Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Blais, Αρ. Υπόθεσης: 6790/ 20, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6790/ 20 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX XXXXX Blais Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Παφίτης ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000 και 109(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 257/86 και ΚΔΠ 312/07. Η δεύτερη αφορά το αδίκημα της αποφυγής παροχής ικανοποιητικού δείγματος προς τελική εξέταση αλκοόλης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 4 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 23.2.2020 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας, παρά το ΓΣΠ της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX15 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 193 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Επιπρόσθετα, στον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Δηλώθηκε, επίσης, ότι η ένδειξη της προκαταρτικής εξέτασης αλκοόλης ήταν 61 mg αντί 9 mg. Τέλος δηλώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και δεν έχει βαθμούς ποινής. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα : Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών και κατάγεται από το Καμερούν. Είναι αιτητή πολιτικού ασύλου και διατηρεί δεσμό με ομοεθνή του, η οποία διαμένει στη Λάρνακα. Προς μετριασμό της ποινής του αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, , την απολογία και την μεταμέλειά του. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο συνήγορος στις προσωπικές του Κατηγορουμένου περιστάσεις και στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι φοιτητής. Επιπρόσθετά, αναφέρθηκε στις διάπραξης δηλώνοντας ότι την επίδικη ημερομηνία κλήθηκε από τη σύντροφό του να μεταβεί στην οικία τους, αφού προηγήθηκε φιλονικία μεταξύ τους. Έτσι, ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι έπρεπε να πάει στην οικία του το συντομότερο δυνατό. Τέλος, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.5. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο, ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια, εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα. Σε σχέση με τα υπό εξέταση αδικήματα σημειώνεται ότι σε σχέση με το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσας το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τα €1.708 ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, να στερήσει στον καταδικασθέντα το δικαίωμά του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που θα κριθεί ορθή υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. Ένεκα, των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της οδήγησης καθ΄ υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού μια τέτοια οδική συμπεριφορά έχει αναγνωριστεί ότι αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες πρόκλησης σοβαρών και συχνά θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι το αδικήμα της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας παρουσιάζει έξαρση και διαπράττεται με ιδιαίτερη συχνότητα, αφού καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται σωρεία υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Ιδίως ως προς το αδίκημα της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας διαφωτιστική είναι η απόφαση Κυριακάκης Εμμανουήλ ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 134, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 15 ημερών και στέρησης του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για 30 ημέρες μετά την αποφυλάκιση στον εκεί κατηγορουμένου για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα 202 χ.α.ώ αντί 100 χ.α.ώ, παρά το ότι δεν είχε προκληθεί κάποιο ατύχημα και το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή και αποτρεπτική ένεκα του ύψους της ταχύτητας, που ήταν υπερδιπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου, καθώς και του του γεγονότος ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές. Επιπλέον, στην απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, επαναλήφθηκε η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε παρόμοιας φύσης αδικήματα. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Ταυτόχρονα στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 184/2018, ημερομηνίας 9.7.2020. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χάρης Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 192/2014, ημερομηνίας 16.9.2015, η όποια αφορούσε και καταδίκη για το αδίκημα της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής, αναφέρθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να παραβλέψουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα που σχετίζονται με τροχαίες παραβάσεις. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το Λευκό Ποινικό Μητρώου του κατηγορουμένου- εφεσείοντα και τον χρόνο που διέρρευσε από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μέχρι τον χρόνο επιβολής ποινής, έκρινε ότι η ενδεικνυόμενη ποινή ήταν η χρηματική. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Επίσης, στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο, την άμεση του παραδοχή και την απολογία του. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου κάθε τι που αναφέρθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου κατά την αγόρευση προς μετριασμό της ποινής. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου το ύψος της υπέρβασης και την ανάγκη για επιβολή επιτρεπτικών ποινών, αφού οι συνέπειες της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα, όπως υποδεικνύει η Νομολογία, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με τρόπο, ώστε η ταχύτητά του να ανέλθει στα 193 χ.α.ω αντί 100, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το πώς αυτή επήλθε, δεικνύει εμμονή σε επικίνδυνη οδήγηση και αδιαφορία προς τον Νόμο, αφού ο Κατηγορούμενος είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τη δυνατότητα να περιορίσει αυτή στο επιτρεπόμενο όριο και παρέλειψε να το πράξει. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Η πιο πάνω ενέργεια του Κατηγορουμένου υπό το φως της προκαταρτικής ένδειξης αλκοόλης, η οποία ανήλθε σε ποσοστό εξαπλάσιο του νομίμως επιτρεπόμενου δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος είχε ισχυρό κίνητρο να αποφύγει να δώσει δείγμα. Η πιο πάνω ενέργεια του Κατηγορουμένου ορώμενη σωρευτικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας δεικνύει εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του Νόμου και των δικαιωμάτων των τρίτων. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους, δεν αναιρεί το ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν επέλεγε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης σε συνδυασμό με στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών, πλέον 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 45 ημερών από σήμερα. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 15 ημερών από σήμερα. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Νοείται, περαιτέρω, ότι οι ποινές στέρησης της άδειας οδήγησης θα συντρέχουν. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, υποδείχθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι ιδιαίτερο σοβαρό. Το πιο πάνω δεδομένο σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης, οι οποίες ενέχουν έντονα το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι των τρίτων και του Νόμου, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο, όπως το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο