PRIME INSURANCE CO. LTD ν. V. MANTOYIANNAKOS INS. AGENTS LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης:26762/2014, 11/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B147 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:26762/2014 PRIME INSURANCE CO. LTD -και-
- V. MANTOYIANNAKOS INS. AGENTS LTD
- XXXXX ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11/9/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Χ. Χρυσάνθου μαζί με κα Κωμοδρόμου Για Κατηγορούμενους: Ο κ. Καρεκλάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορούμενη, ιδιωτική εταιρεία η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ασφαλιστικός πράκτορας και αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας Prime Insurance Co. Ltd (στο εξής καλούμενη «η παραπονούμενη») αντιμετωπίζει στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση 25 κατηγορίες. Όλες οι κατηγορίες (1η, 3η, 5η , 7η, 9η, 11η, 13η, 15η, 17η, 19η, 21η, 23η, 25η, 27η, 29η, 31η, 33η, 35η, 37η, 39η, 41η, 43η, 45η, 47η,) πλην της 49ης κατηγορίας αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι η 1η κατηγορούμενη τις ανακάλεσε (stop payment) χωρίς εύλογη αιτία. Η δε 49η κατηγορία αφορά το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της 1ης κατηγορούμενης. Το ύψος των εκδοθείσων επιταγών ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €560.067,
- Ο δε 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης, ισάριθμες κατηγορίες και κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην 1η κατηγορούμενη ώστε αυτή να διαπράξει τα πιο πάνω αδικήματα. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, αφότου εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο, ότι όλες οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 9-34) έχουν εκδοθεί από την 1η κατηγορούμενη προς όφελος της παραπονούμενης και όλες δε φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου. Με οδηγίες της 1ης κατηγορούμενης, διαμέσου του 2ου κατηγορούμενου, προς τη Societe Generale Βank-Cyprus Ltd (στο εξής καλούμενη «η Societe»), έχουν όλες ανακληθεί, πλην της επιταγής που αφορούν την 49η κατηγορία (Τεκμήριο 10) η οποία επιστράφηκε πίσω, λόγω μη επαρκών υπολοίπων της 1ης κατηγορούμενης. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, όπως πρκύπτει μέσα από τα αναντίλεκτα γεγονότα, ότι η παραπονούμενη σύνηψε στις 25.9.08 σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα (Τεκμήριο 5) με την 1η κατηγορούμενη, βάση της οποίας η τελευταία διορίζετο ασφαλιστικός πράκορας της παραπονούμενης. Με την εν λόγω συμφωνία η 1η κατηγορούμενη ανέλαβε να διεξάγει εκ μέρους της παραπονούμενης εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης λαμβάνοντας και την ανάλογη προμήθεια. Η εν λόγω σύμβαση υπεγράφη από την Demco Insurance Ltd η οποία ακολούθως συγχωνεύτηκε με την παραπονούμενη (Τεκμήριο 2). Πριν την κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας υπεγράφη, αρχικά, άλλη προγενέστερη συμφωνία μεταξύ της παραπονούμενης και του 2ου κατηγορούμενου προσωπικά (Τεκμήριο 3), η οποία στη συνέχεια αντικατάστάθηκε με την πιο πάνω συμφωνία. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας. Είναι επίσης αποδεκτό περαιτέρω ότι, πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών, η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε και παράδοσε υπογεγραμμένα γραμμάτια (Τεκμήριο 43) προς τη παραπονούμενη. Είναι η θέση, συνοπτικά, της κατηγορούσας αρχής ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος και προς εξόφληση των οφειλομένων ποσών της 1ης κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, θέση της υπεράσπισης ότι η 1η κατηγορούμενη δεν οφείλει οποιαδήποτε ποσά προς την παραπονούμενη και ότι η τελευταία την χρεώνε με παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις. Τις δε επίδικες επιταγές της εξέδωσε όχι γιατί αναγνώρισε το χρεωστικό της υπόλοιπο προς παραπονούμενη αλλά τις εξέδωσε αφενός μόνο για λογιστικούς σκοπούς με στόχο να βοηθήσει την παραπονούμενη και αφετέρου αυτή ήταν η σύνηθης και εμπορική πρακτική των μερών στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας. Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η παραπονούμενη κάλεσε 3 μάρτυρες, τον XXXXX Ιακωβίδη (Μ. Κ 1), οικονομικό διευθυντή της, τον XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Κ 2), τραπεζικό λειτουργό στην τράπεζα Societe και τον XXXXX Αγαπίου (Μ. Κ 3), πρώην οικονομικό διευθυντή της παραπονούμενης. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, τους κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(Β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο
- Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, καλώντας επίσης και έναν μάρτυρα υπεράσπισης, τον XXXXX Τσιοκκά, (Μ.Υ 2), επίσης τραπεζικό λειτουργό στη Societe. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής με την υπογραφή της σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα η παραπονούμενη άνοιξε στο όνομα της 1ης κατηγορούμενης κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Η εν λόγω κατάσταση χρεωνόταν με τα καθαρά ασφάλιστρα των ασφαλιστηρίων που εξέδιδε η παραπονούμενη, με τη διαμεσολάβηση της 1ης κατηγορούμενης, σε πελάτες της και πιστώνονταν με τις πληρωμές της τελευταίας προς την παραπονούμενη. Καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας η 1η κατηγορούμενη παρουσίαζε μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα. Προς το σκοπό αυτό έλαβαν χώρα, μεταξύ των μερών, διάφορες συναντήσεις με σκοπό να διευθετηθούν οι οποιεσδήποτε εκκρεμότητες όπου και λήφθηκαν αποφάσεις για αποπληρωμή του υπολοίπου (Τεκμήριο 7) χωρίς όμως η 1η κατηγορούμενη να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Περί τις 12.6.12 μεταξύ των μερών έλαβε χώρα και νέα συνάντηση όπου εν τέλει συμφωνήθηκε η εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που διατηρούσε η 1η κατηγορούμενη μέχρι και την 31/05/
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία το συνολικό οφειλόμενο ποσό της 1ης κατηγορούμενης ανερχόταν στο €1.014.557,
- Στην εν λόγω συνάντηση, η 1η κατηγορούμενη, διαμέσου του 2ου κατηγορούμενου, αποδέχθηκε την αποπληρωμή του, πλέον τόκους, με την καταβολή μηνιαίων δόσεων ύψους €19.371,23 έκαστης από την 31/07/2012 μέχρι 31/12/2013 και ακολούθως από τις 31/01/2014 την καταβολή μηνιαίας δόσης ύψους €25.
- Οι πιο πάνω πληρωμές θα καταβάλλοντο με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε και παράδωσε προς την παραπονούμενη 14 επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 10 έως 24). Λόγω του όμως ότι το τραπεζικό βιβλιάριο έκδοσης επιταγών, δεν είχε άλλες επιταγές, ο 2Ος κατηγορούμενος στις 27/06/2012, εξέδωσε και παρέδωσε τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές. Η 1η και 2η επιταγή, οι οποίες εκδόθηκαν, πληρώθηκαν με μετρητά από τον 2ο κατηγορούμενο, μετά από απαίτηση του ιδίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου. Η επόμενη επιταγή, (Τεκμήριο 10), δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ενώ όλες οι υπόλοιπες επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν. Η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και της 1ης κατηγορούμενης τερματίστηκε την 25/09/2012 (Τεκμήριο 8), λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης και μη τήρησης των πιο πάνω συμφωνηθέντων από την 1η κατηγορούμενη. Οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενος ως προς τον λόγο που η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) που κατατέθηκε αφορά συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι την χρονική περίοδο που θα κάλυπτε ολόκληρη τη συνεργασία των μερών, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι η εν λόγω κατάσταση αφορά κυρίως τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών μέχρι και τον τερματισμό της μεταξύ των μερών συνεργασίας. Ανάφερε περαιτέρω ότι ουδέποτε ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης πιστώθηκε με ασφάλιστρα (ύψους €140.000) τα οποία ακυρώθηκαν. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι η παραπονούμενη δεν νομιμοποιείται να αξιώνει από την 1η κατηγορούμενη το ποσό των €334.479 επειδή οι εν λόγω χρεώσεις αφορούν την περίοδο που ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε άδεια να διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες και ως εκ τούτου η αρχική σύμβαση που κατάρτισε με την παραπονούμενη ήταν άκυρη, προσθέτοντας ότι ήταν ο ίδιος ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος εισέπραττε τα εν λόγω χρήματα, τα οποία ακολούθως τα πίστωνε στη παραπονούμενη. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι η 1η κατηγορούμενη χρεώθηκε με παράνομες χρεώσεις (ύψους €64.293,86) και ότι το ποσό αυτό θα έπρεπε να χρεωθεί απευθείας στους πελάτες της προσθέτοντας ότι η συνεργασία της παραπονούμενης ήταν με την 1η κατηγορούμενη και όχι με αυτούς. Ανάφερε περαιτέρω ότι η 1η κατηγορούμενη με την όλη συμπεριφορά της μέχρι και σήμερα ουδέποτε αμφισβήτησε τις οποιεσδήποτε χρεώσεις της παραπονούμενης. Αντίθετα μάλιστα στις διάφορες συναντήσεις που μεσολάβησαν, με την υπογραφή του Τεκμηρίου 7, με την έκδοση των γραμματίων και των επίδικων επιταγών η 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε τα οφειλόμενα ποσά. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η 1η κατηγορούμενη εξόφλησε πλήρως την παραπονούμενη ήταν η θέση του εν λόγω μάρτυρα πως για τις οποιεσδήποτε πληρωμές προέβαινε η 1η κατηγορούμενη αυτές πιστώνονταν και αφαιρούνταν από το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο της. Αρνήθηκε το γεγονός ότι από το υπολοιπόμενο οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να αφαιρεθεί η συνολική αξία των γραμματίων προβάλλοντας την θέση ότι αυτά ουδέποτε έχουν πληρωθεί και εξοφληθεί από την 1η κατηγορούμενη και για το λόγο αυτό εκκρεμεί και πολιτική αγωγή ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου. Τέλος ήταν η θέση του ότι τα ποσά που οφείλει η 1η κατηγορούμενη τα έχει εισπράξει από τους πελάτες της και ουδέποτε τα έδωσε ως όφειλε στην παραπονούμενη. Ο Μ.Κ 2 ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι είναι τοποθετημένος από το 2008 στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Societe. Ανάφερε ότι 1η κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν πελάτης στην πιο πάνω τράπεζα όπου και διατηρούσε 2 λογαριασμούς, έναν τρεχούμενο (Τεκμήριο 38) και έναν τρεχούμενο με όριο (Τεκμήριο 39). Ο λογαριασμός ορίου το 2008 είχε πιστωτικό όριο €50.000 το οποίο μειώθηκε το 2011 σε €9.
- Ακολούθως ακυρώθηκε το οποιοδήποτε όριο του εφόσον ο εν λόγω λογαριασμός συνεχώς βρισκόταν υπέρβαση. Στις 12/06/2012, το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ανήλθε στο ποσό των €42.016,
- Επιβεβαίωσε ότι η 1η κατηγορούμενη ενημερώνοταν για το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού της. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο τρεχούμενος λογαριασμός (χωρίς όριο) δεν είχε οποιοδήποτε υπόλοιπο εφόσον αυτός είχε ανοιχθεί μετά τον Ιούνιο του
- Επιβεβαίωσε ότι κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες οι επίδικες επιταγές ο λογαριασμός ορίου δεν είχε οποιαδήποτε διαθέσιμα κεφάλαια. Υπογραφέας του λογαριασμού ήταν ο 2ος κατηγορούμενος κατατέθοντας και σχετικό δείγμα υπογραφής (Τεκμήριο 40). Επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες επιταγές, πλην του Τεκμήριου 10, έχουν ανακληθεί και κατάθεσε προς τον σκοπό αυτόν δέσμη εντύπων (Τεκμήριο 41) τα οποία αποτελούν εντολές της 1ης κατηγορούμενης προς την τράπεζα για την ανάκληση τους. Εξήγησε ότι ως λόγος ανάκλησης που δόθηκε από την 1η κατηγορούμενη ήταν ο "Αλλος λόγος" ο οποίος εμφανίζεται ως τρίτη επιλογή στα πιο πάνω έντυπα. Τέλος επιβεβαίωσε ότι οι ανακλήσεις των επίδικων επιταγών έγιναν αφότου κατατέθηκαν οι επίδικες επιταγές για πληρωμή και αφότου ειδοποιήθηκε ο 2ος κατηγορούμενος από την τράπεζα ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι οι κατηγορούμενοι ανακάλεσαν τις επίδικες επιταγές πριν την κατάθεσή τους για πληρωμή, προσθέτοντας ότι ο ίδιος ειδοποίησε πολλές φορές μετά την κατάθεση για πληρωμή των επίδικων επιταγών, προσωπικά τον 2ο κατηγορούμενο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 42). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ανάφερε ότι, στα πλαίσια της μεταξύ των μερών συνεργασίας, η 1η κατηγορούμενη είχε αφενός μεγάλο χαρτοφυλάκιο, πλην όμως δεν ήταν τυπική στην παραπονούμενη ως προς τις πληρωμές της. Ενδεικτικό της αποδοχής του μεγάλου ύψους των οφειλών της ήταν ότι η 1η κατηγορούμενη υπόγραψε γραμμάτια σύνηθους τύπου (Τεκμήρια 43) τον Μάρτιο του 2010 μετά την συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 14/03/2012 όπου η 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε ότι οφείλει ποσά προς την παραπονούμενη (Τεκμήριο 7). Τα εν λόγω γραμμάτια αφορούσαν οφειλές της 1ης κατηγορούμενης μέχρι την 31/12/2009, συνολικού ύψους €283.672,
- Ήταν η θέση του ότι τα εν λόγω γραμμάτια ουδέποτε εξοφλήθηκαν. Η παραπονούμενη προσπαθούσε με διάφορες συναντήσεις που πραγματοποιούσε με την 1η κατηγορούμενη, στις οποίες και ο ίδιος ήταν παρών, να εξεύρει τρόπους ώστε η τελευταία να εξοφλήσει τις οφειλές της εφόσον η 1η κατηγορούμενη δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα να αυξηθεί το υπόλοιπο της. Εν όψει του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, διευθετήθηκε ξανά τον Ιούνιο νέα συνάντηση μεταξύ των μερών, όπου και πάλι ήταν παρών ο ίδιος. Στην εν λόγω συνάντηση συμφωνήθηκε η εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που διατηρούσε η 1η κατηγορούμενη κατά την 31/05/
- Η 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού, με την έκδοση των επίδικων επιταγών. Οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στον ίδιο από τον 2ο κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι το υπόλοιπο των κατηγορούμενων προς την παραπονούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των γραμματίων, ανερχόταν στο ποσό των €283.672,
- Αρνήθηκε το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα όφειλε λιγότερα χρήματα από το πιο πάνω ποσό, ως επιβεβαιώνεται και από την κατάσταση λογαριασμού που αποστάληκε στην 1η κατηγορούμενη (Τεκμηρίο 44), προσθέτοντας ότι η εν λόγω κατάσταση δεν είναι πλήρης εφόσον η 1η κατηγορούμενη είχε και άλλους λογαριασμούς, πέραν από αυτόν, στον οποίο πιστώνονταν οι μεταχρονολογημένες επιταγές και τα γραμμάτια τα οποία εξέδωσε η 1η κατηγορούμενη. Διευκρίνισε περαιτέρω πως το υπόλοιπο που αναγράφεται στο Τεκμήριο 44 και 45 αφορούσε αποκλειστικά τον τρεχούμενο λογαριασμό της παραπονούμενης. Επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες επιταγές συμπεριλήφθηκαν στην συγκεντρωτική κατάσταση του Τεκμηρίου
- Επανέλαβε τη θέση ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι δεν οφείλουν τα οφειλόμενα ποσά, αντίθετα ήταν η θέση του ότι οι κατηγορούμενοι αναγνώρισαν τις οφειλές τους τόσο με την υπογραφή των γραμματίων όσο και με την έκδοση των επίδικων επιταγών. Ανάφερε πως τα γραμμάτια που εξέδωσε η 1η κατηγορούμενη ουδέποτε έχουν πληρωθεί και αυτός ήταν ο λόγος που δεν αφαιρέθηκε η αξία τους από το χρεωστικό υπόλοιπο της 1ης κατηγορουμένης. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που ανακλήθηκαν οι επιταγές, ήταν γιατί υπήρξε διαφορά ως προς το ποιο ήταν το ακριβές υπόλοιπο της 1ης κατηγορούμενης, προσθέτοντας ότι όταν η παραπονούμενη πληροφορήθηκε ότι οι επιταγές είχαν ανακληθεί, ο 2ος κατηγορούμενος τους ζητούσε πίστωση χρόνου ώστε να της εξοφλήσει. Δεν συμφώνησε με τη θέση ότι η παραπονούμενη χρέωνε αδικαιολόγητα ποσά την παραπονούμενη και αρνήθηκε ότι το τελικό υπόλοιπο στις 31/05 ως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού είναι πλασματικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε τα εν λόγω γραμμάτια λόγω εκβιασμού του από την παραπονούμενη, αναφέροντας ότι οι υπογραφές των γραμματίων ήταν το προϊόν ελεύθερης βούλησης του. Τέλος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο 2ος κατηγορούμενος με σχετικές επιστολές του προς την παραπονούμενη, διαμαρτυρήθηκε για τις παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις της. Ο 2ος κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή πολυσέλιδη δήλωση (Τεκμήριο 49). Σημειώνω εξ αρχής ότι πλείστο μέρος αυτής δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης αλλά αφορά γενικότερα τη μορφή συνεργασίας που είχαν τα δύο μέρη. Συνοψίζοντας αυτήν είναι η θέση του 2ου κατηγορούμενου, ότι η έκδοση των επιταγών δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση αναγνώριση οποιασδήποτε οφειλής της 1ης κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη αλλά είναι συνέχεια της πρακτικής του παρελθόντος. Ουδέποτε ο ίδιος ενημερώθηκε από την παραπονούμενη ότι, πέραν της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 6), η τελευταία διατηρούσε και άλλους λογαριασμούς επ'ονόματι της 1ης κατηγορουμένης. Ήταν η θέση του ότι η παραπονούμενη τον χρέωνε με αδικαιολόγητες και παράνομες χρεώσεις καθώς και με ποσά από ακυρώσεις συμβολαίων που δεν θα έπρεπε να χρεωθεί ο ίδιος, αλλά απευθείας οι πελάτες της. Ήταν η θέση του ότι τα γραμμάτια ο ίδιος τα αποπλήρωσε, εφόσον μετά την υπογραφή τους προέβαινε σε διάφορες καταθέσεις. Αποτελεί ψεύδος ότι ο ίδιος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για το υπόλοιπο του λογαριασμού του, εφόσον στις 12/03/2009 απέστειλε αντίστοιχες επιστολές προς την παραπονούμενη, χωρίς να του δώσουν οποιεσδήποτε επαρκείς εξηγήσεις, (Τεκμήριο 55). Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ότι αυτά ήταν τα χρεωστικά υπόλοιπα της 1ης κατηγορούμενης και πρόσθεσε, περαιτέρω, ότι από το κατηγορητήριο θα έπρεπε να αφαιρεθούν 2 επιταγές (Τεκμήρια 10 και 11 αντιστοίχως) λόγω του ότι έχουν εξοφληθεί. Διαφωνεί με τα υπόλοιπα της 1ης κατηγορουμένης κατά την 31/12/2009 και 31/05/2012 ως αυτά παρουσιάζονται από την παραπονούμενη. Ήταν η θέση του ότι υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές στα οφειλόμενα ποσά σε σχέση με την κατάσταση του λογαριασμού του Τεκμηρίου 6 με τις μηνιαίες καταστάσεις που του αποστέλλονταν. Προς τεκμηρίωση της θέσης του επισύναψε σχετική κατάσταση που ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήριο 58). Ήταν η θέση του ότι παραπονούμενη είχε στόχο να αποσπάσει τις υπογραφές του μέσω έκδοσης επιταγών με οποιοδήποτε τρόπο. Ουδέποτε επίσης ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι οποιαδήποτε επιταγή του είχε ανακληθεί. Ο λόγος που εξέδωσε τις μεταχρονολογημένες επιταγές, ήταν γιατί ήταν η συνήθης πρακτική μεταξύ τους, εφόσον δέχτηκε τηλεφώνημα από τους παραπονούμενους, ότι το υπόλοιπο της οφειλής της 1ης κατηγορούμενης ανέρχεται στο συνολικό ποσό €1.014.557,
- Η πρακτική τους εξήγησε ήταν ότι αποφάσιζαν από κοινού για το ποιες επιταγές θα κατατίθοντο για πληρωμή από την παραπονούμενη.Όσες δεν κατατίθεντο στην τράπεζα και όσες δεν εξαργυρώνονταν, η παραπονούμενη τις επέστρεφε πίσω. Σχετικά με την ανάκληση των επίδικων επιταγών, η τράπεζα για κάθε ανάκληση τον χρέωνε με €
- Μετά την ακύρωση των συμβολαίων και το κλείσιμο του γραφείου του, ο ίδιος βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση. Αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που η ανάκληση των επίδικων επιταγών γινόταν σταδιακά. Σε σχέση με την υπογραφή των γραμματίων, ο ίδιος παραδέχεται αφενός ότι τα υπόγραψε, αλλά αφετέρου ήταν η θέση του ότι ο ίδιος έθεσε τις υπογραφές του κατόπιν υποσχέσεων από την παραπονούμενη πως πρόκειται για τυπική διαδικασία και πως δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει οποιαδήποτε χρήση τους από αυτήν. Τέλος ήταν η θέση του ότι ουδέποτε τον όχλησαν για τη μη τίμηση τους. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε το γεγονός ότι στα πλαίσια προηγούμενης του συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική εταιρεία υπήρχαν μεταξύ τους οικονομικές διαφορές και ότι εκδόθηκε εναντίον του δικαστική απόφαση σε σχέση με τις οφειλές του προς αυτήν (Τεκμήριο 68). Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο ο ίδιος, σε προσωπική επικοινωνία που είχε με τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ζήτησε οποιαδήποτε πίστωση χρόνου ώστε να εξοφλήσει κάποιες από τις επίδικες επιταγές. Αρνήθηκε το γεγονός πως με όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες, με τις οποίες συνεργάστηκε στο παρελθόν, είχε οικονομικές διαφορές, προσθέτοντας ότι εξόφλησε όλα τα προηγούμενα οφειλόμενα του, πλην της ασφαλιστικής εταιρείας Olympic Insurance, με την οποία εκκρεμεί, μεταξύ τους, πολιτική αγωγή. Αρνήθηκε το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη. Αρνήθηκε περαιτέρω το γεγονός ότι ο ίδιος εισέπραττε τα ασφάλιστρα από τους πελάτες της παραπονούμενης, χωρίς να της τα αποδίδει, και είναι η θέση του ότι όλα τα ασφάλιστρα τα αποπλήρωσε κατά διαστήματα εκδίδοντας προς τη παραπονούμενη διάφορες επιταγές του. Ως προς τον λόγο που η 1η κατηγορούμενη υπέγραψε τα γραμμάτια ήταν γιατί έπαιρνε πάντοτε υποσχέσεις από την παραπονούμενη ότι θα τακτοποιούνταν οι μεταξύ τους διαφορές. Ήταν η θέση του ότι λόγω του ότι η παραπονούμενη δεν τήρησε τις υποσχέσεις της η 1η κατηγορούμενη δεν τα αποπλήρωσε. Επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι ο λόγος που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, ήταν γιατί ήταν αυτή η τακτική που ακολουθούσαν με την παραπονούμενη, με σκοπό να δικαιολογήσουν τις λογιστικές καταστάσεις της αλλά και για να την βοηθήσει. Ήταν η θέση του ότι στην περίπτωση που κατατίθοντο οι επιταγές και δεν τιμούνταν, η παραπονούμενη θα τις επέστρεφε χωρίς να ζητήσει πληρωμή τους ενώ στην περίπτωση που αποπληρώνονταν το εκάστοτε ποσό θα αφαιρείτο από το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό της 1ης κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη. Ανάφερε περαιτέρω ότι ο λόγος που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές, ως ενημέρωσε την τράπεζα, ήταν γιατί δεν όφειλε χρήματα στην παραπονούμενη. Ως προς τον λόγο που στις οδηγίες ανάκλησης υπάρχουν διαφορετικοί λόγοι από την πιο πάνω θέση του ήταν ο ισχυρισμός του ότι τα όσα αναγράφονται σε αυτές τοποθετήθηκαν μονομερώς από την Societe, χωρίς ο ίδιος να δώσει τέτοιες οδηγίες. Αρνήθηκε τέλος σχετική υποβολή ότι δεν είχε οποιαδήποτε εύλογη αιτία να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, προσθέτοντας ότι είχε εύλογο λόγο και αυτός διαπιστώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια. Ο Μ.Υ 2 ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι κατά τον ουσιώδο χρόνο εργαζόταν ως ταμίας στο κατάστημα της Societe στην Πάφο. Γνωρίζει τον 2ο κατηγορούμενο εφόσον ήταν πελάτης της τράπεζας. Αναγνώρισε ότι τις οδηγίες ανάκλησης σε σχέση με τα Τεκμήρια 41 Γ, 41 Δ, 41 Λ, 41 Ξ, 41 Π, 41 Ρ και 41 Σ, τις συμπλήρωσε ο ίδιος, κατόπιν οδηγιών που του έδωσε ο 2ος κατηγορούμενος. Ανάφερε ότι όταν ο 2ος κατηγορούμενος του έδωσε οδηγίες με σκοπό να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, του ανάφερε να σημειώσει ως λόγο τον «Άλλο λόγο» χωρίς να του αναφέρει συγκεκριμένα ποιος είναι αυτός. Όταν έδιδε περαιτέρω λεπτομέρειες τόσο ο ίδιος όσο και οι συναδέλφοι του τον συμπλήρωναν. Οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν, ήταν η θέση του, αφότου αυτές κατατέθηκαν για πληρωμή και αφότου ο 2ος κατηγορούμενος ενημερωνόταν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Σε σχέση με το ποια ήταν η χρέωση της τράπεζας για την ανάκληση επιταγών, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι κάθε επιταγή η οποία ανακαλείται ξεχωριστά χρεώνεται με €
- Όταν σε μία επίσκεψή ο πελάτης ανακαλέσει πάνω από 3 συνολικά επιταγές θα χρεωθεί μόνο με το συνολικό ποσό των €
- Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι πριν να καταθέσει στο Δικαστήριο, τον επισκέφθηκε στην τράπεζα ο 2ος κατηγορούμενος και του ανάφερε να αναφέρει στο Δικαστήριο, ότι ο λόγος ανάκλησης όλων των επίδικων επιταγών ήταν οι οικονομικές διαφορές που είχε με την παραπονούμενη. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος του ζήτησε να αναφέρει ενόρκως άλλα γεγονότα από αυτά που παρέθεσε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v.Παναγή
(1996)1(Α)Α.Α.Δ.80,Ζαμπάςv. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Aποδέχομαι τόσο την μαρτυρία του Μ.Κ 1 όσο και του Μ.Κ 3 οι οποίοι και οι δύο βρίσκονται στην υπηρεσία της παραπονούμενης. Και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, παρακολουθώντας τους προσεκτικά από το εδώλιο, μου δημιούργησαν την εικόνα ειλικρινών ανθρώπων, ήταν απόλυτα σίγουροι και βέβαιοι ως προς τις απαντήσεις τους και κατάθεσαν με ευθύτητα, αμεσότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Η εκδοχή της παραπονούμενης, ως ετέθη μέσα από την μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής σε αντίθεση με την εκδοχή που παρουσίασε η υπεράσπιση την οποία και απορρίπτω πλήρως για τους λόγους που αναφέρω κατωτέρω. Η μαρτυρία τους παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή τους και απάντησαν χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν. Η δε μαρτυρία τους σε ότι αφορά τα ουσιαστικά επίδικα θέματα υποστηρίζεται και από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια. Στην υπόθεση Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388, λέχθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία είναι ο γνώμονας με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση εφαρμόζονται και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να αμφισβητήσει τις οποιεσδήποτε αναφορές τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία τους. Αποδεκτή επίσης γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 2 εφόσον άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός και δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε χωρίς να έχει πρόθεση να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Η δε μαρτυρία του επίσης υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ο εν λόγω μάρτυρας, παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι' αυτόν. Πλείστες δε θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση όπως για παράδειγμα το υπόλοιπο των λογαριασμών της 1η κατηγορούμενης αλλά και για το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές έχουν ανακληθεί. Από την άλλη όμως δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου και να καταλήξω σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν μου άφησε καθόλου καλές εντυπώσεις και δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Προσπάθησε να το παραπλανήσει, με τις διάφορες μαθηματικές του πράξεις αλλά και με τις αόριστες και γενικές του αναφορές, ώστε αυτό να μην καταλήξει στην αλήθεια. Δεν με έπεισε κυρίως για την δική του εκδοχή γεγονότων, ότι δηλαδή η 1η κατηγορούμενη δεν οφείλει το ποσό στο οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές προς την παραπονούμενη αλλά και το ότι η παραπονούμενη χρέωνε την 1η κατηγορούμενη με αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις. Επίσης δεν έχω πεισθεί ως προς τον λόγο που ανακλήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ο 2ος κατηγορούμενος μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να προβάλει και να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θα τον βοηθούσαν να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις με αποκλειστικό σκοπό να πείσει το Δικαστήριο. Η εκδοχή του όμως που παρουσίασε δεν είναι αληθοφανής, δεν έχει λογική συνοχή και κυρίως ουδόλως υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Αντίθετα θα έλεγα διαψεύδεται στην ολότητα της. Στην προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις υπερβολές και τις αντιφάσεις, κάποιες δε θέσεις του είναι αλληλοσυγκρουόμενες μεταξύ τους ενώ κάποιες άλλες αντιστρατεύονται τη κοινή λογική. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Καταρχάς δεν αποδέχομαι τη βασική του θέση ότι η 1η κατηγορούμενη δεν οφείλει προς την παραπονούμενη οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Πέραν του γεγονότος ότι αυτή η θέση είναι αντιφατική εφόσον από τη μια ο 2ος κατηγορούμενος υποστήριξε τη θέση αυτή ενώ από την άλλη, μέσω της μαρτυρίας του προέβαλε τη θέση ότι οφείλει μικρότερο ποσό από το οποίο η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι η 1η κατηγορούμενη οφείλει, αποτελεί κατά τη γνώμη μου εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει την οποιαδήποτε ενδεχομένως ποινική του ευθύνη. Και τούτο γιατί η θέση του αυτή αφενός διαψεύδεται από την συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) που κατέθεσε η παραπονούμενη προς το Δικαστήριο, την οποία ήδη έχω κάνει αποδεκτή και που το περιεχόμενό της, πλην κάποιων μεμονωμένων χρεώσεων, θα έλεγα ότι ουδόλως έχει αμφισβητηθεί, και αφετέρου η υπεράσπιση δεν παρουσίασε το οτιδήποτε και δεν απέδειξε την θέση της, πέραν από γενικές και αόριστες αναφορές ότι πράγματι δεν οφείλει οποιαδήποτε ποσά προς την παραπονούμενη. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αποτελεί άξιον απορίας πως ενώ ο ίδιος διατείνει ότι η 1η κατηγορούμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την παραπονούμενη, η πρώτη αφενός να υπέγραψε γραμμάτια προς όφελος της παραπονούμενης με σκοπό την εξόφληση των καθυστερημένων οφειλών της αλλά και μεταγενέστερα να εξέδωσε και τις επίδικες επιταγές. Οι λόγοι που ο 2ος κατηγορούμενος επικαλέστηκε περί έκδοσης των γραμματίων και των επίδικων επιταγών, ότι δηλαδή αυτή ήταν η συνήθης πρακτική των μερών, ότι εκδόθηκαν για λόγους τυπικούς αλλά και επειδή ήθελε να βοηθήσει την παραπονούμενη λογιστικά, σε καμία περίπτωση δεν πείθουν το Δικαστήριο, είναι αόριστες και ατεκμηρίωτες και θα έλεγα ότι συγκρούονται με την κοινή λογική. Σημειώνω ότι με βάση το λεκτικό των γραμματίων που υπέγραψε η 1η κατηγορούμενη, το οποίο αποτελεί αποδεκτό γεγονός από την ίδια, αναγνώρισε ότι πράγματι οφείλει προς τη παραπονούμενη το ποσό των €283.672,98. Παραπέμπω αυτούσιο στο σχετικό όρο του γραμματίου όπου αναφέρεται ότι «το πιο πάνω ποσό είναι μέρος του συνολικού ποσού των €283.672,98 που προέκυψε μετά από τελική συμφωνημένη επαλήθευση στην οποία προβήκαμε με τον Δανειστή όλων των μεταξύ μας χρεώσεων και πιστώσεων που προκύπτουν από τη πιο πάνω σχέση .μέχρι και σήμερα και το εν λόγω ποσό αποτελεί μεταξύ μας συμφωνημένη κατάσταση λογαριασμού». Στην υπόθεση Γεώργιου Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση Αρ. 293/2012, 7/2/2018, λέχθηκε ότι η υπογραφή κάποιου συμβαλλόμενου δεσμεύει, και το βάρος απόδειξης επαφίεται σε αυτόν που έθεσε την υπογραφή του ώστε να αποδεσμευθεί από την εν λόγω πράξη του. Κάτι τέτοιο ασφαλώς και δεν απέσεισε η υπεράσπιση. Περαιτέρω το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε ότι οφείλει μεγάλο χρηματικό ποσό προς την παραπονούμενη επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 το οποίο μεταξύ άλλων φέρει την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου. Στο εν λόγω πρακτικό αποτυπώνεται η αναγνώριση της οφειλής της 1ης κατηγορούμενης καθώς καθορίζεται και ο τρόπος αποπληρωμής (με την υπογραφή 48 μηνιαίων γραμματίων €15.000 πλέον τόκο καθώς και υποθήκευση ενός ακινήτου στη παραπονούμενη). Σε ότι αφορά τη μελλοντική συνεργασία των μερών αποφασίσθηκε η πληρωμή της μηνιαίας παραγωγής εντός του αμέσως επόμενου μηνός. Επομένως με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του 2ου κατηγορουμένου ότι εξόφλησε πλήρως τα γραμμάτια καταθέτοντας αντίστοιχα ποσά. Πέραν του γεγονότος ότι κάτι τέτοιο ουδόλως αποδεικνύεται αλλά πρόκειται για αόριστες και ατεκμηρίωτες αναφορές, οι οποιεσδήποτε καταθέσεις της 1ης κατηγορούμενης έχουν συμπεριληφθεί στην σχετική κατάσταση λογαριασμού και που προφανώς δεν αφορούσαν την εξόφληση των γραμματίων αλλά πληρωμή των υπαρχουσών υποχρεώσεων της. Σε κάθε όμως περίπτωση, η θέση του ότι αποπλήρωσε τα γραμμάτια είναι αντιφατική με τον άλλο ισχυρισμό του για την μη αποπληρωμή τους λόγω του ότι η παραπονούμενη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της. Αντιφατική επίσης είναι η θέση του 2ου κατηγορούμενου ότι από την μια δεν οφείλει οποιαδήποτε ποσά ενώ από την άλλη ο ίδιος με τη μαρτυρία του αμφισβήτησε μέρος των οφειλομένων ποσών. Επομένως εν μέρει γίνεται αποδεκτό από τον ίδιο ότι η 1η κατηγορούμενη κάποιο ποσό τουλάχιστον όφειλε προς την παραπονούμενη. Μη αποδεκτή επίσης είναι η θέση του ότι ο ίδιος εξόφλησε τα γραμμάτια και τούτο, γιατί αφενός το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται από την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η παραπονούμενη, αφετέρου δε, ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσκόμισε το οτιδήποτε, όπως για παράδειγμα, αποδείξεις ποσών που έχει καταθέσει, ή αποδείξεις επιταγών, ώστε να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό του. Αποτελεί επίσης άξιον απορίας, πώς ενώ μέσα από τις θέσεις του σήμερα ο ίδιος αμφισβητεί τα οφειλόμενα ποσά, να μην διαμαρτυρηθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι η 1η κατηγορούμενη δεν οφείλει οποιαδήποτε ποσά προς την παραπονούμενη. Το γεγονός ότι ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε μέσα από επιστολές που κατέθεσε στο Δικαστήριο, πέραν του γεγονότος ότι αυτές δεν έχουν υποδειχθεί στην άλλη πλευρά ώστε να τις σχολιάσει (Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527) με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν υπόψιν, πουθενά δεν επιβεβαιώνουν ότι ο ίδιος με οποιοδήποτε τρόπο τις αμφισβήτησε. Αντίθετα οι πράξεις του διαψεύδουν το γεγονός αυτό εφόσον ως προκύπτει αποδέχθηκε τα οφειλόμενα ποσά. Σε κάθε όμως περίπτωση οι εν λόγω επιστολές (Τεκμήρια 54 και 55) φέρουν ημερομηνίες (18.3.09 και 12.3.12) πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών. Μελετώντας το περιεχόμενο τους πουθενά δεν αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η 1η κατηγορούμενη αμφισβητεί το χρεωστικό της υπόλοιπο, αντίθετα θα πρόσθετα ο ίδιος ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχεται ότι υπάρχει από την 1η κατηγορούμενη καθυστέρηση στις πληρωμές της. Ούτε και η 1η κατηγορούμενη αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο όταν και της απεστάλη σχετική επιστολή (Τεκμήριο 8) με την οποία τερματίζετο η μεταξύ των μερών συμφωνία λόγω υπαιτιότητας της 1ης κατηγορουμένης. Θεωρώ ότι εάν η 1η κατηγορούμενη ένιωθε τόσο έντονα αδικημένη, ως προσπάθησε να υποστηρίξει μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, θα αντιδρούσε με κάποιο τρόπο εφόσον με την εν λόγω επιστολή ουσιαστικά αναστέλλοντο οι εργασίες της. Λαμβάνω επίσης σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι ήταν αόριστη, αντιφατική και μη τεκμηριωμένη, η θέση του ότι η παραπονούμενη χρέωνε 1η κατηγορουμένη με αδικαιολόγητες και παράνομες χρεώσεις. Και τούτο γιατί η υπεράσπιση ουδόλως κατέθεσε το οτιδήποτε ώστε να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο τις θέσεις του αυτές. Δεν γίνεται επίσης αποδεκτή η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι οι επιταγές δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια και ότι τις ανακάλεσε πριν αυτές κατατεθούν, εφόσον, ως ανέφερε ο ΜΚ2, του οποίου η μαρτυρία του έγινε πλήρως αποδεκτή, οι επιταγές ανακλήθηκαν αφότου ο 2ος κατηγορούμενος ενημερώθηκε από την Societe ότι στον λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια. Περαιτέρω δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι ο λόγος που δεν ανακάλεσε όλες μαζί τις επιταγές, ήταν γιατί δεν ήθελε να χρεωθεί με το ποσό των €50 για κάθε ανάκληση κάθε εκάστης επιταγής εφόσον δεν είχε τα διαθέσιμα χρήματα λόγω της κακής του οικονομικής κατάστασης. Αντίθετα, ο Μ.Κ 2 τον διέψευσε κατηγορηματικά επί του ζητήματος αυτού προβάλλοντας τη θέση ότι σε περίπτωση που ο 2ος κατηγορούμενος αποφάσιζε να ανακαλέσει όλες μαζί τις επίδικες επιταγές, θα χρεωνόταν συνολικά μόνο το ποσό των €
- Η δικαιολογία που έδωσε ότι ο ίδιος δεν ενημερώθηκε ορθά από την τράπεζα για τις πιο πάνω χρεώσεις, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του με προφανή σκοπό να δικαιολογήσει τις πράξεις του. Πέραν των πιο πάνω, αντικρούεται επίσης με την κοινή λογική η θέση του ότι η συνήθης πρακτική μεταξύ των μερών, ήταν να εκδίδει η 1η κατηγορουμένη επιταγές προς την παραπονούμενη, και όσες δεν τιμούντο η τελευταία να της επιστρέφει στην 1η κατηγορουμένη χωρίς μάλιστα να ζητήσει οποιαδήποτε πληρωμή τους. Για ποιο λόγο τότε εκδίδοντο και κατατίθεντο οι σχετικές επιταγές είναι ένα ερώτημα το οποίο έχει μείνει αναπάντητο. Ούτε και πείθει η θέση του ότι ο λόγος έκδοσης των επίδικων επιταγών ήταν γιατί ο ίδιος δέκτηκε τηλεφώνημα από την παραπονούμενη με το οποίο ενημερώθηκε ως προς το ύψος της οφειλής της 1ης κατηγορούμενης . Αποτελεί άξιον απορίας πώς είναι δυνατόν με τόση ευκολία, εάν πράγματι διαφωνούσε η 1η κατηγορουμένη με τα χρεωστικό της υπόλοιπο, να εκδώσει αριθμό επιταγών συνολικής αξίας πάνω από€ 1.000.
- Ούτε και τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η θέση του ότι ο ίδιος υπόγραψε γραμμάτια γιατί έλαβε την υπόσχεση από την 1η κατηγορουμένη, πως ήταν τυπική διαδικασία και πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε περίπτωση αυτά να χρησιμοποιηθούν. Σημειώνω εξ' αρχής ότι ο ισχυρισμός του αυτός συγκρούεται με τη θέση που τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι τα γραμμάτια δεν ήταν το προϊόν ελεύθερης βούλησης, αλλά υπογράφησαν κατόπιν εξαναγκασμών του 2ου κατηγορούμενου. Αντιφατική και μη λογική ήταν η θέση του 2ου κατηγορούμενου επίσης ως προς τον λόγο που η 1η κατηγορουμένη δεν εξόφλησε τα επίδικα γραμμάτια ότι δηλαδή η παραπονούμενη δεν τήρησε τις υποσχέσεις της. Πέραν του γεγονότος ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν ανέφερε ποιες ακριβώς ήταν οι υποχρεώσεις της παραπονούμενης αποτελεί αντίφαση με την θέση του ότι ο λόγος που ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε τα γραμμάτια ήταν τυπικός. Αποτελεί επίσης άξιον απορίας το γεγονός ότι ενώ η παραπονούμενη φάνηκε ασυνεπής στις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της για ποιο λόγο, μετά από λίγο χρονικό διάστημα, η 1η κατηγορούμενη προχώρησε και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Το ερώτημα αυτό επίσης έχει παραμείνει αναπάντητο. Περαιτέρω, η θέση του ότι ο λόγος που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές, ήταν γιατί δεν όφειλε χρήματα στην παραπονούμενη, ουδόλως επιβεβαιώνεται από τις σχετικές οδηγίες-εντολές που η 1η κατηγορουμένη έδωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την τράπεζα. Αντίθετα, μέσα από τις εν λόγω εντολές διαφαίνεται ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος ανάκλησης των επίδικων επιταγών, αλλά ήταν άλλοι οι λόγοι. Η δικαιολογία που έδωσε ότι η τράπεζα μονομερώς ανέγραψε τους λόγους, χωρίς να λάβει τέτοιες οδηγίες από την 1η κατηγορουμένη, θεωρώ ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του 2ου κατηγορούμενου, με σκοπό να αποφύγει τις οποιεσδήποτε ποινικές του ευθύνες. Σε κάθε όμως περίπτωση η θέση του αυτή διαψεύδεται από τον Μ.Υ 2 του οποίου επίσης γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του ως αναφέρω περαιτέρω. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οποιεσδήποτε άλλες αντιφάσεις και ουσιώδη κενά που παρουσιάζει η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή που προέβαλε αλλά και η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αντιφάσεις, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου, στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή. Από την άλλη αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ 2 ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια. Ενώ κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης δεν δίστασε να αναφέρει μη ευνοϊκά προς τον 2ο κατηγορούμενο γεγονότα και ειδικότερα ως προς τους λόγους που ανακλήθηκαν οι επίδικες επιταγές αλλά και ότι ο 2ος κατηγορούμενος τον προσέγγισε με σκοπό να τον καθοδηγήσει ως προς το τι θα αναφέρει στο Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της ένορκης του μαρτυρίας. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Η μαρτυρία του έχει παραμείνει επίσης αναντίλεκτη. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, στα πιο κάτω επιπρόσθετα ευρήματα: Στα πλαίσια της συνεργασίας των μερών η παραπονούμενη διατηρούσε στο όνομα της 1ης κατηγορούμενης κατάσταση λογαριασμού η οποία χρεωνόταν με τα καθαρά ασφάλιστρα των ασφαλιστηρίων που εξέδιδε η παραπονούμενη και πιστώνονταν με τις πληρωμές της τελευταίας προς την 1η κατηγορούμενη. Καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας η 1η κατηγορούμενη παρουσίαζε μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα. Προς το σκοπό αυτό έλαβαν, μεταξύ των μερών, διάφορες συναντήσεις με σκοπό να διευθετηθούν οι οποιεσδήποτε εκκρεμότητες της 1ης κατηγορούμενης. Τον Μάρτιο του 2010 η 1η κατηγορούμενη υπέγραψε προς όφελος της παραπονούμενης γραμμάτια σύνηθους τύπου αποδεχόμενη το χρεωστικό υπόλοιπο της προς τη παραπονούμενη. Τα εν λόγω γραμμάτια αφορούσαν οφειλές της 1ης κατηγορούμενης μέχρι την 31/12/2009, συνολικού ύψους €283.672,
- Η 1Η κατηγορούμενη δεν τήρησε τις υποσχέσεις της και δεν αποπλήρωσε τα εν λόγω γραμμάτια. Λόγω του ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της 1ης κατηγορούμενης αυξανόταν στις 12.6.12, μεταξύ των μερών, έγινε και νέα συνάντηση όπου εντέλει συμφωνήθηκε η εξόφληση του χρεωστικού της υπολοίπου μέχρι την 31/05/
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία το συνολικό οφειλόμενο ποσό της 1ης κατηγορούμενης ανερχόταν στο ποσό των €1.014.557,
- Στην εν λόγω συνάντηση, η 1η κατηγορούμενη, διαμέσου του 2ου κατηγορούμενου, αποδέχθηκε την αποπληρωμή του πιο πάνω ποσού, πλέον τόκους, με την καταβολή μηνιαίων δόσεων ύψους €19.371,23 έκαστης από την 31/07/2012 μέχρι 31/12/2013 και στη συνέχεια από τις 31/01/2014 με την καταβολή μηνιαίας δόσης ύψους 25.000 ευρώ μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Προς τον σκοπό αυτόν εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε και παράδωσε προς την παραπονούμενη 14 μεταχρονολογημένες επιταγές προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού. Λόγω του ότι το τραπεζικό βιβλιάριο έκδοσης επιταγών, δεν είχε άλλες επιταγές, ο 2Ος κατηγορούμενος στις 27/06/2012, εξέδωσε και παρέδωσε τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές. Η 1η και 2η επιταγή από τις παραδοθείσες επιταγές αποπληρώθηκαν με μετρητά από την 1η κατηγορούμενη, μετά από απαίτηση του 2ου κατηγορούμενου. Η αμέσως επόμενη επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ενώ οι υπόλοιπες επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανάκλησής τους από την 1η κατηγορούμενη. Η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και της 1ης κατηγορούμενης, τερματίστηκε την 25/09/2012 λόγω παράβασης των όρων της σύμβασης και μη τήρησης των συμφωνηθέντων από την 1η κατηγορούμενη. Οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρωμής των επίδικων επιταγών ο λογαριασμός ορίου που διατηρούσε η 1η κατηγορούμενη στην τράπεζα Societe, και από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, δεν είχε οποιαδήποτε διαθέσιμα κεφάλαια. Οι επιταγές εκδόθηκαν από την 1η κατηγορούμενη και αυτές φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου.Οι εντολές ανάκλησης δόθηκαν αφότου η 1η κατηγορούμενη ενημερώθηκε από τραπεζικούς λειτουργούς ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της. Ως λόγος ανάκλησης δηλώθηκε ο "'Αλλος λόγος", ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Θα πρέπει να αποδείξει, δηλαδή, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες, πλην της 49ης, σε σχέση με την έκδοση ακάλυπτων επιταγών οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανάκληση τους από την 1η κατηγορούμενη. Το άρθρο 305Α
(2)επί του οποίου εδράζονται οι κατηγορίες έχει ως εξής: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σημειώνω συναφώς και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: "
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους ....» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα στοιχεία: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η από τον εκδότη πρόκληση της μη εξόφλησης της με οποιαδήποτε πράξη του, είτε πριν είτε κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142 και Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29). Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για το κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο 'εύλογη αιτία' έχει ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Εφετείο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) είναι συναρτημένη με την έννοια της δίκαιης αιτίας, και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Εφετείο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο), ήταν ορθή. Το Εφετείο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2), και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης, την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρείται το 1ου συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών γίνεται αποδεκτό με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από την 1η κατηγορούμενη και φέρουν την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη. Εξάλλου, τα κατατεθειμένα έγγραφα (Τεκμήρια 9-34) συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον 2ο κατηγορούμενο. Είναι άνευ σημασίας ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ). 29. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την 1η κατηγορούμενη. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών κατά ή πριν το χρόνο όπου αυτές κατέστησαν πληρωτέες διαπιστώνω ότι και αυτό πληρείται. Και τούτο γιατί τέθηκε ενώπιον μου το Τεκμήριο 41 το οποίο αποτελεί δέσμη εγγράφων με τις οδηγίες που έδωσε η 1η κατηγορούμενη στη Societe, διαμέσου του 2ου κατηγορούμενου, για ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών. To γεγονός ότι ανακλήθηκαν οι επίδικες επιταγές, κατά το χρονικό σημείο που το άρθρο 305(Α)
(2)ορίζει ουδόλως αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Συνεπώς και αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Εξάλλου το ότι οι πληρωμές των επίδικων επιταγών ανακλήθηκαν μετά από οδηγίες της 1ης κατηγορούμενης αποδεικνύεται και από τις σχετικές τραπεζικές σφραγίδες οι οποίες παρουσιάζονται στο σώμα των επίδικων επιταγών και αποκαλύπτει το γεγονός αυτό φέροντας ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου καθώς και σχετική ημερομηνία. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος κατηγορείται ως συνεργός, σημειώνω ότι κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). To άρθρο 20 του Κεφ.154, σε ό,τι εν διαφέρω προκειμένω εδώ, αναφέρει ότι: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .. (β) .. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) ..». Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Για την διάπραξη του αδικήματος το οποίο διέπραξε η 1η κατηγορούμενη, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση του 2ου κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης και ανάκλησης πληρωμής της επίδικης επιταγής. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και μέσα από τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, προκύπτει ότι ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και ήταν επίσης το πρόσωπο το οποίο τις παρέδωσε στην παραπονούμενη. Επίσης ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε τη σχετική εντολή προς τη τράπεζα για ανάκληση τους. Πέραν των πιο πάνω, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ο 2ος κατηγορούμενος είχε συναντήσεις και συζητήσεις με λειτουργούς της παραπονούμενης ως προς το υπόλοιπο και το χρέος της 1ης κατηγορούμενης. Ήταν ο ίδιος ο οποίος ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι η 1η κατηγορούμενη, μετά την κατάθεση των επίδικων επιταγών, δεν είχε τα διαθέσιμα κεφάλαια για εξόφληση τους. Περαιτέρω ο ίδιος ενημερωνόταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης αλλά και από την ίδια την παραπονούμενη. Επομένως η γνώση του για τα ουσιώδη γεγονότα και ενέργειες της 1ης κατηγορούμενης είναι εξυπακουόμενη και δεδομένη (ΘΕΟΔΩΡΟΥ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/6/2017). Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της ευθύνης προσώπου ως συνεργού, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και, πιο συγκεκριμένα, τις ευθύνες και τα καθήκοντα διευθυντή εταιρείας σε ό,τι αφορά την έκδοση επιταγών. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless).Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2).» Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχαν οποιαδήποτε εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/2012 ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκε το τί συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016).. Ως εκ τούτου, το αν ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή, θα πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη, του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές του για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου, εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της «υπεράσπισης της ύπαρξης εύλογης αιτίας σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα.». Στην παρούσα υπόθεση ο λόγος ανάκλησης που δηλώθηκε από την 1η κατηγορούμενη ήταν σε κάποιες ο «Αλλος Λόγος» χωρίς την παράθεση οποιδήποτε λεπτομερειών (βλέπε Τεκμήρια 41(α)(γ)(δ)(ι)(λ)) ενώ σε κάποιες άλλες, πέραν του πιο πάνω γενικού λόγου, αναγράφηκε επιπρόσθετα ότι ως λόγος ανάκλησης ήταν η διαφοροποίηση των λογαριασμών (βλέπε Τεκμήριο 41(β), ακύρωση συμβολαίου με τον πελάτη (βλέπε Τεκμήριο 41(ε), διαφορές στους λογαριασμούς (βλέπε Τεκμήριο 41(στ)(κ)(ν)(ο),(τ) άλλη είδους διευθέτηση (βλέπε Τεκμήριο 41(ζ)(η)(θ), διαφορές με την εταιρεία (βλέπε Τεκμήριο 41(μ), οικονομικές διαφορές (βλέπε Τεκμήριο 41 (ξ)(ρ)(σ). Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων ήταν ότι ο λόγος που ανακάλεσαν τις επιταγές ήταν επειδή η 1η κατηγορούμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη. Κάτι τέτοιο όμως δεν αναγράφεται ξεκάθαρα στις εντολές που έδωσε στην τράπεζα. Θεωρώ ότι αν πράγματι αυτός ήταν ο λόγος η 1η κατηγορούμενη θα το είχε δηλώσει ευθαρσώς στην τράπεζα σε όλες της τις οδηγίες. Περαιτέρω κάποιοι λόγοι που έδωσε όπως για παράδειγμα διαφοροποίηση των λογαριασμών, άλλη είδους διευθέτηση και ακύρωση συμβολαίου με τον πελάτη ουδεμία σχέση έχουν με την υπεράσπιση που προβάλλει. Αντίθετα καταδεικνύουν έστω και εμμέσως την παραδοχή του περί ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου της 1ης κατηγορούμενης στην παραπονούμενη. Περαιτέρω δεν παραγνωρίζω ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, για τις δύο πρώτες επιταγές που η 1η κατηγορούμενη παρέδωσε στην παραπονούμενη, από το σύνολο το 50 επιταγών που δόθηκαν για την εξόφληση της οφειλής της 1ης κατηγορούμενης ότι όχι μόνο δεν ανακλήθηκαν αλλά αντίθετα πληρώθηκαν με μετρητά από αυτήν. Περαιτέρω ούτε η 3η επιταγή (Τεκμήριο 10) ανακλήθηκε από την 1η κατηγορούμενη αλλά δεν εξοφλήθηκε λόγω διαθέσιμων κεφαλαίων της. Ούτε και μπορεί να παραλειφθεί από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη ανακάλεσε τις επιταγές όταν αυτές κατατίθεντο για πληρωμή και όχι προηγουμένως. Προφανώς η 1η κατηγορούμενη είχε την ελπίδα ότι θα είχε την οικονομική κατάσταση, κατά τον ουσιώδη χρόνο να τις εξοφλήσει. Τέλος δεν μπορώ, παρά να μην παραβλέψω και το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος προσέγγισε τον Μ.Υ 2, πριν αυτός καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο, να αναφέρει ότι ο λόγος ανάκλησης των επίδικων επιταγών ήταν οι οικονομικές διαφορές που είχε με την παραπονούμενη. Τα πιο πάνω γεγονότα είτε μεμονωμένα είτε συνολικά ιδώμενα σε συνάρτηση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ενισχύουν την πεποίθηση του ότι η εκδοχή που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι δεν αποτελούν παρά εκ των υστέρων σκέψεις που σκοπό είχαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι είχαν εύλογη αιτία στο να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές. Με την απόρριψη της εκδοχής της υπεράσπισης και σε συνάρτηση με την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης καθίσταται πρόδηλο και πασιφανές ότι κατάληξη του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να μην είναι άλλη από του να μην κάνει αποδεκτή την υπεράσπιση που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι ότι δηλαδή είχαν εύλογη αιτία στο να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές. Δεν έχω πειστεί σε καμία περίπτωση ότι κατά το χρόνο ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών υπήρχε εύλογη αιτία συνοδευόμενη από καλή πίστη των κατηγορουμένων για την ανάκληση πληρωμής τους. Όλα τα γεγονότα συγκλίνουν στο ότι οι επίδικες επιταγές δεν ανακλήθηκαν λόγω του ότι η 1η κατηγορούμενη είχε διαφορές με την παραπονούμενη σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο της. Αντίθετα συνάγεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε το χρεωστικό της υπόλοιπο αλλά δεν το εξόφλησε λόγω του ότι δεν είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα διαθέσιμα κεφάλαια. Συνεπώς η υπεράσπιση που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συνεπακόλουθα, ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος που είχαν προς απόδειξη της υπεράσπισης τους. Επομένως η 1η κατηγορούμενη και ο 2ος κατηγορούμενος κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ως έχει αναφερθεί, η 1η κατηγορούμενη επίσης αντιμετωπίζει στην 49η κατηγορία το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305(Α)
(1)του Κεφαλαίου 154, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος ότι παρείχε συνδρομή στην 1η κατηγορούμενη ώστε αυτή να μην εξοφληθεί (50η κατηγορία) Το εν λόγω άρθρο, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)...
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους...» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Και τούτο γιατί η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 10) έχει εκδοθεί από το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης και ότι αυτή παρουσιάσθηκε στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου έχει εκδοθεί, δηλαδή στη Societe, η επίδικη επιταγή φέρει ενυπόγραφες σφραγίδες για τον πραγματικό λόγο που αυτή δεν τιμήθηκε, ο οποίος ήταν ότι ο λογαριασμός είχε ανεπαρκή υπόλοιπα. Οι σφραγίδες αυτές αποτελούν μαχητό Τεκμήριο ως προς το αληθές του περιεχομένου τους. Περαιτέρω η επιταγή έχει παρουσιαστεί την ημερομηνία που αυτή έχει καταστεί πληρωτέα όπως φανερώνουν και οι σφραγίδες επ' αυτής αλλά όπως και επιβεβαίωσε ο Μ.Κ.
- Επίσης δεν τιμήθηκε εφόσον ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Το γεγονός αυτό εξάλλου φαίνεται και από τις σφραγίδες που περιέχονται αυτές οι οποίες με βάση το Άρθρο 305 (Α)
(3)αποτελούν μαχητό Τεκμήριο επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Τέλος η επίδικη επιταγή δεν έχει πληρωθεί μέχρι και σήμερα ούτε και τέθηκε από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε περί του αντίθετου θέση. Σε σχέση με την 50η κατηγορία που κατηγορείται ο 2ος κατηγορούμενος ότι παρείχε συνδρομή στην 1η κατηγορούμενη ώστε η πιο πάνω επιταγή να μην τιμηθεί ισχύουν όσα ανάφερε πιο πάνω κατά την εξέταση της ποινικής ευθύνης του 2ου κατηγορούμενου σε σχέση με την συνδρομή του ως προς την ανάκληση των επίδικων επιταγών. Συνεπακόλουθα οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται εναντίον των κατηγορουμένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και υπέρ της παραπονούμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί λόγω της κοινής τους υπεράσπισης αλλά και λόγω του ότι εκπροσωπούνταν από κοινό δικηγόρο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο