← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. SUPERMARKET POLINA LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2332/2015, 20/7/2020

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. SUPERMARKET POLINA LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2332/2015, 20/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2332/2015 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Παραπονούμενη εναντίον

  1. SUPERMARKET POLINA LTD, Παλιομέτοχο
  2. XXXXX Ιωάννου, Παλιομέτοχο Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.7.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Ηλιοφώτου Για τον κατηγορούμενο: κ. Φρ. Βαρκάρης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3 και 5 που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4 και 6 για παροχή βοήθειας και/ή παρακίνηση της κατηγορούμενης 1 να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 3 και 5 κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Προτού ξεκινήσει η ακρόασή της υπόθεσης οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ δυνάμει γραπτών συμφωνιών ημερομηνίας 29.10.2001, 6.12.2001, 20.1.2003, 30.6.2004 και 18.4.2006 κατόπιν παράκλησής της εταιρείας Agasta Confectionary Ltd συνήψε συμφωνίες προεξόφλησης επιταγών των πελατών της εταιρείας Agasta. Η εν λόγω εταιρεία παρέδωσε και οπισθογράφησε προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ τις 3 επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ». Ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε τις επίδικες επιταγές και έδωσε προς την τράπεζά του τις εντολές ανάκλησης της πληρωμής τους. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο κ. XXXXX Κωνσταντάς ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην παραπονούμενη εταιρεία για 25 χρόνια. Ο μάρτυρας παρουσίασε τις 3 επίδικες επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν σε δέσμη ως τεκμήριο
  2. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή, επιστράφηκαν απλήρωτες με τη δικαιολογία ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους. Ισχυρίστηκε ότι η επιταγή που αφορά στην 1η κατηγορία η οποία ήταν πληρωτέα στις 10.10.2012 παρουσιάστηκε για πληρωμή την ίδια ημέρα, η επιταγή που ήταν πληρωτέα στις 20.10.2012 παρουσιάστηκε επίσης την ίδια ημέρα και η επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα στις 30.10.2012 παρουσιάστηκε και αυτή την ίδια ημέρα. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι επίδικες επιταγές προεξοφλήθηκαν από την παραπονούμενη τράπεζα στις 15.6.12 και 18.6.
  3. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη τράπεζα είχε συνεργασία με την εταιρεία Agasta η οποία είχε ξεκινήσει πριν το έτος
  4. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στην παραπονούμενη τράπεζα από κάποιον κ. XXXXX Αγαθού, διευθυντή της εταιρείας Agasta. Ισχυρίστηκε ότι στις επίδικες επιταγές ως δικαιούχος παρουσιάζεται η εν λόγω εταιρεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την παραπονούμενη τράπεζα. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει μαρτυρία από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα και κάλεσε ακόμα έναν μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας η οποία ασχολείται με την εμπορία ειδών supermarket. Τον Ιούνιο του 2012 παρήγγειλαν από τον κ. Γ. Αγαθού να τους προμηθεύσει από την εταιρεία Agasta διάφορα εμπορεύματα για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων εκδόθηκαν οι 3 επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και πληρωτέες κατά χρονολογική σειρά στις 10.10.2012, 20.10.2012 και 30.10.
  5. Υπέγραψε τις εν λόγω επιταγές συμπληρώνοντας επίσης σε καθεμιά από αυτές το ποσό και την ημερομηνία πληρωμής τους. Τον Σεπτέμβριο του 2012 ζήτησε από τον κ. Αγαθού να του παραδώσει τα εμπορεύματα που είχε παραγγείλει. Επειδή εκείνος ουδέποτε του παρέδωσε τα εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει, έδωσε στη συνέχεια γραπτές οδηγίες στην τράπεζά του για να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές. Μετά που προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών κατάφερε να επικοινωνήσει με τον κ. Αγαθού ο οποίος του ανέφερε ότι είχε καταστρέψει τις εν λόγω επιταγές. Δεν γνώριζε ότι η παραπονούμενη τράπεζα κατείχε τις επιταγές και αυτό το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά όταν του επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι με τον κ. Αγαθού είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν και ότι μετά που δεν του παραδόθηκαν τα εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει αυτή η συνεργασία τερματίστηκε. Ισχυρίστηκε ότι είχε δώσει τηλεφωνικώς οδηγίες προς την τράπεζά του να μην πληρώσει τις επίδικες επιταγές και στη συνέχεια μετέβη στην τράπεζα όπου και συμπλήρωσε τα σχετικά έντυπα αναφορικά με τις εν λόγω οδηγίες. Ως Μ.Υ. 2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Κλεάνθους ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και κατά το έτος 2012 ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε γραπτές οδηγίες να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές και ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι αυτές οι οδηγίες δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος υπέγραψε το ένα έντυπο και οι άλλες 2 ενδεχομένως να υπογράφηκαν από την αδελφή του τελευταίου. Ο κ. Κλεάνθους κατέθεσε σε δέσμη που σημειώθηκε τεκμήριο 4, τα 3 έντυπα με τα οποία δόθηκαν οι εν λόγω εντολές μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η πρώτη γραπτή εντολή ημερομηνίας 9.10.2012 και η τρίτη ημερομηνίας 29.10.2012 δόθηκαν προς την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και η άλλη εντολή ημερομηνίας 22.10.2012 προς την Τράπεζα Κύπρου. Στις εντολές ημερομηνίας 9.10.2012 και 29.10.2012 αναφέρθηκε ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών την παράβαση σύμβασης και η άλλη εντολή ως λόγο τη μη παραλαβή εμπορεύματος. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Υ.2 αρνήθηκε υποβολή της δικηγόρου της παραπονούμενης τράπεζας ότι ο λόγος που δόθηκαν οι οδηγίες μη πληρωμής των επιταγών ήταν η οικονομική αδυναμία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Σε σχετική υποβολή που του τέθηκε ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ο λόγος ο οποίος προβλήθηκε για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών ήταν αληθής. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις ο κ. Βαρκάρης ο οποίος έλαβε πρώτος τον λόγο εισηγήθηκε ότι με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία διαφάνηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών και κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει. Η κα Ηλιοφώτου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι το βάρος απόδειξης στην παρούσα υπόθεση μετατέθηκε στους ώμους των κατηγορουμένων για να αποδείξουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων παρέμειναν ατεκμηρίωτοι αφού δεν παρουσίασαν τα προτιμολόγια τα οποία επικαλέστηκαν για την αγορά των προϊόντων από την εταιρεία Agasta ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία από την εν λόγω εταιρεία ότι δεν τα παρέδωσε. Εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν το εύλογο της ανάκλησης των επίδικων επιταγών και κάλεσε το Δικαστήριο να τους καταδικάσει για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 υπήρξε τυπικός μάρτυρας η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι η παραπονούμενη τράπεζα παρείχε τραπεζικές διευκολύνσεις στην εταιρεία Agasta και της προεξοφλούσε επιταγές τις οποίες η τελευταία της παρουσίαζε. Ανέφερε επίσης τον λόγο και τον τρόπο για τον οποίο οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της παραπονούμενης τράπεζας. Αναφέρθηκε επίσης στις ημερομηνίες κατά τις οποίες η κάθε μία από τις επίδικες επιταγές παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του, εκτός από αυτόν στον οποίο θα κάνω ειδική αναφορά πιο κάτω, επιβεβαιώνονται και από τις σφραγίδες με τις οποίες σφραγίστηκαν οι εν λόγω επιταγές. Ο ισχυρισμός του ότι η επιταγή που αφορά στην 2η κατηγορία παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 20.10.2012 δεν επιβεβαιώνεται από τη σχετική σφραγίδα και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτός. Από τη σφραγίδα που τέθηκε στην εν λόγω επιταγή προκύπτει ότι αυτή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 22.10.
  1. Παρά το γεγονός ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν έγινε αποδεκτός κρίνω ότι κατά τα λοιπά ο εν λόγω μάρτυρας υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι είχε «εύλογη αιτία» να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ισχυρίστηκε ότι είχε κάθε λόγο να το πράξει από τη στιγμή που τα εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει από την εταιρεία του κ. Αγαθού και για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων είχε εκδώσει τις επίδικες επιταγές δεν του παραδόθηκαν. Η «εύλογη αιτία» συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα ως ο εκδότης των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο για τον οποίο δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός του ότι τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές δεν του παραδόθηκαν ποτέ δεν αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Ο κ. XXXXX Κλεάνθους κρίνω ότι επίσης υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή. Η μαρτυρία του ήταν σχετική με τις εντολές μη πληρωμής που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Το μόνο σημείο από τη μαρτυρία του το οποίο δεν αποδέχομαι είναι αυτό στο οποίο ισχυρίστηκε ότι η αδελφή του κατηγορούμενου 2 υπέγραψε τις 2 από τις 3 εντολές ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Δεν την αποδέχομαι για τον λόγο ότι είναι αντίθετη με όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από τους διάδικους και συγκεκριμένα με το παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε προς την τράπεζά του τις εντολές ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών γίνεται αποδεκτό με βάση τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από την κατηγορούμενη
  2. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου είναι και αυτό κοινώς παραδεκτό από τους διαδίκους. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη
  3. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο 2 πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες σημειώνω ότι και αυτό αποδείχθηκε αφού δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε προς την τράπεζα τις σχετικές εντολές. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και από όσα οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 περί τον Ιούνιο του 2012 υπέγραψε τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές και τις παρέδωσε στον κ. Γ. Αγαθού για να τον προμηθεύσει με προϊόντα που η κατηγορούμενη 1 πωλούσε στην υπεραγορά της. Οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της παραπονούμενης τράπεζας στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με την εταιρεία Agasta. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επί της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και της Τράπεζα Κύπρου και ήταν πληρωτέες στις 10.10.2012, 20.10.2012 και 30.10.2012 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 2 στις 9.10.2012 με γραπτή εντολή του προς την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd έδωσε εντολή μη πληρωμής της επιταγής η οποία ήταν πληρωτέα στις 10.10.
  4. Στις 22.10.2012 έδωσε άλλη γραπτή εντολή μη πληρωμής προς την Τράπεζα Κύπρου για την επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα στις 20.10.2012 και στις 29.10.2012 έδωσε την ίδια εντολή προς την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για την επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα στις 30.10.
  5. Προκύπτει επίσης ότι οι επίδικες επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 10.10.2012, 22.10.2012 και 30.10.2012 αντίστοιχα δεν τιμήθηκαν και σφραγίστηκαν με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής απομένει να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχαν οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή συναρτάται και εξετάζεται άμεσα και αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 2 έδωσε γραπτή εντολή στα πιστωτικά ιδρύματα επί των οποίων εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές σημειώνοντας τον λόγο για τον οποίο έδωσε τη σχετική εντολή. Ο λόγος τον οποίο επικαλέστηκε στις 9.10.2012 και 29.10.2012 ήταν η «παράβαση σύμβασης» και ο λόγος που επικαλέστηκε στις 22.10.2012 ήταν η «μη παραλαβή εμπορεύματος». Κρίνω πως από τη στιγμή που δεν του παραδόθηκαν τα εμπορεύματα τα οποία είχε παραγγείλει και για την πληρωμή των οποίων είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή τους (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο). Έχοντας υπόψη μου όσα επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος 2 κρίνω ότι κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» για την οποία είναι ο ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος 2 για την ανάκληση των επίδικων επιταγών έχει αποδειχθεί. Συνεπώς η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 3 και 5 και ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες 2, 4 και 6. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.