← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Λυσάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 28191 / 19, 20/7/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Λυσάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 28191 / 19, 20/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28191 / 19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Λυσάνδρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20, Ιουλίου 2020. Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα E. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. A. Ανδρέου Κατηγορούμενος : παρών. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Στην υπο κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά συνολικά δώδεκα

(12)κατηγορίες. Σε κάποιο στάδιο διακόπηκαν οι Κατηγορίες 1,3,4 5,6 και 11 και παρέμειναν επίδικες οι υπόλοιπες στις οποίες δήλωσε παραδοχή. Έτσι, κατόπιν παραδοχής του ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της οδήγησης χωρίς κράνος, της οδήγησης χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης που να αφορά ευθύνη έναντι τρίτου, οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, της αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδήγησης και της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος, το οποίο δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο. Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στις 18.9.2019 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX08 διαπράττοντας τα αδικήματα που του καταλογίζονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι την επίδικη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε από επί καθήκοντι αστυνομικό να βρίσκεται στη διασταύρωση Σπύρου Κυπριανού με Προδρόμου. Συγκεκριμένα ο επί καθήκοντι αστυνομικός εντόπισε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, η οποία πέρασε από δίπλα του και ο οδηγός ήταν νεαρής ηλικίας. Οδηγός αυτής ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έφερε προστατευτικό κράνος, πέρασε με κόκκινο και κατευθύνθηκε προς τον Άγιο Δομέτιο. Ο αστυνομικός τον ακολούθησε μέσω της διασταύρωσης Γρίβα Διγενή με Προκοπίου, έθεσε σε λειτουργία τις σειρήνες του υπηρεσιακού του οχήματος και τη μικροφωνική με την οποία τον κάλεσε να σταματήσει. Αντί αυτού ο Κατηγορούμενος γύρισε τον είδε και ανέπτυξε ταχύτητα προς την οδό Προκοπίου, παραβιάζοντας και πάλι τον κόκκινο σηματοδότη της διασταύρωσης Αρχαγγέλου Μιχαήλ με Πυρασσού. Συνέχισε την πορεία του, πέρασε στη Λεωφόρο Προκοπίου με Μακεδονιτίσσης και κατευθύνθηκε προς τη Λεωφόρο Αρχαγγέλου και συνέχισε την πορεία στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας προς Τρόοδος. Ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα και παρά την έξοδο Κοκκινοτριμιθιάς πήρε κατεύθυνση προς το χωριό από τη Λεωφόρο Αυξεντίου στο ύψος του αρτοποιείου Ζορπάς, προσπέρασε δύο προπορευόμενα οχήματα σε άσπρη συνεχόμενη γραμμή και συνέχισε προς τον κυκλικό κόμβο Ακακίου. Ο Κατηγορούμενος όταν ανακόπηκε και πληροφορήθηκε για τα αδικήματα, απάντησε "ρε μάστρε εφοήθηκα, ούτε άδεια έχω ούτε ασφάλεια". Επίσης, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε νάρκοτεστ, το οποίο κατέδειξε χρήση κάνναβης. Τέλος, δηλώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με έξι βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 ετών, άγαμος, άτεκνος και διαμένει με τη γιαγιά του, τη μητέρα του, την αδελφή του και την συμβία του. έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων. Ο Κατηγορούμενος εργάζεται ως αυτοεργοδοτούμενος μηχανικός αυτοκινήτων και το βράδυ ως διανομέας φαγητού στη Λευκωσία. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού. Ο συνήγορος τόνισε το λευκό ποινικό μητρώου του Κατηγορουμένου, την άμεσή του παραδοχή, καθώς και τη μεταμέλειά του. Επιπλέον ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και έχει καταφέρει να απεξαρτηθεί. Κατέθεσε σχετικά βεβαίωση από το Κέντρο Απεξάρτησης "Βήματα Επιστροφής" για το πρόγραμμα που παρακολούθησε ο Κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε αρχικά στο σήμα του αστυνομικού επειδή φορέθηκε, καθότι δεν κατείχε άδεια οδήγησης και ασφάλεια. Ο συνήγορος ανέπτυξε επίσης τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα, o ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της αναστολής της ενδεχομένης ποινής φυλάκισης. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι ενόψει της πανδημίας του κορωνοϊού ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.5. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο, ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια, εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα. Ως προς τα επίδικα αδικήματα σημειώνω ότι σοβαρότερο είναι το αδίκημα της ένατης κατηγορίας, ήτοι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών. Συγκεκριμένα το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Επίσης, ιδιαίτερα σοβαρό είναι κα το αδίκημα της δέκατης κατηγορίας για το οποίο ο Νόμος προνοεί για φυλάκιση μέχρι δύο έτη ή και πρόστιμο μέχρι Λ.Κ 1 500 ή και τις δυο ποινές μαζί. Ένεκα των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα υποδείξει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που σχετίζονται με τροχαίες παραβάσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432, και Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75. Επιπλέον, στην απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, επαναλήφθηκε η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε παρόμοιας φύσης αδικήματα. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Ταυτόχρονα στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Επιπλέον, σε σχέση με την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση του αδικήματος της 8ης κατηγορίας, παραπέμπω στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, όπου υποδείχθηκε ότι οι συνέπειες για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Περαιτέρω, στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 299. Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, ως προς τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή του, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο, την απολογία του, καθώς και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν με ενάργεια από τον συνήγορό του. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και το νεαρό της ηλικίας του. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου την προσπάθεια απεξάρτησής του, καθώς επίσης και ότι άλλο αναφέρθηκε από τον συνήγορό του για μετριασμό της ποινής. Ιδίως, ως προς την αυτόβουλη προσπάθεια απεξάρτησης, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μαυραντωνίου Κωνσταντίνος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 333 και Νικόλας Γιαννάκη ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 177/15, ημερομηνίας 16.12.2015. Όμως, το πιο πάνω δεν συνιστά αυτοτελή λόγο που επηρεάζει το είδος της ποινής της ποινής. Από την άλλη δεν μπορώ να παραγνωρίσω τη σωρευτική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, η οποία δεικνύει έκδηλη παραγνώριση προς τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και την ασφάλεια των τρίτων. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παραβίασε σε δύο περιπτώσεις τον ερυθρό σηματοδότη, ως η πορεία του, και προέβη σε προσπέρασμα παραβιάζοντας άσπρη συνεχομένη γραμμή. Οι πιο πάνω ενέργειες προκαλούν έκδηλα υψηλό κίνδυνο στον δρόμο. Επιπρόσθετα, επεδείκνυε την πιο πάνω επικίνδυνη συμπεριφορά όντας υπό την επήρεια ναρκωτικών, χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και οδηγώντας όχημα που δηλώθηκε ακινητοποιημένο παραλείποντας ταυτόχρονα να συμμορφωθεί στις υποδείξεις του επί καθήκοντι αστυνομικού για να σταματήσει. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος όχι μόνο παρέλειψε να συμμορφωθεί αλλά όταν αντιλήφθηκε το σήμα του αστυνομικού ανέπτυξε ταχύτητα για να διαφύγει δεικνύοντας έτσι εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του οργάνου επιβολής του Νόμου. Η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνολικά ορώμενη δεικνύει εμμονή σε επικίνδυνη οδήγηση και πλήρη αδιαφορία προς τον Νόμο και τα όργανα επιβολής του Νόμου. Επιπρόσθετα, δεικνύει εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των τρίτων και πλήρη αδιαφορία ως προς τις ενδεχόμενες συνέπειες των πράξεων του, αφού δεν κατείχε καν ασφαλιστήριο που να καλύπτει ευθύνη έναντι τρίτου. Υπό το φως των πιο πάνω, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους ήταν απλά τυχαίο γεγονός και δεν αναιρεί το ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν επέλεγε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο. Μάλιστα στην υπό κρίση υπόθεση ο κίνδυνος στον δρόμο ήταν πολύ υψηλός, αφού ο Κατηγορούμενος παραβίασε σε δύο περιπτώσεις τον ερυθρό σηματοδότη ως η πορεία του και προσπέρασε σε άσπρη συνεχόμενη γραμμή, υπό την επήρεια μάλιστα ναρκωτικών ουσιών. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, σε σχέση με το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου σημειώνω ότι έχει νομολογηθεί πως επιεικής μεταχείριση νεαρών ατόμων, τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια, δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει την διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Σωκράτη ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 45. Έτσι, και στην υπό κρίση υπόθεση, όπου ο Κατηγορούμενος αψήφησε σειρά κανόνων οδικής κυκλοφορίας, τυχόν επιεικής μεταχείρισή του θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Συνακόλουθα, το νεαρό της ηλικίας του δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος της ποινής, αλλά μπορεί να επηρεάσει το εύρος της ποινής. Επιπλέον, ούτε η θέση του συνηγόρου του ότι η παράλειψή του να σταματήσει αρχικά σε σήμα αστυνομικού υπαγορεύθηκε από αισθήματα φόβου, λόγω του ότι δεν κατείχε άδεια και ασφάλεια, μπορεί να μεταβάλει το είδος της ποινής, αφού ο Κατηγορούμενος είχε νομική υποχρέωση να σταματήσει στο σήμα του αστυνομικού και καθήκον ως οδηγός να μεριμνά για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αψήφησε το σχετικό σήμα του αστυνομικού και συνέχισε να οδηγεί με επικίνδυνο τρόπο προκαλώντας σοβαρό κίνδυνο στον δρόμο. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος φοβήθηκε δεν μπορεί να δικαιολογήσει ή να αιτιολογήσει την ενέργεια του να οδηγήσει με τον επικίνδυνο τρόπο που οδήγησε. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης, Επιπρόσθετα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας και έχοντας υπόψη τη σωρευτική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι ο συνδυασμός ποινής φυλάκισης με ποινή προστίμου δεν καθιστά την ποινή ιδιαίτερα υπερβολική. Άλλωστε σύμφωνα με τη νομολογία είναι παραδεκτός ο συνδυασμός ποινής φυλάκισης με πρόστιμο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 ΑΑΔ 21. Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη Νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Σημειώνεται δε ότι το επάγγελμα του κατηγορούμενου από μόνο του δεν θεμελιώνει «ειδικούς λόγους», ώστε ο Κατηγορούμενος να μην στερηθεί του σχετικού του δικαιώματος. Ενδιεκτικά παραπέμπω στην απόφαση Havatzias v. Police
(1980)2 C.L.R.
  1. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην : 2η κατηγορία ποινή πρόστιμου € 200 πλέον 2 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. 7η κατηγορία ποινή προστίμου €
  2. 8η κατηγορία ποινή προστίμου € 150 και επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 60 ημερών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο εννέα
(9)μηνών από σήμερα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11Θ του ν. 174/86 διατάζεται όπως ο Κατηγορούμενος καταβάλει επιπρόσθετα το ποσό των €214,20 ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων. 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών πλέον 4 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. 12η κατηγορία ποινή προστίμου €
  1. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Νοείται ότι το πιο πάνω χρονικό διάστημα θα αφαιρεθεί ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
  2. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, υποδείχθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, οι οποίες δεικνύουν εγωιστική παραγνώριση του Νόμου, των οργάνων επιβολής του Νόμου και της ασφάλειας των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης αυτών δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, κρίνω ότι η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι, ενόψει της πανδημίας του κορωνοϊού ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστήριο η πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R v. Manning
(2002)EWCA Crim 592, όπου κρίθηκε ότι οι συνθήκες που επέβαλε η πανδημία του κορωνοϊού μπορούν να ληφθούν υπόψη στην απόφαση για την τυχόν αναστολή ποινής φυλάκισης. Όμως, η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες που επικρατούσαν, λόγω της πανδημίας, στις αγγλικές φυλακές. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση λήφθηκε υπόψη ότι ίσχυε καθολικό «lock down», οι κρατούμενοι παρέμεναν στο κελί τους 23 ώρες την ημέρα και υπήρχε μεγάλος κίνδυνος διάδοσης του ιού. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε, σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, που να επιτρέπει την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο όπως, η άμεση παραδοχή του, το νεαρό της ηλικίας, το λευκό ποινικό μητρώο, η προσπάθεια απεξάρτησης και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών και των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.