Γεωργίου ν. Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 16883/2014, 11/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16883/2014 Μεταξύ: XXXXX Γεωργίου, από τη Λευκωσία Παραπονούμενος εναντίον XXXXX Χαραλάμπους (ΑΔΤ XXXXX7947), XXXXX 23, XXXXX, Λευκωσία Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11.9.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Παπαλοΐζου Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Κλαΐδη Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 και του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία αποδείχθηκαν ο κατηγορούμενος στις 10.2.2012 στη Λευκωσία ενώ είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και δεν είχε αποκατασταθεί, εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο ύψους €35.000 δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου χωρίς προηγουμένως να πληροφορήσει τον παραπονούμενο ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την αίτηση αριθμός 65/1986 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Έναντι του ως άνω ποσού ο κατηγορούμενος κατέβαλε πριν την ακρόαση της υπόθεσης το ποσό των €3.
- Εκθέτοντας τα γεγονότα για σκοπούς επιβολής της ποινής ο συνήγορος του παραπονούμενου υιοθέτησε τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο και περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €3.700,00 προς το σκοπό αποζημίωσης του παραπονούμενου. Κατά την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής η συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στις οικονομικές, οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του και επεσήμανε στο Δικαστήριο το γεγονός ότι είναι συνταξιούχος ηλικίας 70 ετών, πατέρας 2 ενήλικων τέκνων με λευκό ποινικό μητρώο. Εισηγήθηκε επίσης ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις 10.2.2012 και ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 27.6.2014 με καθυστέρηση πέραν των 2 χρόνων. Εισηγήθηκε τέλος ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας δύναται να διατάξει την αναστολή της άμεσης εκτέλεσής της λόγω της έκδηλης καθυστέρησης στην καταχώριση της υπόθεσης και στην πάροδο 8 ετών από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Σχετικό είναι το άρθρο 117 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 ως αυτό είχε πριν την τροποποίησή του από τον Ν.61(Ι)/2015 αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας ο κρίσιμος χρόνος ανάγεται στον Φεβρουάριο του
- Το εν λόγω άρθρο είχε ως εξής: «Εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντες που δεν αποκαταστάθηκαν
- Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. Στην υπόθεση STAMBOULI & BITTON LTD v. Χρίστου
(2005)2 Α.Α.Δ. 457 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Κρίνουμε, επομένως, πως αυστηρή πρέπει να είναι η ποινή που επιβάλλεται σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, ώστε να μεταδίδεται το μήνυμα πως δεν μπορεί ο τελών υπό πτώχευση να καταδολιεύεται ουσιαστικά ανθρώπους, οι οποίοι δεν μπορούν κατά νόμο να έχουν οποιαδήποτε θεραπεία. Σίγουρα, σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όταν εξετάζεται ζήτημα επιμέτρησης της ποινής, ισχύει η αρχή της εξατομίκευσης. Στην υπόθεση όμως που μας απασχολεί δεν υπάρχει κανένα ελαφρυντικό στοιχείο που να αφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως υποδείξαμε η παρανομία του εφεσίβλητου ήταν κατά συρροή και σκόπιμη. Υπό τις περιστάσεις η μόνη επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί έχει ως βάση το γεγονός πως ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε τις κατηγορίες, είναι δε 51 ετών χωρίς προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα. Θεωρούμε πως η αρμόζουσα ποινή είναι η φυλάκιση 18 μηνών σε κάθε μια από τις 10 κατηγορίες. Οι ποινές θα συντρέχουν. Προτού τελειώσουμε να μας επιτραπεί να προβούμε στο πιο κάτω σχόλιο. Συνήθως αναφερόμαστε στη συμπεριφορά αυτών που δεν ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους υποχρεώσεις για να τονίσουμε πως αυτή δημιουργεί προβλήματα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων και πως, ταυτόχρονα, παρουσιάζει μια κοινωνία με προβληματικές και ανέντιμες συναλλαγές. Πρέπει όμως να επισημανθεί και η άλλη πτυχή του φαινομένου. Και οι πιστωτές, είτε είναι έμποροι ή άτομα που προσφέρουν υπηρεσίες, ορθό και επιθυμητό είναι να διασφαλίζουν τις συναλλαγές τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σε θέση να εισπράξουν το λαβείν τους. Δεν νοείται να ξανοίγονται αφειδώλευτα σε πιστώσεις με την εντύπωση πως αν δεν εισπράξουν το λαβείν τους θα είναι εύκολο και βολετό να χρησιμοποιήσουν τη δικαστική διαδικασία. Η πρόσβαση στα Δικαστήρια είναι μεν ελεύθερη, αλλά η διαδικασία πολύχρονη, πολυδάπανη και λόγω αντικειμενικών δεδομένων, μπορεί να αποδειχθεί ατελέσφορη». Στην υπόθεση ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2015, ημερομηνίας 15.11.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με αδικήματα που προκύπτουν από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο έχει τεθεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών ως εκ του ότι δια της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων πλήττεται η ασφάλεια των συναλλαγών με άμεσο αντίκτυπο στην προστασία των πιστωτών, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα σε μια υγιή οικονομία. (Βλ. Ζησιμίδης ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 269). Στη ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. έφ. 84/2015, ημερ. 3.2.2016 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Ο σχετικός Νόμος με τη θέσπιση των συγκεκριμένων αδικημάτων, αποσκοπεί στην προστασία των πιστωτών, στην ασφάλεια των συναλλαγών, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα σε μια υγιή οικονομία. Όλα τα αδικήματα που διέπραξε ο Εφεσίβλητος εμπεριέχουν το στοιχείο της καταδολίευσης και της αποκόμισης κέρδους, τα οποία αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά στις υποθέσεις Attorney-General of the Republic v. Hagop Michael Djeredjian and Another
(1967)2 CLR 158, Ζησιμίδη ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 269 και Stambouli & Bitton Ltd v. Χρίστου
(2005)2 ΑΑΔ 457, καθοδήγησε ορθά τον εαυτό του ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων». Με δεδομένη λοιπόν την ανάγκη για αποτρεπτικότητα ως προς την επιβολή ποινής και με επίγνωση ότι το αδίκημα που διεπράχθη από τον εφεσίβλητο εμπεριέχει το στοιχείο της καταδολίευσης με σκοπό την απόκτηση χρημάτων, κρίνουμε ότι οι προσωπικές του περιστάσεις θα ληφθούν υπόψη, ως επιτάσσει η νομολογία, αλλά δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος αναφορικά με την ασφάλεια των συναλλαγών. Στο βαθμό λοιπόν που είναι επιτρεπτό λαμβάνουμε υπόψη τις όντως δύσκολες προσωπικές συνθήκες του εφεσίβλητου. Επίσης δεν αγνοούμε ότι το αδίκημα διεπράχθη πολλά χρόνια πριν, και παρά το ότι η ποινική υπόθεση κατεχωρήθη το 2011, η τελική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου δόθηκε στις 29.5.
- Η ανατροπή δε της αθώωσης συντελέσθηκε όπως αναφέραμε στις 5.4.
- Ζητήθηκαν εξηγήσεις από την πλευρά της εφεσείουσας για την καθυστέρηση στην έγερση της ποινικής δίωξης. Αναφέρθηκε ότι είναι το 2010 που έλαβε γνώση η εφεσείουσα για το αδίκημα. Στην πρωτόδικη δε διαδικασία υπήρξε και καθυστέρηση που αφορούσε τον εφεσίβλητο. Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι μετά την απόφαση μας δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες στον εφεσίβλητο προκειμένου να προβεί σε κάποιου είδους διευθέτηση ως επιπλέον μετριαστικό στοιχείο. Πλην όμως, τούτο δεν επετεύχθη. Όλα τα πιο πάνω κρίνονται ως ιδιαίτερα σημαντικά ως προς το ύψος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος που δεν μπορεί να είναι άλλο απ' αυτό της φυλάκισης. Τονίζουμε ότι αν δεν συνέτρεχε το θέμα του χρόνου που έχει περάσει από το αδίκημα μαζί με τις προσωπικές του περιστάσεις, η ποινή θα ήταν ουσιωδώς μεγαλύτερη, πολλαπλάσια θα λέγαμε. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ερχόμενοι να εξετάσουμε θέμα ενδεχόμενης αναστολής υπό το πρίσμα του Νόμου και της νομολογίας, θεωρούμε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος λόγος για αναστολή της ποινής, αφού όπως εξηγήθηκε ήδη, η αρχή της αποτρεπτικότητας υπερέχει ως ανάγκη προστασίας της ασφάλειας των συναλλαγών». Στην υπόθεση Φουκκαρή ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2015, ημερομηνίας 8.3.2018, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος επί τω ότι εξασφάλισε πίστωση για €4.000 από τον εφεσίβλητο χωρίς να τον πληροφορήσει ότι ήταν πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5 και επί τω ότι ως πτωχεύσας εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων (άρθρο 118(α), Κεφ. 5). Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 και 3 μηνών. Στην ως άνω απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ό,τι ο νόμος επιδιώκει να αποτρέψει είναι η δημιουργία νέων οφειλών εκ μέρους πτωχεύσαντος και ο οικονομικός κίνδυνος που προκαλείται από τη μη άμεση εξόφληση τέτοιων οφειλών, κίνδυνο τον οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι δεν θα αναλάμβαναν αν γνώριζαν τα γεγονότα (βλ. Arlidge and Parry on Fraud, 5th Ed., Offences in Bankruptcy, Οbtaining Credit, 15-051 επόμ.). Εν προκειμένω, αν το κριτήριο ήταν το αναφερόμενο στο γραμμάτιο αντάλλαγμα (δάνειο), τότε, ως άνω, θα επρόκειτο σαφώς για «πίστωση». Αλλά, και επί της διαπίστωσης, τελικά, ότι επρόκειτο για ανάληψη προηγούμενης υποχρέωσης της προσωπικής εταιρείας και πάλιν πρόκειται για «πίστωση» σε ότι αφορά τον εφεσείοντα. Τούτο διότι επρόκειτο, σε ότι αφορά τον ίδιο, για μια νέα οφειλή που ο ίδιος πλέον ανέλαβε ενόσω ήταν πτωχεύσας στις 12.10.2011, με ανάλογο κίνδυνο για τον εφεσίβλητο πιστωτή. ..... Τέλος, ο εφεσείοντας παραπονείται για τις ποινές δύο και τριών μηνών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί ως συντρέχουσες ποινές. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές, τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τα γεγονότα της υπόθεσης, κάθε άλλο παρά έκδηλα υπερβολικές είναι οι ποινές ή ακόμα και αυστηρές». Αδικήματα τέτοιας φύσεως δημιουργούν προβλήματα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων και ταυτόχρονα, παρουσιάζουν μια κοινωνία με προβληματικές και ανέντιμες συναλλαγές. Για τους λόγους αυτούς κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 557) και ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. Δράκου (πιο πάνω). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν την διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του παραπονούμενου όπως επίσης όλα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου για μετριασμό της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όπως αναφύεται μέσα από την προαναφερθείσα νομολογία αλλά και από το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη το ποσό που αφορούσε η εξασφαλισθείσα πίστωση και η έλλειψη πλήρους αποζημίωσης από πλευράς του κατηγορούμενου που θα αποτελούσε και έμπρακτη μεταμέλεια εκ μέρους του. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι είναι άτομο ηλικίας 70 ετών με λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές εκτέθηκαν από την δικηγόρο υπεράσπισης. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε το έτος 2012 και τον χρόνο που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, όχι, όμως, και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και την εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Λόγω των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Σημειώνεται επίσης ότι από την πλευρά της υπεράσπισης έγινε εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που ενδεχομένως ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Η σοβαρότητα του αδικήματος το οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένη και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν τεθεί ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Κατά τον υπολογισμό του χρόνου της φυλάκισης που θα εκτίσει ο κατηγορούμενος να συνυπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο αυτός τελούσε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ήτοι από τις 10.9.2020. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο