← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Φαίδωνος, Αρ. Υπόθεσης: 12332/19, 30/7/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Φαίδωνος, Αρ. Υπόθεσης: 12332/19, 30/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12332/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Φαίδωνος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Ιουλίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κα Θεοδώρου με κ. Στρόππο Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μιαν κατηγορία σε σχέση με αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 31.08.2018 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στη Λακατάμεια της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX35 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε την εναντίον του κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Κυριάκου. Ο μάρτυρας κατάθεσε την κατάθεση του ως Έγγραφο Α. Σε αυτήν αναφέρεται στις ενέργειες τις οποίες προέβη όταν έφτασε στη σκηνή και στην κατάσταση του δρόμου. Επίσης, αναφέρθηκε στην ορατότητα που υπήρχε, στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν και στις ανακριτικές του ενέργειες. Επιπλέον, κατέθεσε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής ως Τεκμήριο 1 και ως Τεκμήριο 2 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής. Περαιτέρω, κατέθεσε την κατηγορία η οποία προσάφθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 3 και την κατάθεση του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο

  1. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι εργάζεται ως αστυνομικός από το 2009, αλλά δεν έχει παρακολουθήσει κάποιαν ειδική εκπαίδευση στη διερεύνηση ατυχημάτων. Όταν έφτασε στη σκηνή υπήρχε κίνηση λόγω του ατυχήματος. Παρόντες στη σκηνή ήταν ο XXXXX Ματθαίου ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας, ως επίσης και η XXXXX Χρυσοστόμου. Συμφώνησε με την υποβολή ότι του οχήματος του Κατηγορούμενου προπορεύονταν δύο άλλα οχήματα και επεξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να τα προσπεράσει. Συμφώνησε επίσης με την υποβολή ότι η πρόθεση του πεζού ήταν να διασταυρώσει τον δρόμο και ότι η σύγκρουση έγινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του επίδικου δρόμου. Συμφώνησε επίσης ότι την ώρα που διασταύρωνε ο πεζός, βρισκόταν μπροστά από τα οχήματα που οδηγούσαν οι αυτόπτες μάρτυρες και ότι ο πεζός εισήλθε ενόσω τα οχήματα στην αριστερή λωρίδα κινούνταν στον δρόμο. Σε σχέση με την ορατότητα στον δρόμο παρέπεμπε στα ευρήματα της ΜΚ
  2. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ίδιος δεν πρόσεξε διάβαση πεζών στο σημείο και δεν γνώριζε αν υπήρχε διάβαση πεζών κοντά. Εξήγησε ταυτόχρονα ότι όταν ο Κατηγορούμενος εισήλθε στη δεξιά λωρίδα είχε αρκετή απόσταση για να δει τον πεζό. Σε σχέση με την τελική θέση ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του τις υποδειχθείσες θέσεις και το σημείο επαφής που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Ανέφερε περαιτέρω ότι έγιναν εξετάσεις σε σχέση με τη μέτρηση της ορατότητας και χρησιμοποιήθηκαν προς τούτο υπηρεσιακά οχήματα παρόμοιου τύπου με αυτό που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος. Επέμεινε ότι η πορεία που ακολούθησε ο πεζός ήταν από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου και αρνήθηκε την υποβολή ότι η πορεία που ακολούθησε ο πεζός ήταν διαγώνια. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η XXXXX Χρυσόστομου ως ΜΚ
  3. Η ΜΚ 2 ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής. Κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της ως Έγγραφο Β. Επεξήγησε ότι αντιλήφθηκε πως υπήρχαν πρόσωπα στο πεζοδρόμιο, τα οποία προτίθεντο να διασταυρώσουν. Επίσης, είδε τον πεζό ο οποίος χτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου να διασταυρώνει τον δρόμο. Προσδιόρισε ότι τον είδε να στέκεται στο πεζοδρόμιο και ακολούθως τον είδε αφού χτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέτασή της, προσδιόρισε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν υπήρχαν οχήματα μπροστά της αλλά πίσω της και ότι η ίδια οδηγούσε το όχημα που σημειώθηκε ως όχημα Γ στο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Εξήγησε ότι η ίδια έστριβε για να εισέλθει σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης όταν έγινε το ατύχημα και σε κάποιο στάδιο πρόσεξε τον πεζό να έχει χτυπηθεί από διερχόμενο όχημα. Σημείωσε ότι η ίδια άκουσε τον θόρυβο αλλά δεν είδε τη σύγκρουση. Επίσης, ανέφερε ότι δεν είδε τον πεζό να μπαίνει στον δρόμο. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι δεν είναι σίγουρη αν υπάρχει διάβαση πεζών στον επίδικο δρόμο. Κατατέθηκε σχετικά ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση σχετική φωτογραφία από την εφαρμογή Google Maps. Επεξήγησε ότι δεν είδε τη στιγμή του χτυπήματος αλλά είδε τον πεζό να βρίσκεται στον αέρα και να πέφτει στο έδαφος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το σοκ της σκηνής οδήγησε σε αλλοίωση της μνήμης της. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Ηλία, ο οποίος κατάθεσε την κατάθεση του ημερομηνίας 16.09.2018 ως Έγγραφο Γ. Ο ΜΚ 3 ήταν ο πεζός, ο οποίος χτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου. Αναγνώρισε, επίσης, το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Ανέφερε ότι ήταν το μοναδικό πρόσωπο που επιχείρησε να διασταυρώσει εκείνην την ώρα και προτού διασταυρώσει κοίταξε δεξιά και αριστερά και δεν υπήρχε κίνηση και συνέχισε την πορεία του. Προσδιόρισε ότι περπατούσε κανονικά. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο που τον χτύπησε. Ανέφερε, επιπλέον, ότι στον δρόμο δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα, ενώ πίσω του στα δεξιά του υπήρχε ένα αυτοκίνητο που ήταν ήδη παρκαρισμένο. Ο ίδιος πέρασε τον δρόμο και αμέσως τον χτύπησε το επερχόμενο όχημα. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι προτίθετο να διασταυρώσει, καθότι στην απέναντι πλευρά τον ανέμενε η σύζυγος του με το αυτοκίνητο. Συμφώνησε ότι ήταν λάθος να επιχειρήσει να διασταυρώσει τον δρόμο στον οποίον υπήρχε κτιστή νησίδα αλλά ανέφερε ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα τη στιγμή που το επιχειρούσε. Επί του Τεκμηρίου 2 συμφώνησε ότι υπήρχαν στον δρόμο τα οχήματα που σημειώνονται με το γράμμα Γ και Δ. Σε σχέση με αυτά, ανέφερε ότι το ένα ήταν παρκαρισμένο στην πλευρά του αλλά το άλλο πίσω δεν το είδε. Επέμεινε ότι πριν μπει στον δρόμο κοίταξε αριστερά, δεξιά και ξανά δεξιά και ακολούθως εισήλθε στον δρόμο. Αφού εισήλθε στον δρόμο πρόθεση του ήταν να διασταυρώσει και δεν σταμάτησε να κοιτάξει ξανά δεξιά και αριστερά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μπήκε στον δρόμο απότομα. Επέμεινε επίσης ότι το όχημα που σημειώνεται με το γράμμα Γ στο Τεκμήριο 2 ήταν σταματημένο. Ανέφερε περαιτέρω ότι είναι ηλικίας 78 ετών αλλά γυμνάζεται καθημερινά και είναι σε καλή φυσική κατάσταση και δεν έχει μειωμένα αντανακλαστικά. Επόμενη μάρτυρας ήταν η αστυφύλακας XXXXX XXXXX Μιχαήλ, ως ΜΚ
  4. Η ΜΚ 4 κατάθεσε την κατάθεση της ως Έγγραφο Δ. Περαιτέρω, κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 έγγραφο με τίτλο West Midlands Police Accident Investigation Training. Επιπλέον, εξήγησε ότι στις 29.10.2018 μετέβη στη σκηνή με υπηρεσιακά οχήματα για να μετρήσει την ορατότητα. Προσδιόρισε ότι χρησιμοποίησε όχημα του ιδίου τύπου με το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Τοποθέτησε μπροστά της άλλα δύο οχήματα ιδίου τύπου με τα οχήματα που σημειώθηκαν ως Γ και Δ στο Τεκμήριο 2 και τοποθέτησε και έναν πεζό στο αριστερό πεζοδρόμιο στη θέση που διασταύρωνε ο ΜΚ
  5. Διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει οποιοδήποτε πρόσωπο είχε πρόθεση να διασταυρώσει από το αριστερό πεζοδρόμιο από απόσταση 130 μέτρων. Ακολούθως, εντόπισε τον χρόνο που χρειάστηκε ο πεζός για να φτάσει από το αριστερό πεζοδρόμιο μέχρι το Χ και ανέφερε ότι ο πεζός χρειάστηκε 2,85 δευτερόλεπτα για να διασταυρώσει 4 μέτρα. Σ' αυτό το διάστημα ο οδηγός ήταν εντός των 130 μέτρων και προλάβαινε να δει τον πεζό να αντιδράσει και να ακινητοποιήσει το όχημα του. Εξήγησε ότι η ορατότητα που ανέφερε ήταν προς το πεζοδρόμιο, κατά τον χρόνο που ο πεζός εκδήλωνε την πρόθεση του να εισέλθει στον δρόμο. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι εργάζεται ως αστυνομικός 11 χρόνια και τα τελευταία 7,5 ασχολείται με τροχαία δυστυχήματα. Ανέφερε επίσης ότι για την ίδια δεν έχει σημασία τι είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες. Προσδιόρισε περαιτέρω ότι ο επίδικος δρόμος είναι μια μεγάλη ευθεία με μεγάλη ορατότητα. Αρνήθηκε όμως ότι τα δύο οχήματα που ήταν μπροστά από το όχημα του Κατηγορούμενου, σε κάποιο στάδιο αποτελούσαν εμπόδιο για τον ορατότητα του. Περαιτέρω συμφώνησε ότι όταν εκτελεί κάποιος προσπέρασμα στα δεξιά, έχει την προσοχή του πίσω στον δρόμο αλλά δεν παύει να έχει την προσοχή του και μπροστά. Εξήγησε εκ νέου ότι για την ίδια δεν έχει σημασία το ότι οι αυτόπτες μάρτυρες δεν είδαν τη σύγκρουση, καθότι η ίδια προέβη σε αναπαράσταση με βάση τις θέσεις των επίδικων οχημάτων. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί παγκόσμια βιβλιογραφία. Εξήγησε περαιτέρω τους μαθηματικούς υπολογισμούς που προέβη και τον μαθηματικό τύπο στη βάση του οποίου μετέτρεψε τα "πόδια ανά δευτερόλεπτο" σε "μέτρα ανά δευτερόλεπτο". Ανέφερε περαιτέρω ότι ο χρόνος αντίδρασης κάποιου οδηγού κυμαίνεται από ένα μέχρι ενάμιση δευτερόλεπτο. Ισχυρίστηκε, ότι για να αυξηθεί ο χρόνος αντίδρασης μετρούν διάφοροι παράγοντες όπως η υπνηλία, η κούραση, η επήρεια ναρκωτικών, η επήρεια αλκοόλης και το κατά πόσον κάποιο ατύχημα γίνεται βράδυ. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στην υπό κρίση υπόθεση, επειδή ο οδηγός ήταν νηφάλιος και πρόσωπο νεαρής ηλικίας, δεν μπορούσε να αποδώσει κάποιον άλλον χρόνο σαν χρόνο αντίδρασης. Εξήγησε παράλληλα ότι η μέτρηση της ορατότητας έγινε με μετροταινία. Εξήγησε περαιτέρω ότι η μέτρηση για τον ορατότητα έγινε στο στάδιο σε σχέση με τον χρόνο που ο πεζός έκαμε το πρώτο βήμα και εισερχόταν στον δρόμο. Ανέφερε παράλληλα ότι δεν υπήρχε κάτι στον επίδικο δρόμο που μπορούσε να φράξει την ορατότητα του οδηγού. Σε υποβολή ότι ο πεζός έγινε αντιληπτός σε μικρότερη απόσταση από τα 23 μέτρα, απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε ξεκάθαρα να δει το κεφάλι και τον κορμό του πεζού από απόσταση 130 μέτρων. Σε σχέση με τα πορίσματα της στην κατάθεση της, ανέφερε ότι η απόσταση ακινητοποίησης είναι η απόσταση που χρειάζεται κάποιο χρήμα με βίαια τροχοπέδηση πάνω σε καθαρή επιφάνεια και συντελεστή τριβής συγκεκριμένο. Εξήγησε ότι στην κατάθεση της αναφέρει ότι ο πεζός διένυσε από το αριστερό πεζοδρόμιο μέχρι το σημείο επαφής 4 μέτρα, για τα οποία χρειάστηκε 2,85 δευτερόλεπτα. Στα 2,85 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε ο πεζός να διανύσει την πιο πάνω απόσταση, το όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο κινείτο με πενήντα

(50)χαω σημαίνει ήταν πίσω από το σημείο επαφής 39,58 μέτρα. Η απόσταση 39,58 μέτρα ήταν μέσα στην ορατότητα των 130 μέτρων. Εξήγησε η ίδια δεν αναφέρει το πότε αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος τον πεζό αλλά αναφέρθηκε στο χρονικό διάστημα και την απόσταση που είχε για να τον αντιληφθεί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημα του. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Η κα Θεοδώρου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Κακούρη. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Επιπρόσθετα διευκρινίζεται ότι η μαρτυρία που δίδεται σχετικά με Τεκμήρια που κατατίθενται προς αναγνώριση παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου αυτά αναγνωριστούν και ενταχθούν έτσι στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης προς αξιολόγηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 396-398 και στην απόφαση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Πλoίου "Arabella"
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ 1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Προσπάθησε με ειλικρίνεια να παρουσιάσει και να επεξηγήσει τα συμπεράσματά του σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης. Επιπρόσθετα, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Ειδικότερα, οι θέσεις του ως προς το σημείο Χ ή ως προς την κατάσταση και σήμανση του δρόμου δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητεί και δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία και επομένως μπορούν να γίνουν δεκτές. Επίσης, οι αναφορές του ως προς τα υπόλοιπα οχήματα που βρίσκονταν στον δρόμο και τις θέσεις αυτών συνάδουν με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας αλλά και δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπλέον, δεν έχουν αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο οι μετρήσεις του στην σκηνή. Περαιτέρω, μέσα από τις υποβολές της Υπεράσπισης προκύπτει ότι ο πεζός εισήλθε στη στον δρόμο όταν ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να προσπεράσει τα δυο προπορευόμενα του οχήματα. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Η ΜΚ2 ήταν αυτόπτης μάρτυρας στην σκηνή. Η ΜΚ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα αμεσότητα. Επίσης, η μαρτυρία της συνάδει στα ουσιώδη σημεία της με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η θέση της ότι επί του πεζοδρομίου που κινείτο ο πεζός υπήρχαν πρόσωπα που προτίθεντο να διασταυρώσουν δεν έχει αμφισβητηθεί και επιπλέον συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος συμφώνησε με την υποβολή ότι η πρόθεση του πεζού τον επίδικο χρόνο ήταν να διασταυρώσει. Επιπλέον, η υποβολή της συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι η ΜΚ2 ότι το σοκ που υπέστη σοκ από τη σκηνή αλλοίωσε τη μνήμη της έμεινε μετέωρος ισχυρισμός. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της ΜΚ
  2. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ3 Ο ΜΚ3 ήταν ο πεζός, ο οποίος κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ3 προκάλεσε, επίσης, θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Ειδικότερα η θέση του ως προς τη κατάσταση του δρόμου συνάδει με τις σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρία. Το γεγονός ότι ανέφερε πως το όχημα της ΜΚ2 ήτα σταματημένο δεν μεταβάλει την ουσία του ισχυρισμού του, αφού όπως η ίδια η ΜΚ2 δήλωσε κατά τον επίδικο χρόνο επιχειρούσε να στρίψει για να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης. Επομένως, δεν ήταν παράλογο ο ΜΚ3 να αντιληφθεί το εν λόγω όχημα ως σταματημένο στη λωρίδα του. Επιπρόσθετα, η θέση του ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά προτού εισέλθει στον δρόμο δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Περαιτέρω, η μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες του πριν να εισέλθει στον δρόμο παρέμεινε σταθερή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Τέλος οι υποβολές της συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι εισήλθε στον δρόμο απότομα χωρίς να κοιτάξει, παρέμειναν αόριστοι ισχυρισμοί. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ 4 Η ΜΚ4 ήταν η μάρτυρας, η οποία προέβη στην αναπαράσταση της ορατότητας. Η μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τις ενέργειες της και μεθοδολογία της για την αναπαράσταση της ορατότητας. Εξήγησε, επίσης, με σαφήνεια ότι χρησιμοποίησε παρόμοιου τύπου οχήματα με τα ενεχόμενα, για να καταλήξει στα ευρήματά της. Οι θέσεις της δε περί του τύπου των οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν και της κατάστασης του δρόμου ουσιαστικά δεν αμφισβητηθήκαν. Επομένως, κρίνω ότι μάρτυρας παρείχε το υπόβαθρο για να γίνουν δεκτά τα ευρήματά της σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Συνεπώς κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στο εύρημά της ότι ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα 130 μέτρων προς τον πεζό. Επίσης, μπορώ να βασισθώ στο εύρημά της ότι από την πιο πάνω απόσταση ο Κατηγορούμενος μπορούσε δει καθαρά το κεφάλι και τον κορμό του πεζού όταν αυτός βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο και ήταν έτοιμος να εισέλθει στον δρόμο. Σε σχέση με του αριθμητικούς υπολογισμούς στους οποίους προέβη, σημειώνεται ότι η μάρτυρας έλαβε υπόψη τις μετρήσεις του ΜΚ1, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στο εύρημα της ότι όταν ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να προσπεράσει βρισκόταν 23 μέτρα μακριά από το σημείο χ και είχε ορατότητα προς τον πεζό. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι με ταχύτητα 50 χ.α.ω το όχημα του Κατηγορουμένου διάνυε απόσταση 13.88 μέτρα το δευτερόλεπτο και πως ο πεζός για να διανύσει απόσταση 4 μέτρων χρειάστηκε 2.85 δευτερόλεπτα. Οι πιο πάνω αναφορές δεν έχουν αμφισβητηθεί. Στη βάση των πιο πάνω κατέληξε στο συμπέρασμα πως όταν ο πεζός εισερχόταν στον δρόμο, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το σημείο χ σε απόσταση 39.58 μέτρων. Για να ολοκληρώσει τον συλλογισμό της έλαβε υπόψη συγκεκριμένο χρόνο αντίδρασης, τον οποίο προσδιόρισε στο 1.5 δευτερόλεπτα και χρόνο ακινητοποίησης τον οποίο προσδιόρισε στα 14 μέτρα χωρίς όμως να προσκομίσει οποιαδήποτε βιβλιογραφία ή στοιχείο που να υποστηρίξει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Όμως, στην κατάθεσή της, έγγραφο Ε, δήλωσε ότι για να καταλήξει στα συμπεράσματά της έλαβε υπόψη βιβλιογραφία. Επομένως, η αποτυχία της να προσκομίσει τη βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματά της, σε σχέση με τον χρόνο αντίδρασης και ακινητοποίησης, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχθεί επ' αυτών και να εξάξει αντίστοιχα ευρήματα. Η δήλωση της ότι κατέχει πιστοποιητικό διερεύνησης ατυχημάτων δεν την καθιστά άνευ ετέρου εμπειρογνώμονα ή ειδικό σε θέματα προσδιορισμού χρόνου αντίδρασης και χρόνου ακινητοποίησης. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία της ΜΚ4 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κλήτευσε ούτε μάρτυρες. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο η γραπτή κατάθεσή του, ημερομηνίας 31.8.2018, ως Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με τον τρόπο αξιόλογησης της πιο πάνω κατάθεσης θεμελιακή είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκαν οι αρχές της αγγλικής απόφασης Findlay Duncan 73 Cnm. App R.
  2. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17.11.2017 και Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11.3. 2020 Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 4, προέβη σε δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του, ήτοι παραδέχθηκε ότι δεν πρόσεξε τον πεζό που διασταύρωνε. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω δήλωση. Σε σχέση με τη δήλωση στο Τεκμήριο 3, ότι παραδέχεται και απολογείται, κρίνω ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε το επίδικο αδίκημα. Έχοντας υπόψη τη διατύπωση της γραπτής κατηγορίας, η οποία αναφέρεται σε αξιολογικές έννοιες, όπως δέουσα προσοχή και φροντίδα, κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ επ' αυτής και να εξάξω εύρημα ενοχής του Κατηγορουμένου. Κρίνω δε ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η εξέταση της εμβέλειας της εν λόγω δήλωσης είναι δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη, ως προς το επίδικο αδίκημα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217. Βαρύτητα ανώμοτης δήλωσης Κατηγορουμένου. Σε σχέση με την προσέγγιση κάποιας ανώμοτης δήλωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, όπου επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Περαιτέρω, είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στη δήλωσή του αναφέρθηκε στο κατά πόσο, σύμφωνα με τη κρίση του, ο κίνδυνο ήταν προβλεπτός και στην ευθύνη του αναφορικά με το ατύχημα. Υπό το φως του συνόλου των ενώπιόν μου γεγονότων κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην υπό εξέταση ανώμοτη δήλωση. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος στις 31.08.2018 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στη Λακατάμεια της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Το ατύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν 130 μέτρα. Με βάση αυτή ο Κατηγορούμενος μπορούσε δει καθαρά το κεφάλι και τον κορμό του πεζού, όταν αυτός βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο και ήταν έτοιμος να εισέλθει στον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος κινείτο με 50 χ.α.ω. Η απόσταση που διανύει κάποιο όχημα, το οποίο κινείται με 50 χ.α.ω. είναι 13.88 μέτρα το δευτερόλεπτο. Στο πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού κινείτο πεζός ο ΜΚ3, ο οποίος σε κάποιο στάδιο εισήλθε εντός του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο πεζός είχε σκοπό να διασταυρώσει τον δρόμο. Προτού διασταυρώσει σταμάτησε στο πεζοδρόμιο και κοίταξε δεξιά και αριστερά προτού εισέλθει στον δρόμο. Ο πεζός πρόλαβε να διανύσει απόσταση 4 μέτρων και χρειάστηκε 2.85 δευτερόλεπτα να το πράξει. Ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 50 χ.α.ω. Έτσι, σε τέσσερα δευτερόλεπτα μπορούσε να διανύσει απόσταση 39.58 μέτρων. Ο πεζός μόλις διάνυσε την απόσταση των 4 μέτρων κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος δεν πρόσεξε τον πεζό που κινείτο στον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος κινείτο αρχικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του και 23 μέτρα πριν τη σύγκρουση εισήλθε στη δεξιά λωρίδα, για να προσπεράσει δυο οχήματα που προπορεύονταν του δικού του. Το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη στην δεξιά λωρίδα ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
  1. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
  2. Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Στην υπόθεση Ιωάννου Χρίστος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 113, λέχθηκε ότι το γεγονός πως κάποιος πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου δεν συνιστούσε λόγο που εύλογα δημιουργούσε την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στον δρόμο. Προστέθηκε δε ότι κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων. Επίσης, στην υπόθεση Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217, υποδείχθηκε ότι κίνδυνος μπορεί να προκύψει, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019, κρίθηκε ότι δεν ήταν λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει πως η απόπειρα να διασταυρώσει η πεζή τον δρόμο ξεκίνησε από το σημείο όπου η τελευταία, βρισκόμενη στην άκρη του δρόμου, ξεκίνησε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει τον πεζό στην άκρη του πεζοδρόμιου, όταν ήταν έτοιμος να εισέλθει στον δρόμο, από 130 μετρά απόσταση. Επίσης, υπάρχει μαρτυρία ότι ο πεζός δεν εισήλθε απότομα στον δρόμο αλλά προτού το πράξει σταμάτησε στο πεζοδρόμιο και κοίταξε δεξιά και αριστερά. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε πεζός επί του πεζοδρομίου, ο οποίος κοίταζε δεξιά και αριστερά, έπρεπε να θέσει τον Κατηγορούμενο σε εγρήγορση, ότι ο πεζός θα επιχειρούσε ή ότι προτίθετο να επιχειρήσει να εισέλθει εντός του δρόμου. Η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν ότι κάποιο πρόσωπο που στέκεται επί του πεζοδρομίου και κοιτάζει δεξιά και αριστερά είναι πιθανό να επιδιώξει να διασταυρώσει. Επομένως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, γεννήθηκε καθήκον επιμέλειας έναντι του πεζού, αφού ο κίνδυνος αυτός να εισέλθει εντός του δρόμου ήταν εύλογα εμφανής και λογικά πιθανός. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να λάβει προληπτικά μέτρα έναντι του πιο πάνω προβλεπτού κινδύνου. Επιπλέον, υφίσταται μαρτυρία ότι η πρόθεση του πεζού να διασταυρώσει μπορούσε να γίνει αντιληπτή από απόσταση 130 μέτρων. Επίσης, προκύπτει ότι ο πεζός τελικά εισήλθε εντός του δρόμου, όταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν 39.58 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης, ήτοι σε απόσταση η οποία ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του Κατηγορουμένου. Προκύπτει, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος είχε επαρκή ορατότητα να αντιληφθεί την εύλογα πιθανή πρόθεση του πεζού να εισέλθει στον δρόμο προτού ο τελευταίος το πράξει. Έτσι, ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε, προτού ο πεζός αποπειραθεί να εισέλθει στον δρόμο, είτε να ελαττώσει ταχύτητα είτε να σταματήσει και να παράσχει στον πεζό τη δυνατότητα να διασταυρώσει. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος ουδέν εκ των πιο πάνω έπραξε και ουδέν μέτρο προφύλαξης έλαβε. Η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης έναντι εύλογα εμφανούς κινδύνου που ο Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα και την ορατότητα να αντιληφθεί, συνιστά αμέλεια εκ μέρους του Κατηγορουμένου. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος όχι μόνο δεν έλαβε μετρά προφύλαξης αλλά 23 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης επιχείρησε να προσπεράσει δυο προπορευόμενα οχήματα. Ο Κατηγορούμενος, παρά το ότι όφειλε να είχε αντιληφθεί από πριν την πρόθεση του πεζού να εισέλθει στον δρόμο αλλά και αυτή καθ' αυτή την είσοδο του που είχε ήδη λάβει χωρά, επιχείρησε να προσπεράσει δυο προπορευόμενα οχήματα αγνοώντας τα πιο πάνω. Συνεπώς, η επιλογή του Κατηγορουμένου να επιχειρήσει να προσπεράσει σε δρόμο που ήδη επιχειρούσε να διασταυρώσει κάποιος πεζός αγνοώντας τα πιο πάνω δεδομένα αφίσταται του επιπέδου επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού και συνιστά από μόνη της αμέλεια. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ).............................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.