← Κύπρος

ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. PITTAS DAIRY INDUSTRIES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1479/2013, 14/9/2020

ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. PITTAS DAIRY INDUSTRIES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1479/2013, 14/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B148 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1479/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Κατηγορούσα Αρχή -και-

  1. PITTAS DAIRY INDUSTRIES LIMITED
  2. XXXXX Κ. ΠΗΤΤΑΣ
  3. XXXXX Κ. ΠΗΤΤΑΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14/9/
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μαππουρίδης μαζί με κ. Καίλη Για Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Κιτρομηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορούμενη, η οποία ασχολείτο με την παραγωγή και πώληση τυροκομικών προϊόντων και χαλουμιού, αντιμετωπίζει, στη παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, 29 συνολικά κατηγορίες. Όλες οι κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της μη εξόφλησης 29 επιταγών, συνολικής αξίας €1.491.412, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
  1. Ο δε 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης, ισάριθμες κατηγορίες και κατηγορείται ότι παρείχε σε αυτήν βοήθεια ώστε να εκδώσει τις επίδικες επιταγές. Σημειώνω εξαρχής ότι η 1η κατηγορούμενη στις 21/3/2019, και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ο Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της, επέλεξε να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου παρά το γεγονός ότι του επιδόθηκαν δεόντως τα σχετικά δικαστικά έγγραφα. Ως εκ τούτου η υπόθεση εναντίον της 1ης κατηγορουμένης ορίστηκε για Απόδειξη. Η παρούσα ποινική υπόθεση εναντίον του 3ου κατηγορούμενου αποσύρθηκε λόγω του ότι απεβίωσε. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις εναντίον του κατηγορίες με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επί της ουσίας αυτή είτε έχει παραμείνει αναντίλεκτη είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτει ότι η παραπονούμενη, η οποία αποτελείται από ομάδα παραγωγών γάλακτος, είναι δημόσια εταιρεία και βασική δραστηριότητα της είναι η πώληση γάλακτος συμπεριλαμβανομένου και της 1ης κατηγορούμενης. Η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και της 1ης κατηγορούμενης χρονολογείται από τον Μάιο του
  2. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής η 1η κατηγορούμενη όφειλε μεγάλο χρηματικό ποσό προς την παραπονούμενη. Συμφωνα με σχετική κατάσταση λογαριασμού, ημερομηνίας 31/12/11, που διατηρεί η παραπονούμενη, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της 1ης κατηγορούμενης, μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, ανερχόταν στο ποσό των €8.664.872,74 (Τεκμήριο 45). Επίσης αποτελεί κοινός τόπος ότι στις 27/9/10 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 37) (στο εξής καλούμενη «η επίδικη συμφωνία») μεταξύ της παραπονούμενης και της 1ης κατηγορούμενης, την οποία υπέγραψαν εκ μέρους της και εγγυήθηκαν προσωπικά ο 2ος και 3ος κατηγορούμενος καθώς και ο αδελφός τους XXXXX Πίττας. Εγγεγραμμένοι διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο 2ος και 3ος κατηγορούμενος (Τεκμήριο 36). Με την εν λόγω συμφωνία αναγνωρίζονταν, μεταξύ άλλων, οι προηγούμενες οφειλές της 1ης κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη και οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των των €8.000.000 πλέον τόκους €1.025.855,92 καθώς και ο τρόπος αποπληρωμής τους. Αποτελεί περαιτέρω κοινό έδαφος ότι η 1η κατηγορούμενη, προς υλοποίηση μέρους των συμφωνηθέντων, εξέδωσε προς την παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές και η παραπονούμενη κατέστη η νόμιμη κάτοχος και δικαιούχος τους. Οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι η 1η κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρωμής τους, δεν είχε τα διαθέσιμα κεφάλαια και οι λογαριασμοί της έχουν παγοποιηθεί από τις 22/11/
  3. Αποτελεί, συνοπτικά, εκδοχή της παραπονούμενης ότι η εξόφληση του χρέους της 1ης κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη θα γινόταν με τον εξής ακόλουθο τρόπο: το ποσό των €2.000.000 θα διατηρείτο ως πίστωση, την οποία η παραπονούμενη θα παραχωρούσε στην 1η κατηγορούμενη για όσο χρόνο αυτή θα προμηθεύονταν γάλα από την παραπονούμενη, το ποσό των €2.600.000 θα εξοφλείτο με την μεταβίβαση ακινήτου το οποίο βρισκόταν εγγεγραμμένο επ'ονόματι του 2ου και 3ου κατηγορούμενου το οποίο εν τέλει δεν μεταβιβάστηκε λόγω του ότι αυτό ήταν ήδη υποθηκευμένο, το ποσό των €3.600.000 θα εξοφλείτο με την έκδοση 55 μεταχρονολημένων επιταγών (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 17-29), αξίας €37.500, έκαστη και οι οποίες θα εξαργυρώνονταν στο τέλος κάθε μήνα από τις 31/1/11 και κάθε τέλος επόμενου έκαστου μηνός, καθώς και μιας επιταγής ύψους €1.977.759, ημερομηνίας 25/6/
  4. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά την συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε ότι με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας η 1η κατηγορούμενη θα έπρεπε να εκδώσει υπέρ της παραπονούμενης τραπεζική εγγυητική ύψους €1.300.000 για κάλυψη και εγγύηση των μελλοντικών οφειλών της 1ης κατηγορούμενης σε σχέση με την παράδοση γάλακτος, προς αυτήν μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω τραπεζική εγγύηση θα ρευστοποιήτο ανάλογα με τις εκκρεμούσες οφειλές της 1ης κατηγορούμενης. Λόγω του ότι η 1η κατηγορούμενη είχε δυσκολία στο να παραδώσει την εν λόγω τραπεζική εγγυητική, η τελευταία αντ'αυτού και προς εξόφληση ποσότητας γάλακτος που της παραδόθηκε, κατά την περίοδο από 27/9/10 μέχρι 20/12/11, εξέδωσε 16 μεταχρονολημένες επιταγές (Τεκμήρια 1 ‑ 16), οι οποίες μέχρι και σήμερα δεν εξοφλήθηκαν. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, θέση της υπεράσπισης, ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν το προϊόν ελεύθερης βούλησης των κατηγορουμένων αλλά αντίθετα ήταν προϊόν εξαναγκασμού λόγω πίεσης και απειλών που τους ασκούσε η παραπονούμενη. Η παραπονούμενη τους απειλούσε ώστε να προχωρήσουν με την υπογραφή της, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ήταν η μόνη παραγωγός που μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της 1ης κατηγορούμενης. Περαιτέρω αποτελεί θέση της Υπεράσπισης ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, ήδη η παραπονούμενη είχε στην κατοχή της 27 μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήριο 42), που είχαν εκδοθεί από την 1η κατηγορούμενη σε σχέση με τις προηγούμενες οφειλές της. Το συνολικό ποσό των εν λόγω επιταγών συμπεριλήφθηκε και στο ποσό που αναγράφεται ως οφειλόμενο και στην επίδικη συμφωνία. Με την υπογραφή της συμφωνίας θα έπρεπε η παραπονούμενη να επιστρέψει τις εν λόγω επιταγές στην 1η κατηγορούμενη, διαφορετικά εάν οι εν λόγω επιταγές δεν επιστρέφονταν θα ήταν ωσάν η 1η κατηγορούμενη να αποπλήρωνε το ίδιο ποσό δύο φορές. Αντί όμως η παραπονούμενη να επιτρέψει τις πιο πάνω επιταγές στην 1η κατηγορούμενη ξεκίνησε, κατά διαστήματα, να τις καταθέτει με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας σε αυτή με άμεσο επακόλουθο να μην μπορεί να εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές. Τέλος αμφισβητείται από την υπεράσπιση αφενός το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου και αφετέρου ότι δεν αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, το γεγονός ότι αυτές παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες, την XXXXX Αντωνιάδου (Μ.Κ. 1) Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τον XXXXX Φωτίου (Μ.Κ. 2) τραπεζικό λειτουργό στην Τράπεζα Κύπρου, τον XXXXX Αντωνίου (Μ.Κ. 3) λογιστή στην Παραπονούμενη και τον XXXXX Παπακυριακού (Μ.Κ. 4) Γενικό Διευθυντή της. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τoυ 2ου κατηγορούμενου τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74(Ι)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
  5. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως καλώντας επίσης και έναν μάρτυρα υπεράσπισης τον XXXXX Τζίρκα (Μ.Υ. 2), οικονομικό διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης, κατά τον ουσιώδη χρόνο. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ. 1 ανάφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ότι έχει υπό την φύλαξη της τον δικαστικό φάκελο της αγωγής υπ΄αριθμό XXXXX/13 στην οποία έχουν κατατεθεί, μεταξύ άλλων και οι επίδικες επιταγές (Τεκμήριο 1 έως 29), το πρωτότυπο των οποίων κατάθεσε στο Δικαστήριο. Επιβεβαίωσε ότι η εν λόγω αγωγή ολοκληρώθηκε με την έκδοση απόφασης υπέρ της παραπονούμενης. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 30). Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος χειριζόταν προσωπικά τον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Αναγνώρισε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την 1η Κατηγορούμενη μέσω των κατηγορούμενων 2 και 3, πλην των Τεκμηρίων 1 και 2 οι οποίες εκδόθηκαν από την 1η κατηγορούμενη, διά μέσω του 3ου κατηγορουμένου και του Μ.Υ
  6. Επιβεβαίωσε ότι οι επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στους λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης και λόγω του ότι οι λογαριασμοί της παγοποιήθηκαν (ΚΑΠ). Κατέθεσε περαιτέρω αντίγραφα του δείγματος υπογραφής του 2ου και 3ου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 31) και διευκρίνισε ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από δύο διαφορετικούς λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης. Ειδικότερα οι επιταγές Τεκμήρια 1 ‑ 16 εκδόθηκαν από τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX901‑ 00 (Τεκμήριο 32) ενώ οι επιταγές Τεκμήρια 17 ‑ 29 εκδόθηκαν από τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX68‑00 (Τεκμήριο 33). Αντεξεταζόμενος εξήγησε στο δικαστήριο την ακολουθητέα εκ μέρους της τράπεζας διαδικασίας πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ανάφερε ότι ο ίδιος αποφάσισε τη μη πληρωμή τους για τους λόγους που ανάφερε στην κυρίως εξέταση του. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι στις επίδικες επιταγές δεν υπάρχει οποιαδήποτε σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου, δηλαδή της πληρώτριας τράπεζας, πρόσθεσε όμως περαιτέρω ότι οι επίδικες επιταγές εμφανίσθηκαν και κατατέθηκαν ηλεκτρονικά στο σύστημα της Τράπεζας Κύπρου στο τμήμα "Clearing" και ακολούθως παρουσιάστηκαν στο δικό του τμήμα για πληρωμή. Ως προς τον λόγο που οι επιταγές Τεκμήρια 1 έως 17 φέρουν ως λόγο μη πληρωμής τους το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ, ενώ ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης καταχωρίστηκε στο ΚΑΠ μεταγένεστερα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι αρχικά ο λόγος μη πληρωμής τους ήταν ότι ο εν λόγω λογαριασμός είχε ανεπαρκή υπόλοιπα ενώ κατά τη 2η κατάθεση τους η αιτία ήταν λόγω τοποθέτησης της 1ης κατηγορούμενης στο ΚΑΠ. Ανάφερε περαιτέρω ότι οι επίδικοι λογαριασμοί δεν είχαν πιστωτικό όριο, ήταν δηλαδή λογαριασμοί όψεως και ως εκ τούτου οι οποιεσδήποτε πληρωμές από τους εν λόγω λογαριασμούς γινόντουσαν ανάλογα με τα διαθέσιμα χρήματα που υπήρχαν σε αυτούς. Συμφώνησε περαιτέρω ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρωμής των επίδικων επιταγών, και οι δύο λογαριασμοί βρισκόντουσαν συνεχώς σε υπέρβαση, κάποιες φορές πέραν του €1.000.
  7. Ο Μ.Κ. 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 35). Εξήγησε σε αυτή τη μορφή συνεργασίας της παραπονούμενης με την 1η κατηγορούμενη καθώς και τον λόγο που συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία. Ήταν η θέση του ότι στην επίδικη συμφωνία, μεταξύ άλλων, οι κατηγορούμενοι, αναγνώρισαν τις προηγούμενες οφειλές τους μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της. Στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, και για εξόφληση μέρους του οφειλομένου ποσού, οι κατηγορούμενοι θα προχωρούσαν στην έκδοση 55 μεταχρονολογημένων επιταγών. Οι επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν, ήταν οι επιταγές Τεκμήρια 17 έως
  8. Περαιτέρω, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας καθορίστηκε και ο τρόπος πληρωμής, με βάση τον οποίο θα συνεχιζόταν η μεταξύ των μερών συνεργασία. Ειδικότερα η 1η κατηγορούμενη, την 15η ημέρα εκάστου μηνός, θα κατέβαλλε στην παραπονούμενη την αξία του γάλακτος του προηγούμενου μήνα με τραπεζικό έμβασμα καθώς και θα παραχωρούσε προς την παραπονούμενη τραπεζική εγγυητική, ύψους €1.300.
  9. Λόγω όμως αδυναμίας της 1ης κατηγορούμενης για έκδοση εγγυητικής, η τελευταία προχώρησε στην έκδοση επιταγών (Τεκμήρια 1-16) για την αξία ποσότητας γάλακτος που παρέλαβε. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι στα πλαίσια σύναψης της επίδικης συμφωνίας η παραπονούμενη ήταν σε συνεχή επικοινωνία με όλους τους κατηγορουμένους οι οποίοι γνώριζαν και ήταν σε θέση να γνωρίζουν την πραγματική εικόνα των οικονομικών της 1ης κατηγορούμενης, κατά τον ουσιώδη χρονο υπογραφής των επίδικων επιταγών. Και τούτο γιατί ήταν τα πρόσωπα τα οποία είχαν άμεση γνώση των οικονομικών της, αλλά και τα πρόσωπα τα οποία ασκούσαν και έλεγχαν την οικονομική διαχείριση της 1ης κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας αλλά ούτε και ήταν παρών κατά την υπογραφή κα έκδοση των επίδικων επιταγών. Τέλος επιβεβαίωσε το γεγονός ότι όλες οι υπόλοιπες επιταγές που εκδόθηκαν με βάση τη συμφωνία, πέραν των επίδικων, είχαν τιμηθεί. Ο Μ.Κ. 4 υιοθέτησε επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 38). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής επανέλαβε και ο ίδιος τον λόγο που συνομολογήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, η επίδικη συμφωνία καθώς και τον τρόπο που το χρέος της 1ης κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη θα εξοφλείτο. Όσον αφορά τις επιταγές (Τεκμήριο 17-29) ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι, αυτές παραδόθηκαν, λίγες μέρες, μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι η επίδικη συμφωνία προέβλεπε ότι η 1η κατηγορούμενη θα έπρεπε να καταβάλει τραπεζική εγγυητική η οποία θα διασφάλιζε τη μεταξύ των μερών μελλοντική συνεργασία για τη προμήθεια γάλακτος. Όμως λόγω του ότι η 1η κατηγορούμενη είχε πρόβλημα να εκδώσει τέτοια, αντ' αυτού, τους εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες παραδόθηκαν στο λογιστήριο της παραπονούμενης. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών ώστε να ξέρει ποιος τις υπέγραψε αλλά, με βάση την εμπειρία του, γνωρίζει τόσο τις υπογραφές του 2ου όσο και του 3ου κατηγορούμενου. Θέση του ήταν ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν και την υπογραφή του 2ου κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι η 1η κατηγορούμενη κατάγγειλε την παραπονούμενη στην Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού (Ε.Π.Α) και στη βάση αυτής της καταγγελίας η παραπονούμενη κρίθηκε ένοχη, μετά από απόφαση της εν λόγω επιτροπής (Τεκμήριο 40), στο ότι καταχράστηκε της δεσπόζουσα θέση της στην αγορά. Έναντι της εν λόγω απόφασης η παραπονούμενη καταχώρησε σχετική έφεση στο Διοικητικό Δικαστήριο η οποία, μέχρι και σήμερα, εκκρεμεί. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η επίδικη συμφωνία υπεγράφη στα πλαίσια πίεσης που άσκησε η παραπονούμενη προς την 1η κατηγορούμενη προσθέτοντας δε ότι, αντιθέτως, η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε με σκοπό να βοηθηθεί η 1η κατηγορούμενη ώστε να είναι σε θέση να απόπληρώσει τις προηγούμενες οφειλές της και ταυτόχρονα να μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα τη λειτουργία της. Εξήγησε ότι ο λόγος που η παραπονούμενη τερμάτισε την πώληση γάλακτος προς την 1η κατηγορούμενη ήταν γιατί η τελευταία απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 20/12/11, (Τεκμήριο 43) με την οποία ενημέρωνε ότι θα τερματίσει την οποιαδήποτε παραλαβή γάλακτος λόγω του ότι οι επιταγές της 1ης κατηγορούμενης δεν θα τιμούντο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή επίσης ότι ο λόγος που οι λογαριασμοί της 1ης κατηγορούμενης μπήκαν στο ΚΑΠ είναι διότι η παραπονούμενη κατέθεσε επιταγές της 1ης κατηγορούμενης τις οποίες η τελευταία είχε ζητήσει από την παραπονούμενη να μην τις καταθέσει για περίοδο λίγων ημερών. Ο 2ος κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 39). Ανάφερε σε αυτήν ότι η έγερση της παρούσας ποινικής υπόθεσης είναι καταχρηστική εφόσον η παραπονούμενη εκμεταλλεύτηκε την δεσπόζουσα θέση της στην αγορά και πολέμησε με αθέμιτα και παράνομα μέσα την 1η κατηγορούμενη καταφέρνοντας εν τέλει να τη διαλύσει. Η 1η κατηγορούμενη στα τόσα χρόνια λειτουργίας της ήτανε πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις της. Η παραπονούμενη εταιρεία, διατηρεί επίσης, από το 2012, ανταγωνιστική εταιρεία της 1ης κατηγορούμενης. Η παραπονούμενη διαχειριζόταν το 100% της εθνικής παραγωγής αγελαδινού γάλακτος στην Κύπρο. Οι τιμές στις οποίες η παραπονούμενη πουλούσε γάλα ήταν πολύ ψηλότερες από τις τιμές με τις οποίες η παραπονούμενη προμήθευε γάλα σε άλλους πελάτες της. Σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ήταν η θέση του ότι αυτή υπεγράφη κατόπιν εξαναγκασμού και πίεσης λόγω του ότι δεν υπήρχε άλλος παραγωγός γάλακτος που να μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες της 1ης κατηγορούμενης. Η παραπονούμενη τους απειλούσε ότι θα τους διέκοπτε την παροχή γάλακτος αν δεν υπεγράφετο η εν λόγω συμφωνία. Αποδέκτηκε το γεγονός ότι 11 επιταγές από τις 55 που είχαν εκδοθεί στη βάση της επίδικης συμφωνίας έχουν εξαργυρωθεί ενώ 21 από τις επίδικες επιταγές για την περίοδο από 30/11/11 μέχρι 31/8/13 δεν έχουν τιμηθεί. Οι 13 από τις 21 επιταγές που δεν έχουν τιμηθεί αφορούν επιταγές της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 17 ‑ 29). Για τις εν λόγω επιταγές δεν είναι σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο ο ίδιος τις υπέγραψε και ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει αν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την υπογραφή τους. Θεωρεί ότι την δική του υπογραφή την τοποθέτησε ο 3ος κατηγορούμενος. Οι 55 επιταγές υπεγράφηκαν καθ' υπόδειξη του οικονομικού διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης, σε συνεργασία με την Τράπεζα Κύπρου, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι οι επιταγές θα τιμούνταν με βάση το πρόγραμμα παραγωγής και τη ροή του γάλακτος που προνοούσε η επίδικη συμφωνία. Σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήρια 1 έως 16 ήταν η θέση του ότι η 1η κατηγορούμενη τις εξέδωσε κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού για την αξία της ποσότητας γάλακτος που παραλάμβανε, μέχρις ώτου γίνει εφικτή η έκδοση τραπεζικής εγγυητικής από την 1η κατηγορούμενη. Η παραπονούμενη είχε ήδη στην κατοχή της αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών που είχαν εκδοθεί πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, τις οποίες όφειλε να επιστρέψει στην 1η κατηγορούμενη ταυτόχρονα με την υπογραφή της. Παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη κλήθηκε επανειλημμένα να τις επιστρέψει εντούτοις αυτή αρνείτο. Αντίθετα, τις εν λόγω επιταγές η παραπονούμενη της κατέθεσε, εισπράττοντας τα ποσά των επιταγών, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, εξανεμίζοντας τα όποια αποθέματα μετρητών και/ή διαθέσιμων ποσών που είχε η 1η Κατηγορούμενη. Τον Οκτώβριο 2011 η πρώτη Κατηγορούμενη αποτάθηκε στην Παραπονούμενη για μείωση των ποσοτήτων γάλακτος που θα προμηθεύονταν για τους μήνες Δεκέμβριο 2011, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2012, πράγμα το οποίο η παραπονούμενη αρνήθηκε. Αντίθετα προχώρησε με την κατάθεση των επίδικων επιταγών με αποτέλεσμα αυτές να μην πληρωθούν και η 1η κατηγορούμενη να τοποθετηθεί στο ΚΑΠ. Με τα πιο πάνω γεγονότα η 1η κατηγορούμενη εισηγήθηκε τη διακοπή της παραλαβής του γάλακτος αφού δεν ήταν σε θέση να τιμήσει τις υποχρεώσεις της. Τέλος ανάφερε ότι έχει καταχωριστεί η αγωγή με αριθμό 1378/12 από την Παραπονούμενη εναντίον της πρώτης Κατηγορούμενης και του ιδίου προσωπικά, στην οποία περιλαμβάνεται και το ποσό των επίδικων επιταγών και στην οποία καταχωρίστηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση ύψους € 24.000.
  10. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται ποιες επιταγές θα έπρεπε η παραπονούμενη να επιστρέψει, αυτό όμως το οποίο θυμάται είναι ότι όταν υπεγράφη η επίδικη συμφωνία συμφωνήθηκαν ότι αυτές θα έπρεπε να επιστραφούν στην 1η κατηγορουμένη, διότι όλες οι προηγούμενες υποχρεώσεις της είχαν διευθετηθεί μέσω αυτής. Δεν ήταν όμως σε θέση να εντοπίσει πού προνοείται τέτοιος όρος στην επίδικη συμφωνία. Πρόσθεσε πως το γεγονός ότι κατατέθηκαν οι εν λόγω επιταγές οδήγησε την 1η κατηγορούμενη να έχει έλλειψη ρευστότητας με αποτέλεσμα να μην ήταν σε θέση να τηρήσει τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ανάφερε περαιτέρω ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένα ποια ήταν η διαφορά πώλησης του γάλακτος προς την 1η κατηγορούμενη και προς τις άλλες ανταγωνιστικές εταιρείες και ότι ο λόγος που δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές ήταν γιατί δεν είχε στη διάθεση του οποιεσδήποτε αποδείξεις. Αρνήθηκε το γεγονός ότι υπέγραψε ο ίδιος τις επίδικές επιταγές και ο λόγος, ως ανάφερε, που δεν ενημέρωσε τον δικηγόρο του εξ αρχής για το ζήτημα αυτό, όταν δηλαδή ο ίδιος αντεξέταζε τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ήταν λόγω παράλειψης του. Ως προς τον λόγο που η 1η κατηγορούμενη δεν προχώρησε με ανάκληση των μη επιστραφείσων επιταγών ήταν γιατί η 1η κατηγορούμενη φοβόταν ότι η παραπονούμενη θα της διέκοπτε την προμήθεια γάλακτος. Τέλος, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν ανακάλεσε τις επιταγές Τεκμήρια 17 - 29, εφόσον υπήρχε πρόθεση εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης να σταματήσει να λαμβάνει γάλα, ήταν διότι ο λογαριασμός τους εισήλθε στο ΚΑΠ και ανέμεναν να παρέλθουν λίγες μέρες ώστε να διαπιστώσουν πως μπορεί να επιλυθεί το εν λόγω ζήτημα. Ο Μ.Υ. 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 41). Ανάφερε σε αυτή ότι μέχρι τις 31/11/11 ήταν ο οικονομικός διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης. Εξήγησε και αυτός τον σκοπό και το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Ανάφερε ότι ο ίδιος συμβούλεψε την 1η κατηγορούμενη, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, όπως εκδώσει προς την παραπονούμενη αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών, υπό την προϋπόθεση ότι η 1η κατηγορούμενη ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, εφόσον η συνεργασία των μερών δεν θα τερματίζονταν αλλά θα συνεχιζόταν απρόσκοπτα. Ήταν αυτονόητο ότι σε περίπτωση τερματισμού της επίδικης συμφωνίας οι εν λόγω επιταγές δεν θα έπρεπε να κατατεθούν στην τράπεζα. Ήταν επίσης εξυπακουόμενος όρος ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές που είχαν ήδη εκδοθεί (Τεκμήριο 42) από την 1η κατηγορούμενη, πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, θα επιστρέφονταν πίσω σε αυτήν, μετά την υπογραφή της, αφού το ποσό των επιταγών αυτών συμπεριλαμβανόταν στο πόσο των €8.000.000 το οποίο συμφωνήθηκε ότι είναι το συνολικό οφειλόμενο ποσό της 1ης κατηγορουμένης. Οι εν λόγω επιταγές, διευκρίνισε, εκδόθηκαν για παραδόσεις γάλακτος που έγιναν τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2010, δηλαδή προγενέστερα της ημερομηνίας που έγινε η επίδικη συμφωνία. Η παραπονούμενη όμως ουδέποτε επέστρεψε τις επιταγές, αλλά, αντίθετα, προχώρησε και με την κατάθεση των 27 επιταγών εισπράττοντας το ποσό των €2.576.836,
  11. Από τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2011 η 1η κατηγορούμενη προέβλεψε ότι οι ποσότητες γάλακτος που χρειαζόταν για την εκτέλεση των παραγγελιών της θα ήταν σημαντικά μειωμένες. Η 1η κατηγορούμενη αποτάθηκε προφορικά στην παραπονούμενη ζητώντας μείωση της παραλαβής γάλακτος, εφόσον δεν ήταν σε θέση να το απορροφήσει όλο, πράγμα το οποίο αρνήθηκε η παραπονούμενη. Μετά από αυτήν την εξέλιξη η 1η κατηγορούμενη ζήτησε από την παραπονούμενη να μην καταθέσει συγκεκριμένες μεταχρονολογημένες επιταγές λόγω έλλειψης ρευστότητας. Παρά τα πιο πάνω η παραπονούμενη κατέθεσε για πληρωμή 4 μεταχρονολογημένες επιταγές της 1ης κατηγορούμενης με αποτέλεσμα αυτές να μην τιμηθούν και οι λογαριασμοί της να τοποθετητηθούν στο ΚΑΠ. Είναι η θέση του ότι εάν δεν διακόπτετο η παροχή αγελαδινού γάλακτος η 1η κατηγορούμενη όχι μόνο θα μπορούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της με βάση την επίδικη συμφωνία, αλλά θα μπορούσε να αποπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της προς την παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας αποδέχθηκε το γεγονός ότι στην επίδικη συμφωνία δεν συμπεριλαμβάνεται οποιοσδήποτε όρος περί επιστροφής των ήδη εκδοθείσων επιταγών. Πρόσθεσε όμως περαιτέρω ότι στη συνάντηση που είχε η 1η κατηγορούμενη με την παραπονούμενη είχε συμφωνηθεί το πιο πάνω γεγονός. Ως προς τον λόγο που η 1η κατηγορούμενη προχώρησε με την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, από τη στιγμή που η παραπονούμενη δεν επέστρεψε τις επιταγές που είχε στη κατοχή της, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι η 1η κατηγορούμενη δεν είχε άλλη επιλογή. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι μέχρι τις 30/11/10 είχαν κατατεθεί και εξαργυρωθεί 18 επιταγές (οι οποίες εκδόθηκαν πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας) εντούτοις όμως το υπόλοιπο της 1ης κατηγορούμενης, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, ανερχόταν στο ποσό των €8.104.134,75 και ως εκ τούτου η παραπονούμενη είχε κάθε δικαίωμα να τις εξαργυρώσει. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι για την εξόφληση των ποσοτήτων γάλακτος που αγόραζε η 1η κατηγορούμενη συμφωνήθηκε να κατατίθονται 27 επιταγές μέχρι τον Γενάρη του 2011, οι οποίες αναφέρονται στο Τεκμήριο 43, προκειμένου να μην αυξηθεί το χρέος της 1ης κατηγορούμενης πάνω από το ποσό των €8.000.
  12. Ως προς τον λόγο που δεν μπορούσαν να ανακληθούν οι προηγούμενες επιταγές ήταν διότι αυτές είχαν σφραγίδα κατάθεσης, προ της ημερομηνίας κατάθεσης τους, και ο λόγος που δεν σταμάτησε να εκδίδει επιταγές η 1η κατηγορούμενη προς την παραπονούμενη, από την στιγμή που η ίδια δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, ήταν γιατί η παραπονούμενη τους απειλούσε ότι θα τους σταματούσε την προμήθεια γάλακτος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α)Α.Α.Δ.80,Ζαμπάςv. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Aποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Κ 1 η οποία έχει παραμείνει αντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάσθηκε. Σε κάθε όμως περίπτωση το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε προς την παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές δεν αμφισβητείται. Επομένως η μαρτυρία της γίνεται στην ολότητα της αποδεκτή. Αποδεκτή επίσης γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 2 εφόσον άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε χωρίς να έχει πρόθεση να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ο εν λόγω μάρτυρας παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι' αυτόν. Πλείστες δε θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση όπως για παράδειγμα το υπόλοιπο των λογαριασμών της 1η κατηγορούμενης αλλά και οι λόγοι που δεν τιμήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επίσης αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 3 ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια. Ήταν ειλικρινής και ανάφερε όσα ο ίδιος προσωπικά γνωρίζει, μέσα από την ενάσκηση των καθηκόντων του στο λογιστήριο της παραπονούμενης. Η μαρτυρία του επίσης υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και ειδικότερα από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Ουδόλως τα όσα ανάφερε κλονίσθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την στιγμή υπογραφής τόσο της επίδικης συμφωνίας όσο και των επίδικων επιταγών. Αποδέχομαι επίσης σε γενικές γραμμές και την μαρτυρία του Μ.Κ 4. Δημιούργησε την εικόνα ενός ειλικρινή ανθρώπου, ήταν απόλυτα σίγουρος και βέβαιος ως προς τις απαντήσεις του και κατάθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Ανάφερε όσα ο ίδιος προσωπικά γνώριζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του και απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Η μαρτυρία του σε ότι αφορά τα ουσιαστικά επίδικα θέματα υποστηρίζεται και από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια, είναι αληθοφανής και έχει λογική συνοχή. Δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να αμφισβητήσει τις οποιεσδήποτε αναφορές του. Από την άλλη όμως δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου και να καταλήξω σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την δική του εκδοχή γεγονότων και κυρίως για το ποια ακριβώς ήταν η μεταξύ των μερών συμφωνία αλλά και για το λόγο που δεν τιμήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ο εν λόγω μάρτυρας, δίδοντας τη δική του μαρτυρία, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να προβάλει και να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θα τον βοηθούσαν να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις με αποκλειστικό σκοπό να πείσει το Δικαστήριο. Η εκδοχή του όμως που παρουσίασε δεν είναι αληθοφανής και δεν έχει λογική συνοχή και κυρίως ουδόλως υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Αντίθετα θα έλεγα διαψεύδεται. Στην προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις υπερβολές και τις αντιφάσεις, κάποιες δε θέσεις του είναι αλληλοσυγκρουόμενες μεταξύ τους ενώ κάποιες άλλες αντιστρατεύονται τη κοινή λογική. Περαιτέρω σε πολλές ερωτήσεις που του τέθηκαν απέφευγε να απαντήσει και προσπαθούσε να υπεκφύγει προβάλλοντας συνεχώς την θέση ότι έχουν παρέλθει αρκετά χρόνια και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Τέλος πολλές θέσεις του δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αλλά θα έλεγα ότι είναι ζητήματα που ενδεχομένως θα επιλυθούν στα πλαίσια της αστικής διαδικασίας που ήδη εκκρεμεί μεταξύ των μερών. Καταρχάς η θέση του ότι η παραπονούμενη είχε στην κατοχή της ήδη, πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες όφειλε να επιτρέψει στην 1η κατηγορούμενη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο και θα πρέπει να αγνοηθεί. Και τούτο γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός τέθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του και ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να θέσουν τις θέσεις τους επί του ζητήματος αυτού και ενδεχομένως αν η υπεράσπιση επιθυμούσε να καλέσει αντικρουστική μαρτυρία, σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527 λέχθησαν, επί του προκειμένου, τα ακόλουθα: «Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  1. Δε θεωρούμε την εξήγηση της παράλειψης, που καταγράψαμε πριν από λίγο, ικανοποιητική. Όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω, υπήρχε μαρτυρία που το δικαστήριο θεώρησε επαρκή και έδειχνε πως τα πανεπιστήμια ήταν accredited. Δεν είναι επομένως ανατρέψιμο το συμπέρασμα του. Η παραγρ. 11 της γραπτής υπεράσπισης τους αναφέρει απλώς ότι οι συμφωνίες με τα τρία πανεπιστήμια που αυτή μνημονεύει δεν τηρήθηκαν. Το δικόγραφο αναφέρει επί λέξει "......................did not comply with and were not within the terms and conditions of the agreement........" Ο ισχυρισμός δεν τέθηκε στην υπεράσπιση, όπως τώρα εγείρεται. Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» (Βλέπε επίσης την πρόσφατη απόφαση ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, Πολιτική Έφεση Αρ. 429/2012, ημερομηνίας 22/4/2020) όπου επαναβεβαιώθηκαν οι πιο πάνω αρχές. Επομένως οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης εφόσον δεν τέθηκαν στην πλευρά της παραπονούμενης δεν μπορούν κάτω από αυτές τις περιστάσεις να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθούν. Σημειώνω ότι δεν τέθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης οποιοσδήποτε λόγος για την παράλειψη αντεξέτασης επί του ζητήματος αυτού. Σε κάθε όμως περίπτωση ο εν λόγω προβαλλόμενος ισχυρισμός, περί επιστροφής των μεταχρονοληγημένων επιταγών, δεν προβλέπεται μέσα στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Αν όντως αυτή ήταν η συμφωνία των μερών, ως ο 2ος κατηγορούμενος διατείνει, δεν μπορώ να αντιληφθώ το λόγο που δεν συμπεριλήφθηκε εντός αυτής το πιο πάνω γεγονός. Περαιτέρω αν ήταν τέτοια η συμφωνία των μερών η 1η κατηγορούμενη είχε είτε την επιλογή να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, είτε να μην εκδώσει άλλες μεταγενέστερα, είτε να μην υπέγραφε την επίδικη συμφωνία. Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν έπραξε. Ούτε η 1η κατηγορούμενη παρουσίασε το οτιδήποτε γραπτώς, έστω και μία επιστολή, για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όπως η ίδια την παρουσιάζει που να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο τους ισχυρισμούς της. Η δικαιολογία που ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε, ότι δηλαδή η παραπονούμενη τους απειλούσε, δεν με έπεισε και δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από πουθενά, πέραν των γενικών και αόριστων αναφορών του εν λόγω μάρτυρα. Περαιτέρω ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι οι επίδικες επιταγές που εκδόθηκαν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας εκδόθηκαν για τον ίδιο σκοπό με τις επιταγές που είχε ήδη στην κατοχή της η παραπονούμενη για τους ίδιους πιο πάνω λόγους. Οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 17-29) έχουν εκδοθεί αφενός για ικανοποίηση των προηγούμενων οφειλών της παραπονούμενης ενώ οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-16) είχαν εκδοθεί εις αντικατάσταση της εγγυητικής (βλέπε άρθρο 4 της συμπληρωματικής συμφωνίας Τεκμήριο 43). Περαιτέρω ως συνάγεται μέσα από τον όρο 10(i) της επίδικης συμφωνίας η εγγυητική θα ρευστοποιήτο σε περίπτωση που δεν καταβάλλεται η αξία του γάλακτος από την 1η κατηγορούμενη. Κατ'αναλογία και οι επιταγές που δόθηκαν εις αντικατάσταση αυτής. Συνεπώς η παραπονούμενη είχε δικαίωμα να ρευστοποιήσει τις επιταγές από την στιγμή που η 1η κατηγορούμενη δεν αποπλήρωνε την αξία του γάλακτος που της είχε παραδοθεί. Ούτε και πείθει η θέση του ότι η 1η κατηγορούμενη ήταν πάντοτε τυπική στις υποχρεώσεις της, πριν δηλαδή την έκδοση των επίδικων επιταγών, εφόσον όπως προκύπτει όφειλε αρκετά εκατομμύρια προς την παραπονούμενη και οι λογαριασμοί της ήταν συνεχώς σε υπέρβαση. Καθόλου δεν με πείθει και ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Από τη στιγμή που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε τις επίδικες επιταγές αλλά και μαρτυρία τραπεζικού λειτουργού ότι οι υπογραφές, μέσα από την εμπειρία του, ομοιάζουν με την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου καταχωρώντας μάλιστα και σχετικό δείγμα υπογραφών του, το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή που υπάρχει επί των επίδικων επιταγών δεν είναι δική του βρίσκεται στους ώμους της υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έπραξε ο 2ος κατηγορούμενος με αποτέλεσμα να μην αποσείσει το βάρος αυτό (CORINA SNACKS LIMITED ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗ, Ποινική Έφεση αρ. 212/2015, 29/5/2018, MIXΑΛΗ ΖΙΤΤΗ ν. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, 4/3/2016). Αρκέστηκε να επικαλεστεί και πάλι γενικές και αόριστες αναφορές οι οποίες βεβαίως δεν τεκμηριώνουν τις θέσεις του. Επίσης αόριστη, αντιφατική και ατεκμηρίωτη ήταν η αναφορά του 2ου κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη τους πωλούσε ακριβό γάλα σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές της 1ης κατηγορούμενης. Κανένα στοιχείο δεν προσκομίσθηκε που και πάλι να επιβεβαιώνει έστω και κατ΄ελάχιστο τις εν λόγω αναφορές του. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν και ο ισχυρισμός του ότι οι κατηγορούμενοι υπέγραψαν την συμφωνία κατόπιν πίεσης και εξαναγκασμού από την παραπονούμενη. Πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος αποδέχεται ότι η 1η κατηγορούμενη όφειλε τεράστιο ποσό προς την παραπονούμενη, η αναφορά του αυτή ουδόλως έχει τεκμηριωθεί με οποιοδήποτε τρόπο αλλά και ούτε παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους εν λόγω ισχυρισμούς του. Θεωρώ ότι οι θέσεις του αυτές αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει ο 2ος κατηγορούμενος, ενδεχομένως, τις ποινικές του ευθύνες. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οποιεσδήποτε άλλες αντιφάσεις και εγγενείς αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου που έχει ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα από αυτήν. Συνεπώς αυτή απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την ήδη αποδεκτή μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ούτε επίσης αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ 2 ο οποίος θεωρώ ότι δεν ήταν αντικειμενικός μάρτυρας και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να το βοηθήσει να ανακαλύψει την αλήθεια. Αντίθετα θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον πρώην εργοδότη του, δηλαδή τον 2ο κατηγορούμενο. Στη προσπάθεια του αυτή προέβη σε αντιφάσεις και αναφέρθηκε και σε γεγονότα που δεν μεσολάβησαν κατά την διάρκεια που βρισκόταν ο ίδιος στην υπηρεσία της 1ης κατηγορούμενης, εφόσον ο ίδιος αποχώρησε περί τα τέλη Νοεμβρίου του
  2. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν, όταν και απορρίφθει η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου σε σχέση με τις θέσεις του ότι η παραπονούμενη όφειλε να επιστρέψει προς την 1η κατηγορούμενη τις επιταγές που είχε στη κατοχή της, απορρίπτεται επίσης η θέση του αυτή. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι ήταν αυτονόητο πως σε περίπτωση τερματισμού της επίδικης συμφωνίας η παραπονούμενη δεν θα κατέθετε τις επίδικες επιταγές. Και τούτου γιατί αφενός δεν υπάρχει τέτοιος όρος στην επίδικη συμφωνία και αφετέρου οι επίδικες επιταγές δόθηκαν για αποπληρωμή του χρέους της 1ης κατηγορούμενης, ως ήταν ο κυριότερος σκοπός σύναψης της επίδικης συμφωνίας, ενώ κάποιες άλλες δόθηκαν για την εξόφληση του τιμήματος του γάλακτος που παραδόθηκε στην 1η κατηγορούμενη, μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Αόριστη και αντιφατική τέλος ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε η 1η κατηγορούμενη να ανακαλέσει τις επιταγές που εκδόθηκαν πριν την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας λόγω του ότι υπήρχαν ήδη σφραγίδες σε αυτές. Σημειώνω ότι η θέση του αυτή συγκρούεται με τις θέσεις που ο 2ος κατηγορούμενος προέβαλε ενόρκως για τους λόγους που δεν ανακλήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Μ.Υ 2 δεν γίνεται αποδεκτή. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, στα πιο κάτω επιπρόσθετα ευρήματα: Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την 1η κατηγορούμενη μέσω των κατηγορούμενων 2 και 3, πλην των Τεκμηρίων 1 και 2 οι οποίες εκδόθηκαν από την 1η κατηγορούμενη διά μέσω του 3ου κατηγορουμένου και του Μ.Υ
  3. Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στους λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης και λόγω του ότι οι λογαριασμοί της παγοποιήθηκαν και η 1η κατηγορούμενη καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ). Οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από δύο διαφορετικούς λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης και έχουν εκδοθεί έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Ειδικότερα οι επιταγές Τεκμήρια 1 ‑ 16 εκδόθηκαν από τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX01‑ 00 ενώ οι επιταγές Τεκμήρια 17 ‑ 29 εκδόθηκαν από τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX68‑
  4. Οι επίδικοι λογαριασμοί δεν είχαν πιστωτικό όριο ήταν δηλαδή λογαριασμοί όψεως και γινόντουσαν πληρωμές ανάλογα με τα διαθέσιμα χρήματα που υπήρχαν στον εν λόγω λογαριασμό. Οι επίδικοι λογαριασμοί βρισκόντουσαν συνέχεια σε υπέρβαση και η τράπεζα αποφάσιζε ποιες επιταγές θα τιμούνταν ή όχι ανάλογα με το αν γίνονταν κάποιες καταθέσεις από την 1η κατηγορούμενη. Οι επιταγές έχουν κατατεθεί στην τότε Λαϊκή Τράπεζα και έχουν αποσταλεί ηλεκτρονικά αρχικά στο Τμήμα Clearing της Τράπεζας Κύπρου και ακολούθως στον αρμόδιο λειτουργό της που χειριζόταν τους λογαριασμούς της παραπονουμένης για πληρωμή. Με την επίδικη συμφωνία οι κατηγορούμενοι, μεταξύ άλλων, αναγνώρισαν τις οφειλές τους. Στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας οι κατηγορούμενοι θα προχωρούσαν στην έκδοση 55 επιταγών. Οι επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας ήταν οι επιταγές Τεκμήρια 17 έως
  5. Περαιτέρω, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας καθορίστηκε και ο τρόπος πληρωμής με βάση τον οποίο θα συνεχιζόταν η μεταξύ των μερών συνεργασία. Ειδικότερα η 1η κατηγορούμενη την 15η ημέρα εκάστου μηνός θα κατέβαλλε στην παραπονούμενη την αξία του γάλακτος του προηγούμενου μήνα με τραπεζικό έμβασμα καθώς και η 1η κατηγορούμενη θα παραχωρούσε εγγυητική τραπέζης ύψους ενός €1.300.
  6. Λόγω αδυναμίας της 1ης κατηγορούμενης για έκδοση εγγυητικής, η τελευταία προχώρησε στην έκδοση επιταγών (Τεκμήρια 1-16) για την αξία ποσότητας γάλακτος που παρέλαβε μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Όσον αφορά τις επιταγές (Τεκμήριο 17-29) αυτές παραδόθηκαν λίγες μέρες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40), δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305(Α)
(1)του Κεφαλαίου 154. Το εν λόγω άρθρο, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)...
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους...» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω, κατά πόσο έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το 1ο συστατικό στοιχείο του, αυτό δηλαδή της έκδοσης των επίδικων επιταγών αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από τους λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης και φέρουν, μεταξύ άλλων, την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου είναι κοινό παραδεκτό από τα μέρη. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρηθεί επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74 (Γ)
(6)του Κεφαλαίου 262, καθότι υπάρχει σε αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει τον λογαριασμό στο οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης καθώς και το ποσό της επιταγής. Είναι άνευ σημασίας ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν με μεταχρονολογημένη ημερομηνία (βλέπε άρθρο 4 του Κεφαλαίου 154 και Eurofreight Logistics Ltd v Georgiou
(2006)2 ΑΑΔ 29). Επομένως πληρείται στη προκειμένη περίπτωση το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πληρείται και το 2ο συστατικό που είναι η παρουσίαση των επίδικων επιταγών στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου έχουν εκδοθεί. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο Μ.Κ. 2 ανάφερε ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από τους λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης στην Τράπεζα Κύπρου και ότι οι επίδικες επιταγές έχουν κατατεθεί ηλεκτρονικά από την τότε Λαική Τράπεζα προς την εκδότρια τράπεζα, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Επίσης ανάφερε ότι ενημερώθηκε η τότε Λαική Τράπεζα από την Τράπεζα Κύπρου ότι οι λογαριασμοί της 1ης κατηγορούμενης είχαν ανεπαρκή υπόλοιπα. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν η εισήγησή του ευπαίδευτου συνηγόρου του 2ου κατηγορουμένου, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές έχουν παρουσιασθεί στο πιστωτικό ίδρυμα επί των οποίων αυτές εκδόθηκαν, κατά παράβαση του Άρθρου 305 (Α)
(3). Και τούτο γιατί οι επίδικες επιταγές δεν φέρουν σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου, η οποία ήταν η εκδότρια τράπεζα. Ως όμως αναφέρθη από τον Μ.Κ 2 οι επίδικες επιταγές έχουν κατατεθεί ηλεκτρονικά. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 305(Α)
(4)το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.» Στην υπόθεση VRONTIS BUILDERS LTD κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/6/2016 λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα ακόλουθα: «Για την απόδειξη των υπολοίπων στοιχείων του υπό αναφορά αδικήματος, ο νομοθέτης έχει προβλέψει συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία, εφόσον ακολουθείται, διευκολύνει το έργο αυτό της κατηγορούσας αρχής, προς απόδειξη της σχετικής κατηγορίας, (βλ. Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, σελίδα 561). Η διαδικασία αυτή αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της, χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί, για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 305Α. Ειδικά, το εδάφιο
(4)του εν λόγω άρθρου προβλέπει για την περίπτωση που η παρουσίαση της επιταγής γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα, αναφέρει δε, σχετικά, τα εξής:- «..................................................................................................» Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει αμφισβήτηση των λόγων για τους οποίους οι επιταγές δεν έχουν πληρωθεί, όπως αυτοί φαίνονται στις σφραγίδες οι οποίες έχουν εναποτεθεί σε αυτές. Προπαντός, δεν έχει αμφισβητηθεί ο λόγος ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», ένδειξη η οποία έχει, βασικά, την έννοια ότι ο λογαριασμός είναι κλειστός, αφού δεν επιτρέπεται η πληρωμή επιταγών που εκδίδονται από αυτόν. Η πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει και από τις εξηγήσεις τις οποίες ο Λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κ. Νικόλαος Τροπάρης, (Μ.Κ.5), έδωσε, διά της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας του, σε σχέση με τη λειτουργία του Κ.Α.Π. Είναι δε αξιοσημείωτο πως, για την πτυχή αυτή, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των εφεσειόντων. Επομένως, παραμένει αλώβητο το σχετικό τεκμήριο του εδαφίου 4(γ) του άρθρου 305Α και, συνακόλουθα, το αληθές της σχετικής σφραγίδας επί των επιταγών. Να σημειωθεί πως ο πιο πάνω λόγος μη πληρωμής των επιταγών είναι ο ίδιος με το λόγο που αναφέρεται στις κατηγορίες, ως μέρος των λεπτομερειών των αδικημάτων στα οποία αυτές αφορούν. Περαιτέρω, ούτε και ως προς το θέμα της παρουσίασης των επιταγών στην τράπεζα επί της οποίας αυτές είχαν εκδοθεί προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους των εφεσειόντων. Αυτοί περιορίστηκαν στην αμφισβήτηση των σχετικών ευρημάτων του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, χωρίς, όμως, επιτυχία, για το λόγο που έχει προαναφερθεί. Επομένως, ούτε και για το στοιχείο αυτό έχει διασαλευθεί το τεκμήριο, σχετικά, του προαναφερθέντος εδαφίου. Τέλος, να σημειωθεί πως δεν έχει προσβληθεί, με σχετικό λόγο έφεσης, η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης για αναζήτηση υποστήριξης, σε σχέση με τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του υπό αναφορά αδικήματος, στα εν λόγω μαχητά τεκμήρια. Εν' όψει των πιο πάνω στοιχειοθετείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος εφόσον ως έχει αναφερθεί, οι επίδικες επιταγές έχουν παρουσιαστεί ηλεκτρονικώς στη Τράπεζα Κύπρου και ο Μ.Κ 2 ενημέρωσε την Λαική τράπεζα για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ακολούθως, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του σχετικού εδαφίου 4 του εν λόγω άρθρου, υπάρχει μαρτυρία, η οποία φαίνεται και επί των επίδικων τεκμηρίων, ότι η Λαική Τράπεζα τοποθέτησε ενυπογράφως σφραγίδες στο πρωτότυπο των επιταγών, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής τους, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης των επιταγών προς πληρωμή, με βάση την σχετική ενημέρωση, ως ανάφερε, που έλαβε από την εκδότρια τράπεζα. Με βάση την παράγραφο (γ) του σχετικού εδαφίου 4, η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα που έχει παρουσιάσει την επιταγή, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελεί μαχητό Τεκμήριο, επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Ουδεμία μαρτυρία προσέφερε η υπεράσπιση επί του ζητήματος αυτού, απλά αρκέστηκε στο να το αμφισβητήσει αόριστα και επομένως δεν ανέτρεψε το μαχητό τεκμήριο του Νόμου. To ότι εξάλλου παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για υπογραφή επιβεβαιώνεται, πέραν των πιο πάνω, και από το γεγονός ότι στις σχετικές καταστάσεις των λογαριασμών φαίνεται, στις αντίστοιχες ημερομηνίες, οι καταθέσεις των επίδικων επιταγών και η επιστροφή τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πληρείται και το εν λόγω Τεκμήριο. Σε σχέση με το 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επιταγές έχουν παρουσιαστεί την ημερομηνία που αυτές έχουν καταστεί πληρωτέες όπως φανερώνουν και οι σφραγίδες επ' αυτών αλλά όπως και επιβεβαίωσε ο Μ.Κ. 2. Επομένως πληρείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Πληρείται επίσης και το 4ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος εφόσον έχει τεθεί μαρτυρία από τον Μ.Κ. 2 για τον λόγο για τον οποίο δεν πληρώθηκαν οι επίδικες επιταγές, εφόσον ο λογαριασμός των κατηγορουμένων δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Το γεγονός αυτό εξάλλου φαίνεται επίσης και από τις σφραγίδες που περιέχονται αυτές οι οποίες με βάση το Άρθρο 305 (Α)
(3)αποτελούν μαχητό Τεκμήριο επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Το εν λόγω τεκμήριο δεν ανατράπηκε από την υπεράσπιση Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση πληρείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος μη τίμησης των επίδικων επιταγών ουδόλως αμφισβητείται από την υπεράσπιση (Σωφρονίου ν Γιάγκου
(2005), 2 ΑΑΔ 462). Σε σχέση με το 5ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος σημειώνω ότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί μέχρι και σήμερα ούτε και τέθηκε από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε περί του αντίθετου θέση. Οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το σχετικό άρθρο προθεσμίας. Επομένως έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) των αδικημάτων. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία του αδικήματος, είναι απαραίτητη και η ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης του αδικήματος από πλευράς κατηγορουμένων, δηλαδή κατά πόσο αποδείχθηκε και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea). Σημειώνω εξ αρχής ότι σε κανένα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας αλλά ούτε και μέσω της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του 2ου κατηγορούμενου τέθηκε ζήτημα ότι δεν αποδείχθηκε η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Καθηκόντως όμως το Δικαστήριο οφείλει να το εξετάσει. O 2ος κατηγορούμενος, ως έχει αναφερθεί, κατηγορείται ότι βοήθησε την 1η κατηγορούμενη να εκδώσει τις επίδικες επιταγές. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνω ότι κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). To άρθρο 20 του Κεφ.154, σε ότι εν διαφέρω προκειμένω εδώ, αναφέρει ότι: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .. (β) .. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) ..». Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Για την διάπραξη του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση του 2ου κατηγορούμενου, αλλά και της 1ης κατηγορούμενης επίσης, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι αυτές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν θα τιμούνταν ή ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε επιδείξει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τέτοια αδιαφορία ή απερισκεψία ή είχε πρόθεση κατά την στιγμή της πληρωμής τους στην τράπεζα αυτές να μην τιμηθούν. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, θα πρέπει να τεθεί μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τον ακριβή χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Η έκδοση είναι συστατικό στοιχείο της κάθε κατηγορίας ενώ σε κάθε περίπτωση ο χρόνος έκδοσης πολύ ουσιαστικό στοιχείο ώστε να αποφασισθεί κατά πόσο υπήρξε πρόθεση του κατηγορουμένου για την διάπραξη των αδικημάτων (Μ. and A Christaki Christodoulou Ltd ν. Oρφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ διά των Εκκαθαριστών της κ.α., Ποινική Εφεση Αρ. 291/2015, 3/7/2017, Νίκου Κουδουνά v Θωμά Δ. Κωστάππη, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015 ημερομηνίας 11.9.2017,Militos Trading Ltd v Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609). Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών αλλά και όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί μεταχρονολογημένα. Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και εφαρμόζοντας τα όσα δεσμευτικά λέχθησαν για το παρόν Δικαστήριο, μέσα από το δικαστικό λόγο των πιο πάνω υποθέσεων, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει θετική μαρτυρία από τον Μ.Κ 4 ότι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-16) έχουν εκδοθεί και παραδοθεί μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή μετά τις 27.9.10 για την πληρωμή γάλακτος που παραδόθηκε στην 1η κατηγορούμενη από την παραπονούμενη κατά την περίοδο από 27.9.10 μέχρι 20.12.11. Επίσης για τις επιταγές Τεκμήρια 17-19 υπάρχει επίσης θετική μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτα ότι εκδόθηκαν λίγες μέρες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Επομένως υπάρχει η προαπαιτούμενη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστήριου για τον ακριβή χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών ώστε να μπορεί να εξετασθεί το ζήτημα γνώσης του 2ου κατηγορούμενου. Η ύπαρξη γνώσης, ειδικά σε αυτές του είδου τις υποθέσεις, συνήθως δεν αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία αλλά αντίθετα, κατά κανόνα, αποδεικνύεται μέσω περιστατικής μαρτυρίας (Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ v Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Το βάρος βέβαια παραμένει και σε σχέση με το ζήτημα αυτό στην κατηγορούσα αρχή. To γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι αυτές δεν εξοφλούνταν κατά το χρόνο που θα καθίσταντο πληρωτέες. Πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο την έκδοση ακάλυπτων επιταγών και την ενδεχόμενη νομική ποινική ευθύνη του διευθυντή ενός νομικού προσώπου, ως συνεργού, ξεκαθάρισαν πως η απαιτούμενη υποκειμενική υπόσταση μπορεί να θεμελιωθεί τόσο από την πρόθεση πρόκλησης (intention) του αξιόποινου αποτελέσματος όσο και από την επίδειξη αδιαφορίας ή απερισκεψίας (recklessness) ως προς την πρόκληση του αποτελέσματος αυτού. Για παράδειγμα στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν. Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/15, ημερομηνίας 25/1/2019 έγινε μία μικρή ανασκόπηση της σχετικής επί του ζητήματος νομολογίας. Παραπέμπω αυτούσιο στο σχετικό απόσπασμα: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: «Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω)...» Το κρίσιμο επομένως ερώτημα που προκύπτει είναι αν με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία (έγγραφη και προφορική) ο 2ος κατηγορούμενος, κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, είχε πρόθεση (intention) να προκαλέσει την διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων ή έστω επέδειξε αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση του αδικήματος αυτού. Mε άλλα λόγια έχουν παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή θετικοί και αξιόπιστοι ισχυρισμοί αλλά και στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια και γνώση για την διάπραξη του αδικήματος γνωρίζοντας ή οφείλοντας να γνωρίζει δηλαδή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά την πληρωμή; Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετείται, στην προκειμένη περίπτωση, και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Και τούτο γιατί μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη συμφωνία και ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, μεταξύ άλλων, να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης. Περαιτέρω ως διεφάνη μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ 3 και Μ.Κ 4, η οποία έμεινε αναντίλεκτη, ο 2ος κατηγορούμενος είχε πλήρη και άμεση γνώση των οικονομικών της 1ης κατηγορούμενης, δηλαδή γνώριζε ότι η 1η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας αλλά και το ότι ο λογαριασμός της, κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, βρισκόταν ήδη σε μεγάλη υπέρβαση και επομένως ο ίδιος γνώριζε ότι υπήρχε ορατό το ενδεχόμενο ώστε αυτές, κατά τον ουσιώδη χρόνο που αυτές ήταν πληρωτέες, να μην τιμηθούν. Περαιτέρω ήταν ενήμερος για το υπόλοιπο των λογαριασμών της 1ης κατηγορούμενης. Όπως προκύπτει και οι δύο λογαριασμοί, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, δηλαδή Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2011 παρουσίαζαν μεγάλο χρεωστικό υπόλοιπο γνωρίζοντας ότι οι εν λόγω λογαριασμοί δεν είχαν πιστωτικό όριο και λειτουργούσαν με βάση το διάθεσιμο υπόλοιπο τους. Συμπερασματικά τα πιο πάνω γεγονότα ιδώμενα, είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα με οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο 2ος κατηγορούμενος επέδειξε αδιαφορία ή απερισκεψία, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών, ότι αυτές δεν θα τιμούνταν κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή στην τράπεζα και ήταν ορατός, κατά τον χρόνο έκδοση των επίδικων επιταγών, ο κίνδυνος μη κάλυψης τους (Corina Snacks Limited v Oρφανίδη (ανωτέρω)). Όπως προκύπτει ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το αδίκημα του άρθρου 305(Α)
(1)και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον οι επίδικες επιταγές θα ετιμούντο. Συνεπακόλουθα στοιχειοθετείται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η απαραίτητη ένοχη διάνοια και γνώση για τον 2ο κατηγορούμενο. Τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω δεν εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος διώκεται υπό την ιδιότητα του συνεργού, ως είναι ο 2ος κατηγορούμενος. Όσα λέχθηκαν ανωτέρω τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και για την 1η κατηγορούμενη, που είναι η εκδότης των επίδικων επιταγών, με βάση τα όσα λέχθηκαν κατ'αναλογία στην υπόθεση Νίκου Κουδουνά v Θωμά Δ. Κωστάππ (ανωτέρω) στην οποία ο εκεί κατηγορούμενος επίσης διώκετο ως ο εκδότης των επιταγών. Σχετικές επίσης επί του θέματος είναι και οι υποθέσεις ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18. Ο 2ος κατηγορούμενος θα πρέπει όμως να απαλλαχθεί από την 2η και 4η κατηγορία εφόσον, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, αυτή δεν φέρει την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου. Συνεπακόλοθα ενόψει των πιο πάνω οι κατηγορίες εναντίον της 1ης κατηγορούμενης και του 2ου κατηγορούμενου έχουν στοιχειοθετηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, πλην της 2ης και 4ης κατηγορίας όπου ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. Τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης επιδικάζονται υπέρ της παραπονούμενης και εναντίων των κατηγορουμένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως αυτά θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται όμως ότι ενα σετ εξόδων θα δοθεί στη παραπονούμενη ενόψει της σχέσης των κατηγορουμένων μεταξύ τους και στην ουσία της κοινής τους υπεράσπισης. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.