← Κύπρος

ΧΡΥΣΟΔΑΛΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Α. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ (ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23599/2013, 11/9/2020

ΧΡΥΣΟΔΑΛΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Α. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ (ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23599/2013, 11/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23599/2013 Μεταξύ: ΧΡΥΣΟΔΑΛΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ Παραπονούμενοι -v-

  1. Α. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ (ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ) ΛΤΔ
  2. XXXXX ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11.9.2020 Για τους Παραπονούμενους: κα Δημητριάδη για κ. Α. Μάγο Για τους Κατηγορούμενους: κ. Στυλιανού Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 10 που αφορούν στο αδίκημα της συνδρομής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πιο συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία παραδέχθηκε ότι στις 24.7.2013, 31.7.2013, 22.8.2013, 30.8.2013 και 6.9.2013 εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη τις επιταγές της ΣΠΕ Στροβόλου με αρ. XXXXX5201, XXXXX5221, XXXXX5238, XXXXX5254 και XXXXX5275 για το ποσό των €3.517,61, €1.832,91, €1.166,50, €1.324,29 και €595,88 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις ως άνω ημερομηνίες. Οι ως άνω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και λόγω του γεγονότος ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί και καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασής τους προς πληρωμή. Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι στις ως άνω ημερομηνίες υπό την ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχε βοήθεια στην τελευταία για την έκδοση των πιο πάνω ακάλυπτων επιταγών. Εκθέτοντας τα γεγονότα για σκοπούς επιβολής της ποινής η δικηγόρος των παραπονούμενων υιοθέτησε τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο και περαιτέρω ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό προς τον σκοπό αποζημίωσης των παραπονουμένων. Κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής ο δικηγόρος των κατηγορουμένων αναφέρθηκε στις οικονομικές, οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2 και επεσήμανε στο Δικαστήριο τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Εισηγήθηκε ότι αυτά οφείλονται αφενός στην οικονομική κρίση του έτους 2013 η οποία είχε σαν αποτέλεσμα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία της οποίας ήταν ο κύριος μέτοχος και διευθυντής να τερματίσει τις εργασίες της και ο ίδιος να εργοδοτηθεί περιστασιακά σε άλλες δουλειές και αφετέρου στο γεγονός ότι αναγκάστηκε στο παρελθόν να δαπανήσει αρκετά χρήματα στην Κύπρο και στο εξωτερικό για να παράσχει ιατρική φροντίδα στη θυγατέρα του η οποία έπασχε από ανίατη ασθένεια γεγονός το οποίο τον αφαίμαξε οικονομικά. Εισηγήθηκε ότι πρόσφατα ο κατηγορούμενος 2 πρότεινε προς τους παραπονούμενους να τους καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €200,00 το οποίο εκείνοι αρνήθηκαν. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει 3 ενήλικα τέκνα και 1 ανήλικο ηλικίας 10 ετών από προηγούμενο γάμο του και ότι η νυν σύζυγός του είναι άνεργη. Ο ίδιος εργάζεται με μηνιαίο μισθό €700,00 και έχει συνολικές οφειλές προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και σε άλλες υποθέσεις ποσού περίπου €10.000 για την πληρωμή των οποίων καταβάλλει το ποσό των €150,00 μηνιαίως. Εισηγήθηκε ότι η μη αποζημίωση των παραπονουμένων οφείλεται στην ως άνω οικονομική αδυναμία του και όχι σε πρόθεσή του να μην τους αποζημιώσει. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο και ότι σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα για την αναστολή εκτέλεσής της. Όσα ανάφερε ο δικηγόρος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους είναι καταγεγραμμένα και θα ληφθούν υπόψη στα πλαίσια επιβολής της ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δύο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και για τον λόγο αυτό κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60, στις σελίδες 64 και 65 αντίστοιχα: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις». Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546 στη σελίδα 548, το οποίο ομιλεί από μόνο του σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: «Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια». Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 79, υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης. Λέχθηκε επίσης ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη (Κονιζίδου ν. Αρέστη
(2009)2 Α.Α.Δ. 579). Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 557) και ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2015, ημερομηνίας 15.11.2017. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν την διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτά εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη δικηγόρο των παραπονουμένων όπως επίσης όλα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορουμένων για μετριασμό της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όπως αυτή αναφύεται μέσα από την προαναφερθείσα νομολογία αλλά και από το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών και την έλλειψη μεταμέλειας από πλευράς των κατηγορουμένων η οποία συνάγεται από τη συμπεριφορά τους και συγκεκριμένα από τη μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού έναντι των επίδικων επιταγών. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το γεγονός ότι η δικηγόρος των παραπονουμένων δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών. (β) Την παραδοχή τους παρόλο που αυτή δεν ήταν άμεση. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον δικηγόρο υπεράσπισης. Στα πλαίσια της αγόρευσής του ο δικηγόρος υπεράσπισης υποστήριξε ότι για σκοπούς επιβολής της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν το 2013 και ότι καλείται να επιβάλει ποινή 7 χρόνια μετά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Αναγνώρισε επίσης ότι η καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της παρούσας υπόθεσης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον κατηγορούμενο
  1. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, όχι, όμως, και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και την εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Λόγω των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω επιβάλλεται στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πρόστιμο €250,00 σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 τις οποίες αντιμετωπίζει και στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 1 μηνός σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 10 τις οποίες αντιμετωπίζει. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Σημειώνεται επίσης ότι από την πλευρά της υπεράσπισης έγινε εισήγηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης που ενδεχομένως ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο
  2. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή των επιβληθέντων ποινών φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένη και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν τεθεί ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.