← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΣΗΦ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 15234/2016, 16/10/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΣΗΦ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 15234/2016, 16/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15234/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. ΧΧΧΧΧ ΙΩΣΗΦ
  2. ΧΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κατηγορούμενοι 16 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενο:κ. Μαπουρίδης Κατηγορούμενοι παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 8 συνολικά κατηγορίες. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζουν μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την ενόχληση και εκφοβισμό του κατόχου (2η κατηγορία), μια κατηγορία έκαστος για το αδίκημα της χρήσης πυροβόλου όπλου χωρίς ειδική άδεια κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για κυνήγι (3η και 4η κατηγορία αντίστοιχα), μια κατηγορία έκαστος για κατοχή εκρηκτικών υλών, ήτοι φυσιγγίων πυροβόλου όπλου, χωρίς άδεια (5η και 7η κατηγορία αντίστοιχα) και μια κατηγορία έκαστος για το αδίκημα της χρήση εκρηκτικών υλών, ήτοι ενός φυσιγγίου, χωρίς άδεια (6η και 8η κατηγορία αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 29.6.2014 στο Μαρκί της Επαρχίας Λευκωσίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο συνήγορος των κατηγορούμενων εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση εναντίον τους στις κατηγορίες 3, 4, 5, 6, 7 και 8 και ότι, συνεπώς, αυτοί πρέπει να αθωωθούν σε αυτό το στάδιο αναφορικά με τις συγκεκριμένες κατηγορίες, χωρίς να κληθούν να προβάλλουν την υπεράσπιση τους σε αυτές[1]. Οι αρχές που διέπουν αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα στη νομολογία[2]. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορούμενου πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) κατά πόσο ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (β) κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας είναι, αντικειμενικά κρινόμενη, τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία και να συνεχίζει να εκτίθεται στον κίνδυνο καταδίκης εκτός εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Παράλληλα, το Δικαστήριο πρέπει να αποτρέπει την κατάσταση στην οποία ένας κατηγορούμενος να καλείται με την υπεράσπιση του, ενδεχομένως, να καλύψει κενά στη μαρτυρία κατηγορίας. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού αυτό είναι κάτι που επιτελείται μόνο στο τέλος μιας δίκης. Το δε βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, από μια προκαταρτική εκτίμηση, να μπορεί να στηρίξει καταδίκη[3]. Θα ξεκινήσω παραθέτοντας σε συντομία τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της κατηγορούσας αρχής προς απόδειξη της κατηγορίας. Να προσθέσω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας έγινε αποδεκτό από την πλευρά της υπεράσπισης και 16 τεκμήρια κατατέθηκαν από κοινού, για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι καταθέσεις όλων των αστυνομικών που είχαν εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης, από τις οποίες προκύπτει το κοινώς αποδεκτό πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Από το μέρος του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του, συνοψίζω το πραγματικό υπόβαθρο ως εξής: (α) Στις 29.6.2015 και περί ώρα 0130, ο κατηγορούμενος 1 ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον Αστ. XXXXX του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 2, στο αγροτικό δρόμο Μαθιάτη προς Μαρκι, κοντά στη φάρμα του ΧΧΧΧ Ηλία, δέχτηκε πυροβολισμό, θραύσματα του οποίου κατέληξαν στο όχημα του. (β) Μετά την καταγγελία ο Αστ. XXXXX μαζί με τον Λοχ. XXXXX μετέβηκαν στην σκηνή την οποία απέκλεισαν. Η σκηνή παρέμεινε αποκλεισμένη και υπό τη φύλαξη της αστυνομίας μέχρι την ολοκλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων. (γ) Την ίδια μέρα περί ώρα 0430, οι Αστ. XXXXX και Λοχ. XXXXX, ανέκριναν τον XXXXX Ηλία (ΜΚ1) ο οποίους τους ανέφερε ότι είχε αντιληφθεί ύποπτο όχημα στη φάρμα του και παραδέχτηκε ότι έριξε ένα πυροβολισμό στον αέρα για εκφοβισμό γιατί τον τελευταίο καιρό του είχαν κλέψει αρκετά ζώα. (δ) Ο XXXXX Ηλία (ΜΚ1) παρέδωσε τρία ΔΟΚΟ του στους αστυνομικούς για τη διενέργεια εξετάσεων από το Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της αστυνομίας. (ε) Στα πλαίσια των εξετάσεων που έγιναν στην σκηνή, η Αστ. XXXXX έλαβε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 16). Ο Αστ. XXXXX παρέλαβε από τη σκηνή ένα κενό φυσίγγιο τύπου ΔΟΚΟ που ανευρέθηκε. (στ) Την 1.7.2014 ο Αστ. XXXXX συνέλαβε κατόπιν Δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο 2 και ερεύνησε την οικία του. Εκεί εντόπισε και παρέλαβε 3 ΔΟΚΟ, 1 Φλοπερ και αριθμό φυσιγγίων. Την ίδια μέρα ο Αστ. XXXXX συνέλαβε κατόπιν Δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο 1 και ερεύνησε και την οικία του κατηγορούμενου 1 και εντόπισε και παρέλαβε 2 ΔΟΚΟ. Όλα τα παραληφθέντα, τα παρέδωσε για περαιτέρω εξετάσεις στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. (ζ) Το όχημα των κατηγορούμενων παραλήφθηκε την ίδια μέρα για εξετάσεις από τον Α/Αστ. XXXXX. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο όχημα από την Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι το όχημα έφερε 2 κτυπήματα στο μπροστινό καπό και 2 κτυπήματα στο δεξιό μπροστινό φτερό. Τα κτυπήματα έφεραν διαγώνια κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά. Δεν ήταν δυνατή η εξαγωγή συμπεράσματος αναφορικά με τα αντικείμενα που προκάλεσαν τα κτυπήματα λόγω απουσίας τεκμηρίων. (η) Όλα τα ΔΟΚΟ και όλα τα φυσίγγια που παραλήφθηκαν στα πλαίσια των εξετάσεων της υπόθεσης ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο κάλυκας που είχε ανευρεθεί στη σκηνή από τον Αστ. XXXXX, είχε πυροβοληθεί μέσα στη δεξιά κάνη ενός εκ των ΔΟΚΟ που είχε παραληφθεί από τον ΧΧΧΧΧ Ηλία (ΜΚ1). Πέραν των πιο πάνω, προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο συνολικά τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος κ. ΧΧΧΧΧ Ηλία (ΜΚ1). Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης έδωσε στην αστυνομία 4 καταθέσεις (Τεκμήρια 17-20). Συνοπτικά, στην πρώτη του κατάθεση ημερομηνίας 29.6.2014 που έδωσε στις 0500 (Τεκμήριο 17) αναφέρει ότι είναι γεωργοκτηνοτρόφος και διαμένει στο Μαρκί. Το ενάμιση περίπου μήνα πριν το επίδικο περιστατικό είχε διαπιστώσει κλοπές ζώων στη φάρμα του και έτσι κοιμόταν εκεί. Το επίδικο βράδυ, περί ώρα 0115 «ενώ κοιμόμουν σε ένα δωμάτιο της φάρμας» ξύπνησε γιατί άκουσε ένα αυτοκίνητο. Έπιασε το κυνηγετικό του όπλο και είδε ένα όχημα να προσεγγίζει τη φάρμα με χαμηλή ταχύτητα και σβηστά φώτα. Είδε «τέσσερα άτομα στο αυτοκίνητο τα οποία δεν αναγνώρισε». Φοβήθηκε ότι μπορεί να είναι κλέφτες και έριξε ένα πυροβολισμό στον αέρα για εκφοβισμό. Ακολούθως επέστρεψε στο δωμάτιο του όπου άφησε το όπλο του και έτρεξε να πάει σπίτι του γιατί φοβήθηκε. Όταν έτρεχε αναγκάστηκε να πηδήσει από τοίχο ύψους 6 μέτρων και κτύπησε τον αστράγαλο του αριστερού του ποδιού. Όταν έφτασε σπίτι, ανέφερε στους γονείς του τι έγινε και επέστρεψαν μαζί στη φάρμα και από το δωμάτιο του παρέλαβε το όπλο του. Το όχημα που είχε δει προηγουμένως δεν ήταν εκεί. Δεν σημάδεψε το όχημα «όμως πιθανόν κάποια από τα σκάγια να πήγαν στο αυτοκίνητο». Συγκατατέθηκε στην παράδοση του όπλου του και όταν του αναφέρθηκε ότι το όχημα που είχε δει ανήκει στον κατηγορούμενο 1, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι δεύτερα ξαδέρφια και έχουν άριστες σχέσεις. Στη δεύτερη του κατάθεση, η οποία λήφθηκε στις 30.6.2014 (Τεκμήριο 18) ανέφερε ότι τα χαράματα της ίδιας μέρα ενώ κοιμόταν στο διάδρομο της φάρμας άκουσε θόρυβο από ουρλιαχτό και ξύπνησε Αμέσως άκουσε ένα πυροβολισμό και μετά από δύο δευτερόλεπτα άκουσε και δεύτερο πυροβολισμό και δέκρινε στα 30-35 μέτρα περίπου φλόγα που υπολόγισε ότι προέρχεται από κυνηγετικό όπλο. Οι πυροβολισμοί αυτοί ρίχθηκαν προς το μέρος του γιατί μόλις άναψε το φώς είδε σκόνες στα είκοσι μέτρα που προήλθαν από τα σφαιρίδια που κτύπησαν το έδαφος. Προσθέτει ότι δεν έχει διαφορές με κανένα ενώ είδε δύο άτομα να απομακρύνονται από τις φάρμες σε απόσταση εκατό μέτρα αλλά δεν τους αναγνώρισε ούτε μπορεί να δώσει περιγραφή τους. Η τρίτη του κατάθεση, που λήφθηκε την 1.7.2014 (Τεκμήριο 19), αναφέρει ότι «κάποια πράματα που είπα [στην πρώτη μου κατάθεση] ισχύουν και κάποια πράματα δεν ισχύουν». Συνεχίζει αναφέροντας ότι από την ημέρα του περιστατικού τον πλησίασαν αρκετοί συγγενείς και του ζήτησαν να μην δοθεί συνέχεια στο περιστατικό όμως εκείνος αποφάσισε να πει την αλήθεια. Το επίδικο βράδυ μαζί με το κυνηγετικό όπλο που είχε μαζί του για προστασία είναι πάρει και 3 φυσίγγια. Γύρω στις 0130, ενώ κοιμόταν πάνω σε κοντέινερ που βρισκόταν στη φάρμα, ξύπνησε από ένα θόρυβο και είδε ένα διπλοκάμπινο με σβηστά φώτα το οποίο πάρκαρε κοντά τις «πάλες» της φάρμας και έσβησε την μηχανή. Είδε δύο άτομα να πλησιάζουν περπατητοί προς τη φάρμα. Αναγνώρισε τον ένα από τους δύο ως τον [κατηγορούμενο 1]. Τον δεύτερο δεν τον αναγνώρισε. Τα δύο αυτά άτομα προχώρησαν στο διάδρομο όπου ταιζόνται τα ζώα και ο ίδιος προχώρησε με το όπλο του από την άλλη πλευρά της φάρμας για να τους συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο. Όταν είδε τον κατηγορούμενο 1 να πλησιάζει τις δύο σιδερένιες πόρτες, ο ίδιος που ήταν σε απόσταση περί τα 15 μέτρα τους φώναξε τι κάνουν και άκουσε ένα θόρυβο από πυροβολισμό και υπολόγισε ότι το όπλο κρατούσε ο κατηγορούμενος 1 που είχε πυροβολήσει στον αέρα. Αυτός έφυγε για να μην τον πυροβολήσουν όμως ενώ είχε απομακρυνθεί σε απόσταση περί τα 30 μέτρα είδε ξανά τα δύο άτομα και ο ένας πυροβόλησε ξανά στον αέρα. Ακολούθως ο ΜΚ1 πήδηξε από ύψος 8 μέτρων και τραυμάτισε τον αριστερό του αστράγαλο. Όταν σηκώθηκε είδε τον ένα άγνωστο να τον πλησιάζει σε απόσταση περί τα 20 μέτρα και ο ΜΚ1 έριξε ένα πυροβολισμό στον αέρα για να μην τον πλησιάσει. Ο άγνωστος σταμάτησε να τον πλησιάζει και ο ΜΚ1 κατάφερε και πήγε στο σπίτι των γονέων του και τους ανέφερε τι έγινε. Μαζί του πήρε και το όπλο του. Ο πατέρας του τηλεφώνησε στην αστυνομία και ενώ ο ΜΚ1 έμεινε στο σπίτι, οι γονείς του μετέβηκαν στη φάρμα. Οι γονείς του, του ανέφεραν ότι στη φάρμα ήταν το όχημα του κατηγορούμενου 1 και είχαν μαζευτεί συγγενείς του στον χώρο. Ενώ ο ΜΚ1 προχωρούσε προς το σπίτι του είδε το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου 1 να τον πλησιάζει, τον προσπέρασε και σταμάτησε περίπου 500 μέτρα μακριά. Στο όχημα επεβαινε και δεύτερο άτομο. Αναγνώρισε το όχημα ως εκείνο που είχε δει ενωρίτερα στη φάρμα του. Αναφέρει επίσης ότι εκείνο το πρώτο βράδυ, κατά λάθος, είχε παραδώσει στην αστυνομία ένα όπλο που ανήκε στον πατέρα του και όχι εκείνο που κρατούσε ο ίδιος. Κατά την κυρίως εξέταση του, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τις διαφορές μεταξύ της πρώτης και τρίτης του κατάθεσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν ειδοποιήθηκε και έφτασε η αστυνομία στη σκηνή, τον παρότρυναν οι αστυνομικοί να μη δοθεί συνέχεια στο περιστατικό ενόψει του ότι ήταν και συγγενείς μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο αστυνομικός του είχε πει «να δώσουμε κάποιαν κατάθεση, να μην της δώσουμε σοβαρότητα, να μην υπάρχει ανταλλαγή πυροβολισμών, έτσι ώστε να πέσει στα απαλά και αφού και εσύ θα είσαι κατηγορούμενος, έριψες πυροβολισμό τζιαι τζιείνοι ερίψαν πυροβολισμό, οπόταν και οι μεν και οι δεν κατηγορείστε για κάποια πράματα». Στην τέταρτη κατάθεση του ημερομηνίας 10.2.2015 (Τεκμήριο 20) ο ΜΚ1 αναφέρει ότι δηλώνει ότι τα διάφορα όπλα που είχε παραδώσει στην αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, είχαν παραδοθεί με τη θέληση του. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι με τους δύο κατηγορούμενους είχε καλές σχέσεις και δεν είχαν διαφορές πριν το περιστατικό. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 του ζητήθηκε να εξηγήσει εάν κατά την έναρξη του περιστατικού ο ίδιος κοιμόταν στο δωμάτιο, όπως είχε αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση, ή πάνω στο container, όπως είχε πει στη τρίτη και γιατί έγινε αυτή η αλλαγή. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι βρισκόταν στο container και ότι «είναι ασάφειες, είναι μέσα σε αυτά που είπαμε προηγουμένως, ότι στην αλλαγή της κατάθεσης ήταν τζιαι τούτο ένα λάθος. Μερικά πράγματα αλλάχθηκαν, όπως τζιαι τούτο». Ερωτήθηκε γιατί θεωρούσε ότι θα ήταν επιβαρυντικό για την υπόθεση εάν έλεγε την αλήθεια από την πρώτη του κατάθεση για το χώρο στον οποίο κοιμόταν. Η θέση του ήταν ότι δεν καθιστούσε τα γεγονότα περισσότερο ή λιγότερο επιβαρυντικά αλλά «τίποτε, καθόλου. Είπαμε τα πράγματα ως έχουν μετά. Με κάθε λεπτομέρεια». Του επισημάνθηκε αριθμός σημείων όπου διαφοροποιεί τη θέση του μεταξύ της πρώτης και τρίτης κατάθεσης του, μεταξύ άλλων, η αρχική αναφορά του σε τέσσερεις επιβαίνοντες στο όχημα αντί δύο, ότι είχε αφήσει το όπλο του στο δωμάτιο που κοιμόταν αντί ότι το πήρε μαζί του στους γονείς του, ότι μόνο εκείνος πυροβόλησε αντί ότι είχε δεχθεί και εκείνος δύο πυροβολισμούς. Επισημάνθηκε επίσης ότι στη δεύτερη του κατάθεση αναφέρεται σε γεγονότα που δεν συνάδουν ούτε με την πρώτη ούτε με τη δεύτερη του κατάθεση. Ειδικότερα, ερωτήθηκε γιατί σε εκείνη την κατάθεση λέει ότι κοιμόταν «στο διάδρομο της φάρμας». Η απάντηση που έδωσε ήταν η εξής «όταν λέμε τον διάδρομο, ο διάδρομος είναι εδώ, τα δωμάτια τζιαι μέσα στη μέση έχει διάδρομο. Τώρα το δωμάτιο δεν ήταν εδώ στο ένα μέτρο τζιαι ήταν στο ενάμιση μέτρο ας πούμε ή στην πόρτα. δηλαδή δεν μιλούμε. μιλούμε για τον ίδιο χώρο, το ίδιο δωμάτιο, δεν μιλούμε για έναν διάδρομο ο οποίος είναι, ας το πούμε, σε άλλο σπίτι σε άλλο κτίριο ή οπουδήποτε άλλου». Θα παραθέσω αυτούσια κάποια αποσπάσματα από την αντεξέταση του για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ερωτήθηκε για τη σειρά τον γεγονότων το επίδικο βράδυ. Ακολούθησε η εξής συζήτηση με το συνήγορο υπεράσπισης: «Ε: Στην πρώτη κατάθεση σας λέτε ότι ακούσατε θόρυβο, σηκωθήκατε και πυροβολήσατε διότι φοβηθήκατε. Α: Συμφωνώ, ναι, έτσι ήταν ακριβώς, θυμούμαι το. Ε: Στη δεύτερη, που είναι το Τεκμήριο 18, στις 30/6 λέτε ότι ακούσατε στον ύπνο σας δύο πυροβολισμούς και μετά σηκωθήκατε. Α: Όχι, δεν ευσταθεί τούτο το πράγμα. Τούτο το πράγμα δεν ευσταθεί. Όποιου και να είναι η ευθύνη, τούτα τα πράγματα δεν ευσταθούν, όποιου και να είναι η ευθύνη. Ε: Στην κατάθεση σας 1/7, που είναι το Τεκμήριο 19, θέλω να δείτε εάν μπορείτε. Ξεκινάτε ότι 'θέλω να πω την αλήθεια'. Δηλαδή αναγνωρίζετε ότι προηγουμένως είχατε πει όχι αλήθεια. Α: Βεβαίως δεν ήταν αλήθεια η πρώτη κατάθεση, μάλιστα. Παραδέχομαι το, το οποίο το γνωρίζει και η Αστυνομία, ότι η κατάθεση που έγραφε ο αστυνομικός δεν ήταν η αλήθεια, ξέρουμε το όλοι τούτο το πράγμα. Δεν είναι μόνο εγώ που το ήξερα και οι κύριοι το ήξεραν και οι αστυνομικοί το ήξεραν και ο ανώτερος, ο σταθμάρχης ήξερε το, που εάν δεν κάνω λάθος με τον σταθμάρχη οι γυναίκες σας ήταν κάποτε αδέλφια, εάν δεν κάνω λάθος. Με τον σταθμάρχη, η γυναίκα του ήταν αδελφή της γυναίκας του κυρίου Ιωσήφ [του κατηγορούμενου 1] πριν. Τώρα μετά. εξ όσων είχα γνωρίσει πριν. Ξέραμε ούλλοι ότι η κατάθεση η πρώτη, λέω το και στο Δικαστήριο, ήταν κατασκευασμένα, ήταν το πώς να γράψω έτσι, ήταν ούλλα τεχνητά, δεν είχαν σχέση με την πραγματικότητα, η κατάθεση η πρώτη, καμία σχέση.» Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο τα άτομα που επέβαιναν στο όχημα ήταν τέσσερα ή δύο. Ακολούθησε η εξής συζήτηση: «Ε: Τα τέσσερα άτομα που αναφέρατε στην πρώτη κατάθεση σας, έγιναν δύο. Αφού τώρα είπατε να πείτε την αλήθεια, γιατί δεν αναφέρατε ξανά τα τέσσερα άτομα ή μήπως ήταν ψέμα τα τέσσερα άτομα; Α: Όχι ήταν τέσσερα. Οι δύο προχώρησαν, μπήκαν μέσα στη φάρμα είπα και οι δύο έμειναν στο αυτοκίνητο. Ήταν τέσσερα άτομα τζιαι στην αρχή τζιαι στο τέλος. Ε: Όμως στην κατάθεση που λέτε ότι θα πείτε την αλήθεια, δεν αναφέρεστε σε τέσσερα άτομα. Α: Δεν ρωτήθηκα. Εγώ είπα πήγαν στη φάρμα μου δύο άτομα, μπήκαν στη φάρμα δύο άτομα. Τώρα εάν είχε άλλους έξω, πόσους είχε. ανέφερα το και στην αρχή ότι είχε δύο άτομα, τα οποία περπατούσαν και είδα τους, οδηγό και πίσω του οδηγού, οι οποίοι κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και πήγαν προς τη φάρμα προς τον διάδρομο των ζώων και είχε και άλλους ανθρώπους μέσα. Τώρα εάν δεν ήταν δύο ή ήταν τρείς μέσα στο αυτοκίνητο, που το container μου ως τες μπάλες. τζιαι εν τζιαι μπορούσα να δω τζιαί στο σκοτάδι ακρίβεια τζιαι ποιοι ήταν τζιαι το ένα τζιαι το άλλο. Το ότι υπήρχαν άνθρωποι μέσα στο αυτοκίνητο το σταματημένο, υπήρχαν. Ε: Είπατε ότι οι δύο που έχετε σήμερα εδώ μπροστά σας, κατέβηκαν και μπήκαν στον διάδρομο που οδηγεί σε όλες τις άλλες φάρμες. Α: Όχι, δεν είπα οι δύο. Ε: Εκεί που βάζουν φαΐ στα ζώα. Α: Εγώ είπα για τον έναν [κατηγορούμενο 1]. Ο δύο [κατηγορούμενο 2], δεν τον είδα μέσα στη φάρμα μου τον δύο. Ε: Κύριε 'είδα δύο άτομα να πλησιάζουν προς τη φάρμα μου'. Α: Όχι δύο πρόσωπα. Ε: Τι δύο είδες; Α: Δύο ανθρώπους. Τώρα ποιοι ήταν. Ε: 'Ο ένας ήταν ο XXXXX; Α: Στην πορεία είδα τον, που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μέσα στη φάρμα.» Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ερωτήθηκε εάν είχε δει τα δύο πρόσωπα να κρατούν όπλα. Η συζήτηση ήταν η εξής: «Ε: Και μετά που φωνάξατε ακούσατε θόρυβο από πυροβολισμό. Α: Ναι. Ε: Εντάξει; Α: Ναι. Ε: Και υποθέσατε ότι ο XXXXX κρατούσε όπλο, σωστά; Α: Όχι. Είχε ακόμα ένα άτομο πίσω του, το οποίο έριψε ένα πυροβολισμό προς τα πάνω, όχι προς τα πάνω μου, γιατί ήταν πολύ έυκολο να με πυροβολήσει εμένα αν ήθελε. Ε: 'Πρέπει ο XXXXX να κρατούσε όπλο' είπες. Α: Τζείνο είναι άλλο θέμα, μπορεί να βαστούσε ένα τσεκούρι. Είδα τον ότι εβάσταν κάτι άλλο θέμα. Ε: Μετά πήγατε στο βουνό για να φύγετε; Α: Ναι.» Όταν αντεξεταζόταν αναφορικά με τον λόγο που είχε δώσει διαφορετικές εκδοχές στις καταθέσεις του ακολούθησε η εξής συζήτηση: «Ε: Σας υποβάλλω ότι το τι είπατε την [κατάθεση] 1/7 είναι αυτά που αποφασίσατε να πείτε εκ των υστέρων για να ελαφρύνετε τη θέση σας σε σχέση με αυτά που αναφέρατε στις πρώτες δύο καταθέσεις σας. Α: Δεν είναι να ελαφρύνω μόνο τη θέση μου, αλλά να ελαφρύνω και τη θέση τους άλλους. Δηλαδή μιλούμε μόνο για τη θέση μου εδώ απ' ότι βλέπω. Εδώ συνεννοηθήκαμε με όλους, τόσο με τους αστυνομικούς, όπως ήταν και ο κοινοτάρχης, ο κύριος ΧΧΧΧΧ Σολωμής, που ήρθε μαζί με τον ΧΧΧΧΧ Ιωσήφ και ζήτησε τα 1000 ευρώ μετά, γιατί πρώτα ο αστυνομικός λαλεί μου' τα πράγματα να τα δώσουμε έτσι και η υπόθεση θα σβήσει'. Μετά στην πορεία οι άνθρωποι εδείξαν μου ότι δεν είχαν χαμπάρι, εμείς ούτε συνεννοηθήκαμε, ούτε τζιαι θέλουμε κάποια λευτά. Ήταν για να ελαφρύνω τη θέση, όχι μόνο τη θέση μου αλλά και τη θέση τους κυρίους. Ε: Δηλαδή η κατάθεση σας 1/7 λέτε ότι έγινε επειδή σας ζήτησαν λεφτά; Α: Ένα λεπτό, η κατάθεση 1/7 είναι η δεύτερη; Ε: Η τρίτη. Α: Βεβαίως, μίλησα εγώ με τον αστυνομικό, γιατί τους ανθρώπους τούτους τους συνάντησα σήμερα. Έσιει 7 χρόνια σήμερα τους βλέπω εν τζιαι ξαναείδα τους. Εγώ εν με τον αστυνομικό που εμίλουν. Ο αστυνομικός είπε μου το εξής. Να πούμε αυτά και αυτά και αυτά για να πέσει η υπόθεση στα απαλά. Μετά ήρθε ο XXXXX Σολωμής, ο κοινοτάρχης του χωριού ο οποίος εργοδοτούσε τον XXXXX Ιωσήφ και εζητούσε του, λέει μου, 'ο XXXXX θέλει 1000 ευρώ για να αποσύρει'. Εγώ αμέσως παίρνω τηλέφωνο τον αστυνομικό και του λέω 'XXXXX, μα οι άνθρωποι θέλουν λεφτά'. Λαλεί μου 'άφηστα τζιαι θα έρθω σπίτι σου να τα μιλήσουμε'. Εντάξει, ήρθε στο σπίτι μου την άλλη μέρα, ήρθαν δύο, ήταν ο XXXXX και ο κύριος XXXXX και συγκεκριμένα είπε 'τα βρωμόπαιδα εξεγελάσαν με' λέω τι είπε ο αστυνομικός 'ότι θα αποσύρουν τζιαι οι μεν τζιαι οι δεν τζιαι τωρά εξεγελάσαν με' λέει. Αυτό είπε ο αστυνομικός. Ε: Και μετά δώσατε την κατάθεση σας 1/
  3. Α: Μάλιστα. Ε: Σας υποβάλλω ότι δώσατε την κατάθεση 1/7 για να αποκλείσετε το ενδεχόμενο να σας ζητήσουν αποζημιώσεις, αφού οι ίδιοι δεν ήρθαν προσωπικά να σας πουν οτιδήποτε. Α: Όχι, μόνο τζιείνο. Αλλά ήμουν τζιαι κατηγορούμενος, γιατί έριψα έναν πυροβολισμό, παραδέχτηκα ότι έριψα έναν πυροβολισμό τζιαι επαρέδωσα τζιαι το όπλο τζιαι τη χαρτούτσια. Είχε παραδοχή που εμένα, δεν ήταν μόνο τζιείνο, ήταν πολλά πράγματα, γιατί αλλάξαμε κάποια. σημειώστε ότι το σπίτι μου ανοίγει στο σπίτι του κυρίου, δηλαδή εδώ είναι Δικαστήριο, τζιαμέ όμως έννεν Δικαστήριο ή τζιαμε στη φάρμα δεν είναι Δικαστήριο, σκέφτεσαι το διαφορετικά είτε θετικά είτε αρνητικά, είτε όπως συμφέρει του καθενού, να το πω έτσι.» Αυτή ήταν, συνοπτικά η μαρτυρία του ΜΚ
  4. Η πλευρά της κατηγορούσας αρχής παρουσίασε ακόμα δύο μάρτυρες, τους γονείς του ΜΚ
  5. Έδωσε μαρτυρία ο κ. ΧΧΧΧΧ Ηλία, πατέρας του ΜΚ1 (ΜΚ2). Υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία στις 14.6.2015 (Τεκμήριο 22) στην οποία αναφέρει ότι το επίδικο βράδυ ήρθε ο γιος τους στο σπίτι τους κουτσαίνοντας και τους είπε ότι τον πυροβόλησαν. Ο ίδιος τον ρώτησε ποιος τον πυροβόλησε και ο ΜΚ1 του απάντησε ότι «τον έπεξε ένας που ήταν μαζί με τον ΧΧΧΧΧ Ιωσήφ». Ο ΜΚ2 τότε μαζί με τη σύζυγο του (ΜΚ3) μετέβηκαν στη φάρμα και εκεί είδε ένα διπλοκάμπινο στο δρόμο έξω από τη φάρμα που αναγνώρισε ότι άνηκε στον ΧΧΧΧΧ Ιωσήφ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο ο γιος του είχε μαζί του το όπλο του όταν έφτασε σπίτι εκείνο το βράδυ, λόγω της παρόδου του χρόνου, ούτε θυμάται κατά πόσο το είδε στη φάρμα όταν πήγε εκεί με τη σύζυγο του. Τελευταία μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ, μητέρα του ΜΚ1 και σύζυγος του ΜΚ2 (ΜΚ3). Ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ όταν ήρθε ο γιος τους σπίτι τραυματισμένος και τους είπε ότι ενώ κοιμόταν στο container άκουσε θόρυβο από αυτοκίνητο και είδε ένα αυτοκίνητο με σβηστά φώτα να πλησιάζει τη φάρμα, δύο άτομα να κατεβαίνουν και να προχωρούν προς τη φάρμα. Ο γιος της τους ρώτησε ποιοι είναι και πού πάνε και άκουσε πυροβολισμό. Τότε και εκείνος έριξε ένα πυροβολισμό στον αέρα με το δικό του όπλο και έτρεξε να φύγει και να έρθει σπίτι. Καθώς έτρεχε τα δύο άτομα έριξαν ακόμα ένα πυροβολισμό και εκείνος στην προσπάθεια να φύγει έπεσε από ύψος περί τα 8 μέτρα και κτύπησε το ένα του πόδι. Ο σύζυγος της ειδοποίησε την αστυνομία και τότε αυτή μαζί με το σύζυγο της μετέβηκαν στη φάρμα. Εκεί είδαν ένα διπλοκάμπινο σταματημένο στο δρόμο, χωρίς αυτή να ξέρει σε ποιόν ανήκει. Πριν η κατηγορούσα αρχή κλείσει την υπόθεση της παρουσιάστηκαν από κοινού και καταθέσεις που είχαν δώσει οι κατηγορούμενοι στην αστυνομία αναφορικά με την υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία στις 29.6.2014 και 2.7.2014 (Τεκμήρια 26 και 28). Σε αυτές αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης ενός διπλοκάμπινου οχήματος και τριών κυνηγετικών όπλων. Το επίδικο βράδυ είχε επισκεφθεί το σπίτι των γονιών του στο Μαρκί όπου και έφαγαν με τα υπόλοιπα αδέρφια του. Γύρω στις 2300 έφυγε και πήγε στο σπίτι του φίλου του κατηγορούμενου 2 και, μετά από λίγη ώρα, ξεκίνησαν να πάνε βόλτα με το διπλοκάμπινο του. Στο όχημα ήταν οι δύο τους, εκείνος στη θέση του οδηγού και ο κατηγορούμενος 2 στη θέση του συνοδηγού και δεν είχαν μαζί τους όπλο. Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα γιατί ο δρόμος ήταν αγροτικός και ανώμαλος και είχαν τα παράθυρα του οδηγού και συνοδηγού ανοικτά. Ενώ κινείτο στο δρόμο σε απόσταση περί τα 30 μέτρα από τη φάρμα του ΜΚ1, άκουσε πυροβολισμούς και ένιωσε θραύσματα στο αυτοκίνητο του. Σταμάτησε το όχημα και είδε ένα άντρα σε απόσταση περί τα 25 μέτρα να τρέπεται σε φυγή. Δεν είδε εάν ο άντρας αυτός κρατούσε κάτι. Λόγω του σκότους δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον άντρα αυτό όμως πιστεύει ότι ήταν ο ΜΚ1 που ήταν ο ιδιοκτήτης της φάρμας γιατί έχουν τον ίδιο σωματότυπο. Με τον ΜΚ1 δεν είχε διαφορές. Βγήκε από το αυτοκίνητο και φώναξε στον άντρα να εμφανιστεί όμως φοβήθηκε να εισέλθει στη φάρμα μήπως και τον πυροβολήσει ξανά. Ακολούθως ειδοποίησε την αστυνομία. Αρνείται ότι στο όχημα του επέβαιναν ακόμα τρία άτομα, ότι μπήκε στη φάρμα του ΜΚ1 ή ότι έριξε πυροβολισμό. Ο κατηγορούμενος 2, σε κατάθεση που έδωσε στις 29.6.2014 (Τεκμήριο 31) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το προηγούμενο βράδυ περί τις 2330 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και του ζήτησε να έρθει να τον παραλάβει από το σπίτι του για να πάνε βόλτα. Έφυγαν από το σπίτι του γύρω στις 0010 με το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου 1, πήγαν στον Μαθιάτη και μετά επέστρεφαν στο Μαρκί. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, ενώ μιλούσαν, άκουσε ένα πυροβολισμό και είδε μια λάμψη δίπλα από τη φάρμα του ΜΚ
  6. Οδηγούσαν αργά γιατί ο δρόμος ήταν ανώμαλος, δεν τον γνώριζαν και ήταν σκοτεινά. Δεν αναγνώρισε το πρόσωπο που πυροβόλησε το οποίο αμέσως τράπηκε σε φυγή. Ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε το όχημα και κατέβηκαν και οι δύο κάτω πανικοβλημένοι χωρίς όμως να πλησιάσουν τη μάντρα. Ακολούθως ειδοποίησαν την αστυνομία. Δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά με τον ΜΚ
  7. Αυτή είναι συνοπτικά όλη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε μέχρι αυτό το στάδιο. Επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως έχω μελετήσει όλη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, στο βαθμό που όφειλα και στο βαθμό που αρμόζει για τους περιορισμένους σκοπούς αυτού του σταδίου της διαδικασίας. Προχωρώ να εξετάσω την ουσία της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων στην 3η, 4η, 5η, 6η, 7, και 8η κατηγορία. Εξετάζοντας την εισήγηση τη υπεράσπισης, θα ομαδοποιήσω τις κατηγορίες αυτές. Στην πρώτη ομάδα τοποθετώ της 3η, 5η και 6η κατηγορία, που όλες αφορούν τον κατηγορούμενο
  8. Όπως αναφέρω στην αρχή της απόφασης μου, η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι από τον κατηγορούμενο 1 (άρθρο 28

(2), Ν. 113(Ι)/2004). Η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής από τον κατηγορούμενο 1 εκρηκτικών υλών, δηλαδή φυσιγγίων πυροβόλου όπλου, χωρίς άδεια από τον επιθεωρητή εκρηκτικών υλών (άρθρο 4
(1)(ε), Κεφ. 54). Η 6η κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης από τον κατηγορούμενο 1 εκρηκτικών υλών, δηλαδή ενός φυσιγγίου πυροβόλου όπλου, χωρίς άδεια από τον επιθεωρητή εκρηκτικών υλών (άρθρο 4
(1)(ε), Κεφ. 54). Για να στοιχειοθετηθούν αυτά τα αδικήματα, πρέπει να υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τις συγκεκριμένες ενέργειες ή συμπεριφορές. Ο ΜΚ1 που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που ήταν παρών κατά την εξέλιξη του περιστατικού και θα μπορούσε να προσφέρει άμεση μαρτυρία σε σχέση με αυτό. Από τη σύνοψη της μαρτυρίας του φαίνεται ότι δεν εμπλέκει τον κατηγορούμενο 1 στην κατοχή ή χρήση πυροβόλου όπλου. Σε καμία από τις καταθέσεις του και ούτε στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρει ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να κρατά πυροβόλο όπλο και να το χρησιμοποιεί. Όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση εάν είδε τον κατηγορούμενο 1 να κρατά όπλο (το σχετικό απόσπασμα είναι αυτούσιο στην απόφαση μου πιο πάνω) δεν λέει ότι τον είδε να κρατά όπλο, ούτε λέει ότι τον είδε να πυροβολεί. Αναφέρεται μόνο στο δεύτερο πρόσωπο ότι κρατούσε όπλο και πυροβόλησε. Ούτε άλλη μαρτυρία υπάρχει ή έχει παρουσιαστεί που να αναφέρει ρητά ή έστω να εισηγείται ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά την εξέλιξη του περιστατικού κατείχε όπλο ή φυσίγγια ή χρησιμοποίησε τα φυσίγγια. Συνεπώς, ελλείπει μαρτυρία η οποία να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τα αδικήματα της 3ης, 5ης και 6ης κατηγορίας τα οποία, ενόψει αυτού του κενού, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Η δεύτερη ομάδα κατηγοριών αφορά τα αδικήματα της 4ης, 7ης και 8ης κατηγορίας. Πρόκειται για αντίστοιχα αδικήματα αλλά αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  1. Επανέρχομαι στη μαρτυρία κατηγορίας που παρουσιάστηκε, η οποία πρέπει να συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με το επίδικο περιστατικό και συγκεκριμένα με την κατοχή πυροβόλου όπλου και φυσιγγίων, τα οποία να χρησιμοποίησε. Όπως φαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας που έχω παραθέσει, τέτοια σύνδεση δεν υπάρχει. Ο ΜΚ1, αναφέρθηκε σε ακόμα ένα πρόσωπο που συνόδευε τον κατηγορούμενο 1 και το οποίο κρατούσε όπλο και πυροβόλησε δύο φορές. Όμως σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο ΜΚ1 αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο αυτό. Σημειώνω ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν καν σε θέση να εξηγήσει ξεκάθαρα εάν στο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο ή τέσσερα άτομα. Αναφέρει ότι είχε κατεβεί από το όχημα ο οδηγός και το πρόσωπο που καθόταν πίσω από τον οδηγό. Στις καταθέσεις τους οι κατηγορούμενοι, πέραν του ότι αρνούνται ότι είχαν μαζί τους όπλα, ότι πυροβόλησαν ή ότι εισήλθαν στη φάρμα, αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος 2 καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Συνεπώς, η μαρτυρία κατηγορίας δεν μπορεί να συνδέσει τον κατηγορούμενο 2 με τις ενέργειες που ο ΜΚ1 αποδίδει στο πρόσωπο που είχε συνοδεύσει τον κατηγορούμενο 1 στη φάρμα. Ακολουθεί, επομένως ότι ούτε η 4η, 7η και 8η κατηγορίες μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων στην 3η, 4η, 5η, 6η, 7η και 8η κατηγορία. Παρά το ότι η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 3-8, προχωρώ να εξετάσω εάν οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλλουν υπεράσπιση και στην 1η και 2η κατηγορία. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την ενόχληση και τον εκφοβισμό του κατόχου (άρθρο 280, Κεφ. 154). Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, η συγκεκριμένη κατηγορία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Αυτό γιατί, όπως εξήγησα πιο πάνω, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να τον συνδέει ή αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 ως ένα από τα πρόσωπα για τα οποία ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εισήλθαν στην φάρμα του. Παραμένει επομένως να εξεταστεί εάν στοιχειοθετείται αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  2. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει η μαρτυρία να αποδεικνύει ότι (α) πρόσωπο εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, (β) με σκοπό όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας[4].Όπως έχει νομολογηθεί, το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη της περιουσίας αλλά τον κάτοχο[5]. Υπάρχει μαρτυρία η οποία αναφέρει ότι ο ΜΚ1 ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο κάτοχος και ιδιοκτήτης της φάρμας. Αυτό ανέφερε τόσο εκείνος όσο και ο ΜΚ2, η ΜΚ3 αλλά και οι κατηγορούμενοι στις καταθέσεις τους. Η μόνη μαρτυρία όμως που να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στη φάρμα, ανήκει στον ΜΚ
  3. Ένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται να προβάλλει την υπεράσπιση του εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι αναξιόπιστη ή αντινομική σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει. Εξέτασα επομένως την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΚ
  4. Έχω παραθέσει πιο πάνω μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία αυτή και έχω επίσης παραθέσει κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αντεξέταση του μάρτυρα. Από τη θεώρηση αυτή της μαρτυρίας του προκύπτει ότι σε τρεις καταθέσεις που ο ΜΚ1 έδωσε στην αστυνομία, σε διαδοχικές ημερομηνίες, προέβαλε τρεις διαφορετικές εκδοχές αναφορικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το επίδικο βράδυ. Μόνο στην 3η κατάθεση του λέει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εισέλθει στη φάρμα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του, έδωσε διάφορες δικαιολογίες για τις διαφορετικές αυτές εκδοχές. Οι δικαιολογίες αυτές, ούτε σαφείς, ούτε λογικές αλλά ούτε και πειστικές ήταν. Περαιτέρω, όταν του ζητήθηκε επί διαφόρων θεμάτων να διευκρινίσει ποια από τις εκδοχές του ανταποκρινόταν τελικά στην αλήθεια, οι απαντήσεις του δεν ξεκαθάρισαν την ασάφεια αλλά μάλλον την επέτειναν. Σε κάποια σημεία προβάλλει τη θέση ότι στην 3η κατάθεση είπε την αλήθεια, σε άλλα ότι η 2η κατάθεση αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, σε άλλα ότι μέρος της αλήθειας αποτυπώνεται στην 1η κατάθεση. Καθοριστικό ότι κατά την αντεξέταση δεν κατόρθωσε να διευκρινίσει μια συγκεκριμένη, σταθερή και ξεκάθαρη θέση αναφορικά με τα γεγονότα. Έχω κατά νου και αναγνωρίζω ότι δεν είναι όλοι οι μάρτυρες σε θέση να εκφραστούν με την ίδια σαφήνεια και ότι κρίνοντας την ποιότητα της μαρτυρίας τους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, η κοινωνική μόρφωση, το γλωσσικό επίπεδο, η ευφράδεια λόγου. Όμως, έχοντας προσμετρήσει και αυτές τις παραμέτρους, δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις αδυναμίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ήταν διάχυτες στη μαρτυρία του ΜΚ1 και που αφορούσαν και αυτό το ουσιαστικό σημείο αναφορικά με την 2η κατηγορία. Δηλαδή, κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στη φάρμα (όπως είπε ο ΜΚ1 στην 3η του κατάθεση και στη δια ζώσης μαρτυρία του) ή όχι (όπως είπε στην 1η και 2η του κατάθεση). Γνωρίζω και έχω ήδη σημειώσει ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για λεπτομερή και αναλυτική εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως, οι αδυναμίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις του ΜΚ1 ήταν τέτοιας έκτασης και φύσης που κρίνω ότι κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του για να καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εισέλθει στη φάρμα του. Αυτή η διαπίστωση είναι καθοριστική αναφορικά με την 2η κατηγορία, η οποία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως ούτε αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  5. Παραμένει η 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 371 Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα υπόλοιπα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Η κατάληξη μου αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες προκρίνει το αποτέλεσμα και σε σχέση με την 1η κατηγορία. Τα υπόλοιπα αδικήματα του κατηγορητηρίου δεν στοιχειοθετούνται. Ούτε υπάρχει άμεση ή περιστατική μαρτυρία που να αναφέρει ή να εισηγείται ότι οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα αδικήματα αυτά. Ακολουθεί ότι ούτε η συγκεκριμένη κατηγορία μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Άρθρο 74
(1)(β), περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 [2]Ενδεικτικά AzinasandanothervPolice
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. Παραπέμπω επίσης στις PracticeNote
(1962)1 AllE.R. 449, RvGalbraith
(1981)2 AllE.R. 1061, Ποινική Δικονομίας στην Κύπρο, Γ. Πική, σελ 198 [3]Σχετική η Γενικός Εισαγγελέας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 7107/2013, ημερομηνίας 13.2.2002 [4]Ιωάννου v Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 [5]Μάριος Κυριάκου ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 354 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.