← Κύπρος

CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD ν. Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8026/2014, 14/10/2020

CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD ν. Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8026/2014, 14/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8026/2014 Μεταξύ: CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD Παραπονούμενη εναντίον

  1. Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ
  2. XXXXX ΚΑΤΤΟΥ
  3. XXXXX ΠΙΣΣΑΡΙΔΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 14.10.2020 Για την Παραπονούμενη: κ. Χρ. Δημητριάδης Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μ. Μούρος Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατόπιν ακρόασης κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρέθηκε ένοχη στις κατηγορίες 1, 3 και 5 που αφορούν την χωρίς εύλογη αιτία ανάκληση της πληρωμής 3 επιταγών και ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 2, 4 και 6 που αφορούν σε συνέργεια στη διάπραξη των ως άνω αδικημάτων. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 13.7.2010 και 11.8.2010 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας «οι κατηγορούμενοι αρ. 1 στις 10.7.2010 εξέδωσαν την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX2461 του λογαριασμού με αριθμό XXXXX19-01 για το ποσό των €3.000 στους παραπονούμενους οι οποίοι την παρουσίασαν στην Τράπεζα τους για εξαργύρωση κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Η εν λόγω επιταγή δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε ανεξαργύρωτη στις 13.7.2010 με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» γιατί οι κατηγορούμενοι προ ή κατά την ημερομηνία που η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα ανακάλεσαν την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία». Οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 5 είναι όμοιες με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας εκτός από τον αριθμό των επιταγών που αφορούν και την ημερομηνία έκδοσής τους και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Οι επιταγές που αφορούν οι κατηγορίες 3 και 5 είναι ποσού €50.000,00 και €3.627,30 αντίστοιχα. Ο δικηγόρος της παραπονούμενης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες για τους κατηγορούμενους 1 και 2 καθώς επίσης ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό προς τον σκοπό αποζημίωσης της παραπονούμενης. Κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής ο δικηγόρος των κατηγορουμένων 1 και 2 αναφέρθηκε στις οικονομικές, οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2 και επεσήμανε στο Δικαστήριο τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Εισηγήθηκε επίσης ότι για σκοπούς επιβολής της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν το 2010 και ότι έκτοτε μεσολάβησαν 10 χρόνια από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μη εξόφληση των επίδικων επιταγών οφείλεται σε πραγματική οικονομική αδυναμία τους και όχι σε προσπάθεια των κατηγορουμένων να ζημιώσουν τους παραπονούμενους με τους οποίους μέχρι σήμερα διατηρούν καλές σχέσεις. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει πολλά έξοδα τα οποία αποπληρώνει με δόσεις καθώς επίσης ότι η σύζυγός του εξαρτάται οικονομικά και υποστηρικτικά, όπως ανέφερε επί λέξει, από εκείνον αφού αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα τα οποία προήλθαν από τη συμπερίληψή της στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο και ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί να του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα για την αναστολή εκτέλεσής της. Όσα ανάφερε ο δικηγόρος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους είναι καταγεγραμμένα και θα ληφθούν υπόψη στα πλαίσια επιβολής της ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον νομοθέτη όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο που είναι ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δύο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και για τον λόγο αυτό κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.

(1999)2 Α.Α.Δ. 60, στις σελίδες 64 και 65 αντίστοιχα: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ...... Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις». Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546 στη σελίδα 548, το οποίο ομιλεί από μόνο του σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: «Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια». Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 79, υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης. Λέχθηκε επίσης ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη (Κονιζίδου ν. Αρέστη
(2009)2 Α.Α.Δ. 579). Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 557 και ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2015, ημερομηνίας 15.11.2017). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή όλα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορουμένων για μετριασμό της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όπως αυτή αναφύεται μέσα από την προαναφερθείσα νομολογία αλλά και από το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη μου το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών και την απουσία μεταμέλειας από πλευράς των κατηγορουμένων η οποία συνάγεται από τη συμπεριφορά τους και συγκεκριμένα από τη μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού έναντι των επίδικων επιταγών. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου αφού δεν αναφέρθηκε ότι βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, την ηλικία του, είναι 60 ετών, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον δικηγόρο υπεράσπισης και το γεγονός ότι τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν πριν από 10 χρόνια. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Κρίνω ότι μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και την εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Λόγω των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω επιβάλλεται στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πρόστιμο €350,00 στην 1η κατηγορία, πρόστιμο €1.500,00 στην 3η κατηγορία και πρόστιμο €350,00 στην 5η κατηγορία. Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μηνός σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2 και 6 και ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 4η κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση του δικηγόρου των κατηγορουμένων για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένη και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν τεθεί ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.