← Κύπρος

MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD ν. Ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ & Τ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19502/2015, 2/7/2020

MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD ν. Ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ & Τ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19502/2015, 2/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19502/2015 Μεταξύ: MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD, από τη Λεμεσό Κατηγορούσα Αρχή εναντίον

  1. Ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ & Τ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ, Λάρνακα
  2. XXXXX Κυριάκου, Αραδίππου
  3. XXXXX Νικολάου, Αραδίππου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2.7.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Ηλιοφώτου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Α. Παστελλίδης Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Π. Χ'' Παναγιώτου Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 12 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1, 2, 9 έως 12 σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας αποσύρθηκαν και παρέμειναν μέχρι τέλους οι κατηγορίες 3 έως
  4. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 3, 5 και 7 και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τις κατηγορίες 4, 6, και 8 αντίστοιχα. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Κεφ. 154 και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της παροχής βοήθειας ή και παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 να διαπράξει το ως άνω αδίκημα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι εξέδωσε 3 επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από 12.1.2011 μέχρι 31.1.
  2. Οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ» και παρέμειναν απλήρωτες παρά την παρέλευση 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους για πληρωμή. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ότι υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχαν βοήθεια και/ή παρακίνησαν την εν λόγω εταιρεία να εκδώσει τις εν λόγω επιταγές οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν και παρέμειναν απλήρωτες παρά την παρέλευση 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους για πληρωμή. Προτού ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία στη συνέχεια εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές. Η επιταγή με αριθμό XXXXX8293 ημερομηνίας 12.1.2011 για το ποσό των €3.000 παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε στις 14.1.2011 και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή της στην τράπεζα για πληρωμή. Επίσης οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 εξέδωσαν την επιταγή με αριθμό XXXXX8294 της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας την 18.1.2011 για το ποσό των €3.000 η οποία παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή την 1.2.2011 και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή της στην τράπεζα για πληρωμή. Επίσης οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 εξέδωσαν την επιταγή με αριθμό XXXXX8296 της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας την 31.1.2011 για το ποσό των €3.000 η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε την 1.2.2011 και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή της στην τράπεζα για πληρωμή. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ.Ιωάννης Ιωάννου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι τα έτη 2010 έως 2015 ήταν υπεύθυνος πωλήσεων της παραπονούμενης στη Λάρνακα. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν πελάτες τους οι οποίοι είχαν εκδώσει τις επίδικες επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1, 2 και
  3. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που η παραπονούμενη διατηρούσε σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι ουδέν ποσό πληρώθηκε έναντι των ποσών που αφορούν οι επίδικες επιταγές. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων 1 και 3 ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε τις επίδικες επιταγές και εξέδωσε τις σχετικές αποδείξεις. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν καταχωρημένοι στο Κ.Α.Π. αλλά αγνοούσε κατά πόσο η παραπονούμενη εταιρεία είχε εκδώσει βεβαίωση με την οποία να επιβεβαίωνε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν τακτοποιηθεί και δεν υπήρχε θέμα απαίτησης να πληρωθούν. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου 2 ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οι επιταγές που δεν πληρώνονταν χρεώνονταν στη σχετική κατάσταση λογαριασμού λόγω του πολύ «πήγαινε - έλα» όπως ανέφερε επί λέξει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν θυμόταν κατά πόσο οι επίδικες επιταγές αρχικά δεν τιμήθηκαν και στη συνέχεια πληρώθηκαν. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χ'' Σάββας ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι λογιστής, το έτος 2011 ήταν οικονομικός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας και ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν πελάτισσά τους. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Τράπεζα δεν πληρώθηκαν επειδή ο εκδότης τους είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. και στη συνέχεια έγινε κάποιος συμβιβασμός με τους πελάτες τους. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι μετά που οι εν λόγω επιταγές δεν τιμήθηκαν και οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκαν στο Κ.Α.Π. έκλεισαν οι λογαριασμοί τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προχωρούν σε συναλλαγές από αυτούς. Συμφώνησαν τότε να δώσουν στους κατηγορούμενους μια βεβαίωση ότι είχαν τακτοποιηθεί οι επίδικες επιταγές για να την παρέδιδαν στην Κεντρική Τράπεζα για να προχωρήσει να τους αφαιρέσει από το Κ.Α.Π. Αντίγραφα των εν λόγω βεβαιώσεων κατέθεσε ως τεκμήρια 5 και
  4. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων 1 και 3 ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι οι παραπονούμενοι ουδέποτε εισέπραξαν τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές και αρνήθηκε υποβολή ότι για να προχωρήσει η παραπονούμενη εταιρεία στην έκδοση των ως άνω βεβαιώσεων είχε προηγηθεί η εκ μέρους των κατηγορουμένωνκαταβολή του ποσού των €9.
  5. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου 2 ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν αίτημα να αφαιρεθούν από το Κ.Α.Π. και είχαν έρθει σε σχετική συμφωνία με το τμήμα πωλήσεων των παραπονουμένων. Το εν λόγω τμήμα είχε δώσει εντολή προς το λογιστήριο να προχωρήσει στην έκδοση των ως άνω βεβαιώσεων αφού υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι οι κατηγορούμενοι μερικές μέρες μετά που θα λάμβαναν τις βεβαιώσεις θα προχωρούσαν στην εξόφληση των ποσών που χρωστούσαν στους παραπονούμενους. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους ο κατηγορούμενος 3 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος 3 κατά την κυρίως εξέτασή τουκατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Τον Ιανουάριο του 2011 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε λαμβάνειν από πελάτες της αρκετές χιλιάδες ευρώ οι οποίοι τους είχαν διαβεβαιώσει ότι θα τους πλήρωναν εκείνον τον μήνα και για αυτό προχώρησε στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Παρά όμως τις ως άνω διαβεβαιώσεις δεν εισέπραξε τα εν λόγω ποσά με αποτέλεσμα οι επιταγές που εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας να μην τιμηθούν και έτσι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκαν στο Κ.Α.Π. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2011 κατέβαλε σε μετρητά προς την παραπονούμενη το ποσό των €9.000 η οποία στη συνέχεια ετοίμασε τις σχετικές βεβαιώσεις για να αφαιρεθούν οι κατηγορούμενοι από το Κ.Α.Π. Καταχώρησε επίσης ως τεκμήριο 7 επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 8.3.2011 με την οποία η κατηγορούμενη 1 εταιρεία πληροφορήθηκε πως ακυρώθηκε η καταχώρισή της στο Κ.Α.Π. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 3 ισχυρίστηκε ότιλόγω της καλής συνεργασίας που είχε με την παραπονούμενη εταιρεία δεν μερίμνησε να ζητήσει να του επιστραφούν οι επίδικες επιταγές μετά που της κατέβαλε το ποσό που αφορούσαν οι 3 επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι πλήρωσαν το εν λόγω ποσό στην παραπονούμενη το έτος 2011 και αρνήθηκε υποβολή της δικηγόρου της τελευταίας ότι η παραπονούμενη εξέδωσε τις βεβαιώσεις τεκμήρια 5 και 6 επειδή ήθελε να τους βοηθήσει να διαγραφούν από το Κ.Α.Π. για να μπορέσουν να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε μέχρι το έτος 2014 και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία μέχρι τότε αγόραζε υλικά και εξοφλούσε και το χρέος της προς την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό των €9.000 δόθηκε προς τον Μ.Κ.1 κ. Ιωάννου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά που οι διάδικοι παρουσίασαν τη μαρτυρία τους η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Παστελλίδης εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 και 3 αγορεύοντας πρώτος εισηγήθηκε ότι από τις βεβαιώσεις τεκμήρια 5 και 7 που ετοίμασε η παραπονούμενη εταιρεία προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές τακτοποιήθηκαν και δεν τίθεται πλέον οποιοδήποτε θέμα να απαιτηθεί η πληρωμή τους. Ο κ. Χ'' Παναγιώτου εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι δεν επιτρέπεται η παραπονούμενη εταιρεία να προσπαθεί με προφορική μαρτυρία να αντικρούσει όσα περιέχονται στα τεκμήρια 5 και 6 τα οποία υπογράφηκαν από τον οικονομικό διευθυντή της. Εισηγήθηκε επίσης ότι η παραπονούμενη εταιρεία πράγματι έχει λαμβάνειν κάποιο ποσό από τη συνεργασία της με τους κατηγορούμενους το οποίο όμως είναι άσχετο με τα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τους κατηγορούμενους. Η κα Ηλιοφώτου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι οι βεβαιώσεις τεκμήρια 5 και 6 δόθηκαν από την παραπονούμενη εταιρεία χαριστικά και ότι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων κατηγορίας πως δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό από τους κατηγορούμενους δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή τους και πρέπει να γίνουν αποδεκτοί. Εισηγήθηκε ότι από όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία ικανή να στηρίξει τον ισχυρισμό τους ότι εξόφλησαν τις επίδικες επιταγές. Τέλος κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τους κατηγορούμενους ένοχους στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Έχω μελετήσει τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικουαδικήματοςκαι δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασήςτης προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής.Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω).Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3.Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τηστιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτόδιαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθελογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, μεένα από τουςνομικά αποδεκτούςτρόπους απόδειξης.Για παράδειγμα,μπορούσε να κληθείμάρτυς πουείδε ποίος υπέγραψε ή να κληθείγραφολόγος.Τοθέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοσηστην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Σε ό,τι αφορά τον συνεργό σχετικό είναι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «20.Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Σε σχέση με τον ορισμό του συνεργού, στην Αγγλική υπόθεση Ferguson v. Weaving [1951] 1 K.B. 814, λέχθηκε ότι οι λέξεις «παροχή βοήθειας ή παρακίνηση» περιγράφουν την πράξη συγκεκριμένου προσώπου το οποίο είναι παρόν τη στιγμή διάπραξης κάποιου αδικήματος και συμμετέχει με κάποιο τρόπο σε αυτό. Σε μεταγενέστερες αποφάσεις, οι λέξεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν πιο ευρέως ώστε να περιλαμβάνουν πράξεις που έλαβαν χώρα πριν την τέλεση της ένοχης πράξης (National Coal Board v. Gamble [1959] 1 Q.B. 11). Σε σχέση με τη σημασία της φυσικής παρουσίας κάποιου προσώπου κατά τη διάπραξη ενός αδικήματος, η Αγγλική νομολογία ξεκαθάρισε ότι πρέπει να υπάρχει κάποια συμμετοχή του φερόμενου συνεργού ώστε αυτός να θεωρηθεί «aider and abettor». Δηλαδή στην περίπτωση που κάποιος είναι παρών ενώ διαπράττεται κάποιο αδίκημα αλλά δεν λαμβάνει κάποιο μέρος σε αυτό και δεν ενεργεί από κοινού με αυτούς που το διαπράττουν τότε δεν θεωρείται ότι παρείχε βοήθεια ή τους παρακίνησε, απλώς επειδή δεν προσπάθησε να αποτρέψει το αδίκημα ή παρέλειψε να συλλάβει αυτούς που το διέπραξαν (R. v. Borthwick
(1779)1 Doug. 207 και Smith v. Baker [1971] R.T.R. 350). Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden (πιο πάνω) προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious». Δηλαδή αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε αυτή το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης διάνοιας, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσειςόπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιαςεταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι.Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω).Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: η έκδοση των επίδικων επιταγώναπό τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3, ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν για πληρωμή, ότι επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.» και ότι παρέμειναν απλήρωτες μετά την παρέλευση 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην εξόφληση των επίδικων επιταγών μετά που έλαβαν χώρα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Η παραπονούμενη εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε πληρώθηκε το ποσό των €9.000 που αφορούν οι 3 επίδικες επιταγές και ότι έδωσε τις σχετικές βεβαιώσεις για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους να διαγραφούν από το Κ.Α.Π. Η μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω παρά μόνο θα προχωρήσω ευθύς αμέσως στην αξιολόγησή της σε σχέση μόνο με τους ισχυρισμούς που αφορούν τα θέματα τα οποία παρέμειναν αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Παρά τούτου κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι άσχετη με το θέμα το οποίο παρέμεινε επίδικο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική αφού ο μάρτυρας ανέφερε ότι η εμπλοκή του εξαντλείται μόνο στην παραλαβή των επίδικων επιταγών από τους κατηγορούμενους και την έκδοση της σχετικής απόδειξης είσπραξης. Ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε κατέβαλαν προς την παραπονούμενη το ποσό των €9.000 που αφορούν οι επίδικες επιταγές και ότι οι βεβαιώσεις τεκμήρια 5 και 6 που υπογράφηκαν από τον ίδιο δόθηκαν προς διευκόλυνσή των κατηγορουμένων να διαγραφεί το όνομά τους από το Κ.Α.Π. Στα εν λόγω τεκμήρια τα οποία δεν φέρουν ημερομηνία και δεν αμφισβητήθηκαν αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι «οι επιταγές .. για τα ποσά και τις ημερομηνίες που φαίνονται έχουν τακτοποιηθεί και δεν τίθεται θέμα απαίτησης τους πλέον». Όπως έχει αναφερθεί στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του (Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989). Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων καθώς επίσης και όσα αναφέρθηκαν στις ως άνω αποφάσεις Gallie v. Lee και Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κρίνω ότι ο ισχυρισμός του Μ.Κ. 2 ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε κατέβαλαν στην παραπονούμενη τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές δεν είναι πειστικός λόγω του γεγονότος ότι είναι αντίθετος με όσα περιέχονται στα τεκμήρια 5 και
  1. Από το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων προκύπτει ότι η παραπονούμενη δήλωσε ότι τα ποσά έχουν τακτοποιηθεί για αυτό και δεν τίθεται πλέον θέμα απαίτησής τους. Κρίνω ότι η ως άνω δήλωση δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρά μόνο ότι τα ποσά καταβλήθηκαν για αυτό και η παραπονούμενη δήλωσε πως δεν θα απαιτηθούν.Πρόκειται για χρηματική απαίτηση και από τη στιγμή που δηλώθηκε ότι τα ποσά δεν θα απαιτηθούν αυτή η δήλωση δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρά μόνο ότι τα εν λόγω ποσά καταβλήθηκαν. Έχοντας υπόψη μου ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις ετοιμάστηκαν από την παραπονούμενη εταιρεία, υπογράφτηκαν από τον οικονομικό διευθυντή της και στη συνέχεια παραδόθηκαν στους κατηγορούμενους καθώς επίσης ότι κανένας συναλλασσόμενος δεν υπογράφει οποιαδήποτε βεβαίωση ενάντια στα συμφέροντά του παρά μόνο με την ελεύθερη βούλησή του κρίνω πως ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι η παραπονούμενη δεν έλαβε το ποσό των €9.000 από τους κατηγορούμενους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.Σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι άλλο κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν θα υπέγραφε τις εν λόγω βεβαιώσεις. Ο κατηγορούμενος 3 έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι σε κάποια σημεία κατά την αντεξέτασή του καθυστερούσε να απαντήσει κάτι το οποίο δείχνει ότι δεν θυμόταν ξεκάθαρα πως διαδραματίστηκαν κάποια γεγονότα. Ο βασικός όμως ισχυρισμός του ότι οι κατηγορούμενοι περί τον Φεβρουάριο του 2011 κατέβαλαν στην παραπονούμενη το ποσό των €9.000 και ότιαυτήεξέδωσε τις βεβαιώσεις τεκμήρια 5 και 6 όχι μόνο δεν αντικρούστηκε από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία αλλά περαιτέρω επιβεβαιώθηκε και από τα ως άνω έγγραφα τα οποία προσκόμισε η πλευρά της παραπονούμενης. Λόγω τούτου κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς επίσης και από όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη εταιρεία προμήθευε την κατηγορούμενη 1 με υλικά και στα πλαίσια της συνεργασίας τους η τελευταία διά της υπογραφής των κατηγορουμένων 2 και 3 εξέδωσε και της παρέδωσε 3 επιταγές επί της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας για το ποσό των €3.000 η κάθε μία οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 12.1.2011, 18.1.2011 και στις 31.1.2011 αντίστοιχα.Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες μετά την ημερομηνία που κάθε μια από αυτές ήταν πληρωτέα. Η 1η επιταγή παρουσιάστηκε στις 12 και 14.1.2011 και η 2η και 3η την 1.2.2011, στις 7.2.2011 και στις 9.2.2011 αντίστοιχα. Οι επιταγέςδεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.» και παρέμειναν απλήρωτες παρά την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίασή τους προς πληρωμή. Μετά την παρέλευση των 15 ημερών ο κατηγορούμενος 2 κατέβαλε στην παραπονούμενη το ποσό των €9.000 και η τελευταία διά του οικονομικού τους διευθυντή συνέταξε τα τεκμήρια 5 και 6 με τα οποία βεβαίωσε ότι τα ποσά των επίδικων επιταγών τακτοποιήθηκαν και δεν υπήρχε πλέον θέμα απαίτησής τους. Στις 27.11.2015 η παραπονούμενη προχώρησε στην καταχώρηση της επίδικης υπόθεσης. Είναι αναγκαίο να έχουμε υπόψη μας ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής συντελείται εφόσον παρέλθουν 15 ημέρες από την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και αυτή εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη. Από όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και συνακόλουθα καιη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3, 5και 7 τις οποίες αντιμετωπίζει. Συνεπώς κρίνω ένοχη την κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες 3, 5 και
  2. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι τα πρόσωπα το οποία υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας και καθήκον να μην επιδείξουν αδιαφορία ή απερισκεψία αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω). Στην παρούσα υπόθεση ενεργώντας απερίσκεπτα εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές. Η απερισκεψία τους συνίσταται και προκύπτει από το γεγονός ότι θεώρησαν ως δεδομένο ότι τον Ιανουάριο του 2011 θα εισέπρατταν από τους πελάτες τους χρήματα τα οποία στη συνέχεια θα κατέθεταν στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 για να πληρώνονταν οι επίδικες επιταγές. Έπρεπε να ανέμεναν να εισπράξουν τα προς αυτούς οφειλόμενα ποσά και μετά να προχωρούσαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών αντί να προέτρεχαν να τις εκδώσουν γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό τους για να τιμηθούν. Τελικά όμως δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα οι επιταγές να παραμείνουν απλήρωτες και το όνομά τους να καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον αναγκαίο για ποινική υπόθεση βαθμό ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν τα πρόσωπα τα οποία υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές και συνακόλουθα και τη συνέργειά τους στην τέλεση των αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών για τις οποίες κατηγορούνται (άρθρο 20(γ) του Κεφ.
  3. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3, 5 και 7 και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 4, 6 και
  4. (Υπ.) ................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.