ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ν. ΜΗΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:4487/2019, 27/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B176 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4487/2019 XXXXX ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ Παραπονούμενος και XXXXX ΜΗΛΟΥ Κατηγορούμενος Αίτηση ημερ. 14/02/2020 για απόρριψη κατηγορητηρίου Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούμενο/Αιτητή: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβος Χριστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Παραπονούμενο/Καθ' ου η αίτηση: κα. Θέλμα Λουκά για Ηλίας Α. Στεφάνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατηγορία της παροχής ψευδούς όρκου ή ψευδής βεβαίωσης ή δήλωσης, κατά παράβαση των άρθρων 117 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πιο πάνω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος, κατά ή περί τις 11 Σεπτεμβρίου του 2019 στη Λευκωσία, της επαρχίας Λευκωσίας, προέβη σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, δηλαδή, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος ορκίστηκε και καταχώρησε γραπτή ένορκη δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης 14/2019 (εφεξής η «Αίτηση Πτώχευσης»), στην οποία ψευδώς, στην παράγραφο 3 αυτής, ανέφερε πως δεν είχε, ούτε ο ίδιος, ούτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους του, εξασφάλιση επί της περιουσίας του Παραπονούμενου (ή μέρος αυτής) για την πληρωμή ποσού που απαιτούσε ο Κατηγορούμενος από τον Παραπονούμενο, ενώ πολύ καλά γνώριζε ο Κατηγορούμενος πως είχε ήδη εξασφαλίσει για το εν λόγω ποσό εμπράγματη επιβάρυνση επί ακίνητης περιουσίας του Παραπονούμενου. Πριν ο Κατηγορούμενος απαντήσει στην κατηγορία που του προσάπτεται, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση, αιτούμενος την απόρριψη του κατηγορητηρίου και την απαλλαγή του από την κατηγορία που αντιμετωπίζει για τον λόγο ότι η παρούσα ποινική υπόθεση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή/και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως προκύπτει από την υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου, βασικός πυλώνας του αιτήματος του αποτελεί η θέση του ότι αγνοούσε ότι, για τους σκοπούς του περί Πτωχεύσεως Νόμου, η ύπαρξη εμπράγματου βάρους - ΜΕΜΟ - αποτελεί εξασφάλιση. Αυτός, ως αναφέρει, ήταν και ο λόγος που υπέγραψε την Αίτηση Πτώχευσης, χωρίς να ζητήσει τη διόρθωση της επίμαχης παραγράφου 3, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια του αυτή ως εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος ενώ, ως ισχυρίζεται, μόλις περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων του το γεγονός αυτό, τέθηκε υπόψη του με αποτέλεσμα να προχωρήσει, μέσω των δικηγόρων του, σε αίτημα τροποποίησης της παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 7/2/2020 (Τεκμήριο 1 της Αίτησης). Καταλήγει ότι η προώθηση της παρούσας διαδικασίας γίνεται εκδικητικά και καταχρηστικά από τον Παραπονούμενο, επί τη βάσει αλλότριων κινήτρων και ως μοχλός πίεσης εις βάρος του σε μια προσπάθεια να μην προωθήσει τη διαδικασία πτώχευσης που καταχώρισε εναντίον του Παραπονούμενου, χαρακτηρίζοντας επίσης την παρούσα διαδικασία ως άνευ αντικειμένου ενόψει της τροποποίησης που έγινε στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης, με την οποία πλέον αναφέρεται σε αυτήν ότι ο ίδιος διατηρεί επί ακίνητης περιουσίας του Παραπονούμενου το εμπράγματο βάρος ΕΒ2977/
- Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αμφισβητεί ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα που αντιμετωπίζει προβάλλοντας νομική επιχειρηματολογία ως προς τη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του. Αναφέρει, επίσης, ότι τα πιο πάνω γεγονότα τέθηκαν υπόψιν του Γενικού Εισαγγελέα προς υποστήριξη σχετικού αιτήματος του για αναστολή της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση, το οποίο δεν έγινε αποδεχτό με επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 30/1/2020 (Τεκμήριο 2 της Αίτησης), απόφαση την οποία χαρακτηρίζει, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του, ως λανθασμένη και αναιτιολόγητη αλλά και ως μη δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι λήφθηκε χωρίς να τεθεί υπόψη του Γενικού Εισαγγελέα το γεγονός της τροποποίησης της παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης. Ο Παραπονούμενος καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Σε αυτήν γίνεται αναφορά στην Αίτηση Πτώχευσης που καταχωρήθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 11/9/2019 στο Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 1 της ένστασης), παραπέμποντας στο περιεχόμενο της παραγράφου 3 αυτής, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του Παραπονούμενου για το χρέος που αφορά η Αίτηση Πτώχευσης. Αναφέρει ότι η αναφορά αυτή δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, κάτι που επιβεβαιώνεται από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, και προβάλλει ότι η θέση του Κατηγορούμενου ότι η δήλωση έγινε λανθασμένα αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του, σημειώνοντας ότι η άγνοια νόμου δεν αποτελεί υπεράσπιση με βάση το άρθρο 7 του Κεφ. 154 και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος εκπροσωπείτο από δικηγόρους. Περαιτέρω, αμφισβητώντας τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου περί καλόπιστου λάθους, αναφέρει ότι η διαδικασία τροποποίησης της επίμαχης παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης δρομολογήθηκε μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου και αφότου ο Κατηγορούμενος έλαβε γνώση για το ισχυριζόμενο σφάλμα του από τις 13/11/2019 όταν καταχωρήθηκε ένσταση στην Αίτηση Πτώχευσης, στην οποία τονίστηκε το ισχυριζόμενο ψέμα του. Κατά τα λοιπά, προβαίνει και αυτός σε νομική επιχειρηματολογία, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του, ισχυριζόμενος ότι τα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης στοιχειοθετούν το ισχυριζόμενο αδίκημα και, ως εκ των ανωτέρω, αιτείται την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Ως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν στην Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Α. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφεση 223/2014, ημ. 11/11/2015, η εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι μπορεί να εγερθεί προτού απαντήσει ο Κατηγορούμενος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Παράλληλα, ως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν στην Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/2019, η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο[1]. Ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας, εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116), και, ειδικότερα, ότι όχι μόνο υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής (Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Ως εξηγείται στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διαδίκου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης και, ως αναφέρθηκε στην Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου είναι σύμφυτη. Όπως αναγνωρίζεται από την νομολογία, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές. Τέτοια κατάχρηση υπάρχει συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική (βλ. David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 ΑΑΔ 142) ή όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD
(1996)1 Α.Α.Δ και Sidorov v. N. Khovrin, Ποιν. Έφεση 26/2019 ημ. 9/3/2020). Αντίθετα, η παράλληλη έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης και πολιτικής αγωγής κρίθηκε ότι δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Κωμοδρόμου ανωτέρω). Όμως, όπως αποφασίστηκε στην Σοφία Νικολάου Βασιλείου ν. Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, η χρήση διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνον για τον οποίο προορίζεται χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους καθώς και η χρήση διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου, μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας και, περαιτέρω, λέχθηκε ότι δεν είναι επιθυμητό η χρήση της ποινικής διαδικασίας να γίνεται ως μοχλός πίεσης για την επιτυχία πολιτικής αγωγής. Περαιτέρω, στην Γιάλλουρου κ.α. ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριανός Λτδ κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151, κρίθηκε ότι είναι ανεπιθύμητο να γίνεται χρήση από ιδιώτες του δικαιώματος να ασκούν ποινική δίωξη, ιδιαίτερα όταν, μέσω της ποινικής δίωξης, επιδιώκεται η προώθηση αστικού δικαιώματος το οποίο, λόγω ακριβώς της φύσης του, δεν είναι ορθό να γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης. Κάθε υπόθεση, βεβαίως, εξετάζεται υπό το φως των δικών της πραγματικών περιστατικών (βλ. Ηλιάδης ανωτέρω και Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, έκδοση 1995, παράγραφοι 4 - 44 (b) sel. 1/439). Η δε εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη της διαδικασίας λόγω κατάχρησης ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Περέλλα Τζεννάρο ανωτέρω, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529 και Σπύρος Σπύρου ανωτέρω). Για να προχωρήσει, δηλαδή, το Δικαστήριο σε αναστολή ή απόρριψη μιας διαδικασίας ως καταχρηστικής, θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι πράγματι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσεως (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Κωνσταντίνου Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Έφεση 4/2014, ημ. 3/3/2016). Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές υπό το φως των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης καταλήγω ότι το αίτημα για απόρριψη ή διακοπή της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ως καταχρηστικής δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η παρούσα περίπτωση είναι καταχρηστικής φύσεως. Ό,τι ενδιαφέρει και συνάγεται ως κοινά αποδεκτό μέσα από τις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις είναι ότι ο Κατηγορούμενος καταχώρισε στο Ε.Δ. Λευκωσίας την Αίτηση Πτώχευσης εναντίον του Παραπονούμενου, όπου στην παράγραφο 3 αυτής ανέφερε κάτι που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και ότι, μετά την καταχώριση του υπό κρίση Κατηγορητηρίου προέβη, επιτυχώς, σε σχετικό διάβημα ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου τροποποιώντας τη ρηθείσα παράγραφο ώστε αυτή να ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα. Το γεγονός όμως ότι, μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, επήλθε τροποποίηση της επίμαχης παραγράφου 3 δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο με ασφάλεια ότι υφίσταται κατάχρηση ή ότι η παρούσα υπόθεση προωθείται εκδικητικά ή για σκοπούς άσκησης πίεσης στον Κατηγορούμενο ή για αλλότριους σκοπούς. Τούτο διότι, η τροποποίηση που έγινε επί της επίμαχης παραγράφου 3 δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από τυχόν ποινική ευθύνη του, εφόσον αν έχει διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα που του προσάπτεται αυτό έχει ήδη συντελεστεί και με την τροποποίηση της εν λόγω παραγράφου, ασφαλώς, δεν αναιρείται. Κατά συνέπεια, το γεγονός της τροποποίησης της ως άνω παραγράφου της Αίτησης Πτώχευσης δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του με ασφάλεια στη διαπίστωση ότι η προώθηση της παρούσας διαδικασίας γίνεται καταχρηστικά ή ότι έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Ούτε η γενικότερη θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν έχει διαπράξει το αδίκημα που του προσάπτεται επειδή, ως αναφέρει, οι περιστάσεις δεν στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία του ρηθέντος αδικήματος ή ότι η αναφορά στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης οφείλετο σε δική του άγνοια (η οποία, ως προβάλλει, κρίθηκε από το Δικαστήριο της Πτώχευσης ως καλόπιστη εκ παραδρομής αναφορά εκ μέρους του), δύναται να οδηγήσουν στην επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης. Αφενός, οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου αμφισβητούνται από πλευράς Παραπονούμενου και άρα δεν αποτελούν κοινώς αποδεκτά γεγονότα επί των οποίων μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για να καταλήξει με ασφάλεια σε συμπέρασμα κατάχρησης. Ούτε προκύπτει από το Τεκμήριο 1 ότι το Δικαστήριο της Πτώχευσης έκρινε ότι η αναφορά στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης συνιστούσε καλόπιστη εκ παραδρομής αναφορά, με αποτέλεσμα, η πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου και η σχετική επιχειρηματολογία που έγινε από τους δικηγόρους του, να μην βρίσκουν οποιοδήποτε έρεισμα. Ακόμα όμως και αν υπήρχε τέτοια κρίση από το Δικαστήριο της Πτώχευσης, αυτή δεν θεωρώ ότι θα ήταν δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, το οποίο ασκεί ποινικής φύσεως δικαιοδοσία για την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων (όπως η παρούσα) των οποίων ο σκοπός και το αντικείμενο είναι εντελώς διαφορετικά από μια πτωχευτική διαδικασία (όπως εκείνη που εκκρεμεί στο πλαίσιο της Αίτησης Πτώχευσης). Σε κάθε περίπτωση, η διαπίστωση τυχόν ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει αποτελεί ζήτημα που δεν μπορεί να εξεταστεί παρά στο στάδιο της δίκης, όχι πριν ή έξω από αυτήν. Καταληκτικά, δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσαν να οδηγήσουν με ασφάλεια, σε αυτό το στάδιο, στο συμπέρασμα ότι η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς. Το αν υπάρχουν αλλότρια ή ανάρμοστα ή ακατάλληλα κίνητρα από πλευράς Παραπονούμενου στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης και αν αυτά υφίστανται σε τέτοια έκταση που καθιστούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστική αποτελούν ζητήματα που, εάν και εφόσον εγερθούν, θα πρέπει να επιλυθούν στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης και όχι προδικαστικά, ως επιζητείται εν προκειμένω με την υπό κρίση Αίτηση. Η παρούσα ποινική υπόθεση φαίνεται, εκ πρώτης όψεως και χωρίς βεβαίως να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα στο παρόν στάδιο, να εξυπηρετεί το συνήθη σκοπό μιας ποινικής δίωξης, δηλαδή την τιμωρία για αδικήματα καθαρά ποινικού χαρακτήρα, όπως προβλέπονται στο Νόμο και όχι για την εξασφάλιση οποιουδήποτε άλλου οφέλους στη σφαίρα του αστικού δικαίου. Το ότι η διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος σχετίζεται με την πτωχευτική διαδικασία που εκκρεμεί δεν προδιαγράφει από μόνο του ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται για την εξασφάλιση οποιουδήποτε άλλου οφέλους στην εν λόγω πτωχευτική διαδικασία. Συναφώς, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση K.P. Blue Dolphin Homes Ltd v. Παρασκευΐδης κ.α., ECLI:CY:AD:2020:B350, Ποιν. Έφεση 249/18 ημ. 15/10/2020, στην οποία παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Κατηγορούμενου, δεν φαίνεται να προσθέτει οτιδήποτε που θα οδηγούσε στην επιτυχία της Αίτησης εφόσον, ό,τι προσάπτεται στον Κατηγορούμενο με την παρούσα υπόθεση δεν δύναται να εκδικαστεί και αποφασιστεί από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η πτωχευτική διαδικασία που προωθεί ο Κατηγορούμενος. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος καλείται να απαντήσει στις κατηγορίες. (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. και την Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση του ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο