Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 7788 / 18, 23/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7788 / 18 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Κυριάκου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23, Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ανδρέου με κα Ανδρέου Κατηγορούμενος : παρών. ---------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 8.12.
- στην οδό Κώστα Κρυστάλη στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX43 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την εναντίον του κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX Χρ. Χριστοδούλου ως ΜΚ
- Ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάθεσή του ως έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρει ότι παρέλαβε το ψηφιακό δίσκο και ότι τον παρέδωσε στην αστυφύλακα XXXXX Ε. Ραφίδια. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 19.2.2020, δηλώθηκε από του δικηγόρους ότι η αστυφύλακας XXXXX κΑ Ραφίδια είναι η μάρτυρας, η οποία έχει επεξεργαστεί το κλειστό κύκλωμα που παραλήφθηκε από τη σκηνή και ότι το DVD που έχει στην κατοχή της η Κατηγορούσα Αρχή είναι το συγκεκριμένο που λήφθηκε από το κλειστό κύκλωμα. Επίσης, εκ σύμφωνου κατατέθηκε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από φωτογραφίες της σκηνής, οι οποίες εξάχθηκαν από το σχετικό DVD, ως Τεκμήριο
- Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ναθαναήλ, ο οποίος ήταν και ο εξεταστής της υπόθεσης, ως ΜΚ
- Ο ΜΚ 2 κατάθεσε την κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 3Α και 3β τα έντυπα περιγραφής ζημιών των δύο ενεχόμενων οχημάτων, Τεκμήριο 4 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 & 6 τις καταθέσεις του Κατηγορουμένου, ημερομηνίας 24.12.2016 και ως Τεκμήριο 7 κατάθεσε γραπτή κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 σχετικό ψηφιακό δίσκο (dvd), ο οποίος περιείχε οπτικό υλικό που λήφθηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στην σκηνή. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη στη σκηνή και κατά τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Αναφέρθηκε επίσης στην κατάσταση και στο πλάτος του δρόμου, στη σήμανσή του και στην ορατότητα που υπήρχε. Περαιτέρω, περιέγραψε τα ευρήματά του στην σκηνή. Προσδιόρισε ότι ο Κατηγορούμενος, παρά την ύπαρξη του σταθμευμένου οχήματος, είχε στη διάθεση του 1.35 μέτρα να κινηθεί. Ανέφερε, περαιτέρω ότι το πλάτος της μοτοσυκλέτας του Κατηγορούμενου ήταν 80 εκατοστά και ως εκ τούτου είχε διαθέσιμα 75 εκατοστά χώρο να κινηθεί. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε ότι, όταν ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Κώστα Κρυστάλλη, το έτερο ενεχόμενο όχημα ήταν στη σωστή λωρίδα κυκλοφορίας. Εξήγησε, παράλληλα, ότι κατά τη μέτρηση σε σχέση με την ορατότητα τοποθετήθηκε όχημα του ιδίου τύπου με αυτό που ήταν σταθμευμένο. Δέχθηκε ότι δεν προέβη σε μέτρηση σε σχέση με την απόσταση του οχήματος που σημειώνεται με Γ1 στο σχέδιο, Τεκμήριο 4, με το σημείο που ξεκινά η οδός Κώστα Κρυστάλλη. Δήλωσε, όμως, ότι το πιο πάνω δεν επηρέαζε τη μέτρηση σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορούμενου και εξήγησε ότι το σχέδιο, Τεκμήριο 4, είναι συμμετρικό και όχι επί κλίμακας σχέδιο. Ταυτόχρονα δέχθηκε ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιότερα και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα ήταν επειδή είχε σταθμευμένο όχημα στην λωρίδα του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο να αντιδράσει και έτσι εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα. Διαφώνησε, επίσης, με την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε δυνατότητα να αντιδράσει, επειδή εισήλθε στην λωρίδα του το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Ακολούθως κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχόμενου τους κατάθεση της αστυφύλακος XXXXX, ως Τεκμήριο 9, κατάθεση XXXXX Καρυπίδη, ημερομηνίας 03.04.2017, ως Τεκμήριο 10, κατάθεση XXXXX Λοΐζου, ημερομηνίας 18.03.2017, ως Τεκμήριο 11, κατάθεση XXXXX Φαττάλα, ημερομηνίας 09.12.2016, ως Τεκμήριο 12 και η κατάθεση του XXXXX Θρασυβούλου, ημερομηνίας 14.03.2017, ως Τεκμήριο
- Τέλος κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του ασφαλιστήριο έγγραφο σε σχέση με το όχημα XXXXX57, ως Τεκμήριο
- Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Παφίτη, οδηγός του έτερου ενεχόμενου οχήματος, ως ΜΚ
- Η μάρτυρας κατάθεσε την κατάθεσή της, ημερομηνίας 12.12.2016, ως Έγγραφο Γ. Επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή της αναγνώρισε το πρόχειρο σχέδιο , Τεκμήριο 2, και δήλωσε ότι το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με την οποία συγκρούστηκε ήταν ο Κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέτασή της προσδιόρισε ότι αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα του Κατηγορουμένου όταν η ίδια πλησίασε στο μονοκάμπινο όχημα που βρισκόταν σταθμευμένο ως η πορεία της. Επιπλέον, συμφώνησε με την υποβολή ότι, όταν η ίδια είδε τη μοτοσυκλέτα, αυτή ήταν σε κλίση. Δεν ήταν σε θέση, όμως, να προσδιορίσει την ακριβή απόσταση από την όποια την αντιλήφθηκε. Ήταν βέβαια ότι όταν αντιλήφθηκε έστριψε το τιμόνι της και εισήλθε εκ νέου στην λωρίδα της. Επέμεινε τέλος ότι η ίδια ελάττωσε ταχύτητα και είχε χρόνο και ο Κατηγορούμενος να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ο ίδιος ένορκη μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Δ. Ο Κατηγορούμενος στη δήλωσή του δέχθηκε ότι την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX43 στην οδό Άγγελου Τερζάκη με κατεύθυνση προς την οδό Κώστα Κρυστάλη. Σε κάποιο σημείο, ενώ κινείτο στην οδό Άγγελου Τερζάκη, έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά στην οδό Κώστα Κρυστάλη. Τότε ελάττωσε ταχύτητα και έστριψε αριστερά. Όταν εισήλθε στην επίδικη οδό πρόσεξε να είναι σταθμευμένα δύο οχήματα στην αριστερή πλευρά της λωρίδας του. Για να μην χτυπήσει το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX57, έκανε κλίση δεξιότερα κρατώντας απόσταση από το εν λόγω όχημα, για να το αποφύγει. Αφού προχώρησε λίγο, πρόσεξε το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Το εν λόγω όχημα εισήλθε με το μπροστινό του μέρος στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ το πισινό μέρος του οχήματος παρέμενε στη σωστή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να αντιδράσει και επήλθε η σύγκρουση. Δήλωσε πως δεν αντιλήφθηκε το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα να προσπαθεί να αποφύγει τη σύγκρουση. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι κατά τον χρόνο που βρισκόταν στην οδό Άγγελου Τερζάκη, δεν μπορούσε να αντιληφθεί ούτε να δει το τι συνέβαινε μέσα στην οδό Κώστα Κρυστάλλη. Ανέφερε επίσης ότι όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτων και το σταθμευμένο όχημα έφρασσε την ορατότητα του και δεν μπορούσε να δει, ούτε καν να φανταστεί ότι οποιοδήποτε όχημα θα κινείτο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Τόνισε ότι μόλις αντιλήφθηκε το όχημα XXXXX03, δεν είχε κανένα περιθώριο αντίδρασης και τελικά επήλθε η σύγκρουση. Κατά την αντεξέτασή του, συμφώνησε σε σχέση με το πλάτος της οδού ως αυτό φαίνεται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
- Ανέφερε, περαιτέρω, ότι το πλάτος της μοτοσικλέτας είναι περίπου 80 με 90 εκατοστά. Συμφώνησε με την υποβολή, ότι με την κατάσταση του δρόμου ο ίδιος θεώρησε ότι δεν είχε χώρο για να περάσει. Ανέφερε όμως ότι ήταν αδύνατο η μοτοσικλέτα να σταματήσει αμέσως, καθότι όταν κάποια μοτοσικλέτα βρίσκεται σε κλίση αν σταματήσει απότομα, θα ανατραπεί. Δήλωσε ότι το όχημα XXXXX03 ήρθε από τη δική του λώριδα. Επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε και ότι τα περιθώρια αντίδρασης του ήταν ελάχιστα ως μηδαμινά. Επέμεινε όμως ότι η ταχύτητά του ήταν χαμηλή και πως όταν αντιλήφθηκε το όχημα το οποίο ήταν σταματημένο μπροστά του, δεν είχε πολλές επιλογές. Δήλωσε ότι δεν υπολόγιζε ότι θα έβρισκε σταθμευμένο όχημα στην πορεία του. Επέμεινε επίσης ότι είχε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του καθ' όλο τον χρόνο που οδηγούσε. Δέχτηκε επίσης ότι είχε 26 μέτρα ορατότητα, όμως ανέφερε πως όταν αντιληφθεί κάποιος ένα σταθμευμένο όχημα μέσα στη λωρίδα του, τα 26 μέτρα αυτόματα μειώνονται. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι αν είχε ακόμα ένα, δύο μέτρα απόσταση, προφανώς θα μπορούσε να πράξει κάτι αλλά όπως ήταν οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν είχε περιθώρια. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Παραδεκτά Γεγονότα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας , Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως ουσιαστικά δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου, χωρίς να χρειάζεται να αξιολογήσω, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Έχοντας υπόψη τη φύση και τη διαδικαστική σημασία των παραδεκτών γεγονότων και το περιεχόμενο των Τεκμήριων που κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, προχωρώ με αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ως προς τις βιντεοσκοπήσεις έχει κριθεί ότι αυτές μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Χρίστου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 95/2014, ημερομηνίας 27.5.2015 και Κωνσταντίνου Κώστας ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας Αξιολόγηση ΜΚ
- Ο ΜΚ 1 ήταν τυπικός μάρτυρας, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Σε σχέση με τον ΜΚ 2, σημειώνω ότι οι αναφορές του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη και την κατάσταση και το πλάτος του δρόμου, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές του ως προς τη σήμανση που υπήρχε στον επίδικο δρόμο. Περαιτέρω, η θέση του σε σχέση με την ορατότητα παρέμεινε σταθερή ενώ επεξήγησε ότι η αναπαράσταση για την ορατότητα έγινε με βάση τα πραγματικά δεδομένα στη σκηνή. Η πιο πάνω θέση ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί, αφού το μόνο που τέθηκε ήταν ότι η αναπαράσταση ήταν λάθος, επειδή δεν λήφθηκε υπόψη ότι το όχημα που οδηγούσε η ΜΚ3 κινείτο στη λωρίδα του Κατηγορουμένου. Η πιο πάνω θέση όμως δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία και δεν επηρεάζει το ζήτημα της ορατότητας του Κατηγορουμένου. Επίσης, εξήγησε με σαφήνεια ότι η μέτρηση της απόστασης από το σημείο που ξεκινά ο δρόμος μέχρι το σταθμευμένο όχημα, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, δεν επηρεάζει τη μέτρηση της ορατότητας, αφού υπήρχε σχετικό σταθερό σημείο. Επομένως, κρίνω ότι η θέση του περί ορατότητας 26 μέτρων μπορεί να γίνει δεκτή. Επιπλέον, οι αναφορές του ως προς το πλάτος του οχήματος που βρισκόταν σταθμευμένο στη λωρίδα του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης και της μοτοσυκλέτας του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Περαιτέρω, οι αναφορές του σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος και το σημείο σύγκρουσης συνάδουν με την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία, ήτοι τις φωτογραφίες Τεκμήριο 1 και το σχετικό βίντεο Τεκμήριο
- Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ 2 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ3 Σε σχέση με την ΜΚ 3, σημειώνω ότι και αυτή προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να περιγράψει τα γεγονότα ως η ίδια τα αντιλήφθηκε. Ήταν ειλικρινής στο ότι κατά τον χρόνο που αντιλήφθηκε την επίδικη μοτοσικλέτα, αυτή ήταν σε κλίση. Επίσης, ειλικρινής ήταν η θέση της ότι η ίδια δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ακριβή απόσταση στην οποία την αντιλήφθηκε. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορούμενου. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου παρατηρώ ότι σε κάποια σημεία συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα η θέση του ότι το πλάτος της μοτοσυκλέτας είναι περί τα 80 εκατοστά συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Η βασική θέση του Κατηγορούμενου, ήταν ότι επειδή βρισκόταν σε κλίση λόγω της στροφής, δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε ή να σταματήσει. Όμως, η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα φαίνεται, από το Τεκμήριο 8 στο στιγμιότυπο 15 : 21 : 53, ότι ο Κατηγορούμενος πριν φτάσει στο σταθμευμένο όχημα XXXXX57 είχε σχεδόν ευθυγραμμίσει τη μοτοσυκλέτα του και ακολούθως εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος στο στάδιο που προσέγγισε το σταθμευμένο όχημα δεν ήταν σε τέτοια κλίση, ώστε να ήταν αδύνατο να σταματήσει. Το πιο πάνω είναι ζήτημα απλής κοινής λογικής. Εάν γίνει δεκτή η θέση του Κατηγορουμένου ότι η κλίση του, όπως φαίνεται στο ως άνω στιγμιότυπο του Τεκμηρίου 8, τον εμπόδιζε να σταματήσει, τότε θα έπρεπε να δεκτούμε ότι μια μοτοσυκλέτα κατά τον μεγαλύτερο χρόνο που βρίσκεται σε κίνηση είναι αδύνατο να σταματήσει. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η θέση του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να είναι πειστική. Η θέση του Κατηγορουμένου θα μπορούσε να ήταν πειστική εάν καλείτο να σταματήσει κατά τον χρόνο που εισερχόταν με κλίση εντός της οδού Κρυστάλλη και όχι όταν είχε σχεδόν ευθυγραμμίσει τη μοτοσυκλέτα του. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ως οδηγός μοτοσυκλέτας ανέφερε ότι ήταν αδύνατο να σταματήσει δεν μπορεί να μεταβάλει τα πράγματα αφού η πιο πάνω θέση είναι μία υποκειμενική θέση του μαρτυρά. Άλλωστε ο ΜΚ2, ο οποίος δήλωσε ότι γνωρίζει από οδήγηση μοτοσυκλέτας, ανέφερε το ακριβώς αντιτίθετο. Συνεπώς, δεν μπορώ να βασισθώ στη υποκειμενική θέση του Κατηγορούμενου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν αδύνατο να σταματήσει χωρίς να ανατραπεί. Περαιτέρω, η βασική θέση του Κατηγορουμένου ότι το όχημα XXXXX03 κινείτο συνεχώς στη λωρίδα του, δεν συνάδει με την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα μέσα από το Τεκμήριο 8 φαίνεται το όχημα XXXXX03 να κινείται στη δική του λωρίδα του κυκλοφορίας. Στο στιγμιότυπο 15:21:52, ήτοι κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος ήδη εισήλθε στην οδό Κρυστάλλη, φαίνεται το εν λόγω όχημα να κινείται στη λωρίδα κυκλοφορίας του και πάνω στη νησίδα που είναι χαραγμένη στον δρόμο. Στο επόμενο δευτερόλεπτο, όταν Κατηγορούμενος είχε ήδη σχεδόν ευθυγραμμίσει τη μοτοσυκλέτα του, το όχημα XXXXX03 βρίσκεται ακόμα στη λωρίδα του και ο δεξιός τροχός του στη ζωγραφιστή νησίδα. Ακολούθως, όταν ήδη ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα, το μεγαλύτερο μέρος του οχημάτος XXXXX03 βρίσκεται στη σωστή λωρίδα κυκλοφορίας και μέρος του δεξιού μπροστινού του τροχού ακουμπά στη λωρίδα του Κατηγορουμένου. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Κατηγορουμένου ότι το όχημα XXXXX03 έλαυνε στη λωρίδα του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μόνο μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ευρήματα Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ με τη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Στις 8.12.2016 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX43 στην οδό Άγγελου Τερζάκη με κατεύθυνση προς την οδό Κώστα Κρυστάλλη στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας. Σε κάποιο σημείο, ενώ κινείτο στην οδό Άγγελου Τερζάκη, έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά στην οδό Κώστα Κρυστάλλη. Ακολούθως εισήλθε στην οδό Κώστα Κρυστάλλη με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Ηρώων. Η εν λόγω οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, οι οποίες διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Επίσης, σε κάποιο σημείο υφίσταται ζωγραφιστή νησίδα. Το συνολικό πλάτος της οδού είναι 7.50 μέτρα. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ω. Η λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου είχε πλάτος 3.70 μέτρα. Στη λωρίδα του Κατηγορουμένου υπήρχαν σταθμευμένα δύο οχήματα. Συγκεκριμένα υπήρχε σταθμευμένο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX57 και ακόμα ένα όχημα μέρος του οποίου ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου. Το όχημα XXXXX57 βρισκόταν σταματημένο σε απόσταση 30 εκατοστών από το πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού και είχε συνολικό πλάτος 1.85 μέτρα. Η μοτοσυκλέτα του Κατηγορουμένου είχε πλάτος 80 εκατοστά. Ο Κατηγορούμενος είχε στη διάθεση του 75 εκατοστά για να κινηθεί εντός της λωρίδας του. Στον ίδιο δρόμο με κατεύθυνση από πλατειά Ηρώων προς οδό Άγγελου Τερζάκη κινείτο η ΜΚ3 οδηγώντας το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Στη λωρίδα κυκλοφορίας της ΜΚ3 υπήρχε επίσης σταθμευμένο όχημα. Ο Κατηγορούμενος όταν εισήλθε στην οδό Κώστα Κρυστάλλη είχε ορατότητα 26 μέτρων σε σχέση με τη πορεία της ΜΚ3, η οποία κινείτο ήδη στην επίδικη οδό. Στην επίδικη οδό υπάρχει φρουταρία, η οποία διατηρεί κλειστό κύκλωμα βιντεοσκόπησης. Το εν λόγω κύκλωμα εξετάστηκε και εξάχθηκε σχετικός ψηφιακός δίσκος, το περιεχόμενο του οποίου κατατέθηκε ως πραγματική μαρτυρία ενώπιόν μου μέσω του Τεκμήριου
- Από τη σχετική βιντεοσκόπηση προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, αφότου εισήλθε στην επίδικη οδό και πριν φτάσει στο σταθμευμένο όχημα XXXXX57 είχε σχεδόν ευθυγραμμίσει τη μοτοσυκλέτα του. Ακολούθως εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας όπου κινείτο όχημα XXXXX
- Πριν τη σύγκρουση το όχημα XXXXX03 κινείτο στη λωρίδα του όπου υπήρχε σταθμευμένο όχημα. Για να το αποφύγει εισήλθε κατά ένα μέρος στη ζωγραφιστή νησίδα. Αμέσως πριν τη σύγκρουση και όταν ήδη ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα ο δεξιός μπροστινός τροχός του εν λόγω οχήματος φαίνεται να ακουμπά κατά ένα μέρος στη συνεχή άσπρη γραμμή και κατά ένα μέρος στη λωρίδα που κανονικά έπρεπε να κινείται ο Κατηγορούμενος. Το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα XXXXX
- Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
- Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
- Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος κινείτο στον επίδικο δρόμο και διαπίστωσε ότι υπήρχε σταθμευμένο όχημα, το οποίο μείωνε τον ελεύθερο χώρο που είχε να κινηθεί. Ακόμα και εάν γίνει δεκτή η θέση του, ότι ως μοτοσικλετιστής έπρεπε να τηρήσει απόσταση 75 εκατοστών από το σταθμευμένο όχημα και να μην περάσει δίπλα του και ως εκ τούτου έπρεπε να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα για να περάσει με ασφάλεια, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τον καθήκον επιμέλειας και δέουσας παρατήρησης. Είναι προφανές ότι η επιλογή του Κατηγορουμένου να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ενείχε εύλογα προβλεπτό κίνδυνο να συγκρουστεί με τυχόν επερχόμενο όχημα. Επομένως, ο Κατηγορούμενος όφειλε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στον χρόνο και τόπο του ατυχήματος και να λάβει προληπτικά μέτρα έναντι του πιο πάνω κινδύνου. Ο βασικός ισχυρισμός της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε απρόβλεπτο κίνδυνο, ήτοι σταθμευμένο όχημα, και δεν ήταν λογικά προβλεπτό για τον ίδιο ότι το εξ αντίθετου όχημα θα εισερχόταν στη λωρίδα του. Η πιο πάνω θέση παραγνωρίζει ότι η σύγκρουση επήλθε στην λωρίδα του εξ αντιθέτου κινούμενου οχήματος. Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση υπόθεση, από το Τεκμήριο 8 και το Τεκμήριο 1, δεν φαίνεται το όχημα KWD 003 να εισέρχεται στην πορεία του Κατηγορουμένου. Το ότι σε κάποιο στάδιο πριν τη σύγκρουση ο δεξιός μπροστινός του τροχός ακουμπά κατά ένα μέρος στη συνεχή άσπρη γραμμή και κατά ένα μέρος στη λωρίδα του Κατηγορουμένου δεν ισοδυναμεί με είσοδο του οχήματος στη λωρίδα του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, η πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί και ο κίνδυνος στον δρόμο δεν μπορεί να κριθεί απρόβλεπτος. Συνακόλουθα, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος επέδειξε τη δέουσα παρατηρητικότητα. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος, όταν εισήλθε στην επίδικη οδό, είχε ορατότητα 26 μέτρων προς το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Επομένως, ο Κατηγορούμενος εάν ασκούσε τη δέουσα παρατηρητικότητα θα έπρεπε να αντιληφθεί το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα και να μην εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ακόμα, όμως, και να γινόταν δεκτή του θέση του Κατηγορουμένου ότι η ορατότητά του ήταν μικρότερη των 26 μέτρων δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη του. Συγκεκριμένα σημειώνω ότι αναμένεται από τον μέσο λογικό οδηγό όταν συναντά εμπόδιο στον δρόμο, το οποίο εμποδίζει την πορεία του, να μην εισέρχεται αψήφιστα στην αντίθετη λωρίδα αλλά εάν χρειαστεί να το πράξει να εισέρχεται λελογισμένα και αφού διαπιστώσει ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Στην υπό κρίση υπόθεση, λοιπόν, ο Κατηγορούμενος όφειλε να σταματήσει πριν το σταθμευμένο όχημα και να εισερχόταν στην αντίθετη λωρίδα, αφού πρώτα εξασκούσε τη δέουσα παρατηρητικότητα. Μια τέτοια ενέργεια δεν ήταν αδύνατη για τον Κατηγορούμενο, αφού πριν φτάσει στο σταθμευμένο όχημα είχε ήδη σχεδόν ευθυγραμμίσει τη μοτοσυκλέτα του. Σημειώνω, επίσης, ότι δεδομένα στην υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιούνται από τις υποθέσεις Mίσιης Παρασκευάς Γεωργίου ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 421 και Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 18, που παρέπεμψε η Υπεράσπιση. Συγκεκριμένα και στις δυο πιο πάνω υποθέσεις οι οδηγοί εισήλθαν λελογισμένα στον δρόμο. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος χωρίς σταματήσει εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η αποτυχία, λοιπόν, του Κατηγορουμένου να σταματήσει και να ελέγξει τον δρόμο προτού εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αφίσταται του επιπέδου επιμέλειας που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός. Επομένως η πιο πάνω παράλειψή του συνιστά αμέλεια. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο