Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Jit Bawa, Αρ. Υπόθεσης:20897/19, 1/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:20897/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Jit Bawa Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 01 Ιουλίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κα Χ. Ματθαίου Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 19Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 109(Ι)/
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
- Οδήγηση Μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(14)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/2007, 189/2008, και τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/
- Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος στις 10.4.19 στην οδό Αθαλάσσας στην Αγλαντζιά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το όχημα (μοτοσυκλέττα) με αριθμούς εγγραφής XXXXX37, κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 6008/19, το οποίο του στερούσε την ικανότητα να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 18.3.19 -18.5.
- Δηλώθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος έχει συσσωρευμένους 5 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, άγαμος και διαμένει μαζί με ακόμα δύο άτομα στη Λευκωσία. Κατάγεται από την Ινδία και βρίσκεται στην Κύπρο από
- Αρχικά ήρθε στην Κύπρο για Ακαδημαϊκούς σκοπούς. Συγκεκριμένα από το 2016 μέχρι το 2019 φοίτησε στο American College, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Από τον Μάρτιο του 2020 εργάζεται περιστασιακά ως διανομέας σε διάφορες επιχειρήσεις. Επιπρόσθετα, προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, αγόρευσε η ευπαίδευτη συνήγορος αυτού. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα του αδικήματος, το οποίο διέπραξε. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα που έγινε το περιστατικό, κάποιος συνεργάτης του Κατηγορουμένου, είχε χτυπήσει στην εργασία του και ο μόνος που θα μπορούσε ουσιαστικά να μεταβεί στον τόπο να βοηθήσει ήταν ο ίδιος. Η συνήγορος αναγνώρισε ότι το πιο πάνω δεν αναιρεί τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος αλλά εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε υπό πίεση. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου στάθηκε στην άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου και στο ότι από την ημερομηνία διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι ένεκα της πανδημίας του κορωνοϊού η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι επαχθές μέτρο. Επιπρόσθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της αναστολής της ενδεχομένης ποινής φυλάκισης. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα προχωρήσω στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα. Ως προς τα επίδικα αδικήματα σημειώνω ότι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί επιβληθείσα από δικαστήριο στέρηση της ικανότητας οδηγού να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, είναι το πιο σοβαρό από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ο Νόμος προβλέπει φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Σε σχέση, λοιπόν, με την 1η κατηγορία, η οποία, όπως φαίνεται και από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, είναι η σοβαρότερη εκ των κατηγόριων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, παρατηρώ ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει, ενώ ίσχυε το διάταγμα για στέρηση της άδειας οδηγού που του είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το εν λόγω αδίκημα έχει ως βάση το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αδιαφόρησε προς το δικαστικό διάταγμα, το οποίο του στερούσε την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, τo αδίκημα της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα σοβαρό, καθότι πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227,όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Επιπλέον, στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίασή του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ. 196 αναφέρονται τα εξής: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Στην υπό κρίση υπόθεση, η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε επειδή βρέθηκε υπό πίεση. Όμως, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που αντικειμενικά κρινόμενο να δικαιολογεί την πράξη του Κατηγορουμένου να οδηγήσει. Το ότι κάποιος συνεργάτης του Κατηγορουμένου τραυματίστηκε στην εργασία του από μόνο του δεν δικαιολογούσε τον Κατηγορούμενο να παρακούσει το διάταγμα. Ο Κατηγορούμενος είχε και άλλες επιλογές, για να βοηθήσει τον συνεργάτη του, εκτός από το να οδηγήσει, κατά παράβαση του σχετικού διατάγματος που του στερούσε την πιο πάνω δυνατότητα. Για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου την παραδοχή του, τη μεταμέλειά του και το σχετικά νεαρό της ηλικίας του. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν από την συνήγορό του καθώς, και ό,τι άλλο αναφέρθηκε από την συνήγορό του προς μετριασμό της ποινής του. Όμως, ενόψει της σοβαρότητας των επίδικων αδικημάτων και την απουσία επαρκούς λόγου για την παρακοή του δικαστικού διατάγματος, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Ασφαλώς, οι περιστάσεις που προέκυψαν λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού δεν μπορούν μεταβάλουν το είδος της αρμόζουσας ποινής αλλά, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση υπόθεση R v. Manning
(2002)EWCA Crim 592, λαμβάνονται υπό προϋποθέσεις υπόψη στο στάδιο εξέτασης του ζητήματος της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 60 ημερών από αύριο. Ως προς την 2η κατηγορία, δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή, καθότι αυτή είναι αποτέλεσμα της 1ης κατηγορίας, εφόσον εξ αντικειμένου ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να κατέχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι τρίτου ενόσω δεν μπορούσε να οδηγεί με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου. Στην Τρίτη Κατηγορία επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή προστίμου € 250 πλέον δυο βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ Άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το αδίκημα, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, οι οποίες δεικνύουν αδιαφορία προς τις νόμιμες διαταγές του Δικαστηρίου. Συνεπώς, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης αυτού δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, κρίνω ότι η εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι, ενόψει της πανδημίας του κορωνοϊού η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης συνιστά επαχθές μετρό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστήριο η πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R v. Manning (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι οι συνθήκες που επέβαλε η πανδημία του κορωνοϊού μπορούν να ληφθούν υπόψη στην απόφαση για την τυχόν αναστολή ποινής φυλάκισης. Όμως, η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες που επικρατούσαν, λόγω της πανδημίας, στις αγγλικές φυλακές. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση λήφθηκε υπόψη ότι ίσχυε καθολικό «lock down», οι κρατούμενοι παρέμεναν στο κελί τους 23 ώρες την ημέρα και υπήρχε μεγάλος κίνδυνος διάδοσης του ιού. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε, σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, που να επιτρέπει την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο όπως, η άμεση παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών και των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο