίνω ως αλλοπρόσαλλες και μη πειστικές κάποιες τοποθετήσεις του. Στη γραπτή του κατηγορία απάντησε με τη φράση που αναφέρεται πιο πάνω, στη σελ. 10 της παρούσας. Η απάντηση αυτή δεν απαντά στο ζητούμενο, αν δηλαδή απείλησε την παραπονούμενη τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Απλώς χρησιμοποιεί τη συμπεριφορά του έναντί της σε άλλη περίπτωση, για να ισχυριστεί πως ποτέ δεν την απείλησε. Επίσης, στην ανακριτική κατάθεσή του, Τεκμήριο 7, ερώτηση 2η, ερωτήθηκε: «άρα αρνείσαι ότι την απείλησες ότι θα την σκοτώσεις και θα αυτοκτονήσεις;» Απάντηση 2η: «Η ζωή είναι πολύτιμη, τη δίνει ο Θεός μόνο με τη γέννηση του ανθρώπου και την παίρνει ο ίδιος με τον θάνατο του ανθρώπου. Άρα πείτε μου έναν λόγο για τον οποίο να σπαταλήσω κάτι τόσο πολύτιμο για εμένα, δηλαδή η ίδιά μου η ζωή, για μια γυναίκα που δεν με θέλει, όπως λέει η ίδια.» Με αυτήν του την απάντηση αντιλαμβάνομαι πως ισχυρίζεται πως ποτέ δεν θα αυτοκτονούσε, αλλά δεν απαντά στο ζητούμενο, αν δηλαδή απείλησε την παραπονούμενη πως θα τη σκοτώσει. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Γ. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης είμαι σε θέση να καταλήξω στα εξής ευρήματα: Ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2015 ανέφερε στην εν διαστάσει σύζυγό του, Χριστίνα Κωφίδου, από τους Εργάτες, τη φράση «θα σε σκοτώσω με το όπλο και θα αυτοκτονήσω την ίδια ώρα». Αυτή η φράση εκστομίστηκε ενώ η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν σε διάσταση και ενώ ο τελευταίος δεν διέμενε στην οικογενειακή οικία, όταν πήγε στη συζυγική οικία να αφήσει τα δύο αγόρια που είχαν διανυκτερεύσει μαζί του εκτός οικίας. Όταν η παραπονούμενη άκουσε αυτή τη φράση φοβήθηκε. Φοβόταν τόσο πολύ τον κατηγορούμενο που, μετά την επιστροφή του στη συζυγική οικία στις 28/12/2015, δεν κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι μαζί του και έφερε τον αδερφό της στο σπίτι, ο οποίος διέμενε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να την προστατεύει από τον κατηγορούμενο. Η επίδικη, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη με απειλές κατά της ζωής της. Αυτό έγινε τουλάχιστον ακόμα μία φορά στο παρελθόν, δηλαδή στις 05/11/2015, όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο νυχτερινό κέντρο όπου η παραπονούμενη διασκέδαζε, στην παρουσία, μεταξύ άλλων της ΜΚ2, την έβριζε, την απειλούσε και της πετούσε τούρτες γενεθλίων και τσιγάρα σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία της κόρης τους, τότε 17 χρονών. Η κατηγορούμενη δεν κατήγγειλε άμεσα και επί τούτου την απειλή στην Αστυνομία. Ανέφερε την απειλή, παρεμπιπτόντως, στα πλαίσια διερεύνησης άλλης υπόθεσης, της Minor 26/2016 του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμειας και της κατάθεσης της, ημερ. 30/1/
  6. Η ΜΚ3 αποφάσισε να ανοίξει ξεχωριστό αστυνομικό φάκελο για τη διερεύνηση της απειλής. Η παραπονούμενη υπέβαλε το πρώτο της παράπονο στην Αστυνομία μόλις στις 7/1/2016 και όχι νωρίτερα, αφενός διότι ήλπιζε ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα σταματούσε με τον καιρό και αφετέρου, διότι δεν ήθελε να θέσει τα παιδιά στη μέση της αντιπαράθεσης της με τον πατέρα τους, αλλά και λόγω της μικρής και κλειστής κοινωνίας του χωριού της. Δ. Νομική πτυχή Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και
  2. Η εν λόγω απειλή να προκαλέσει σε άλλο πρόσωπο τρόμο ή ανησυχία. Πρέπει, λοιπόν, για να αποδειχθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί όχι μόνο η απειλή με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, αλλά και ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. Εν προκειμένω, η εκστόμιση από τον κατηγορούμενο της φράσης «θα σε σκοτώσω με το όπλο και θα αυτοκτονήσω την ίδια ώρα» προκάλεσε φόβο στην παραπονούμενη, ως αναφέρεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο φόβος της, ήταν δικαιολογημένος, όχι μόνο από τη σοβαρότητα της απειλής αλλά και από το ότι ο κατηγορούμενος την απείλησε ξανά στο παρελθόν με την ίδια φράση, ως αναφέρεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υλοποίησε την απειλή του ή δεν του δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει, δεν αποτελεί βεβαίως υπεράσπιση. Είναι πάντως, οπωσδήποτε ευτύχημα. Βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.