← Κύπρος

ΚΑΣΑΠΗΣ ν. ΒΑΡΔΑΡΗΣ ΣΝΑΚ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1561/2016, 7/7/2020

ΚΑΣΑΠΗΣ ν. ΒΑΡΔΑΡΗΣ ΣΝΑΚ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1561/2016, 7/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1561/2016 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΣΑΠΗΣ, εκ Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον

  1. ΒΑΡΔΑΡΗΣ ΣΝΑΚ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX ΜΕΝΕΞΗΣ, εκ Λευκωσίας
  3. XXXXX ΜΕΝΕΞΗ ΜΙΤΣΙΔΟΥ, εκ Λευκωσίας Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 7.7.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χλ. Κωνσταντίνου Για τους Κατηγορούμενους 1: Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος 2: Προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 8 κατηγορίες. Η υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 3 αποσύρθηκε και προωθήθηκε μέχρι τέλους εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  4. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4, 6, και 8 αντίστοιχα. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Κεφ. 154 και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 αφορούν το αδίκημα της παροχής βοήθειας ή και παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 να διαπράξει τα ως άνω αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 και 29 του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι εξέδωσε 4 επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €5.000 η κάθε μία οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 26.2.2013, 1.3.2013, 21.3.2013 και 30.3.
  2. Οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ Ή ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΘΕΙ ΞΑΝΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμειναν απλήρωτες παρά την παρέλευση 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους για πληρωμή. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχε συνδρομή σε αυτή η οποία εξέδωσε τις επίδικες επιταγές οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν και παρέμειναν απλήρωτες παρά την παρέλευση 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους για πληρωμή. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Κασάπης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι έχει εργοστάσιο με κρέατα και ότι οι κατηγορούμενοι ήταν πελάτες του. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν σε δέσμη ως τεκμήριο 1 υπογράφηκαν στην παρουσία του από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος στη συνέχεια του τις παρέδωσε. Οι εν λόγω επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Ισχυρίστηκε ότι ουδέν ποσό πληρώθηκε έναντι των ποσών που αφορούν οι επίδικες επιταγές. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που διατηρούσε για τις συναλλαγές της εταιρείας Χρίστος Κασάπης και Υιός Λτδ με την κατηγορούμενη 1 για την περίοδο από 1.1.2012 έως 25.10.
  3. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 από τον κατηγορούμενο 2 ισχυρίστηκε ότι πληρώθηκε κάποιο ποσό από τους κατηγορούμενους αλλά αυτό δεν αφορούσε τις επίδικες επιταγές. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Κασάπη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι η σύζυγος του παραπονούμενου και η υπεύθυνη του λογιστηρίου του. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν και ότι η συνεργασία του παραπονούμενου με τους κατηγορούμενους συνεχίστηκε παρά τα πιο πάνω επειδή τους υποσχέθηκε ότι θα τους πλήρωνε. Παρά ταύτα όμως ουδέν ποσό δόθηκε για τις επίδικες επιταγές. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι μετά που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες κάποιος κ. Κοντοδημήτρης τους πλήρωσε το ποσό των €8.000 σε πετρέλαιο το οποίο όμως αφορούσε χρέη των κατηγορουμένων που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα και όχι τις επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οποιαδήποτε ποσά πληρώθηκε ο παραπονούμενος λήφθηκαν έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του και όχι για τις επίδικες επιταγές και για αυτό τον λόγο οι επιταγές παρέμειναν μέχρι σήμερα στην κατοχή του παραπονούμενου. Ως Μ.Κ.3 για τον παραπονούμενο παρουσιάστηκε ο κ. Μιχάλης Στυλιανού ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές του τεκμηρίου 1 είναι επιταγές της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες φέρουν σωρεία σφραγίδων και ως προκύπτει από τις εν λόγω σφραγίδες οι επιταγές δεν τιμήθηκαν. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την περίοδο από τις 18.12.2012 έως 31.12.2013 και ως τεκμήριο 4 αντίγραφο συμφωνίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν επειδή κατά την επίδικη περίοδο δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα προς τούτο. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα σε διάφορες ημερομηνίες όπως για παράδειγμα στις 4.3.2013, 8.3.2013, 15.3.2013, 22.4.2013 και 23.4.
  4. Σε ερώτηση κατά πόσο η τράπεζα ήταν ανοιχτή κατά την εν λόγω περίοδο ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή αμέσως μετά τα γεγονότα του 2013 και δεν τιμήθηκαν επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους ο κατηγορούμενος 3 επέλεξε να τηρήσει σιωπή και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υπεράσπισή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3.Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262: «29.-
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση .». Συναφώς, για να θεωρηθεί ένας, ως νομιμοποιημένος κομιστής, πρέπει να συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Το άρθρο 30
(2)του πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (και κατ' επέκταση επιταγής), θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η έκδοση ή διαπραγμάτευση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, οπόταν τεκμαίρεται ότι δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής. Στην υπόθεση Jones (R.E.) Ltd ν. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670, αναφέρεται ότι «η έκφραση νομιμοποιημένος κομιστής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 29, δεν περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο της επιταγής. Προτού ένα πρόσωπο καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής πρέπει το έγγραφο αυτό να μεταβιβασθεί σε αυτόν και τούτο γιατί η αρχική παράδοση του εγγράφου της επιταγής ή της συναλλαγματικής δεν θεωρείται μεταβίβαση». Σε ό,τι αφορά τον συνεργό σχετικό είναι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «20.Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο επειδή δεν αμφισβητήθηκε μέσω της αντεξέτασής του με αποτέλεσμα να παραμείνει αδιαμφισβήτητη. Από αυτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στην παρουσία του υπέγραψε και του παρέδωσε τις 4 επίδικες επιταγές. Όταν οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και σε αυτές τέθηκαν σφραγίδες «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΘΕΙ ΞΑΝΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Οι εν λόγω επιταγές παρέμειναν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε κατέβαλαν προς την παραπονούμενη το ποσό που αφορούν οι επίδικες επιταγές. Διαπίστωσα πως ουσιώδεις ισχυρισμοί από τη μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της με αποτέλεσμα και η δική της μαρτυρία να παραμείνει αδιαμφισβήτητη. Ο ισχυρισμός της ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν επιβεβαιώνεται από τις σχετικές σφραγίδες που η πληρώτρια τράπεζα έθεσε σε αυτές. Ο άλλος ισχυρισμός της ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν προς την παραπονούμενη μετά που οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες δεν αντικρούστηκε από οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Ο Μ.Κ.3 είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος με την πολύ εμπεριστατωμένη μαρτυρία του έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και παρέμειναν απλήρωτες λόγω της ανεπάρκειας υπολοίπου στον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 εταιρείας επιβεβαιώθηκε τόσο από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν στις επιταγές καθώς και από το αντίγραφο της σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο και η οποία δεν αμφισβητήθηκε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη εταιρεία προμήθευε την κατηγορούμενη 1 με κρέατα και στα πλαίσια της συνεργασίας τους η τελευταία διά της υπογραφής του κατηγορουμένου 2 εξέδωσε και της παρέδωσε 4 επιταγές επί της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €5.000 η κάθε μία οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 26.2.2013, 1.3.2013, 21.3.2013 και στις 30.3.2013 αντίστοιχα. Από τις εν λόγω επιταγές προκύπτει ότι ο δικαιούχος τους ήταν για τις μεν επιταγές των κατηγοριών 1, 3 και 5 ο παραπονούμενος και για δε την επιταγή της κατηγορίας 7 η εταιρεία Christos D. Kasapis & Sons Ltd. Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες μετά την ημερομηνία που κάθε μια από αυτές ήταν πληρωτέα. Η 1η επιταγή παρουσιάστηκε στις 28.2.2013, 6.3.2013, 14.3.2013, 8.4.2013, και 19.4.
  1. Η 2η παρουσιάστηκε την 1.3.2013, στις 5.3.2013, 11.3.2013, 14.3.2013, 8.4.2013 και 19.4.2013, η 2.4.2013, 4.4.2013, 8.4.2013 και 12.4.2013 και η 4η στις 2.4.2013, 4.4.2013, 8.4.2013, 12.4.2013, 19.4.2013 και στις 23.4.2013 αντίστοιχα. Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμειναν απλήρωτες παρά την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίασή τους προς πληρωμή. Στις 26.9.2016 η παραπονούμενη προχώρησε στην καταχώρηση της επίδικης υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν αξιωματούχος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και συνακόλουθα ότι είχε την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω). Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται στις κατηγορίες 2, 4, 6 και
  2. Στην επιταγή η οποία είναι αντικείμενο της κατηγορίας 4 αναγράφεται ως δικαιούχος της πρόσωπο άλλο από τον παραπονούμενο. Λόγω του γεγονότος ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η εν λόγω επιταγή οπισθογραφήθηκε και μεταβιβάστηκε στον παραπονούμενο κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπονούμενος είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της με συνεπακόλουθο δικαίωμα την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Λόγω τούτο κρίνω πως δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπονούμενος δικαιούται να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου οι κατηγορίες 7 και 8 απορρίπτονται και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται σε αυτές τις κατηγορίες. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον αναγκαίο για ποινική υπόθεση βαθμό ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διέπραξε τα αδικήματα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών που αφορούν οι κατηγορίες 1, 3 και
  3. Η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 7 και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 2, 4, 6 και
  4. Καταληκτικά η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3 και
  5. (Υπ.) .............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.