ΚΟΤΣΙΑΠΑΣΙΗΣ ν. VICTOR PAPA, Αρ. Υπόθεσης:1553/2016, 28/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B153 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1553/2016 XXXXX ΚΟΤΣΙΑΠΑΣΙΗΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX VICTOR PAPA Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 28/9/2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Χ. Χριστοφόρου Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Α. Νεοκλέους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στη παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, συνολικής αξίας €168.000, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον Απρίλιο του 2013 στη Λευκωσία, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, εξέδωσε στον παραπονούμενο την πιο πάνω επιταγή της Marfin Laiki Bank, πληρωτέα στις 10.6.2013 (στο εξής καλούμενη «η επίδικη επιταγή»), η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή εντός ευλόγου χρόνου και δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης ήταν κλειστός και λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επί της ουσίας αυτή είτε έχει παραμείνει αναντίλεκτη είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτει ότι ο XXXXX Μαραγκός (M.K 1) ήταν ο πρώην πεθερός του παραπονούμενου. Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό της κατηγορούμενης με σκοπό την εξόφληση διαφόρων ποσών που οφείλονταν στον Μ.Κ 1, ο οποίος ακολούθως την παράδωσε στον παραπονούμενο. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι στη προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, πλην του συστατικού στοιχείου ότι η κατηγορούμενη είναι ο εκδότης της επίδικης επιταγής. Ειδικότερα αμφισβητείται από την υπεράσπιση η πατρότητα της υπογραφής της. Αυτό αποτελεί και το κύριο επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη εξέδωσε και υπέγραψε την επίδικη επιταγή με σκοπό ο σύζυγος της κατηγορουμένης να εξοφλήσει τα χρήματα που αυτός δανείστηκε από τον Μ.Κ
- Από την άλλη αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι αφενός η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό της κατηγορουμένης, αφετέρου δε, αυτή ουδέποτε υπεγράφη από την κατηγορουμένη. Η υπογραφή, ήταν πάντοτε η θέση της υπεράσπισης, τέθηκε από τον σύζυγο της κατηγορουμένης κατόπιν απειλών, πιέσεων και εξαναγκασμού που δέχθηκε από τον παραπονούμενο με σκοπό να εξοφλήσει διάφορα χρηματικά ποσά που όφειλε φίλος του συζύγου της κατηγορούμενος. Ήταν η θέση της υπεράσπισης πως ο σύζυγος της κατηγορούμενης ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τον Μ.Κ
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες, τον Μ.Κ. 1, τον XXXXX Στυλιανού (Μ.Κ 2), τραπεζικό λειτουργό στην Τράπεζα Κύπρου, τον παραπονούμενο (Μ.Κ 3) και τον XXXXX Δημητρίου (Μ.Κ 4). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης την κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74(Ι)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
- Αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως καλώντας επίσης και δύο μάρτυρες υπεράσπισης τον XXXXX Παπά (Μ.Υ. 2), σύζυγο της, και τον XXXXX Μαρκίδη (Μ.Υ 3) δικαστικό γραφολόγο. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1). Aναφέρει σε αυτήν ότι ο ίδιος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασχολείτο με τον κατασκευαστικό τομέα, ενώ σήμερα, λόγω του ότι είναι καρκινοπαθής, αδυνατεί να εργαστεί. Σε σχέση με γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ανάφερε ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στον ίδιο για κάλυψη οφειλών του συζύγου της κατηγορουμένης προς τον ίδιο. Τον σύζυγο της κατηγορουμένης τον γνώρισε υπό την επαγγελματική του ιδιότητά εφόσον είναι οδοντίατρος. Για τον λόγο αυτό τον επισκέφθηκε στο οδοντιατρείο του εφόσον αντιμετώπιζε πρόβλημα στα δόντια του. Απέκτησε φιλικές σχέσεις με τον σύζυγο της κατηγορουμένης και του δάνεισε σε διάφορες περιπτώσεις μεταξύ της περιόδου 2008‑ 2009, χρηματικά ποσά συνολικού ποσού €240.000, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου. Συμφώνησαν μεταξύ τους ότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης θα του επέστρεφε το ποσό πλέον νόμιμο τόκο. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης, προσπαθούσε να τον εξοφλήσει με προσωπικές του επιταγές (Τεκμήριο 3) οι οποίες όμως επιστρέφονταν απλήρωτες. Στη συνέχεια ο σύζυγος της κατηγορουμένης προς αναγνώριση των οφειλών του συνέταξε βεβαίωση (Τεκμήριο 2) αναγνωρίζοντας το χρέος του και ότι θα κατέβαλλε το ποσό αυτό μέχρι τις 11.3.
- Παρά τις διαβεβαιώσεις του συζύγου της κατηγορουμένης και παρά την υπογραφή της πιο πάνω βεβαίωσης, ο σύζυγος της κατηγορουμένης ουδέν ποσό κατέβαλε. Κατόπιν οχλήσεών του διευθετήθηκε συνάντηση στη Λευκωσία με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, ώστε να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Το 2013 συναντήθηκαν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, αλλά και με την κατηγορούμενη στο ξενοδοχείο Hilton στη Λευκωσία. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης του ανέφερε ότι θα εκδοθεί προσωπική επιταγή της κατηγορουμένης για το ποσό των €168.
- Την επιταγή τη συμπλήρωσε ο σύζυγος της κατηγορουμένης και ακολούθως την υπέγραψε η κατηγορουμένη. Παρέμεινε κενό μόνο το όνομα του δικαιούχου της επιταγής. Ακολούθως ο ίδιος στη συνέχεια έδωσε την επιταγή στον παραπονούμενο για να βοηθήσει οικονομικά τόσο τον ίδιο, όσο και τη θυγατέρα του. Ανάφερε τέλος σε προφορικές ερωτήσεις ότι στο ξενοδοχείο Hilton τον μετέφερε ο Μ.Κ 4, και ως προς τον λόγο που ο σύζυγος της κατηγορουμένης δανείστηκε χρήματα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης του ανέφερε ότι περιμένει να του αποσταλούν κάποια χρήματα από το εξωτερικό και ότι ακολούθως θα τον εξοφλήσει. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ήταν επαγγελματίας τοκογλύφος, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι ο ίδιος ασχολείτο μόνο με την ανάπτυξη ακινήτων. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε εφόσον του υποσχόταν ότι θα τον εξοφλήσει εφόσον αναμένει να λάβει χρήματα από το εξωτερικό. Αρνήθηκε ότι τον ουσιώδη χρόνο που υπεγράφη η σχετική βεβαίωση ο ίδιος μαζί με άλλους μετέβηκαν στο γραφείο του συζύγου της κατηγορουμένης με σκοπό να τον απειλήσουν. Εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ο λόγος που δάνειζε χρήματα στον κατηγορούμενο, ήταν γιατί εκτίμησε την πράξη του τελευταίου να μην τον χρεώσει για τη θεραπεία που του υπέβαλε στα δόντια του. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν είναι η κατηγορούμενη που υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Ο Μ.Κ 2, διευθυντής της υπηρεσίας Δικαστηριακών Λειτουργών στην Τράπεζα Κύπρου, ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό της κατηγορουμένης (Τεκμήριο 6), ο οποίος έκλεισε, αφού αυτός εξοφλήθηκε, στις 20.2.
- Επιβεβαίωσε ότι η επίδικη επιταγή έχει κατατεθεί για πληρωμή στις 10.6.13 και οι λόγοι που αυτή δεν τιμήθηκε, ήταν γιατί αφενός ο λογαριασμός της κατηγορουμένης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν κλειστός και αφετέρου γιατί η υπογραφή της κατηγορουμένης στην επιταγή ήταν διαφορετική από το δείγμα υπογραφής που έδωσε στη τράπεζα, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, και η οποία είναι καταχωρημένη στο σύστημα της. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν έχει στη κατοχή του το δείγμα υπογραφής της κατηγορουμένης είναι λόγω της χρονικής περιόδου που παρήλθε. Εντόπισε όμως προηγούμενες επιταγές οι οποίες τιμήθηκαν από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 7Α και Τεκμήριο 7Β,) και αποτελεί διαπίστωσή του ότι οι υπογραφές της κατηγορούμενης στις εν λόγω επιταγές διαφέρουν από την υπογραφή της που υπάρχει στην επίδικη επιταγή. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη διαπίστωση του ότι σύμφωνα με την εμπειρία του η υπογραφή που υπάρχει καταχωρημένη στο σύστημα της τράπεζας ηλεκτρονικά διαφέρει από την υπογραφή που τέθηκε στην επίδικη επιταγή. Προέβαλε τη θέση ότι η υπογραφή αυτή μπορεί να μην ανήκει στην κατηγορούμενη και ότι μπορεί να υπέγραψε κάποιος άλλος εκ μέρους της. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 8). Σε αυτήν επιβεβαιώνει το γεγονός ότι την επίδικη επιταγή του την έδωσε ο Μ.Κ 1 με σκοπό να βοηθήσει οικονομικά τόσο τον ίδιο όσο και τη θυγατέρα του. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα Alpha Bank και ότι αυτή επιστράφηκε πίσω απλήρωτη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις οικονομικές δοσοληψίες και τις διαφορές που έχει ο Μ.Κ 1 με τον σύζυγο της κατηγορουμένης. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο Μ.Κ 1 ήταν τοκογλύφος, προσθέτοντας ότι, στα τόσα χρόνια που τον ήξερε, ουδέποτε περιέπεσε στην αντίληψή του ότι ο πρώην πεθερός του ασχολείτο με τοκογλυφία. Ο Μ.Κ 4 υιοθέτησε επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο ίδιος είναι φίλος, εδώ και πολλά χρόνια, με τον Μ.Κ
- Λόγω της ασθενείας του Μ.Κ 1 ο ίδιος τον βοηθά στις μετακινήσεις του, όταν και εφόσον του ζητηθεί. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ο Μ.Κ 1 του ανέφερε ότι δάνεισε χρήματα στον σύζυγο της κατηγορουμένης και ότι ο τελευταίος ουδέποτε του τα επέστρεψε. Τον Φεβρουάριο του 2013 ο Μ.Κ 1 του ζήτησε να τον μεταφέρει στη Λεμεσό όπου ο σύζυγος της κατηγορουμένης του παρέδωσε τη σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 2). Τον Απρίλιο του 2013 ο Μ.Κ 1 του ζήτησε να τον μεταφέρει στο ξενοδοχείο Hilton με σκοπό να συναντήσει τον σύζυγο της κατηγορουμένης για να του δώσει χρήματα. Ο ίδιος δεν ήταν παρών στη συνάντηση, αλλά αναγνώρισε τον σύζυγο της κατηγορουμένης, ο οποίος ήταν μαζί με μια γυναίκα η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Ο Μ.Κ 1 αργότερα του ανέφερε ότι η γυναίκα εκείνη ήταν η κατηγορουμένη. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τα όσα ανάφερε στη κυρίως εξέταση του και επέμενε στις θέσεις του. Αρνήθηκε το γεγονός ότι είδε για πρώτη φορά τον σύζυγο της κατηγορουμένης στο Δικαστήριο. Η κατηγορούμενη ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, ότι αφενός η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό της αφετέρου όμως δε αυτή δεν φέρει την υπογραφή της. Και τούτο γιατί αυτή υπεγράφη από τον σύζυγο της, ο οποίος, όπως της ανάφερε, αναγκάσθηκε να πράξει τούτο εφόσον προσήλθαν στο γραφείο του διάφορα άτομα και τον απειλούσαν. Δεν γνωρίζει προσωπικά τον δικαιούχο της επίδικης επιταγής ενώ τον Μ.Κ 1 τον είδε μόνο μια φορά στη ζωή της. Ήταν η θέση της ότι ουδέποτε παρευρέθηκε στο Hilton μαζί με τον σύζυγό της για να συναντήσουν τον Μ.Κ
- Τέλος ανάφερε, ότι το βιβλιάριο επιταγών της, όπως ανάφερε, βρισκόταν στο γραφείο του συζύγου της. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι ο λόγος που το βιβλιάριο επιταγών βρισκόταν στο γραφείο του συζύγου της ήταν επειδή θα πληρώνονταν από το λογαριασμό της τα διάφορα ασφάλιστρα της οικογένειας. Ανάφερε ότι ουδέποτε στο παρελθόν ο σύζυγος της εξέδωσε για λογαριασμό της οποιανδήποτε επιταγή, πλην της επίδικης. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι έτυχε ενημέρωσης από την τράπεζα ότι κατατέθηκε η επίδικη επιταγή και ότι αυτή δεν φέρει την υπογραφή της. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι η τράπεζα τη συμβούλευσε να αποταθεί στην Αστυνομία, όμως η ίδια δεν έπραξε κάτι τέτοιο εφόσον την συμβούλεψε ο σύζυγος της να μην προβεί σε οποιανδήποτε καταγγελία. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι είναι η ίδια που υπόγραψε την επιταγή, ότι ηθελημένα προκάλεσε την αλλοίωση της υπογραφής της και ότι η θέση που προβάλλει σήμερα, ότι δηλαδή ο σύζυγός της υπόγραψε την επίδικη επιταγή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει την οποιανδήποτε ενδεχόμενη ποινική της ευθύνη. Ο Μ.Υ 2 ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι ο ίδιος υπόγραψε την επίδικη επιταγή, θέτοντας την υπογραφή της συζύγου του, μετά από απειλές που δέκτηκε από ανθρώπους που τους έστειλε ο Μ.Κ
- Ανάφερε ότι το επίδικο βιβλιάριο επιταγών της κατηγορούμενης βρισκόταν στο γραφείο του. Εξήγησε ότι τον Μ.Κ 1 τον γνώρισε όταν αυτός τον επισκέφτηκε στο ιατρείο του. Ο Μ.Κ 1 του παρουσίασε μια δική του επιταγή καθώς και μια επιταγή κάποιου φίλου του απαιτώντας από αυτόν την εξαργύρωση της δικής του επιταγής. Του ανάφερε ότι την δική του επιταγή του την παρέδωσε ο φίλος του στον ίδιο. Ο ίδιος αφότου πλήρωσε τη δική του επιταγή στη συνέχεια πλήρωσε και την επιταγή του φίλου του με σκοπό να τον βοηθήσει ώστε να εξοφληθούν οι τόκοι που του επέβαλε ο Μ.Κ
- Από εκεί ξεκίνησαν οι οφειλές του προς τον Μ.Κ
- Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε ο ίδιος δανείστηκε χρήματα από τον Μ.Κ
- Ανάφερε περαιτέρω ότι αποπλήρωνε κανονικά τους τόκους τους οποίους ζητούσε ο Μ.Κ 1 και όλες οι επιταγές που εξέδωσε ήταν κατόπιν απειλών του τελευταίου. Ενημέρωσε τη γυναίκα του ότι ο ίδιος υπόγραψε εκ μέρους της την επίδικη επιταγή , αφότου της επιδόθηκε η κλήση του Δικαστηρίου σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο ίδιος δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία γιατί του υποσχέθηκε κάποιος κουμπάρος του ότι θα μεσολαβήσει ώστε να λυθεί η όλη διαφορά. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι απέτρεψε την κατηγορούμενη από το να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία λόγω των διαβεβαιώσεων που έλαβε από τον κουμπάρο του. Τέλος ανάφερε ότι ο λόγος που δεν ενημέρωσε την κατηγορούμενη εξ αρχής για την επίδικη επιταγή ήταν επειδή ήθελε να την προστατεύσει. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι όλα τα πιο πάνω γεγονότα δηλαδή τις απειλές που δέχτηκε, τα ανάφερε στον δικηγόρο του πριν ο ίδιος αντεξετάζει τον Μ.Κ
- Επανέλαβε τη θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από αυτόν αλλά είναι ο φίλος του ο οποίος δανείστηκε χρήματα και ανάλαβε ο ίδιος να τα εξοφλήσει με σκοπό να τον βοηθήσει. Ο λόγος που δεν ζήτησε να πληρώσει ο φίλος του, ήταν γιατί ο Μ.Κ 1 είχε δικές του επιταγές για το ποσό των €4.500 που όφειλε ο φίλος του. Ανάφερε ότι ο ίδιος κατέβαλε ποσό πέραν των €20.000 στον Μ.Κ 1, ποσό το οποίο δεν τον ικανοποίησε και για το λόγο αυτό ο τελευταίος του ζητούσε συνεχώς χρήματα. Ο λόγος που εξέδωσε τις επιταγές καθώς και ότι αποδέχθηκε ότι οφείλει το ποσό που αναγράφεται στη βεβαίωση ήταν γιατί απειλείτο συνεχώς. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο Μ.Κ 1 του δάνειζε χρηματικά ποσά μεταξύ της περιόδου 2008 μέχρι το 2009 προσθέτοντας ότι ο Μ.Κ 1 είναι ένας τοκογλύφος ο οποίος τον χρέωνε με υπέρογκους τόκους. Ανάφερε ότι ο λόγος που δεν κατάγγειλε την υπόθεση μετά το 2016, όταν δηλαδή διαπίστωσε ότι δεν καρποφόρησε η μεσολάβηση του κουμπάρου του, ήταν γιατί δεν θα μπορούσε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Ανάφερε ότι η σύζυγος του δεν ενημερώθηκε για την έκδοση της επίδικης επιταγής και ότι αυτή δεν τιμήθηκε, γιατί ο διευθυντής της Λαϊκής, ήταν φίλος του και ως εκ τούτου ενημέρωσε τον ίδιο. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε ενημέρωσε την τράπεζα ότι είναι ο ίδιος που υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι είναι η κατηγορουμένη που υπέγραψε την επίδικη επιταγή και ότι αυτά που αναφέρει είναι εκ των υστέρων επινοήματα για να διασώσει την κατηγορούμενη από ενδεχόμενη ποινική της ευθύνη. Ανάφερε περαιτέρω ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, ο ίδιος μετέβη στην Αστυνομία μαζί με τη γυναίκα του, όπου ο επί καθήκοντι αστυνομικός τους ανάφερε πως εάν προχωρήσουν με καταγγελία, θα καταχωριστεί και ποινική υπόθεση εναντίον τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Ο Μ.Υ 3 κατάθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του σχετική έκθεση (Τεκμήριο 10) που ετοίμασε, μετά από εντολή που έλαβε από την συνήγορο υπεράσπισης, ώστε να γνωμοδοτήσει κατά πόσο η υπογραφή στην επίδικη επιταγή ανήκει πράγματι στην κατηγορούμενη. Αφού εξήγησε σε αυτή την μεθοδολογία που χρησιμοποιήσε καθώς και τις ενέργειες που έπραξε ήταν το τελικό του συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή δεν είναι η γνήσια υπογραφή της κατηγορουμένης. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ουδέποτε του αναφέρθη η θέση της υπεράσπισης ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή τέθηκε από τον σύζυγο της κατηγορουμένης και πως αν ενημερωνόταν για το γεγονός αυτό θα λάμβανε σχετικό δείγμα από τον τελευταίο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η έκθεση του είναι ελλιπής προσθέτοντας ότι η έκθεσή του απάντησε στο ερώτημα που του υπεβλήθηκε τεκμηριωμένα και με πειστικότητα. Εξήγησε ότι βασίστηκε στα έγγραφα που του έχουν δοθεί από την κατηγορούμενη πάνω στα οποία η ίδια έθεσε την υπογραφή της. Εξήγησε ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή είναι μια υπογραφή γραμμένη ελεύθερα με ταχύτητα και δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία ούτε προσπάθεια αντιγραφής αλλά ούτε και προσπάθεια παραποίησής της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α. Α. Δ. 80 , Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Δεν μπορώ να αποδεχθώ και να εξάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν με έπεισε για την δική του εκδοχή γεγονότων και κυρίως για το γεγονός ότι την επίδικη επιταγή την υπέγραψε πράγματι ενώπιον του η κατηγορούμενη. Ο εν λόγω μάρτυρας, δίδοντας τη δική του μαρτυρία, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να προβάλει και να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θα τον βοηθούσαν να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις με αποκλειστικό σκοπό να πείσει το Δικαστήριο. Η εκδοχή του όμως που παρουσίασε δεν είναι αληθοφανής και δεν έχει λογική συνοχή. Είναι δε αόριστη και γενική. Κατ' αρχάς συγκρούεται με την κοινή λογική ο Μ.Κ 1 να δάνεισε χωρίς εξασφάλιση και σε συνεχείς ημερομηνίες, το ποσό των €240.000, επειδή ο σύζυγος της κατηγορουμένης δεν τον χρέωσε για τη θεραπεία που του υπέβαλε στο οδοντιατρείο του σε σχέση με τα δόντια του. Επίσης αποτελεί εύλογο ερώτημα γιατί ο Μ.Κ 1 συνέχισε να δανείζει χρήματα στον σύζυγο της κατηγορουμένης εφόσον αυτός δεν τον αποπλήρωνε. Οι εξηγήσεις που έδωσε ότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης του ανάφερε ότι ανέμενε να λάβει χρήματα από το εξωτερικό και ότι ήθελε να τον βοηθήσει επειδή δεν τον χρέωσε ουδόλως πείθουν το Δικαστήριο και αποτελούν δικαιολογίες με σκοπό να το πείσουν για ποιόν λόγο του δάνεισε χρήματα. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ 1 δάνεισε το εν λόγω χρηματικό ποσό στον σύζυγο της κατηγορουμένης, όχι για τους πιο πάνω λόγους, αλλά γιατί ήθελε να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Ο Μ.Κ 1, με την όλη μαρτυρία του σε σχέση με το ζήτημα αυτό, θα έλεγα ότι συσκότισε το Δικαστήριο ως προς τις οικονομικές του συναλλαγές με τον ΜΥ
- Αποτελεί επίσης άξιον απορίας για ποιον λόγο ο Μ.Κ 1, αφού διαπίστωσε ότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης τον κορόιδευε και έβρισκε συνεχώς προφάσεις και δικαιολογίες για να μην τον εξοφλήσει, να μην καταφύγει στην Αστυνομία και να τον καταγγείλει. Αρνητική εντύπωση μου προκάλεσε και η θέση του ότι ενώ στην κυρίως εξέτασή του ήταν κατηγορηματικός ότι η κατηγορουμένη ενώπιον του υπόγραψε την επίδικη επιταγή, στην αντεξέταση του και σε σχετική ερώτηση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης, ανασκεύασε, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα εάν η κατηγορουμένη πράγματι υπόγραψε την επίδικη επιταγή. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα των πρακτικών, στη σελίδα 9, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:" «E. Ας σαν πω ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή δεν είναι της Κατηγορουμένης, τι θα μου πείτε; A. Εν ηξέρω. Υπόγραψε την τζιαχαμέ, εν ηξέρω εάν εν η δική της ή όι. Εν ηξέρω. Αφού ξαναέδωκε επιταγή.» Η αρχική του θέση, συγκρούεται τόσο με την αποδεκτή μαρτυρία του τραπεζικού λειτουργού, την οποία θα σχολιάσω αμέσως κατωτέρω, όσο με τις σφραγίδες που τέθηκαν στο σώμα της επίδικης επιταγής, δηλαδή ότι η υπογραφή που υπάρχει στην επιταγή, διαφέρει από το δείγμα που έχει δώσει ο εκδότης της στην τράπεζα. Επίσης ο ισχυρισμός του αυτός συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία, την οποία επίσης θα σχολιάσω κατωτέρω, του δικαστικού γραφολόγου ότι η υπογραφή στο σώμα της επιταγής δεν ανήκει στην Κατηγορούμενη. Επίσης στερείται λογικής, γιατί ενώ ο σύζυγος της κατηγορουμένης τον είδε για πρώτη φορά και δεν τον γνώριζε στο παρελθόν όταν αυτός τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του να μην τον χρεώσει για τη θεραπεία που του υπέβαλε. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή και οι θέσεις του κατηγορούμενου δεν είναι αληθοφανείς και ως εκ τούτου απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της, πλην των σημείων εκείνων που δεν συγκρούονται με την αποδεκτή μαρτυρία. Αποδέχομαι από την άλλη την μαρτυρία του Μ.Κ 2, ο οποίος άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε χωρίς να έχει πρόθεση να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι' αυτόν. Αποδέχομαι τη θέση του ότι η υπογραφή επί της επιταγής δεν ανήκει στην κατηγορούμενη εφόσον ο ίδιος μέσα από την εμπειρία και τις γνώσεις του γνωρίζει για το ποια ήταν η υπογραφή της κατηγορούμενης. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και από την σφραγίδα που έχει τεθεί στην επίδικη επιταγή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Κ 3 η οποία θα έλεγα ότι ήταν επουσιώδης σε ό,τι αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Στην ουσία η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Δεν αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Κ 4 εφόσον μου δημιούργησε την εικόνα ότι προσήλθε στο Δικαστήριο όχι για να αναφέρει την αλήθεια αλλά για να ενισχύσει και επιβεβαιώσει την εκδοχή του Μ.Κ
- Δεν ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας και είχε προσωπικό συμφέρον σε σχέση με την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του θα έλεγα ήταν καθοδηγούμενη και είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα όσα ανάφερε στη γραπτή του δήλωση είναι τα όσα ακριβώς ανάφερε ο Μ.Κ 1, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε νέο γεγονός στη παρούσα υπόθεση. Αυτό αποτελεί δείγμα ότι ο εν λόγω μάρτυρας είχε προηγουμένως συνεννοηθεί με τον Μ.Κ
- Σε κάθε όμως περίπτωση σε ό,τι αφορά το κυρίως επίδικο θέμα, κατά πόσο δηλαδή η κατηγορούμενη υπέγραψε την επίδικη επιταγή, ο ίδιος δεν την είδε προσωπικά να την υπογράφει, απλά αρκέστηκε να αναφέρει το τι του μετέφερε ο ΜΚ1, η μαρτυρία του οποίου επί του σημείου αυτού έχει απορριφθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ
- Στρεφόμενος στη μαρτυρία της κατηγορούμενης αναφέρω ότι ούτε αυτή με έπεισε για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα της εκδοχής της. Περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και η μαρτυρία της περιέχει κενά και ασάφειες που το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει. Αποδέχομαι όμως τη βασική της θέση ότι η ίδια δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Και τούτο γιατί αφενός αυτό επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ 2 και από τη σφραγίδα που το σώμα της επιταγής περιέχει και αφετέρου η θέση της αυτή επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ 3 δικαστικό γραφολόγο, του οποίου την μαρτυρία αποδέχομαι ως αναφέρω κατωτέρω. Ως προς τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ότι δηλαδή η ίδια δεν γνώριζε ότι ο σύζυγος της υπέγραψε την επίδικη επιταγή, ότι το μπλοκ επιταγών βρισκόταν στο γραφείο του και ότι η ίδια δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία διότι την απέτρεψε ο σύζυγος της χωρίς να της δώσει λόγο στερούνται λογικής και δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα, και τούτο γιατί η κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε ξέχασε το βιβλιάριο επιταγών στο γραφείο του συζύγου λαμβανομένου πάντοτε υπόψιν ότι ο λογαριασμός της έκλεισε τον Φεβρουάριο του
- Αποτελεί εύλογο ερώτημα πως θα πληρώνονταν τα ασφάλιστρα από ένα λογαριασμό ο οποίος έκλεισε. Περαιτέρω ενώ η ίδια δήλωσε ότι το βιβλιάριο επιταγών της το επέστρεψε πίσω στη τράπεζα, μετά το κλείσιμο του λογαριασμού της, ο Μ.Κ 2 την διέψευσε. Στερείται λογικής και αποτελεί άξιον απορίας η ίδια, όταν ενημερώθηκε για την επίδικη επιταγή, να μην ρωτήσει ποιος είναι ο δικαιούχος της αλλά και ποιος την υπέγραψε εκ μέρους της λαμβάνοντας πάντοτε υπόψιν και το μεγάλο ύψος της εκδοθείσας επιταγής. Το πιο πάνω ερώτημα έχει παραμείνει αναπάντητο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της, πλην του σημείου για το οποίο έκανα αναφορά πιο πάνω. Την χείριστη εντύπωση έχω αποκομίσει για τον Μ.Υ
- Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να παρουσιαστεί το θύμα, χωρίς ο ίδιος να έχει την οποιαδήποτε ευθύνη. Προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τον Μ.Κ 1 και ότι τα χρήματα που οφείλονται σε αυτόν δεν προέρχονται από δικό του δανεισμό αλλά προέρχονται από χρήματα που δανείστηκε ένας φίλος του και στην προσπάθεια του να τον βοηθήσει βρέθηκε ο ίδιος μπλεγμένος. Στην προσπάθεια του να προωθήσει τη δική του εκδοχή δεν απέφυγε τις αντιφάσεις και τις υπερβολές, κάποιες δε θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική ενώ άλλες αναφορές του παρέμειναν εντελώς αόριστες. Όλα τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο να έχει υποστεί σοβαρά ρήγματα. Παρεμβάλω εδώ να σημειώσω ότι ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Κ 1 οι θέσεις της υπεράσπισης ως προς τις συνθήκες έκδοσης της επίδικης επιταγής από τον ίδιο ούτε και τί ακολούθησε της έκδοσης της επίδικης επιταγής ώστε ο ίδιος να θέσει τις απόψεις του επί του ζητήματος αυτού είτε να δοθεί η ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία (Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, Πολιτική Έφεση Αρ. 429/2012, ημερομηνίας 22/4/2020). Επομένως οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης εφόσον δεν τέθηκαν στον Μ.Κ 1 δεν μπορούν κάτω από αυτές τις περιστάσεις να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθούν. Σημειώνω ότι δεν τέθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης οποιοσδήποτε λόγος για την παράλειψη αντεξέτασης επί του ζητήματος αυτού. Σε κάθε όμως περίπτωση η μαρτυρία του απορρίπτεται και επί της ουσίας της. Καταρχάς στερείται λογικής η θέση του ότι ο ίδιος δεν δανείστηκε οποιαδήποτε χρήματα από τον Μ.Κ
- Αποτελεί άξιον απορίας γιατί ο ίδιος να δέχεται απειλές ότι οφείλει ένα τόσο μεγάλο ποσό και να μην καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Η δικαιολογία που έδωσε ότι φοβόταν ουδόλως έχει πείσει το Δικαστήριο. Περαιτέρω αόριστη, κενή και μη λογική αποτελεί η θέση του ότι ο ίδιος ενεπλάκη με τον Μ.Κ 1 στη προσπάθεια του να βοηθήσει τον φίλο του. Πέραν του γεγονότος ότι ο φίλος του δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τα λεγομένα του ο ίδιος δεν εξήγησε στο Δικαστήριο για ποιο λόγο προθυμοποιήθηκε να αναλάβει να εξοφλήσει την επιταγή του φίλου του από τη στιγμή που σύμφωνα με τα λεγόμενα του ο Μ.Κ 1 ζήτησε μόνο την αποπληρωμή της δικής του επιταγής. Ούτε ο ίδιος ανάφερε ότι ο φίλος του είχε οικονομική αδυναμία τον ουσιώδη χρόνο ώστε να αποπληρώσει την οφειλή του προς το Μ.Κ
- Τα ερωτήματα αυτά έχουν μείνει αναπάντητα. Περαιτέρω ενώ ο ίδιος ανάφερε ότι ο λόγος που δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία είναι το γεγονός ότι θα μεσολαβούσε ο κουμπάρος του, τότε για ποιο λόγο ο ίδιος δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, δηλαδή μετά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης όταν πλέον διαπίστωσε ότι η μεσολάβηση του κουμπάρου του δεν στέφθηκε με επιτυχία; Η δικαιολογία που έδωσε ότι ο λόγος που δεν προχώρησε σε καταγγελία ήταν γιατί δεν μπορούσε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του ουδόλως πείθει το Δικαστήριο και αποτελούν κατά τη γνώμη μου εκ των υστέρων σκέψεις. Ούτε και παραγνωρίζω ότι ο ίδιος ανασκεύασε αργότερα τη θέση του ότι δηλαδή μετά το 2016 επισκέφθηκε την Αστυνομία ώστε να καταγγείλει τον Μ.Κ 1 αλλά εν τέλει δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο γιατί θα ήταν και ο ίδιος κατηγορούμενος. Για ποιο λόγο όμως θα ήταν κατηγορούμενος δεν ανάφερε στο Δικαστήριο. Αποτελεί επίσης άξιον απορίας πως ενώ ο ίδιος απειλείτο από τον Μ.Κ 1 ο εν λόγω μάρτυρας να παραυρεθεί στο γάμο της θυγατέρας του Μ.Κ
- Αλληλοσυγκρουόμενη και αντιφατική ήταν η θέση του ότι ενώ αρχικά ανάφερε ότι την επίδικη επιταγή την υπέγραψε ενώπιον των προσώπων που τον απειλούσαν στην συνέχεια ανασκεύασε αναφέροντας ότι την επίδικη επιταγή την είχε υπογράψει από προηγουμένως. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του Μ.Υ 2, για να δικαιολογήσω του λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Η εκδοχή του έχει εγγενής αδυναμίες και κενά που δεν μπορούν να παραβλεφθούν από το Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του. Από την άλλη αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του Μ.Υ 3 δικαστικού γραφολόγου. Ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για παράδειγμα στην υπόθεση Πιττάλης και άλλων v. Ianira enterprises Ltd
(1997)1(B)A.A.Δ.814, λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Ο εν λόγω μάρτυρας, του οποίου τα προσόντα του δεν έχουν επί της ουσίας αμφισβητηθεί, με απόλυτα τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο, μέσω της έκθεσης που ετοίμασε, εξήγησε στο Δικαστήριο το συμπέρασμα του ότι η υπογραφή στο σώμα της επιταγής δεν ανήκει στην κατηγορούμενη. Παρά την αντεξέταση του παρέμεινε απόλυτα σταθερός στις θέσεις του, ήταν απόλυτα επεξηγηματικός ως προς το πώς κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία να αποδεχθώ τις θέσεις του. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, στα πιο κάτω επιπρόσθετα ευρήματα: Η επίδικη επιταγή δόθηκε στον Μ.Κ 1 από τον Μ.Υ
- Η εν λόγω επιταγή ήταν πληρωτέα στις 10.6.2013 και δικαιούχος της ήταν ο παραπονούμενος. Η επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό που διατηρούσε η κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στη Marfin Laiki Bank και αυτή δεν φέρει την υπογραφή της κατηγορουμένης. Η επίδικη επιταγή δεν εξοφλήθηκε για τους λόγους ότι ο λογαριασμός της κατηγορουμένης έκλεισε και ότι η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διέφερε από το δείγμα που είχε στη κατοχή της το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40), δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305(Α)
(1)του Κεφαλαίου 154. Το εν λόγω άρθρο, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)...
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους...» Από το λεκτικό του πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο Β. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Γ. Η παρουσίαση αυτής να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα Δ. Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και Ε. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω, κατά πόσο έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ως έχει αναφερθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, πλην της παραγράφου (α) ανωτέρω, πληρούνται μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την αποδεκτή μαρτυρία. Και τούτο γιατί η η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 4) έχει εκδοθεί από το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης και ότι αυτή παρουσιάσθηκε στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου έχει εκδοθεί, δηλαδή στη Marfin Laiki Bank, η επίδικη επιταγή φέρει ενυπόγραφες σφραγίδες για τον πραγματικό λόγο που αυτή δεν τιμήθηκε, ο οποίος ήταν, μεταξύ άλλων, ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα που έχει στη κατοχή της η τράπεζα. Οι σφραγίδες αυτές αποτελούν μαχητό Τεκμήριο ως προς το αληθές του περιεχομένου τους. Περαιτέρω η επιταγή έχει παρουσιαστεί την ημερομηνία που αυτή έχει καταστεί πληρωτέα όπως φανερώνουν και οι σφραγίδες επ' αυτής αλλά όπως και επιβεβαίωσε ο Μ.Κ. 2. Επίσης δεν τιμήθηκε . Το γεγονός αυτό εξάλλου φαίνεται και από τις σφραγίδες που περιέχονται αυτές οι οποίες με βάση το Άρθρο 305 (Α)
(3)αποτελούν μαχητό Τεκμήριο επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Τέλος η επίδικη επιταγή δεν έχει πληρωθεί μέχρι και σήμερα ούτε και τέθηκε από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε περί του αντίθετου θέση. Αυτό το οποίο όμως δεν πληρείται στην προκειμένη περίπτωση είναι το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή η επιταγή εκδόθηκε από την κατηγορούμενη εφόσον αυτή δεν είναι «το προσώπο που εξέδωσε την επιταγή» όπως επιτάσσει το λεκτικό του εν λόγω άρθρου. Και τούτο από την στιγμή που η ίδια δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή, ως είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου, δεν θεωρείται, για σκοπούς του Κεφ.154, ότι είναι και ο εκδότης της. Παρεμβάλλω εδώ όμως να αναφέρω ότι το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου είναι κοινό παραδεκτό από τα μέρη. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρηθεί επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74 (Γ)
(6)του Κεφαλαίου 262, καθότι υπάρχει σε αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει τον λογαριασμό στο οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης καθώς και το ποσό της επιταγής. Επανερχόμενος στο 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος σύμφωνα με το άρθρο 73[1] του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφάλαιο 262, η επιταγή θεωρείται συναλλαγματική και ως εκ τούτου οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου εφαρμόζονται και στην περίπτωση των επιταγών. Σχετικό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι το άρθρο 23 του εν λόγω Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «23. Η υπογραφή είναι ουσιώδης για την ευθύνη Κανένα πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη ως εκδότης, οπισθογράφος ή αποδέκτης συναλλαγματικής, εάν δεν υπόγραψε αυτήν υπό την ιδιότητα αυτήν». Στο νομικό σύγγραμμα Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», Τόμος 1, 1997, 2η έκδοση αναφέρεται στη σελίδα 90 κάτω από τον υπότιτλο «Υπογραφή εκδότη» τα ακόλουθα: «Για να είναι ένα έγγραφο επιταγή μέσα στην έννοια του νόμου πρέπει να είναι υπογραμμένο από τον εκδότη ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. Επομένως, πρόσωπο που δεν έχει υπογράψει την επιταγή δεν έχει ευθύνη ούτε ως εκδότης ούτε ως οπισθογράφος.» Από τη στιγμή που ένα πρόσωπο, όπως στη προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη με βάση τα παραδεκτά γεγονότα του Δικαστηρίου, δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή τότε για σκοπούς του περί Συναλλαγματικών Νόμου η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδότης της και δεν φέρει οποιαδήποτε προσωπική αστική ευθύνη. Αφού λοιπόν η κατηγορούμενη δεν θεωρείται εκδότης για σκοπούς αστικής ευθύνης δεν μπορεί να έχει και οποιαδήποτε ποινική ευθύνη εάν η επίδικη επιταγή δεν τιμηθεί λόγω έλλειψης μη διαθέσιμων κεφαλαίων (δέστε κατ΄αναλογία τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 228 και 229 του πιο πάνω συγγράμματος «Τραπεζική Επιταγή»). Στο νομικό σύγγραμμα «Byles on Bills of Exchange and Cheques», 28th edition γίνεται επίσης ανάλυση της αντίστοιχης πρόνοιας του Άρθρου 23 του περί Συναλλαγματικών Νόμου με το αντίστοιχο άρθρο 23[2] του 'Bills of Exchange Act, 1882' όπου αναφέρεται στη σελίδα 58 ότι: «A person whose signature does not appear on upon the instrument can not be sued upon it».' Μέσα από τη νομική έρευνα στην οποία έχω διεξέλθει, για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης, έχω εντοπίσει επί του προκειμένου σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας (Supreme Court of India, Criminal Appellate Jurisdiction,Criminal Appeal, no.813 of 2013) Aparna A. Shah v. Sheth Developers (P) Ltd,
(2013)8 SCC 71 η οποία διαπραγματεύτηκε το ζήτημα αυτό. Το σκεπτικό και την κατάληξη της εν λόγω απόφασης το υιοθετώ πλήρως και για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Οι εν λόγω αποφάσεις όπως είναι νομολογημένο έχουν πειστική αξία για τα Κυπριακά Δικαστήρια (Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ.1) 2012 1 Α.Α.Δ.) Σημειώνω εξαρχής ότι η εφεσείουσα στη πιο πάνω υπόθεση κατηγορείτο για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του Section 138 of Negotiable Instruments Act, 1881 το οποίο ποινικοποιεί την έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το εν λόγω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το δικό μάς άρθρο του 305 (Α)
(1). Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης παραθέτω αυτούσιο το Section 138: «138. Dishonour of cheque for insufficiency, etc., of funds in the account.—Where any cheque drawn by a person on an account maintained by him with a banker for payment of any amount of money to another person from out of that account for the discharge, in whole or in part, of any debt or other liability, is returned by the bank unpaid, either because of the amount of money standing to the credit of that account is insufficient to honour the cheque or that it exceeds the amount arranged to be paid from that account by an arrangement made with that bank, such person shall be deemed to have committed an offence and shall, without prejudice to any other provisions of this Act, be punished with imprisonment for a term which may extend to two years, or with fine which may extend to twice the amount of the cheque, or with both.:» Ως συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην Ινδία είναι παρόμοια, αν όχι τα ίδια, με τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 305 (Α)
(1), όπως καταγράφεται αμέσως κατωτέρω μέσα από την περικοπή της πιο πάνω απόφασης. Επανερχόμενος στην προαναφερόμενη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας αποφάσισε, ανατρέποντας την απόφαση του Εφετείου, ότι ο συνδικαιούχος ενός τραπεζικού λογαριασμού δεν μπορεί να θεωρείται ποινικά υπεύθυνος για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής στην περίπτωση που δεν υπόγραψε αυτήν. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης στα πλαίσια συμφωνίας για αγοραπωλησία ενός ακινήτου μεταξύ της Εφεσείουσας και του συζύγου της και από την άλλη της Εφεσίβλητης εταιρείας, ο σύζυγος της Εφεσείουσας εξέδωσε επιταγή, η οποία έφερε την δική του υπογραφή, από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την εφεσείουσα. Η επιταγή όταν κατατέθηκε από την εφεσίβλητη, δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Εφεσείουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδότης της επιταγής για τους σκοπούς του σχετικού Νόμου από την στιγμή που δεν υπέγραψε την επιταγή. Παραπέμπω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: « .In order to constitute an offence under Section 138 of the N.I. Act, this Court, in Jugesh Sehgal vs. Shamsher Singh Gogi,
(2009)14 SCC 683, noted the following ingredients which are required to be fulfilled: "(
- i)a person must have drawn a cheque on an account maintained by him in a bank for payment of a certain amount of money to another person from out of that account; (
- ii)the cheque should have been issued for the discharge, in whole or in part, of any debt or other liability; (iii) that cheque has been presented to the bank within a period of six months from the date on which it is drawn or within the period of its validity whichever is earlier; (
- iv)that cheque is returned by the bank unpaid, either because of the amount of money standing to the credit of the account is insufficient to honour the cheque or that it exceeds the amount arranged to be paid from that account by an agreement made with the bank; (
- v)the payee or the holder in due course of the cheque makes a demand for the payment of the said amount of money by giving a notice in writing, to the drawer of the cheque, within 15 days of the receipt of information by him from the bank regarding the return of the cheque as unpaid; (
- vi)the drawer of such cheque fails to make payment of the said amount of money to the payee or the holder in due course of the cheque within 15 days of the receipt of the said notice. Being cumulative, it is only when all the aforementioned ingredients are satisfied that the person who had drawn the cheque can be deemed to have committed an offence under Section 138 of the Act." Considering the language used in Section 138 and taking note of background agreement pursuant to which a cheque is issued by more than one person, we are of the view that it is only the "drawer" of the cheque who can be made liable for the penal action under the provisions of the N.I. Act. It is settled law that strict interpretation is required to be given to penal statutes. ...... As rightly pointed out by learned senior counsel for the appellant, the interpretation sought to be advanced by the respondents would add words to Section 141 and extend the principle of vicarious liability to persons who are not named in it. In the case on hand, we are concerned with criminal liability on account of dishonour of a cheque. It primarily falls on the drawer, if it is a Company, then Drawer Company and is extended to the officers of the company. The normal rule in the cases involving criminal liability is against vicarious liability. To put it clear, no one is to be held criminally liable for an act of another. This normal rule is, however, subject to exception on account of specific provision being made in statutes extending liability to others. For example, Section 141 of the N.I. Act is an instance of specific provision that in case an offence under Section 138 is committed by a company, the criminal liability for dishonour of a cheque will extend to the officers of the company. As a matter of fact, Section 141 contains conditions which have to be satisfied before the liability can be extended. In as much as the provision creates a criminal liability, the conditions have to be strictly complied with. In other words, the persons who had nothing to do with the matter, need not be roped in. A company being a juristic person, all its deeds and functions are the result of acts of others. Therefore, the officers of the company, who are responsible for the acts done in the name of the company, are sought to be made personally liable for the acts which result in criminal action being taken against the company. In other words, it makes every person who, at the time the offence was committed, was in-charge of, and was responsible to the company for the conduct of business of the company, as well as the company, liable for the offence. It is true that the proviso to sub- section enables certain persons to prove that the offence was committed without their knowledge or that they had exercised all due diligence to prevent commission of the offence. The liability under Section 141 of the N.I. Act is sought to be fastened vicariously on a person connected with the company, the principal accused being the company itself. It is a departure from the rule in criminal law against vicarious liability. ... Mr. Mukul Rohtagi, learned senior counsel for respondent No.1, by drawing our attention to the definition of "person" in Section 3
(42)of the General Clauses Act, 1897 submitted that in view of various circumstances mentioned, the appellant herein being wife, is liable for criminal prosecution. He also submitted that in view of the explanation in Section 141
(2)of the N.I. Act, the appellant wife is being prosecuted as an association of individual. In our view, all the above contentions are unacceptable since it was never the case of respondent No.1 in the complaint filed before learned Magistrate that the appellant wife is being prosecuted as an association of individuals and, therefore, on this ground alone, the above submission is liable to be rejected. Since, this expression has not been defined, the same has to be interpreted ejusdem generis having regard to the purpose of the principle of vicarious liability incorporated in Section 141.In Gita Berry vs. Genesis Educational Foundation, 151
(2008)DLT 155, the petitioner therein was wife and she filed a petition under Section 482 of the Code seeking quashing of the complaint filed under Section 138 of the N.I. Act. The case of the petitioner therein was that the offence under Section 138 of the Act cannot be said to have been made out against her only on the ground that she was a joint account holder along with her husband. It was pointed out that she has neither drawn nor issued the cheque in question and, therefore, according to her, the complaint against her was not maintainable. Learned Single Judge of the High Court of Delhi, after noting that the complaint was only under Section 138 of the Act and not under Section 420 IPC and pointing out that nothing was elicited from the complainant to the effect that the petitioner was responsible for the cheque in question, quashed the proceedings insofar as the petitioner therein.In the light of the above discussion, we hold that under Section 138 of the Act, it is only the drawer of the cheque who can be prosecuted. In the case on hand, admittedly, the appellant is not a drawer of the cheque and she has not signed the same. A copy of the cheque was brought to our notice, though it contains name of the appellant and her husband, the fact remains that her husband alone put his signature. In addition to the same, a bare reading of the complaint as also the affidavit of examination-in- chief of the complainant and a bare look at the cheque would show that the appellant has not signed the cheque. We also hold that under Section 138 of the N.I. Act, in case of issuance of cheque from joint accounts, a joint account holder cannot be prosecuted unless the cheque has been signed by each and every person who is a joint account holder. The said principle is an exception to Section 141 of the N.I. Act which would have no application in the case on hand. The proceedings filed under Section 138 cannot be used as an arm twisting tactics to recover the amount allegedly due from the appellant. It cannot be said that the complainant has no remedy against the appellant but certainly not under Section 138. The culpability attached to dishonour of a cheque can, in no case "except in case of Section 141 of the N.I. Act" be extended to those on whose behalf the cheque is issued. This Court reiterates that it is only the drawer of the cheque who can be made an accused in any proceeding under Section 138 of the Act.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Urmila Kumari v. Rukmani Devi,
(2013)2 BankCas 644. Σε αυτήν ο παραπονούμενος καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ο παραπονούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο εφεσείοντας, μαζί με τη σύζυγό του, αποφάσισαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα και παρά το γεγονός ότι η επιταγή εκδόθηκε από τη σύζυγο του εφεσείοντα, εν τούτοις για τους σκοπούς του Άρθρου 138, θεωρείται και ο εφεσείοντας εκδότης της επιταγής η οποία δεν τιμήθηκε. Και τούτο γιατί ο εφεσείοντας ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού, από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν υπόγραψε την επίδικη επιταγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Δελχί (Delhi High Court) ανέφερε ξεκάθαρα ότι το λεκτικό του Section 38 του Negotiable Instruments Act, αναφέρει ότι, ποινικά υπεύθυνος είναι μόνο ο εκδότης της επιταγής και με δεδομένο ότι τα ποινικά νομοθετήματα θα πρέπει να ερμηνεύονται με την αυστηρή τους έννοια, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να διαβάσει οτιδήποτε στο Άρθρο 138, το οποίο καταστά ποινικά υπεύθυνο ένα πρόσωπο το οποίο δεν υπόγραψε την επιταγή, αλλά είναι ποινικά υπεύθυνος, απλά και μόνο επειδή είναι συνδικαιούχος του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή. Ενόψει των πιο πάνω και αντλώντας καθοδήγηση από τα πιο πάνω άρθρα, τα νομικά συγγράμματα και τις σχετικές αυθεντίες είναι η κατάληξη μου ότι από τη στιγμή που η κατηγορούμενη δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή δεν θεωρείται εκδότης της και συνεπακόλουθα δεν πληρείται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. H πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει εμμέσως έρεισμα, παρά το γεγονός ότι δεν αναπτύχθηκε εις βάθος το ζήτημα αυτό, μέσα από το δικαστικό λόγο στην υπόθεση Βούρας Γιάννης ν. Aνδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.)Γενικές Μεταφορές Λτδ και Άλλων
(2003)2 ΑΑΔ 135 όπου, μεταξύ άλλων, ο εφεσίβλητος 2 απαλλάχθηκε από το σταδιο του εκ πρώτης όψεως σε αδίκημα για ακάλυπτες επιταγές στη βάση του ότι δεν αποδείχθηκε η έκδοση της επίδικης επιταγής. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου έχει παραπέμψει το Δικαστήριο στην υπόθεση ΜΑΥΡΟΥΔΗ ν. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 156/18, 21/2/201 με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα που έχει στην κατοχή της η τράπεζα δεν έχει καμία σημασία εφόσον το δείγμα που έχουν οι τράπεζες στην κατοχή τους εξυπηρετεί τους σκοπούς τους και όχι το Νόμο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν πρέπει να προσδώσει οποιαδήποτε σημασία στο γεγονός ότι η τράπεζα τοποθέτησε σφραγίδα ότι η υπογραφή διαφέρει από τη στιγμή που αυτή φέρει «όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της επιταγής» και ότι με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα και υπόσταση της επίδικης επιταγής. Τα γεγονότα όμως στην εν λόγω υπόθεση ήταν εντελώς διαφορετικά. Και τούτο γιατί αποτελούσε εύρημα του Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση, σε αντίθεση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι ο εφεσείων υπέγραψε την επίδικη επιταγή και ότι ουδέποτε προέβαλε τέτοια θέση ότι δεν είναι αυτός που την υπέγραψε αλλά ούτε και έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην κατάθεση της. Όπως έχω αναφέρει κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι η επιταγή δεν φέρει την υπογραφή της κατηγορουμένης. Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω η κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης δεν έχει στοιχειοθετηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ως εκ τούτου αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. Τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούμενης και εναντίoν του παραπονουμένου ως αυτά θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή. [2] ''No person is liable as drawer indorses, or acceptor of a bill who has not signed it as such.″ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο