← Κύπρος

PACK4U LTD ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2139/16, 3/7/2020

PACK4U LTD ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2139/16, 3/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2139/16 Μεταξύ: PACK4U LTD, από τη Λευκωσία Κατηγορούσα Αρχή εναντίον XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3.7.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Νικολάου Για τον Κατηγορούμενο: Εμφανίζεται προσωπικά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι καθ' ο χρόνο είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της μοναδικής κατηγορίας την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι «κατά/ή περί τον Ιούλιο του 2014 με ανάληψη χρέους και υποχρέωσης και διά ψευδών παραστάσεων και απάτης ήτοι αποκρύβοντας από τους παραπονούμενους το γεγονός ότι εναντίον της περιουσίας του είχε εκδοθεί στις 28.3.2012 Διάταγμα Παραλαβής στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 153/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας παρέστησε με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του ως φερέγγυο και αξιόχρεο πρόσωπο εξασφαλίζοντας έτσι από αυτούς πίστωση για το ποσό των €542,25». Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως Μ.Κ.1 την κα XXXXX Καλούτσου διευθύντρια της παραπονούμενης εταιρείας. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η παραπονούμενη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία συσκευασιών για την αποθήκευση και μεταφορά τροφίμων. Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της παραπονούμενης και η παραπονούμενη τηρούσε για τις μεταξύ τους συναλλαγές σχετικό χρεοπιστωτικό λογαριασμό, κατάσταση του οποίου, κατέθεσε ως τεκμήριο
  2. Η παραπονούμενη περί το έτος 2014 πώλησε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας €542,25 για τα οποία εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν σε δέσμη ως τεκμήριο
  3. Ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην παραπονούμενη προϊόντα αξίας €189,81 και της κατέβαλε έναντι του υπολοίπου μόνο το ποσό των €20,00 και αρνείται να καταβάλλει το υπόλοιπο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 9.12.2014 για το ποσό των €20,
  4. Λόγω της άρνησης του τελευταίου να συμμορφωθεί, η παραπονούμενη εξέτασε τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του και τότε περιήλθε εις γνώση της ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και ότι εναντίον του είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του στις 28.3.2012 στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 153/2010 του Ε. Δ. Λάρνακας. Σχετική αναφορά από το μητρώο πτωχευσάντων του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κατέθεσε ως τεκμήριο
  5. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε στην παραπονούμενη ή τους αντιπροσώπους της ότι εναντίον της περιουσίας του εκδόθηκε το ως άνω Διάταγμα Παραλαβής επιτυγχάνοντας έτσι την εξασφάλιση πίστωσης διά ψευδών παραστάσεων και απάτης. Κατά την αντεξέτασή της από τον κατηγορούμενο η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία ξεκίνησε κατόπιν πρωτοβουλίας του κατηγορούμενου ο οποίος επισκέφθηκε τα υποστατικά της παραπονούμενης εταιρείας. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χρυσάνθου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι λειτουργός στην υπηρεσία αφερεγγυότητας και είναι ο εξεταστής της υπόθεσης του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής στις 28.3.2012 από το Ε. Δ. Λάρνακας στην αίτηση πτώχευσης 153/
  6. Αποστάλθηκε επιστολή προς τον κατηγορούμενο με την οποία του ζητήθηκε να υποβάλει τα σχετικά έντυπα που προνοεί ο περί Πτωχεύσεων Νόμος τα οποία όμως ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε με αποτέλεσμα στις 5.4.2016 να κηρυχθεί σε πτώχευση. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφο της σχετικής αίτησης πτώχευσης 153/
  7. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 8 αντίγραφο του σχετικού Διατάγματος ημερομηνίας 28.3.2012 και ως τεκμήριο 9 αντίγραφο της επιστολής του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερομηνίας 23.7.
  8. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στις 5.4.
  9. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι στις 27.9.2012 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας το Διάταγμα. Στις 5.4.2016 ο κατηγορούμενος ταυτόχρονα κηρύχθηκε σε πτώχευση και αποκαταστάθηκε ως αποτέλεσμα της τότε τροποποίησης του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  10. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σκορδής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι Πρωτοκολλητής στο Ε. Δ. Λάρνακας στο Τμήμα Πτωχεύσεων. Έχει στην κατοχή του τον φάκελο της πτώχευσης με αριθμό 153/2010 από τον οποίο προκύπτει ότι η εν λόγω αίτηση αφορά τον κατηγορούμενο και ότι εναντίον του εκδόθηκε Διάταγμα παραλαβής στις 28.3.
  11. Την εν λόγω ημερομηνία ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στη διαδικασία. Από τον φάκελο προκύπτει επίσης ότι στις 9.5.2012 καταχωρήθηκε ειδοποίηση έφεσης από τον κατηγορούμενο, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο
  12. Ισχυρίστηκε ότι στον εν λόγω φάκελο υπάρχει υπογεγραμμένο έντυπο διορισμού δικηγόρου από τον κατηγορούμενο για τις ως άνω δικαστικές διαδικασίες. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι το Διάταγμα Παραλαβής εκδόθηκε στις 28.3.2012 στην παρουσία του δικηγόρου του κατηγορουμένου. Μετά που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους μάρτυρες της και το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε ο τελευταίος να υποχρεώνεται να παρουσιάσει την υπεράσπισή του, αυτός επέλεξε να δώσει μαρτυρία ως εξεταζόμενος μάρτυρας και κάλεσε επίσης μάρτυρες προς υπεράσπισή του. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι γνώρισε την παραπονούμενη εταιρεία μέσω ενός υπαλλήλου της που ονομαζόταν XXXXX ο οποίος του συστήθηκε ως συνέταιρος της κας XXXXX Καλούτσου. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους τον επισκέπτονταν ο κ. XXXXX που λάμβανε τις παραγγελίες και ο κ. XXXXX ο οποίος παρέδιδε τα εμπορεύματα. Κάποια μέρα ο κ. XXXXX εξέδωσε ένα τιμολόγιο και έτσι προέκυψε η επίδικη πίστωση. Ισχυρίστηκε ότι δεν απέκρυψε από τον κ. XXXXX ότι ήταν πτωχεύσας, αντιθέτως, ισχυρίστηκε πως του το είχε τονίσει από την πρώτη κιόλας ημέρα της συνεργασίας τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ανέφερε στον κ. XXXXX ότι δεν έχει λογαριασμό σε τράπεζα και πως δεν μπορεί να τον πληρώνει με επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό το οποίο χρωστούσε στην παραπονούμενη εταιρεία διευθετήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και πως όταν εξήλθε της δικαστικής αίθουσας κάποιος επιδότης του έδωσε την κλήση για να παρουσιαστεί στην παρούσα υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε με δικηγόρο από το γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την παραπονούμενη ο οποίος του είπε να μην το λάβει υπόψη του. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο κ. XXXXX του συστήθηκε ως συνέταιρος της κας Καλούτσου και ότι οι χρεώσεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2 αφορούν εμπορεύματα τα οποία η παραπονούμενη εταιρεία αρνήθηκε να παραλάβει και του τα χρέωσε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κάλεσε τη σύζυγό του κα XXXXX Βασιλείου ως Μ.Υ.1 η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει την κα XXXXX Καλούτσου την οποία ο κ. XXXXX τους σύστησε ως τη συνέταιρό του. Ισχυρίστηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2 υπάρχει ένα ποσό με το οποίο συμφωνούν και το οποίο εξοφλήθηκε το έτος 2018 μαζί με τα δικηγορικά έξοδα με μια κατάθεση που έγινε στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας αφού είχε ενημερώσει για αυτό τόσο τον κ. XXXXX όσο και την κα Καλούτσου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι εισηγήθηκαν να πληρώσουν όλο το οφειλόμενο ποσό με εβδομαδιαίες δόσεις. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω κ. XXXXX του συστήθηκε ως συνέταιρος της Μ.Κ.1 καθώς επίσης ότι ήταν δική τους απόφαση να συνεργαστούν με την παραπονούμενη εταιρεία. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Αντωνίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της παραπονούμενης για τα έτη 2013 έως
  13. Διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας ήταν η κα XXXXX Καλούτσου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έβλεπε στην εταιρεία τον κ. XXXXX Μακρίδη ο οποίος βοηθούσε την εταιρεία στις εισπράξεις και έκανε συμφωνίες με τους πελάτες της. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι έφυγε από την παραπονούμενη λόγω του χαμηλού μισθού που λάμβανε, εργοδοτήθηκε σε ανταγωνίστριά της εταιρεία και λόγω τούτου η παραπονούμενη έβγαλε εναντίον του Διάταγμα για να του απαγορευθεί να επισκέπτεται τους πελάτες της. Μετά που παρουσιάστηκε μαρτυρία και από τις 2 πλευρές η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η κα Νικολάου εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε από αυτή πίστωση αποκρύπτοντάς της ότι είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του από τις 28.3.2012 και ότι απέδειξε την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Ο κατηγορούμενος από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι ανέφερε στον κ. XXXXX Μακρίδη σχετικά με την πτώχευσή του. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις τους τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετικό είναι το άρθρο 118 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 ως αυτό είχε πριν την τροποποίησή του από τον Ν.61(Ι)/2015 αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας ο κρίσιμος χρόνος ανάγεται στον Ιούλιο του
  14. Το εν λόγω άρθρο είχε ως εξής: «Απάτες από πτωχεύσαντες
  15. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του (γ) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του απέκρυψε ή μετακίνησε οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του από ή εντός δύο μηνών πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε απόφασης ή διατάγματος για πληρωμή χρημάτων που εξασφαλίστηκε εναντίον του και η οποία απόφαση ή διάταγμα παραμένουν ανικανοποίητα, είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη». Προκύπτει από το ως άνω άρθρο ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής, β) αναλαμβάνοντας χρέος ή υποχρέωση, γ) εξασφάλισε πίστωση, δ) με ψευδείς παραστάσεις ή άλλη απάτη. Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και είναι ο ακόλουθος: «
  16. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή». Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο η ψευδής παράσταση να γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση είναι αρκετή. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd

(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, οι ισχυρισμοί της ήταν λογικοί και ως εκ τούτου πειστικοί και γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί της ότι ο κατηγορούμενος είχε εμπορικές συναλλαγές με την παραπονούμενη και ότι έλαβε από την τελευταία προϊόντα αξίας €542,25 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της και ως εκ τούτου παρέμειναν αναντίλεκτοι. Επιβεβαιώνονται επίσης και από τους ισχυρισμούς του ίδιου του κατηγορούμενου. Ο ως άνω ισχυρισμός της Μ.Κ.1 προκύπτει επίσης και από τα τεκμήρια 2 έως 5 τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Ειδικότερα το τεκμήριο 5 είναι απόδειξη είσπραξης του ποσού των €20,00 και είναι στοιχείο το οποίο επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της ότι οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές. Σε περίπτωση που δεν είχε υπάρξει εμπορική συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν θα κατέβαλλε στην παραπονούμενη το ως άνω ποσό. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός της πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε τους πληροφόρησε ότι εναντίον της περιουσίας του εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής είναι λογικός επειδή σε περίπτωση που πράγματι αυτό είχε συμβεί και συνεπώς γνώριζαν αυτό το γεγονός δεν θα επέλεγαν να προχωρήσουν σε εμπορική συναλλαγή με πρόσωπο το οποίο εξ ορισμού ήταν αφερέγγυο και δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν με αγωγή εναντίον του το λαβείν τους. Είναι θεμιτό και νόμιμο ο καθένας στα πλαίσια της οικονομικής ελευθερίας να εμπορεύεται επιδιώκοντας το κέρδος. Συνεπώς θα ήταν παράλογο να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι οι παραπονούμενοι επέλεξαν να συναλλαχθούν μαζί του παρόλο που γνώριζαν ότι εναντίον του είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του και κατά συνέπεια ότι ήταν αφερέγγυος. Ο Μ.Κ.2 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας, λειτουργός στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και όσα κατέθεσε προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.3 επίσης είναι ανεξάρτητος μάρτυρας και όσα ανέφερε προκύπτουν από τους σχετικούς φακέλους στους οποίους έχει πρόσβαση στα πλαίσια των καθηκόντων του. Οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν ως επί το πλείστο άσχετη με τα επίδικα θέματα. Αναφέρω για παράδειγμα ότι ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε κάποια αγωγή η οποία κατά τους ισχυρισμούς του διευθετήθηκε το 2018 και αφορούσε ποσό που ο ίδιος είπε ότι χρωστούσε στην παραπονούμενη. Τα επίδικα θέματα περιορίζονται χρονικά από τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας μεταξύ της περιόδου από τις 28.3.2012 μέχρι τον Ιούλιο του
  1. Δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του οι οποίοι κρίνω δεν είναι λογικοί και συνεπώς ούτε και πειστικοί. Είναι επίσης αντίθετοι με τους ισχυρισμούς των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Για τους ίδιους λόγους απορρίπτω επίσης τους ισχυρισμούς της Μ.Υ.2 οι οποίοι στην ουσία αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό της ότι το επίδικο ποσό εξοφλήθηκε περί το έτος 2018 στα πλαίσια αγωγής αφού δεν παρουσίασε οποιαδήποτε σχετική απόδειξη ούτε καν τον αριθμό της εν λόγω αγωγής με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της να παραμείνει ανυποστήρικτος και να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κρίνω πως σε περίπτωση που αυτός ο ισχυρισμός ευσταθούσε θα μεριμνούσε να λάμβανε σχετική απόδειξη και θα την παρουσίαζε στο Δικαστήριο ή θα προσκόμιζε τουλάχιστον το αντίγραφο της εν λόγω αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να προσκόμιζε το έγγραφο στο οποίο αναφέρθηκε προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, αυτό δεν θα επιδρούσε θετικά για τον κατηγορούμενο επειδή θα αφορούσε περίοδο άλλη από την επίδικη και ως εκ τούτου θα ήταν άσχετο με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Τέλος κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου δεν είναι επιβοηθητική για την επίλυσή τους και δεν γίνεται αποδεκτή. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο τα ακόλουθα είναι τα συμπεράσματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης 153/2010 του Ε. Δ. Λάρνακας εκδόθηκε στις 28.3.2012 Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος γνώριζε για την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος αφού την εν λόγω ημερομηνία τον εκπροσωπούσε δικηγόρος και στη συνέχεια έδωσε οδηγίες σε δικηγόρο για να καταχωρήσει εκ μέρους του έφεση κατά της ως άνω απόφασης υπογράφοντας το σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου. Ο κατηγορούμενος στις 24.7.2014, στις 8.8.2014 και στις 18.8.204 έλαβε από την παραπονούμενη εταιρεία εμπορεύματα ποσού €542,25 χωρίς να την ενημερώσει ότι εναντίον της περιουσίας του είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής. Από το ως άνω ποσό συνολικό ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό του κατηγορούμενου το ποσό των €189,81 ως επιστροφή προϊόντων και στις 9.12.2014 ο κατηγορούμενος κατέβαλε επίσης το ποσό των €20,
  2. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Ειδικότερα σε σχέση με το συστατικό στοιχείο των ψευδών παραστάσεων αυτό συνίσταται στο γεγονός πως ο κατηγορούμενος παρέλειψε να αναφέρει στην παραπονούμενη ότι εναντίον της περιουσίας του είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής παριστάνοντας έτσι ψευδώς τον εαυτό του ως φερέγγυο πρόσωπο ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν αληθές λόγω της ύπαρξης του ως άνω Διατάγματος Παραλαβής. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τους ισχυρισμούς της και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.