← Κύπρος

Γεωργίου ν. Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 16883/2014, 10/9/2020

Γεωργίου ν. Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 16883/2014, 10/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16883/2014 Μεταξύ: XXXXX Γεωργίου, από τη Λευκωσία Παραπονούμενος εναντίον XXXXX Χαραλάμπους (ΑΔΤ XXXXX7947), XXXXX 23, XXXXX, Λευκωσία Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10.9.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Παπαλοΐζου Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Κλαΐδη Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 και του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 10.2.2012 στη Λευκωσία ενώ είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και δεν είχε αποκατασταθεί, εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο ύψους €35.000 δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου χωρίς προηγουμένως να πληροφορήσει τον παραπονούμενο ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την αίτηση αριθμός 65/
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσής του ο παραπονούμενους κάλεσε 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος ο οποίος κατέθεσε γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι ήταν φίλος του κατηγορούμενου για αρκετά χρόνια και γνώριζε ότι αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ισχυρίστηκε ότι περί τον Φλεβάρη του 2012 ο κατηγορούμενος του ζήτησε και εκείνος του δάνεισε το ποσό των €35.000 σε μετρητά. Προς απόδειξη της συναλλαγής τους ο κατηγορούμενος στις 10.2.2012 υπέγραψε σχετικό έγγραφο αναγνώρισης της οφειλής του στην παρουσία δύο μαρτύρων. Κατέθεσε το εν λόγω έγγραφο ως τεκμήριο
  3. Ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι ήταν πτωχεύσας κατόπιν σχετικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στην αίτηση πτώχευσης με αριθμό 65/
  4. Ισχυρίστηκε επίσης πως επειδή ο κατηγορούμενος δεν του εξόφλησε το ποσό του δανείου αναζήτησε νομική συμβουλή και τότε ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας από το έτος
  5. Ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος του απάντησε πως γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας αλλά ισχυρίστηκε πως δεν του το απέκρυψε εσκεμμένα επειδή δεν το θεώρησε σημαντικό λόγω του γεγονότος ότι είχαν παρέλθει πάρα πολλά χρόνια από τότε και λόγω των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το ως άνω χρέος του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης του κατέβαλε το ποσό των €3.700 και ότι του παρέδωσε μία επιταγή ημερομηνίας 30.6.2016 για το ποσό των €20.000 η οποία είχε εκδοθεί από κάποιο φίλο του κατηγορούμενου με το όνομα Νίκος Δημητρίου. Η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε Κ.Α.Π.». Αντίγραφο της εν λόγω επιταγής καταχωρήθηκε ως τεκμήριο
  6. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε, απαντώντας σε ερωτήσεις που του υπέβαλε ο δικηγόρος του, ότι έδωσε το ποσό των €35.000 στον κατηγορούμενο στην παρουσία δύο κοινών γνωστών τους, του Φώτη Μάντη και του Δημήτρη Γρηγορίου. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο Δημήτρης Γρηγορίου απεβίωσε πριν περίπου 1,5 χρόνο. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €3.700 καταβλήθηκε απευθείας στον ίδιο και όχι σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ίδιο συνέβη και με την επιταγή τεκμήριο 3 η οποία δόθηκε προσωπικά στον ίδιο για σκοπούς διευθέτησης της παρούσας υπόθεσης. Επειδή όμως η επιταγή δεν τιμήθηκε έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να προχωρήσει με την υπόθεση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε δάνειο μέσω τρίτων προσώπων και τελικά εκείνος ήταν που έδωσε στον κατηγορούμενο τις €35.000 ως δάνειο. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε αποταθεί προηγουμένως για δάνειο στον κ. XXXXX Μάντη αλλά αρνήθηκε υποβολή της δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι ο κ. XXXXX Μάντης ήταν το πρόσωπο που έδωσε στον κατηγορούμενο το δάνειο και όχι ο ίδιος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σε συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο του ανέφερε πως έμαθε ότι ήταν πτωχεύσας και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι το γνώριζε πως ήταν πτωχεύσας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά το έτος 2012 ασχολείτο με εμπόριο κρεάτων και το ποσό το οποίο δάνεισε στον κατηγορούμενο προερχόταν από δικές του οικονομίες και χρήματα της εργασίας του. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Μάντης. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο
  7. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε στο γραφείο του παραπονούμενου όταν ο τελευταίος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €35.
  8. Ισχυρίστηκε ότι ο XXXXX Γρηγορίου ο οποίος υπέγραψε ως ένας από τους μάρτυρες στο τεκμήριο 1 δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι φίλος του κατηγορούμενου τον οποίο γνώρισε πριν από περίπου 30 χρόνια. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος είχε οικονομικά προβλήματα κατά το έτος
  9. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του δώσει δανεικά επειδή όμως ο ίδιος δεν είχε λεφτά για να τον δανείσει διευθέτησε συνάντηση του κατηγορούμενου με τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε ότι η συνάντηση έγινε στο γραφείο του παραπονούμενου στην οδό XXXXX 2 στη Λακατάμεια και ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €35.000 σε χαρτονομίσματα. Ισχυρίστηκε ότι δεν τον αφορούσε το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας και ότι ο ίδιος είδε τη συναλλαγή και υπέγραψε το τεκμήριο
  10. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος κάποτε του έδωσε το ποσό των €1.000 το οποίο παρέδωσε στον παραπονούμενο. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Βαρνάβας ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο κ. Βαρνάβας κατέθεσε ως τεκμήριο 5 τον φάκελο της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 65/86 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω φάκελος αφορά μια αίτηση πτώχευσης η οποία καταχωρήθηκε στις 27.6.1986 αναφορικά με τον XXXXX Χαραλάμπους. Ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης στις 27.6.1986 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και ακολούθως στις 26.9.1986 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το διάταγμα πτώχευσης δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.10.1986 και ότι η δημοσίευση του διατάγματος παραλαβής που προηγήθηκε δημοσιεύτηκε στις 4.7.
  11. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στον εν λόγω φάκελο τεκμήριο 5 βρίσκεται καταχωρημένη μια αίτηση αποκατάστασης του πτωχεύσαντος η οποία καταχωρήθηκε στις 8.9.
  12. Ισχυρίστηκε τέλος ότι στον εν λόγω φάκελο δεν υπάρχει καταχωρημένο οποιοδήποτε διάταγμα αποκατάστασης του πτωχεύσαντος ή ακύρωσης του διατάγματος με το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι στο διάταγμα πτώχευσης ημερομηνίας 26.9.1986 δεν αναγράφεται ότι ο XXXXX Χαραλάμπους ήταν παρών κατά την έκδοση του, καθώς επίσης ότι δεν φαίνεται από το τεκμήριο 5 να υπάρχει προσωπική επίδοση του διατάγματος πτώχευσης στον πτωχεύσαντα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σύμφωνα με το πρακτικό ημερομηνίας 15.10.1990 η αίτηση αποκατάστασης που είχε καταχωρηθεί απορρίφθηκε και πως παρόντες στο Δικαστήριο την εν λόγω ημερομηνία ήταν ο πτωχεύσας και ο δικηγόρος του. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χρύσανθου ο οποίος είναι λειτουργός στο Τμήμα Αφερεγγυότητας και σύμφωνα με τα καθήκοντά του είναι εξεταστής πτωχεύσεων και εκκαθαρίσεων. Ισχυρίστηκε ότι ο φάκελος της πτώχευσης με αριθμό 65/1986 αφορά τον XXXXX Χαραλάμπους με αριθμό ταυτότητας XXXXX
  13. Σύμφωνα με τον φάκελο που έχει στην κατοχή του η αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε στις 21.6.1986 από τον κ. XXXXX Χαραλάμπους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του XXXXX Χαραλάμπους εκδόθηκε στις 27.6.1986 και ότι δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 4.7.
  14. Αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας κατέθεσε ως τεκμήριο 7 και αντίγραφο του σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 27.6.1986 ως τεκμήριο
  15. Ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής παραδόθηκε στον XXXXX Χαραλάμπους το σχετικό έντυπο με το οποίο πληροφορήθηκε τις υποχρεώσεις του έναντι του Επίσημου Παραλήπτη και με το οποίο του ζητήθηκε να δώσει πληροφορίες σχετικά με την περιουσία του. Αντίγραφο του σχετικού εντύπου κατατέθηκε ως τεκμήριο
  16. Ο XXXXX Χαραλάμπους δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του και ως εκ τούτου ο Επίσημος Παραλήπτης καταχώρησε σχετική αίτηση για να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διαταχθεί ο XXXXX Χαραλάμπους να ετοιμάσει και υποβάλει στον Επίσημο Παραλήπτη έκθεση κατάστασης της περιουσίας του και να συμπληρώσει την προκαταρτική του εξέταση σχετικά με τις υποθέσεις του που αφορούν την πτωχευτική διαδικασία. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης ημερομηνίας 16.7.1986 κατατέθηκε ως τεκμήριο
  17. Ως τεκμήριο 11 κατέθεσε αντίγραφο της προκαταρτικής εξέτασης του χρεώστη και στη συνέχεια ο Επίσημος Παραλήπτης αιτήθηκε όπως ο XXXXX Χαραλάμπους κηρυχθεί σε πτώχευση. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης ημερομηνίας 18.7.1986 κατατέθηκε ως τεκμήριο
  18. Στις 26.9.1986 που η εν λόγω αίτηση ήταν ορισμένη, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο XXXXX Χαραλάμπους κηρύχθηκε σε πτώχευση. Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος μαζί με αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας στην οποία δημοσιεύτηκε, σημειώθηκε ως τεκμήριο
  19. Η πρώτη συνέλευση των πιστωτών έγινε στις 10.4.1987 στην παρουσία και του χρεώστη και το σχετικό πρακτικό ίδιας ημερομηνίας κατατέθηκε ως τεκμήριο
  20. Εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη καταχωρήθηκε στις 4.9.1990 αίτηση αποκατάστασης του πτωχεύσαντος η οποία ορίστηκε στις 15.10.
  21. Η εν λόγω αίτηση αντίγραφο της οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 16 απορρίφθηκε στις 15.10.1990 και εκείνη την ημέρα παρόντες στο Δικαστήριο ήταν ο πτωχεύσας και ο δικηγόρος του. Αντίγραφο του Διατάγματος ημερομηνίας 15.10.1990 κατατέθηκε ως τεκμήριο
  22. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο πτωχεύσας αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στις 7.11.2015 και κατέθεσε ως τεκμήριο 19 αντίγραφο του σχετικού εγγράφου το οποίο τηρείται στα αρχεία της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι εξεταστής της υπόθεσης για την οποία έδωσε μαρτυρία ήταν ο κ. XXXXX Νικολαΐδης ο οποίος αφυπηρέτησε και ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά προσωπική ανάμειξη με όσα έγιναν το έτος
  23. Ισχυρίστηκε επίσης ότι παρουσίασε τον φάκελο της Υπηρεσίας του και ότι στο τεκμήριο 18 δεν αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας του προσώπου το οποίο αφορά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στον εν λόγω φάκελο δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη ότι τα τεκμήρια 16, 17 και 18 είχαν επιδοθεί σε κάποιο XXXXX Χαραλάμπους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ούτε στο Διάταγμα κήρυξης πτώχευσης τεκμήριο 13 αναγράφεται ο αριθμός της ταυτότητας του προσώπου που αυτό αφορά. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ούτως ώστε αυτός να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε και ένα μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τον παραπονούμενο και αρνήθηκε επίσης ότι στις 10.2.2012 έλαβε το ποσό των €35.
  24. Δήλωσε ότι έλαβε το εν λόγω ποσό από τον κ. Φώτη Μάντη καθώς επίσης ότι αγνοούσε ότι ήταν πτωχεύσας. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Δημητρίου. Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι φίλος του κατηγορούμενου ο οποίος του ανέφερε ότι χρωστούσε €20.000 στον XXXXX Γεώργιου ο οποίος του είχε δανείσει ορισμένα λεφτά. Για να προχωρούσε ο XXXXX να αποσύρει την υπόθεση που είχε εναντίον του XXXXX ο τελευταίος τον παρακάλεσε να δώσει μία δική του επιταγή στον XXXXX Γεωργίου για το εν λόγω ποσό η οποία θα ήταν πληρωτέα σε 2 χρόνια από την ημέρα της έκδοσής της. Συμφώνησαν κατά την εν λόγω περίοδο να δίδει ο XXXXX κάθε μήνα το ποσό των €500,00 στον παραπονούμενο. Αναγνώρισε ότι για την εν λόγω επιταγή η οποία δεν τιμήθηκε ο XXXXX Γεωργίου καταχώρησε την ποινική υπόθεση XXXXX/2016 αντίγραφο του κατηγορητηρίου της οποίας είχε καταχωρηθεί ως τεκμήριο
  25. Μετά την καταχώρηση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης εναντίον του ιδίου, τον επισκέφθηκε ο XXXXX και του είπε ότι ξεκίνησε να δίνει κάποια λεφτά προς τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο εξέδωσε την επιταγή του προς τον παραπονούμενο ήταν για να την έχει ως εγγύηση ότι ο κατηγορούμενος θα πλήρωνε τον XXXXX τα λεφτά που του χρωστούσε και εκείνος θα απέσυρε την υπόθεση που είχε καταχωρίσει εναντίον του. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε στο εστιατόριό του και του ανέφερε ότι χρωστούσε στον XXXXX Γεωργίου το ποσό των €20.
  26. Η συμφωνία τους ήταν να δώσει ο ίδιος ως εγγύηση μία μεταχρονολογημένη επιταγή η οποία θα ήταν πληρωτέα σε 2 χρόνια για να δοθεί με αυτό τον τρόπο χρόνος στον κατηγορούμενο να εξοφλήσει τον παραπονούμενο καταβάλλοντάς του μηνιαίως το ποσό των €500,
  27. Ήταν ενήμερος ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούσε ποινική υπόθεση η οποία για να αποσυρόταν έπρεπε να δοθεί το ως άνω ποσό. Ισχυρίστηκε πως όταν ρωτούσε τον κατηγορούμενο εκείνος του απαντούσε ότι έδινε λεφτά και μία φορά ήταν και ο ίδιος παρών όταν ο κατηγορούμενος έδωσε ένα ποσό. Μετά που παρουσιάστηκε μαρτυρία και από τις 2 πλευρές η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Παπαλοΐζου εισηγήθηκε ότι ο παραπονούμενος απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε από αυτό πίστωση αποκρύπτοντάς του ότι είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του και ότι απέδειξε την υπόθεσή του στον απαιτούμενο βαθμό. Η κα Κλαΐδη από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 είναι εξ ακοής και δεν πρέπει να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Εισηγήθηκε επίσης ότι από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν από τους πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίας δεν προκύπτει ταυτοποίηση του ατόμου που αναφέρεται σε αυτά με τον κατηγορούμενο. Εισηγήθηκε επίσης ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να τεκμηριωθεί θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις τους τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετικό είναι το άρθρο 117 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 ως αυτό είχε πριν την τροποποίησή του από τον Ν.61(Ι)/2015 αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας ο κρίσιμος χρόνος ανάγεται στον Φεβρουάριο του
  28. Το εν λόγω άρθρο είχε ως εξής: «Εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντες που δεν αποκαταστάθηκαν 117 Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη». Προκύπτει από το ως άνω άρθρο ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η εξασφάλιση πίστωσης μέχρι δέκα λίρες ή πέραν των δέκα λιρών, β) από πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση και δεν αποκαταστάθηκε, γ) χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Ο νόμος απαιτούσε τότε όπως όταν ένα άτομο που βρίσκεται υπό πτώχευση και λαμβάνει πίστωση μέχρι ή πέραν των δέκα λιρών να πληροφορεί ότι είναι πτωχεύσας. Τίθεται επομένως από το άρθρο 117(α) του Κεφ. 5 μια υποχρέωση από τον νόμο, παράβαση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα. Κρίνω ότι το επίδικο αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (ΑESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 78/2014 και 79/2014, ημερομηνίας 3.9.2015) Αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας συναντάμε στο Αγγλικό Insolvency Act 1986, s. 360: "Section 360 is not subject to the defence of innocent intention under s.
  29. The offences re-enacted in s.360 have always been regarded as absolute. Thus, in Duke of Leinster

(1924)1 KB 311, it was held that D committed the offence even though his agent had been instructed to inform the creditor D' s status and had failed to do so'' (Blackstone's Criminal Practice, 2009 §B7.52). Ως αναφέρεται πιο πάνω η μόνη υπεράσπιση που μπορεί να επικαλεστεί ένας κατηγορούμενος όπως συνάγεται και από τη νομολογία, θα ήταν ότι δεν γνώριζε περί του γεγονότος της πτώχευσης (Χριστόφορου ν. Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ. 145). Σε περίπτωση που ο πτωχεύσας γνωρίζει περί του γεγονότος της πτώχευσής του, τότε σε κάθε περίπτωση που εξασφαλίζει πίστωση η οποία υπερβαίνει το καθορισμένο από τον νόμο ποσό θα πρέπει να πληροφορεί τον αντισυμβαλλόμενό του ότι είναι πτωχεύσας. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητα του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσης της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο παραπονούμενος είχε άμεση προσωπική εμπλοκή με όσα διαδραματίστηκαν και τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι λόγω της άμεσης εμπλοκής του με αυτά ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται καλά και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητική επάρκεια. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του ότι έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €35.000 σε μετρητά επιβεβαιώνονται και από την έγγραφη μαρτυρία την οποία παρουσίασε. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός του πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι ήταν πτωχεύσας είναι λογικός επειδή σε περίπτωση που πράγματι αυτό είχε συμβεί και συνεπώς το γνώριζε δεν θα επέλεγε να προχωρήσει σε εμπορική συναλλαγή με πρόσωπο το οποίο εξ ορισμού ήταν αφερέγγυο και δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει με αγωγή εναντίον του το λαβείν του. Είναι θεμιτό στα πλαίσια της οικονομικής ελευθερίας των συμβαλλομένων ο παραπονούμενος να ήθελε να εξασφαλίσει ότι ο κατηγορούμενος θα του επέστρεφε το ποσό το οποίο του δάνεισε και εάν πράγματι ο κατηγορούμενος τον είχε πληροφορήσει για τούτο δεν θα επέλεγε να προχωρήσει σε συναλλαγή μαζί του. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος στις 10.2.2012 παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €35.000 σε μετρητά και ότι υπέγραψε το τεκμήριο 1 ως μάρτυρας μαζί με τον XXXXX Γρηγορίου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται και από το σχετικό έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 καθώς επίσης και από τη μαρτυρία του παραπονούμενου την οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω αποδέχθηκα ως αξιόπιστη. Κρίνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να αδικήσει οποιονδήποτε από τους διάδικους οι οποίοι και οι 2 ήταν φίλοι του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν λογική και είχε συνοχή και ως εκ τούτου κρίνω ότι αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Κ.3 είναι ανεξάρτητος μάρτυρας πρωτοκολλητής του Ε. Δ. Λευκωσίας και δεν είχε κανένα λόγο να ευνοήσει οποιοδήποτε διάδικο με τη μαρτυρία του. Όσα ανέφερε προκύπτουν από τους σχετικούς φακέλους στους οποίους έχει πρόσβαση στα πλαίσια των καθηκόντων του. Οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου τεκμήριο 5 και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Δεν μου διαφεύγει ότι στην αίτηση η οποία βρίσκεται στον ως άνω φάκελο σημειώθηκε ως ημερομηνία καταχώρισης της η ημερομηνία 27.6.1985 και ότι η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αναφέρει ως ημερομηνία υποβολής της τις 21.6.1986. Κρίνω όμως ότι πρόκειται για αβλεψία αφού ο αριθμός της υπόθεσης είναι ο 65/1986 και είναι προφανές ότι η ορθή χρονολογία καταχώρισής της είναι το έτος 1986. Κρίνω ότι η ημερομηνία της καταχώρισης της αίτησης είναι αυτή που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Κρίνω επίσης ότι σε κάθε περίπτωση η ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος και ότι λόγω τούτου η ως άνω αβλεψία δεν επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.4 είναι επίσης ανεξάρτητος μάρτυρας λειτουργός στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και όσα κατέθεσε προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του. Οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια πολλά εκ των οποίων περιλαμβάνονται στον φάκελο της πτώχευσης αριθμός 65/1986 τεκμήριο 5 και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο να αναφέρω ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ήταν δικαίωμά του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Ως εκ τούτου δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα περιέχονται στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Ο Μ.Υ.1 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και δεν περιείχε αντιφάσεις. Ισχυρίστηκε πως ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι χρωστούσε στον παραπονούμενο το ποσό των €20.000 και ότι αυτός για να τον βοηθήσει στη σταδιακή αποπληρωμή του χρέους του προς τον παραπονούμενο εξέδωσε προς τον παραπονούμενο την επιταγή τεκμήριο
  1. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ο εν λόγω μάρτυρας βεβαίως δεν ήταν παρών στις 10.2.2012 που υπογράφηκε το τεκμήριο 1 και συνεπώς δεν είχε άμεση προσωπική γνώση όσων έλαβαν χώρα την εν λόγω ημερομηνία. Επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος χρωστούσε χρήματα στον παραπονούμενο. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο τα ακόλουθα είναι τα συμπεράσματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 21.6.1986 ο XXXXX Χαραλάμπους που διέμενε στην οδό XXXXX αρ. 23 στον XXXXX καταχώρησε στο Ε. Δ. Λευκωσίας την αίτηση πτώχευσης αρ. 65/86 με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε σχέση με την περιουσία του (αυτοπτώχευση). Στη σχετική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση ορκίστηκε ότι αδυνατεί να πληρώσει τις οφειλές του. Στις 27.6.1986 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και στις 26.9.1986 διάταγμα κήρυξής του σε πτώχευση. Στις 10.4.1987 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνέλευση των πιστωτών του και ο ίδιος ήταν παρών σε αυτή. Στις 24.2.1990 καταχωρήθηκε στον φάκελο της αίτησης πτώχευσης τεκμήριο 5 μία αίτηση ημερομηνίας 24.2.1990 στην οποία είναι επισυνημμένη ως «Παράρτημα Α» η προκαταρτική έκθεση του χρεώστη που αφορά η εν λόγω αίτηση. Η έκθεση αυτή αποτελείται από 19 φύλλα χαρτί και το τελευταίο φύλλο της υπογράφεται από τον χρεώστη XXXXX Χαραλάμπους. Στα υπόλοιπα 18 φύλλα υπάρχουν τα αρχικά του ήτοι τα γράμματα «Σ.Χ.» και στο πρώτο φύλλο αναγράφεται το όνομα του χρεώστη και ως αριθμός της ταυτότητας του ο αριθμός XXXXX
  2. Αναγράφεται επίσης στην εν λόγω έκθεση ως διεύθυνση διαμονής του η οδός XXXXX 23 στον XXXXX. Στο τεκμήριο 5 είναι καταχωρημένη επίσης η ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη Χαρ. Στυλιανίδη ημερομηνίας 22.9.1990 στην οποία ορκίστηκε ότι στις 20.9.1990 επέδωσε στον πτωχεύσαντα XXXXX Χαραλάμπους εξ XXXXX την αίτηση ημερομηνίας 4.9.1990 με την οποία ο Επίσημος Παραλήπτης ζητούσε την αποκατάσταση του ως άνω πτωχεύσαντα. Η εν λόγω αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 15.10.
  3. Η εν λόγω αίτηση που επιδόθηκε στον XXXXX Χαραλάμπους έχει επισυνημμένη σε αυτή σχετική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι ο εν λόγω πτωχεύσας κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 26.9.1986 και ότι είχε παραλείψει μέχρι τότε να αποταθεί για την αποκατάστασή του. Προκύπτει επίσης ότι στις 15.10.1990 ο ως άνω πτωχεύσας εμφανίστηκε στο Δικαστήριο εκπροσωπούμενος από δικηγόρο και ήταν παρών όταν στις 15.10.1990 η ως άνω αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Κρίνω ότι από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο XXXXX Χαραλάμπους που αφορά η εν λόγω αίτηση πτώχευσης με αριθμό με αριθμό 65/1986 του Ε. Δ. Λευκωσίας είναι ο κατηγορούμενος. Προέκυψε επίσης ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε το έτος 2012 οικονομικά προβλήματα και στις 10.2.2012 ο παραπονούμενος του δάνεισε το ποσό των €35.000 σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος προς αναγνώριση της λήψης εκ μέρους του τού ως άνω ποσού στην παρουσία του XXXXX Μάντη και XXXXX Γρηγορίου οι οποίοι υπέγραψαν ως μάρτυρες υπέγραψε το τεκμήριο
  4. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο το ως άνω ποσό θα ήταν πληρωτέο την ίδια ημέρα και θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως. Κρίνω ότι το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου και από αυτό προκύπτει ότι ο XXXXX Χαραλάμπους εξασφάλισε πίστωση ποσού πέραν των δέκα λιρών. Από το εν λόγω τεκμήριο 1 προκύπτει επίσης ότι ο XXXXX Χαραλάμπους ο οποίος το υπέγραψε και αναγνώρισε με αυτό τον τρόπο την εκ μέρους του λήψη του ποσού των €35.000 σε μετρητά είναι το πρόσωπο με ΑΔΤ XXXXX
  5. Το γεγονός ότι η ημερομηνία λήψης του ως άνω ποσού από τον κατηγορούμενο είναι η ίδια με την ημερομηνία κατά την οποία οφείλει να το καταβάλει στον δανειστή του κρίνω ότι δεν αποτελεί λόγο να μην θεωρηθεί ως έγκυρο το εν λόγω γραμμάτιο το οποίο πληροί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  6. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος είναι ο XXXXX Χαραλάμπους με ΑΔΤ XXXXX7947 ο οποίος καταχώρησε την αίτηση πτώχευσης με αριθμό 65/1986 με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί σε πτώχευση (αυτοπτώχευση). Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι εναντίον του είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης στην ως άνω αίτηση την οποία ο ίδιος είχε καταχωρήσει. Αυτό είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο προκύπτει από το γεγονός ότι ο ίδιος είχε υποβάλει την ως άνω αίτηση αλλά και από το γεγονός ότι στις 10.4.1987 ήταν παρών όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνέλευση των πιστωτών του. Το πιο πάνω συμπέρασμα προκύπτει επίσης και από το γεγονός ότι είχε πληροφορηθεί την κήρυξή του σε πτώχευση με την προς αυτό επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 4.9.1990 η οποία συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση στην οποία αναγράφεται ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση στις 26.9.
  7. Αυτό αποδείχθηκε επίσης και από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος του είχε παραδεχθεί ότι γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Κρίνω ότι η γνώση του κατηγορούμενου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση μπορεί να τεκμηριωθεί με κάθε ένα ξεχωριστά από όλα όσα ανέφερα πιο πάνω και ότι η προσωπική επίδοση του εν λόγω διατάγματος δεν ήταν αναγκαία ούτε και είναι ο μοναδικός τρόπος για να περιέλθει σε γνώση του το γεγονός της κήρυξής του σε πτώχευση. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της εξασφάλισης πίστωσης εκ μέρους του κατηγορούμενου κρίνω ότι το γραμμάτιο το οποίο υπέγραψε στις 10.2.2012 αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από τον παραπονούμενο το ποσό των €35.
  8. Κρίνω επίσης ότι η λήψη του ως άνω ποσού και η υπογραφή του εν λόγω γραμματίου αποτελεί πίστωση αφού με αυτό ο κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι έλαβε το εν λόγω ποσό και ταυτόχρονα και την υποχρέωση να το επιστρέψει μαζί με τόκο στον παραπονούμενο. Κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί και το τελευταίο συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος στις 10.2.2012 που έλαβε την ως άνω πίστωση παρέλειψε να πληροφορήσει τον παραπονούμενο ότι ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τους ισχυρισμούς του και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.