Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαλαζάρου, Αρ. Υπόθεσης: 16370 / 19, 15/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16370 / 19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Παπαλαζάρου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 15, Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα E. θεοδότου Για την Κατηγορούμενη : κ. Γιαλελής Κατηγορούμενη : παρούσα. ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε αρχικά τέσσερις κατηγορίες. Η Κατηγορούσα αρχή διέκοψε την τρίτη κατηγορία και η Κατηγορουμένη παραδέχθηκε την δεύτερη κατηγορία, ήτοι την κατηγορία που αφορά οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Έτσι, παρέμειναν δύο κατηγορίες για ακρόαση. Συγκεκριμένα παρέμεινε η κατηγορία που αφορούσε παράλειψη παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης και η κατηγορία που αφορούσε οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο, ώστε η ικανότητά της Κατηγορουμένης για ασφαλή οδήγηση να ήταν ελαττωμένη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου η Κατηγορούμενη στις 10.02.2019 στη Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Όταν της ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει τέτοιαν ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιπρόσθετα, στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα ενώ τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο, ώστε η ικανότητά της για ασφαλή οδήγηση να ήταν ελαττωμένη. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατάθεσε ο Αστυφύλακας XXXXX Α. Παπασάββα. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Έγγραφο Α την κατάθεσή του ημερομηνίας 18.04.
- Επίσης, κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 έντυπο τελικού ελέγχου αλκοόλης, ως Τεκμήριο 2, έντυπο, ημερομηνίας 10.2.2019, με τίτλο οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, ως Τεκμήριο 3 πιστοποίηση σε σχέση με τη συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης, ως Τεκμήριο 4 πιστοποίηση σε σχέση με τη συσκευή τελικής εξέτασης αλκοόλης και ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στον χρόνο και στις συνθήκες υπό τις οποίες ανέκοψε για έλεγχο την Κατηγορούμενη. Περιέγραψε, περαιτέρω, την κατάσταση της Κατηγορούμενης παραπέμποντας στο Τεκμήριο 5, όπου καταγράφεται ότι κατά τον χρόνο που ανακόπηκε η Κατηγορούμενη μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κόκκινα μάτια και γελούσε συνεχώς. Αναφέρθηκε, επίσης, στη διαδικασία, στην οποία υπέβαλε την Κατηγορούμενη για λήψη ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, καθώς επίσης και στο ότι οι συσκευές ελέγχου αλκοόλης λειτουργούσαν κανονικά. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης η ένδειξη αλκοόλης ανήλθε στα 61 mg αντί
- Ακολούθως ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Η Κατηγορούμενη έδωσε ένα ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής και ένα μη επαρκές. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι η Κατηγορουμένη δεν του ανέφερε οτιδήποτε για οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα. Αρνήθηκε τη θέση ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν η ενδεδειγμένη και ότι υπήρχε και κάποιος αξιωματικός στο σημείο. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι δεν μπορεί να δώσει δεύτερο δείγμα, επειδή υπέφερε από άσθμα. Τέλος αρνήθηκε την υποβολή ότι η Κατηγορούμενη την επόμενη μέρα μετέβη στην τροχαία και υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Η Κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει η ίδια ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή της δέχθηκε ότι ανακόπηκε από τον ΜΚ1 για έλεγχο αλκοόλης. Δέχθηκε, επίσης, ότι η προκαταρτική ένδειξη αλκοόλης υπερέβη το όριο και προχώρησε σε τελική εξέταση. Τότε έδωσε δύο δείγματα ένα εκ των οποίων ήταν μη επαρκές. Υποστήριξε, επιπλέον, ότι μετά από παρέλευση μιας ώρας μετέβη στο τμήμα όπου υποβλήθηκε εκ νέου σε έλεγχο αλκοόλης. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι δεν είχε λόγο να μην δώσει δείγμα και απέδωσε την αποτυχία της να δώσει δυο επαρκή δείγματα στο ότι υποφέρει από άσθμα. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ανέφερε το πιο πάνω στο επί καθήκοντι αστυνομικό και ο τελευταίος αδιαφόρησε. Κατά την αντεξέτασή της δέχθηκε ότι έδωσε δείγμα για προκαταρτική εξέταση αλκοόλης και ακολούθως έδωσε δύο δείγματα για τελική εξέταση. Το πρώτο δείγμα στην τελική εξέταση είχε ένδειξη 58 mg αντί 22 ενώ στο δεύτερο η συσκευή εμφάνισε την ένδειξη «μη επαρκές δείγμα». Τέλος δέχθηκε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν είχε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο να δείκνυε ότι υπέφερε από άσθμα. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. Γιαλελής εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούμενη δεν απέφυγε ηθελημένα να δώσει επαρκές δείγμα εκπνοής. Επίσης, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν ικανή να οδηγήσει. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας. Θεοδότου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ
- Ο ΜΚ 1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια σταθερότητα και πειστικότητα. Η μαρτυρία του κατά το μεγαλύτερο μέρος δεν έχει αμφισβητηθεί και ιδίως δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ενέργειες στις οποίες προέβη για τη λήψη τόσο προκαταρκτικού δείγματος όσο και τελικού δείγματος εκπνοής για έλεγχο αλκοόλης. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ο χρόνος που έκαστη ενέργεια έλαβε χώρα. Επιπρόσθετα, δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν λειτουργούσαν κανονικά και δεν παρουσίαζαν οποιοδήποτε τεχνικό πρόβλημα. Τέλος δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές του σε σχέση με την κατάσταση της Κατηγορουμένης, όταν αυτή ανακόπηκε. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ 1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορούμενης Σε σχέση με την Κατηγορούμενη παρατηρώ ότι μέρος της μαρτυρίας της συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη δέχθηκε ότι την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε το επίδικο όχημα. Επίσης, δέχθηκε ότι ανακόπηκε από τον ΜΚ1 και υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης. Επιπρόσθετα, δέχθηκε ότι κατά την τελική εξέταση αλκοόλης πέτυχε ένα επαρκές και ένα μη επαρκές δείγμα. Η αναφορά της, όμως, ότι δεν έδωσε επαρκές δείγμα εκπνοής επειδή είχε άσθμα δεν έχει υποστηριχθεί με ικανοποιητική μαρτυρία, αφού η Κατηγορούμενη δεν προσκόμισε οποιοιδήποτε πιστοποιητικό. Επίσης, η πιο πάνω θέση δεν είναι λογική, αφού η ίδια η Κατηγορουμένη εκ των τριών δειγμάτων εκπνοής έδωσε επαρκές δείγμα στα δύο. Εάν, λοιπόν, εμποδίζονταν λόγω άσθματος να δώσει επαρκές δείγμα δεν θα έδιδε τα άλλα δυο επιτυχή δείγματα. Μάλιστα η σχετική θέση της Κατηγορουμένης τέθηκε επί υποθετική βάσης, αφού η ίδια ανέφερε ότι ίσως δεν κατάφερε να δώσει επαρκές δείγμα λόγω του άσθματος. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι δεν έδωσε δείγμα εκπνοής, επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι της έγινε έλεγχος αλκοόλης σε κατοπινό στάδιο και η ένδειξη ήταν κάτω από το όριο δεν μπορεί να επηρεάσει τα επίδικα θέματα, αφού κρίσιμα είναι τα γεγονότα που αφορούσαν τον επίδικο έλεγχο αλκοόλης. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία της Κατηγορουμένης. Ευρήματα Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη στις 10.02.2019 στη Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Στις 01:50 ανακόπηκε από τον ΜΚ1, ο οποίος την υπέβαλε σε έλεγχο αλκοόλης. Η προκαταρτική εξέταση έδειξε 61 mg αντί
- Στις 02:10 της ίδια ημέρας, ζητήθηκε από την Κατηγορούμενη να δώσει δύο δείγματα εκπνοής, για τελική εξέταση αλκοόλης. Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για την τελική εξέταση αλκοόλης έδειξε στην πρώτη προσπάθεια 58 mg αντί
- Στη δεύτερη προσπάθεια η συσκευή εμφάνισε την ένδειξη «ανεπαρκές δείγμα». Οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν, λειτουργούσαν κανονικά. Η Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο που ανακόπηκε μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κόκκινα μάτια και γελούσε συνεχώς. Νομική πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου παρεμπίπτοντα θέματα βρίσκονται κατεξοχήν, ιδιαζόντως ή αποκλειστικώς στη σφαίρα γνώσης του κατηγορούμενου, το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατεθεί σε αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις το επίπεδο απόδειξης βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.179 και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Άλλωστε, η μετάθεση βάρους απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου δεν παραβιάζει από μόνη της το τεκμήριο αθωότητας του εκάστοτε κατηγορουμένου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Σκούλλου Αυγουστίνος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 87 και στο σύγγραμμα του Λ. Κοτσαλή, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Άνθρωπου & Ποινικό Δίκαιο 1η έκδοση, σελ.
- Εν πάση περιπτώσει, είτε μετατίθεται το βάρος απόδειξης είτε όχι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας. Στην υπό κρίση υπόθεση το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 7 του οι περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Προς τον σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγµα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις, έχει διαπράξει αδίκηµα κατά παράβασιν των διατάξεων τον άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνοµικός δύναται, τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου , να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγµατα εκπνοής διά τελικήν εξέτασιν µετά παρέλευσιν δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγµής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγµα εκπνοής διά την προκαταρκτικήν εξέτασιν.» Ενώ το άρθρο 7
(4)του ίδιου Νόμου, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως µεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισµός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγµα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάµει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήµατος». Παράλληλα το άρθρο 8 του ίδιου Νόμου καθορίζει την έννοια της εύλογης αίτιας, για την οποία κάποιο πρόσωπο δύναται να αρνηθεί να παράσχει δείγμα εκπνοής, ως ακολούθως : «∆ιά τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία διά την οποίαν πρόσωπον δύναται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιουμένη δι' ενυπογράφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. Η τοιαύτη βεβαίωσις επιδεικνύεται προς τον αστυνομικόν κατά τον χρόνον κατά τον οποίον ζητειται η υπό του προσώπου τούτου παροχή δείγματος εκπνοής ή, το βραδύτερον, εντός τριών ημερών από του χρόνου τούτου εις τον πλησιέστερον προς την κατοικίαν του αστυνομικόν σταθμόν.
(2)Εάν το πρόσωπον το οποίον ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δεν δυνηθή να προσκομίση την δυνάμει του αυτού εδαφίου προνοουμένην ιατρικήν βεβαίωσιν εντός του ούτω καθοριζομένου χρονικού διαστήματος, θα τεκμαίρεται ότι τούτο ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη το ζητηθέν δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αιτίας». Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν είναι μόνο η άρνηση παροχής δείγματος αλλά και η αποφυγή. Η έννοια του όρου αποφεύγω για σκοπούς του άρθρου 7
(4)έχει κριθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, και περιλαμβάνει την περίπτωση που το «περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα». Το πότε η συνεργασία κάποιου προσώπου δεν είναι γνήσια, ασφαλώς είναι ζήτημα πραγματικό. Όμως, όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), αφ' ης στιγμής η επίδικη συσκευή ελέγχου αλκοόλης λειτουργεί κανονικά, τότε η αποτυχία του Κατηγορουμένου να δώσει δείγμα εκπνοής επαρκεί για την απόδειξη του συστατικού στοιχείου της αποφυγής. Προκύπτει, επίσης, από το άρθρο 7 του Νόμου ότι η τελική εξέταση περιλαμβάνει την υποχρέωση παροχής δυο δειγμάτων εκπνοής. Παράλληλα, για σκοπούς του υπό εξέταση αδικήματος, η έννοια της εύλογης αιτίας συναρτάται με ιατρικό λόγο, ο οποίος πρέπει να βεβαιώνεται και ιατρικά. Σύμφωνα δε με τον Νόμο, τεκμαίρεται ότι δεν συντρέχει εύλογη αιτία για την αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής, όταν το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό δεν προσκομιστεί το αργότερο εντός τριών ημερών από την ημέρα που ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο η παροχή δείγματος εκπνοής. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθή λειτουργία των συσκευών εξέτασης αλκοόλης και η αποτυχία της Κατηγορούμενης να δώσει δυο επαρκή δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί το ότι η Κατηγορούμενη μετά τη πάροδο τουλάχιστον 10 λεπτών από την προκαταρτική εξέταση, υποβλήθηκε σε τελική εξέτασή αλκοόλης. Συνεπώς, η αποτυχία της Κατηγορούμενης να δώσει δυο επαρκή δείγματα επαρκεί για την απόδειξη του συστατικού στοιχείου της αποφυγής. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί το κατά πόσο η αποφυγή οφειλόταν σε εύλογη αιτία ή όχι. Στην υπό κρίση υπόθεση, το κύριο επιχείρημα της Υπεράσπισης έγκειτο στο ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής οφειλόταν στο ότι η Κατηγορουμένη έπασχε από άσθμα. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, η Υπεράσπιση δεν ισχυρίστηκε καν ότι η Κατηγορουμένη προσκόμισε σχετικό πιστοποιητικό στις αστυνομικές αρχές την επίδικη ημερομηνία ή εντός τριών ημερών από το επίδικο συμβάν. Αντίθετα η Κατηγορουμένη δέχθηκε ότι δεν κατείχε, κατά τον επίδικο χρόνο, οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό της. Εφόσον, λοιπόν, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό στις αστυνομικές αρχές εντός τριών ημερών από το επίδικο συμβάν, τεκμαίρεται ότι η Κατηγορούμενη απέφυγε άνευ ευλόγου αιτίας να παράσχει δείγμα. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να κριθεί το κατά πόσο η Υπεράσπιση με την προσαχθείσα μαρτυρία ανέτρεψε το πιο πάνω τεκμήριο. Επί του προκειμένου, παρατηρώ ότι δεν έχει προσκομιστεί αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα, έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η αποφυγή παροχής δύο επαρκών δειγμάτων εκπνοής οφειλόταν σε ιατρική αιτία. Συνακόλουθα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), η αποτυχία της Κατηγορουμένης να δώσει δυο επαρκή δείγματα εκπνοής στοιχειοθετεί ξεκάθαρη υπόθεση ενοχής. Υπό το φως των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη την επίδικη ημερομηνία άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Το αδίκημα της τέταρτης Κατηγορίας Το αδίκημα της τέταρτης θεσπίζεται στο άρθρο 9 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν. 86/1972), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος είναι η οδήγηση ή η απόπειρα οδήγησης, οχήματος σε οδό, ενώ ο οδηγός αυτού τελεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών κατά τρόπο ώστε η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη . Ως προς την ερμηνεία της επίδικης διάταξης διαφωτιστική είναι η απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, η οποία αφορούσε και το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του οδηγού προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο εξετάζοντας ο ζήτημα της απόδειξης του υπό συζήτηση αδικήματος υπέδειξε τα ακόλουθα : «Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια. α συζητηθέντα στην R v. Davies δεν μπορούν να συσχετισθούν προς την παρούσα υπόθεση. Αποδοκιμάστηκε εκεί η λήψη ως μαρτυρίας της γνώμης μη ειδικού πως ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να χειριστεί όχημα. Εδώ οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του εφεσείοντα και το Δικαστήριο κατέληξε με γνώμονα τη δική του αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε προσαχθεί». Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι το επίδικο αδίκημα δεν συντελείται μόνο με την απόδειξη της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, αλλά απαιτείται και μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού και τον επηρεασμό του στην οδήγηση. Επομένως, μέσα από το λεκτικό του Νόμου και τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το στοιχείο της ελαττωμένης ικανότητα του οδηγού για ασφαλή οδήγηση αποτελεί συστατικό στοιχειό του επίδικου αδικήματος. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο επηρεασμός της ικανότητας για ασφαλή οδήγηση δεν μπορεί να εξαχθεί μόνο με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού, αλλά απαιτείται και μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή για δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός. Στην υπό κρίση υπόθεση προσκομίστηκε μαρτυρία μόνο για την κατάσταση της οδηγού και όχι για την ικανότητά της για ασφαλή οδήγηση και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η επίδικη κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, η Κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στο αδίκημα της πρώτης κατηγορίας και αθωώνεται και απαλλάσσεται στο αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. [Υπ.] ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο