Σαρμαλλής ν. ΚΡΕΠΩΛΕΙΟΝ ΤΟ ΑΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΟ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ197047) κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8588/2014, 4/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8588/2014 Μεταξύ: XXXXX Σαρμαλλής από τη Λάρνακα Παραπονούμενος εναντίον
- ΚΡΕΠΩΛΕΙΟΝ ΤΟ ΑΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΟ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ197047), εκ Θράκης 4, Λευκωσία
- XXXXX Ιωάννου, εκ XXXXX 10, Λευκωσία XXXXX Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 4.9.2020 Για τον Παραπονούμενο: κ. Θεόδουλος Θεοδούλου Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Άννα Αλ. Γεωργίου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει συνολικά 14 κατηγορίες και κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 έως 7 και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 8 έως
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος των κατηγοριών 1 έως 7 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι εξέδωσε και παρέδωσε προς τον παραπονούμενο 7 επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (Κύπρου) για διάφορα ποσά οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από τις 12.9.2012 έως τις 14.12.
- Οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν τιμήθηκαν. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 8 έως 14 και κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορούμενης 1 της παρείχε συνδρομή στην έκδοση των επιταγών που αφορούν οι κατηγορίες 1 έως
- Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσής του κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος και ως Μ.Κ. 2 ο κ. XXXXX Φράγκου υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας. Ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι προμήθευε με κρέατα το Κρεοπωλείο «ΤΟ ΑΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΟ». Τα εμπορεύματα τα παραλάμβανε κάποιος κ. XXXXX Λουκά και ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άμεση συναλλαγή με τον κατηγορούμενο
- Κατέθεσε ως τεκμήρια 1 έως 7 τις επίδικες επιταγές οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Ισχυρίστηκε ότι όλες οι επιταγές ήταν υπογεγραμμένες και το ποσό το συμπλήρωνε κάθε φορά στην παρουσία του ο κ. XXXXX μετά που παραλάμβανε τα εμπορεύματα που του παρέδιδε ο παραπονούμενος. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει οποιαδήποτε από τις επίδικες επιταγές. Επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι επιταγές ήταν υπογεγραμμένες και ότι ο κ. XXXXX συμπλήρωνε μόνο τα ποσά και του τις παρέδιδε. Ο Μ.Κ.2 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές τεκμήρια 1 έως 7 εκδόθηκαν από το «ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΟ ΑΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΟ ΛΙΜΙΤΕΔ» με δικαιούχο τον XXXXX Σαρμαλλή. Οι εν λόγω επιταγές ήταν πληρωτέες στις 12.9.2012, 27.9.2012, 10.11.2012, 18.11.2012, 28.11.2012, 8.12.2012 και 14.12.2012 και όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν. Οι μεν 2 πρώτες χρονικά σφραγίστηκαν με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και οι υπόλοιπες με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΠ». Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία διατηρεί η τράπεζα το πρόσωπο το οποίο είχε δικαίωμα υπογραφής για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν ο κ. XXXXX Ιωάννου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 8 αντίγραφο της αίτησης για άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων όψεως από τον οποίο μπορούσαν να εκδίδονται επιταγές. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα η οποία δεν τηρεί αρχείο αναφορικά με το δείγμα της υπογραφής του προσώπου που έχει εξουσία να υπογράφει για την έκδοσή τους. Στη συνέχεια μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα αλλά δεν τιμήθηκαν. Οι επιταγές τεκμήρια 1 και 2 δεν τιμήθηκαν επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και οι υπόλοιπες, τεκμήρια 3 έως 7, επειδή ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν είχε κλείσει. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους ο κατηγορούμενος 2 έδωσε μαρτυρία από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα και παρουσίασε ακόμα 1 μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο Μ.Υ.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι διορίστηκε διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας μετά από παράκληση του ιδιοκτήτη του κρεοπωλείου «Το Ασυναγώνιστο» κ. XXXXX Λουκά επειδή εκείνος αντιμετώπιζε υπόθεση πτώχευσης. Έπαυσε να είναι διευθυντής της περί το έτος 2014 μετά που του επιδόθηκε η παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 2 όταν του επιδείχθηκαν οι 7 επίδικες επιταγές ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε τις υπέγραψε ή συμπλήρωσε οτιδήποτε σε αυτές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος υπέγραψε τα αναγκαία έγγραφα για να ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 στην Εθνική Τράπεζα και ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε άλλο να υπογράψει εκ μέρους του τις επίδικες επιταγές. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ήταν ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και το μοναδικό πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τα αναγκαία έγγραφα για να ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός. Ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν συνδεδεμένος με βιβλιάριο επιταγών και ότι η συμφωνία που είχε με τον ιδιοκτήτη του κρεοπωλείου προνοούσε να υπογράφει ο ίδιος τις επιταγές που ήταν αναγκαίο να εκδοθούν στα πλαίσια της διεξαγωγής των εργασιών του κρεοπωλείου. Από την τράπεζα παρέλαβε 2 βιβλιάρια επιταγών τα οποία είχε στην κατοχή του. Το ένα από αυτά είχε εξαντληθεί και το δεύτερο σε κάποια χρονική στιγμή το παρέδωσε στον κ. Σάββα Λουκά. Ισχυρίστηκε ότι όλα τα θέματα αναφορικά με τη λειτουργία του κρεοπωλείο τα χειριζόταν ο κ. Λουκά και ότι ο δικός του ρόλος περιοριζόταν μόνο στο να υπογράφει επιταγές. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Παναγιώτου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως δικαστικός γραφολόγος από το έτος
- Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης προέβηκε σε γραφολογική εξέταση και ετοίμασε σχετική έκθεση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι η εξέτασή του αφορούσε τις υπογραφές εκδότου των επίδικων επιταγών και τη γραφή συμπλήρωσής τους και ότι προς τούτο έλαβε δείγματα γραφής και υπογραφής από τον κατηγορούμενο
- Χρησιμοποίησε την αναλυτική συγκριτική μέθοδο η οποία αξιολογεί τα ευρήματα που παρουσιάζονται για να διαπιστώσει κατά πόσο η αμφισβητούμενη γραφή και η υπογραφή στις επίδικες επιταγές γράφτηκαν με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό και δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε στοιχεία προσπάθειας απομίμησης ή άλλα σημεία που να δικαιολογούν ότι πρόκειται για ανερχόμενη και μη φυσιολογική χάραξη. Στη συνέχεια εντοπίζεται ο συνδυασμός των ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών που υπάρχουν σε μια αμφισβητούμενη υπογραφή και αντιπαραβάλλεται με τον αντίστοιχο συνδυασμό στα δείγματα γραφής και υπογραφής. Έλαβε επίσης δείγμα γραφής και υπογραφής από τον κατηγορούμενο. Η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης στις επίδικες επιταγές αποτυπώνεται με απόλυτη ευκρίνεια. Η χάραξη της αμφισβητούμενης γραφής χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό, είναι ελεύθερα γραμμένη με ταχύτητα χωρίς να παρουσιάζει στοιχεία διστακτικότητας, αβεβαιότητας, τρεμούλας ή επιβράδυνσης του γραφικού χαρακτήρα. Οι αμφισβητούμενες υπογραφές εκδότη στις επίδικες επιταγές δεν χαρακτηρίζονται από φυσικότητα και αυθορμητισμό αλλά παρουσιάζουν επιβράδυνση του γραφικού ρυθμού στοιχείο το οποίο μειώνει την αυθεντικότητα των υπογραφών. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο η υπογραφή του εκδότη στην επιταγή τεκμήριο 5 είναι γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου 2 επειδή χαράσσεται ελεύθερα με ταχύτητα και αυθορμητισμό και δεν παρουσιάζει στοιχεία ελεγχόμενης και μη φυσιολογικής χάραξης αλλά στοιχεία που φανερώνουν φυσιολογική χάραξη μη ελεγχόμενη. Ισχυρίστηκε ότι στις υπόλοιπες επιταγές, τόσο η υπογραφή του εκδότη όσο και η γραφή συμπλήρωσης των υπολοίπων στοιχείων των επίδικων επιταγών έγιναν από άλλο πρόσωπο και όχι τον κατηγορούμενο
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι κατά την ετοιμασία της έκθεσής του δεν έλαβε υπόψη του το δείγμα υπογραφής που φαίνεται στο τεκμήριο 8 επειδή ήταν φωτοτυπία και λόγω τούτου δεν αποδίδει με ακρίβεια και ευκρίνεια την πρωτότυπη υπογραφή. Ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του κατηγορουμένου 2 είναι συνδυασμός γραφής και γραφικού μορφώματος και αποτελείται από αγγλικούς χαρακτήρες. Είναι μέτριας έκτασης και έχει τεχνικό και ψηλό βαθμό διαπλοκής και δυσκολίας και είναι πολύ δύσκολο να πλαστογραφηθεί. Αποτελείται από 4 ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις ενώ οι αμφισβητούμενες υπογραφές αποτελούνται από 5 ή 6 γραφικές κινήσεις εντελώς διαφορετικές. Μετά που ολοκληρώθηκε η παρουσίαση μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και τις εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, στις σελίδες 365 και επ. αναγράφεται ότι η απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα ενός προσώπου μπορεί να γίνει είτε με άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή με τη μαρτυρία πραγματογνώμονα γραφολόγου ή με τη μαρτυρία γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του υπογράψαντος. Στη σελ. 368 αναγράφεται ότι «ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί να αποδειχθεί και από μαρτυρία ατόμου που δεν είναι πραγματογνώμονας, εάν γνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του προσώπου του οποίου η υπογραφή αμφισβητείται. Η γνώση αυτή μπορεί να προκύψει από το αν είδε τον φερόμενο ως υπογράψαντα να υπογράφει προσφάτως αριθμό εγγράφων, από το αν ο ίδιος ήταν παραλήπτης εγγράφων που κατ' ισχυρισμό υπογράφηκαν από το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή αμφισβητείται και από το αν είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων έγγραφα που να φέρουν την υπογραφή του παρουσιαζόμενου ως υπογράψαντα». Επίσης στη σελ. 369 του ως άνω συγγράμματος γίνεται αναφορά στην υπόθεση Doe d Mudd v. Suckermore
(1837)5 Ad & El 703 στην οποία επετράπη σε υπάλληλο που γνώριζε τον τρόπο γραφής του εργοδότη του, να εκφράσει γνώμη αν συγκεκριμένο έγγραφο είχε γραφτεί από τον τελευταίο. Ο υπάλληλος δεν ήταν πραγματογνώμονας, αλλά η πείρα που είχε αποκτήσει με τον καθημερινό χειρισμό των επιστολών του εργοδότη του κρίθηκε ικανοποιητική για να του επιτραπεί να τοποθετηθεί σχετικώς. Σε ό,τι αφορά τον συνεργό σχετικό είναι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Σε σχέση με το αδίκημα της συνέργειας το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση αμφισβητήθηκαν τόσο η έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που τις υπέγραψε. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Ο παραπονούμενος μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Είχε άμεση εμπλοκή με όσα συνέβησαν και αποτελούν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και λόγω της άμεσης εμπλοκής του κρίνω ότι ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται καλά και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητική επάρκεια. Ήταν ειλικρινής και αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι κατά τη μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε στην παρουσία του οποιαδήποτε από τις επίδικες επιταγές χωρίς προσπάθεια να το αποκρύψει παρά το προφανές ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν εξυπηρετεί την υπόθεσή του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Κ.2 έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του αφορούσε στο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το έντυπο ανοίγματος του λογαριασμού στην τράπεζα στην οποία εργάζεται. Εξήγησε επίσης τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την τράπεζα όταν οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν και ανέφερε πότε παρουσιάστηκαν για πληρωμή και τους λόγους για τους οποίους δεν τιμήθηκαν. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε καλός λόγος να μην γίνει αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος 2 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού οι ισχυρισμοί του, πλην του μέρους εκείνου στο οποίο θα κάνω αναφορά στη συνέχεια, επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη. Ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, τεκμήρια 1 έως 4, 6 και 7 επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 την οποία για τους λόγους που αναφέρω στη συνέχεια αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι δεν υπέγραψε την επιταγή τεκμήριο 5 αφού αυτός ο ισχυρισμός είναι αντίθετος με τον επί του ιδίου θέματος ισχυρισμό του Μ.Υ.
- τον οποίο αποδέχομαι. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία γραφής στις επίδικες επιταγές επειδή αυτός ο ισχυρισμός επιβεβαιώνεται και από τον παραπονούμενο ο οποίος με τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές πλην της υπογραφής του εκδότη τους συμπληρώνονταν όσον αφορά τα υπόλοιπα στοιχεία τους, ήτοι τον δικαιούχο, το ποσό και την ημερομηνία πληρωμής τους από τον κ. XXXXX Λουκά και όχι από τον κατηγορούμενο
- Ο Μ.Υ.2 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Υ.2 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Η εμπειρογνωμοσύνη του όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του αλλά αντιθέτως ο δικηγόρος του παραπονούμενου με την αγόρευσή του παραδέχθηκε τούτη. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες και εξετάσεις στις οποίες προέβηκε και παρέθεσε τα συμπεράσματά του με ευκρινή και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο. Αναφέρθηκε επίσης στη μεθοδολογία την οποία εφάρμοσε και στα γραφολογικά χαρακτηριστικά στα οποία στηρίχθηκε για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Η μαρτυρία και τα συμπεράσματά του είχαν λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή του ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία για να την αντικρούσει. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η υπογραφή εκδότη στις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 έως 4, 6 και 7 δεν ανήκει στον κατηγορούμενο
- Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι η υπογραφή εκδότη στην επίδικη επιταγή τεκμήριο 5 ανήκει στον κατηγορούμενο 2 καθώς επίσης και τον άλλο ισχυρισμό του ότι η γραφή συμπλήρωσης των υπολοίπων στοιχείων όλων των επίδικων επιταγών δεν ανήκουν στον κατηγορούμενο
- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη τα ακόλουθα είναι τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: ο παραπονούμενος εμπορεύεται κρέατα και κατά το έτος 2012 είχε εμπορική συνεργασία με το Κρεοπωλείο «Το Ασυναγώνιστο». Στα πλαίσια της συνεργασίας τους ο κ. XXXXX Λουκά ο οποίος είναι ο κρεοπώλης στο ως άνω κρεοπωλείο και το πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος παρέδιδε κρέατα παρέδωσε σε διάφορες ημερομηνίες στον παραπονούμενο τις 7 επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές στο χώρο της υπογραφής του εκδότη τους ήταν υπογραμμένες από προηγουμένως και ο κ. XXXXX Λουκά συμπλήρωνε σε αυτές τα υπόλοιπα στοιχεία τους. Οι εν λόγω επιταγές ήταν πληρωτέες επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από τις 12.9.2012 μέχρι τις 14.12.
- Η υπογραφή εκδότη σε αυτές, πλην της επιταγής με αριθμό 11485516 ποσού €800,00 η οποία ήταν πληρωτέα στις 28.11.2012, δεν τέθηκε από τον κατηγορούμενο
- Οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και σφραγίστηκαν με ανάλογη σφραγίδα σχετική με τον λόγο της μη πληρωμής τους από την τράπεζα. Οι εν λόγω επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία που η καθεμιά τους παρουσιάστηκε για πληρωμή και εξακολουθούν έως σήμερα να μην έχουν τιμηθεί. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, πλην της επιταγής τεκμήριο 5, και συνακόλουθα δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών αφού για την έγκυρη έκδοσή τους απαιτείται να είχαν υπογραφεί από το πρόσωπο το οποίο είχε τούτο το δικαίωμα. Λόγω τούτου κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο για ποινική υπόθεση βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων των κατηγοριών 1 έως 4, 6 και 7 και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αθωώνεται σε αυτές. Κρίνω επίσης ότι ομοίως ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να αθωωθεί στις αντίστοιχες κατηγορίες 8 έως 11, 13 και 14 αφού δεν νοείται συνέργειά του σε αδίκημα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών και ότι τις υπέγραψε. Αναφορικά με την επιταγή τεκμήριο 5 για την οποία αποδείχθηκε ότι η υπογραφή του εκδότη της ανήκει στον κατηγορούμενο 2 προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο αυτό το στοιχείο είναι αρκετό για να κριθεί η κατηγορούμενη 1 ένοχη στην 5η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 ένοχος ως συνεργός της σύμφωνα με τη 12η κατηγορία. Η καταδίκη συνεργού προϋποθέτει πρόθεση παροχής βοήθειας στον αυτουργό με γνώση των αναγκαίων στοιχείων που συνιστούν το αδίκημα (Χριστοδούλου ν. Α. Τζιωρτζής κ.ά. Ποινική Έφεση Αρ. 253/2018, ημερομηνίας 1.6.2020). Κρίνω ότι μόνο η υπογραφή της επιταγής τεκμήριο 5 από τον κατηγορούμενο 2 χωρίς ο ίδιος να έχει συμπληρώσει τα υπόλοιπά στοιχεία της ήτοι το όνομα του προσώπου το οποίο την έλαβε ως κάτοχος δικαιούχος, το ποσό της και την ημερομηνία πληρωμής της τα οποία προέκυψε ότι τέθηκαν από τον ως άνω αναφερόμενο κ. Σάββα Λουκά δεν ισοδυναμεί με έκδοσή της. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε η έκδοση της επιταγής τεκμήριο 5 ούτε ότι ο κατηγορούμενος 2 υπογράφοντάς την ενεπλάκη στην έκδοσή της. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 μόνο υπογράφοντάς την δεν είχε ούτε ένοχη διάνοια για την έκδοσή της ως επιταγή η οποία θα παραδιδόταν συμπληρωμένη σε δικαιούχο ενώ δεν θα μπορούσε να πληρωθεί. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την απόρριψη της υπόθεσής του. Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο