EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. M.M.K JEWELLERS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2553/2019, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2553/2019 EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- M.M.K JEWELLERS LIMITED
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καρύδης Για Κατηγορούμενους: κ. Α. Χρίστου μαζί με κ. Γεωργίου Κατηγορούμενος 2 : Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, μετά από δική τους παραδοχή, σε συνολικά 13 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1 - 4, αυτές αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 1/10/2013 μέχρι 31/12/2014, συνολικού ύψους €36.864,
- Περαιτέρω, ως προκύπτει από την έκθεση και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 5 - 13, αυτές αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, τόκου και επιβαρύνσεων, συνολικού ύψους €11.648,80, που επιβλήθηκαν λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού φόρου που δηλώθηκε σε φορολογική δήλωση και λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης ΦΠΑ για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 1/10/2013 μέχρι 31/12/
- Στο στάδιο της έκθεσης των γεγονότων, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, πέραν των όσων εκτίθενται στις λεπτομέρειες εκάστου αδικήματος, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, ανέφερε τα ακόλουθα:
- Το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο με βάση το κατηγορητήριο ανέρχεται στο ποσό των €48.513,
- Οι Κατηγορούμενοι έχουν προβεί σε μερική συμμόρφωση ύψους €5.191,21 στην 5η κατηγορία, η οποία έγινε, εκπρόθεσμα, πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ενώ, έκτοτε, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι της πιο πάνω οφειλής.
- Το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €43.322,06, το οποίο αναλύεται σε ποσό οφειλόμενου φόρου ύψους €36.864,47 και σε ποσό επιβαρύνσεων ύψους €6.457,59, για το οποίο ζήτησε όπως, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή επιβάλει το Δικαστήριο, εκδοθεί διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων ποσών εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 σύμφωνα με το άρθρο 46
(12)του Νόμου. Προς τούτο, κατέθεσε στη διαδικασία, ως ΕΓΓΡΑΦΟ Α, σχετικό Πιστοποιητικό όπου παρατίθενται αναλυτικά τα οφειλόμενα ποσά για τα οποία ζήτησε την έκδοση διατάγματος. 4. Δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τα ίδια αδικήματα. Προχώρησα με την διαδικασία επιβολής ποινής χωρίς την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας καθότι δεν το έκρινα απαραίτητο εφόσον ο Κατηγορούμενος 2 εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία από δικηγόρο της επιλογής του, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν σε θέση να παραθέσει ο ίδιος τις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη του (βλ. Τηλέμαχος Τηλεμάχου ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, ανέφερε τα ακόλουθα:
- Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι παραδέχθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
- Ότι η οφειλή που σχετίζεται με τις κατηγορίες στις οποίες βρέθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι προέκυψε μετά την οικονομική κρίση του 2013 και ότι οι Κατηγορούμενοι προσπάθησαν να ορθοποδήσουν και να επιβιώσουν έναντι των οφειλών τους όμως, μερικώς, δεν τα κατάφεραν.
- Σε σχέση με την 1η Κατηγορούμενη, ανέφερε ότι αυτή βρίσκεται σήμερα σε αναστολή εργασιών με σκοπό να κλείσει και έχει διαγραφεί από το μητρώο του Φ.Π.Α.
- Χωρίς να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων που παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 έκανε μια προσπάθεια συμμόρφωσης υπό το πρίσμα των τότε δυνατοτήτων του χωρίς να καταφέρει όμως να συμμορφωθεί πλήρως δια της εξόφλησης της πιο πάνω οφειλής προς τον Έφορο Φορολογίας, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει.
- Ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις τους 2ου Κατηγορούμενου ανέφερε ότι αυτός είναι σήμερα ηλικίας 63 ετών και αναμένει να λάβει τη σύνταξη του εντός του τρέχοντος μηνός ενώ επίσης παρουσίασε κατάσταση αποδοχών από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2016 έως 2020 (ΕΓΓΡΑΦΟ Β) και τις Φορολογικές Δηλώσεις Εισοδήματος που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος 2 για τα έτη 2016 - 2018 (ΕΓΓΡΑΦΑ Γ, Δ και Ε). Η δε σύζυγος του Κατηγορούμενου 2, ηλικίας 61 ετών, εργάζεται ως υπάλληλος στο κατάστημα που διατηρούσε παλαιότερα ο Κατηγορούμενος και λαμβάνει μισθό ύψους €1000 μηνιαίως. Ο 2ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας εφόσον πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, ισχαιμική καρδιοπάθεια, υποθυρεοειδισμό, μεταβολικό σύνδρομο, νοσογόνος παχυσαρκία - με υπνική άπνοια, οστεοαρθρίτιδα άνω άκρων και γονάτων καθώς και σοβαρή καταθλιπτική διαταραχή με αυτοκτονικό ιδεασμό (ως αναφέρθηκε από το δικηγόρο του κατά τον μετριασμό). Για τους πιο πάνω λόγους παρακολουθείται από ιατρούς τους οποίους επισκέπτεται και λαμβάνει συνεχή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (ΕΓΓΡΑΦΟ ΣΤ).
- Ο Κατηγορούμενος 2 επιθυμεί να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία για να συνεχίσει τη ζωή του και να μην οδηγηθεί έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να του επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας συντρέχουν, κατά την άποψη του, όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για να αναστείλει την ποινή φυλάκισης.
- Οι Κατηγορούμενοι επιζητούν τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου στην ποινή που πρόκειται να επιβάλει και, περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας για τον Κατηγορούμενο 2 το ότι ζητείται από την Κατηγορούσα Αρχή διάταγμα εναντίον του προσωπικά ως προς το οφειλόμενο ποσό. Έχω λάβει υπόψιν με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα και οι δύο πλευρές ανάφεραν στο Δικαστήριο. Όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία, η ποινή εξυπηρετεί κυρίως τρεις σκοπούς που είναι η αποτροπή (deterrence), η αναμόρφωση (rehabilitation) και η τιμωρία (retribution) του παραβάτη (βλ. Sozou v. The Republic
(1970)2 Α.Α.Δ. 6), τους οποίους το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την επιβολή ποινής. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα σκοπό και να αγνοήσει τους άλλους δυο. Ως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (Azzeh v. Republic
(1989)2 Α.Α.Δ. 14) και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατά πρώτον, από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο καθώς και από το ότι τέτοια αδικήματα, δυστυχώς, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Ειδικότερα, το Άρθρο 46
(9)του Νόμου, το οποίο αφορά τις κατηγορίες 1 - 4, προνοεί ότι πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543,01) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές Περαιτέρω, το Άρθρο 46(10A) του Νόμου, το οποίο αφορά τις κατηγορίες 5 - 13 κατηγορίες, προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλομένου ποσού». Επιπρόσθετα, το Άρθρο 46
(12)του Νόμου παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, όπως διατάξει τον καταδικασθέντα, εκτός από την επιβολή ποινής, να καταβάλει στον Έφορο τα οφειλόμενα ποσά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδη, ECLI:CY:AD:2019:B40, Ποιν. Έφεση 323/2015 ημ. 14/2/2019). Διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Νόμου εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος τονίστηκε σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών... Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.» Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ύψος των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως στον εκεί κατηγορούμενο, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά που έχουν προβληθεί, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αφού από αυτές απουσιάζει έντονα το στοιχείο της αποτρεπτικότητας». Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων, που κατά κανόνα αποτιμάται με αναφορά στο μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, σημείωσε και εξέφρασε την άποψη, ότι, σε ό,τι αφορά τα αδικήματα που αφορούν τον νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο Νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, πάντοτε υπάρχει η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου εφόσον απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης, αφενός, και η εξατομίκευση της ποινής αναφορικά με τον συγκεκριμένο παραβάτη, αφετέρου. Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Ενόψει των ανωτέρω και στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τα ακόλουθα: (α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. (β) Το μεγάλο ποσό, ήτοι €43.322,06, που συνολικά οφείλεται σήμερα προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., που είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο φόρο. (γ) Ότι με τις παραλείψεις τους αλλά και γενικότερα την στάση και συμπεριφορά που οι οι Κατηγορούμενοι επέδειξαν, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. (δ) Το γεγονός ότι από το 2019, ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή και, γενικότερα, το γεγονός ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μόνο ένα μικρό ποσό ύψους €5.191,21 καταβλήθηκε έναντι των οφειλών τους. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που οφείλεται σήμερα στα Ταμεία του Κράτους. Η παράλειψη εκπλήρωσης από τους Κατηγορουμένους των φορολογικών τους υποχρεώσεων, για ομολογουμένως αρκετό χρονικό διάστημα, και κατ' επέκταση η μη απόδοση στα δημόσια ταμεία σημαντικού ποσού Φ.Π.Α., ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποτελεί ένα πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος των Κατηγορουμένων. Προς όφελος των Κατηγορουμένων λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: (α) Την παραδοχή τους, η οποία έστω και αν δεν έγινε την ημέρα που οι Κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου για αυτή την υπόθεση (23/9/2019), εντούτοις παραδέχθηκαν τις κατηγορίες στα αρχικά στάδια της υπόθεσης (28/11/2019) και, ως εκ τούτου, θα την εκλάβω ως άμεση, παρέχοντας στους Κατηγορούμενους ανάλογα περιθώρια επιείκειας (Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28). (β) Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.) και, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, την ηλικία του (63 ετών). (γ) Την σημερινή οικονομική κατάσταση και το καθεστώς των Κατηγορουμένων 1 και 2, που όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Συναφώς, η οικονομική κατάσταση του 2ου Κατηγορούμενου που παρουσιάζεται στα ΕΓΓΡΑΦΑ Β - Ε είναι ήσσονος ή περιθωριακής σημασίας στον καθορισμό της ποινής λαμβανομένου υπόψη και του ότι αυτά αφορούν περιόδους μεταγενέστερες της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, με ορισμένα μάλιστα εξ αυτών να παρουσιάζουν διάσταση ως προς το ποσό απολαβών του 2ου Κατηγορούμενου (βλ. ΕΓΓΡΑΦΑ Β και Ε για το έτος 2018). (δ) Καθ' όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την κατηγορούσα αρχή, οι οποίες, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Λαμβάνω επίσης υπόψη, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τα οποία, βεβαίως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε βαθμό που να υπερφαλαγγίσουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20) ούτε αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). (ε) Την μερική συμμόρφωση που υπήρξε πριν την καταχώριση του υπό κρίση κατηγορητηρίου η οποία, υπό το φως της άμεσης παραδοχής των Κατηγορουμένων αλλά και των όσων αναφέρθηκαν από πλευράς συνηγόρου των Κατηγορουμένων κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής σε συνδυασμό με το ότι αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι αποδέχονται ουσιαστικά την έκδοση του αιτούμενου από πλευράς παραπονούμενου διατάγματος καταβολής, το οποίο ζήτησε ο δικηγόρος τους να ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την επιβολή της ποινής, υποδεικνύουν την μεταμέλεια των Κατηγορουμένων στα αδικήματα που διέπραξαν. (στ) Το γεγονός ότι εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 για πληρωμή του ποσού που οφείλεται σήμερα στον Έφορο ΦΠΑ (Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016). (ζ) Τις οικονομικές δυσκολίες που οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης (Anastasis Savva v. Director of Social Insurance Services, Ποιν. Έφεση 4137) σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι οικονομικές αυτές δυσκολίες δημιουργήθηκαν μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο, όπου τα ουσιαστικότερα προβλήματα στην οικονομία της Κύπρου επήλθαν τον Μάρτιο του 2013, με την γνωστή σε όλους διάσωση της κυπριακής οικονομίας από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, με εισφορά κεφαλαίων, υπό τον όρο ότι μέρος του απαιτούμενου κεφαλαίου θα προερχόταν από ίδια μέσα από φορολόγηση καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη ολοκλήρωση της διεργασίας αυτής απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος (Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 513). Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους 1 και
- Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι 4 και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλω στην Κατηγορούμενη 1 τις ακόλουθες ποινές: · 1η Κατηγορία: €2000 χρηματικό πρόστιμο · 2η Κατηγορία: €500 χρηματικό πρόστιμο · 3η Κατηγορία: €300 χρηματικό πρόστιμο · 4η Κατηγορία: €200 χρηματικό πρόστιμο Σε σχέση με τις κατηγορίες 5 μέχρι 13 δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 στη βάση των αρχών της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής και εφόσον, ορισμένες εξ αυτών, προκύπτουν από τα αδικήματα των κατηγοριών 1 μέχρι 4 στα οποία έχει επιβληθεί ποινή αλλά και επειδή, σε κάθε περίπτωση, τα ποσά που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες μπορούν να εισπραχθούν στη βάση του σχετικού διατάγματος που έχει ζητηθεί και πρόκειται να εκδοθεί στη συνέχεια. Συνεκτιμώντας τώρα και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 2, ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να του επιβληθεί είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Ιδιαίτερα θεωρώ κρίσιμο να αναφέρω ότι τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο 2ος Κατηγορούμενος δεν είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την επιβολή ποινής φυλάκισης. Επομένως, κρίνω ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή στον Κατηγορούμενο 2 δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνεπώς, και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο 2 οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στις κατηγορίες 1 έως
- · Καμία ποινή στις κατηγορίες 5 έως
- Επιπρόσθετα, ασκώντας την εξουσία που μου παρέχεται από το Άρθρο 46
(12)του Νόμου, εκδίδω διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, όπως καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετων φόρων, τόκων και επιβαρύνσεων όπως αυτά αναφέρονται στο ΕΓΓΡΑΦΟ Α που ο Έφορος Φορολογίας παρουσίασε στο Δικαστήριο στις 23/10/2020, το οποίο και καθίσταται αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος που εκδίδεται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον Κατηγορούμενο 2, θα εξετάσω τώρα εάν η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του Κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλεί. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται υπό το πρίσμα των προνοιών του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένος Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003 αλλά και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, με δεδομένο πάντοτε ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, η εκτέλεση μιας ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη δύναται να ανασταλεί από το Δικαστήριο αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Ως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος αναστολής είναι: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303). Η αναστολή εκτέλεσης μιας ποινής φυλάκισης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία, ως αναφέρθηκε στην Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, «έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Ενόψει των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου 2 (ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής από το Δικαστήριο) και χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος (η οποία είναι δεδομένη), αποφάσισα όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής που του έχει επιβληθεί. Συναφώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται με βάση τον σχετικό περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Νόμο 95/1972, για περίοδο τριών ετών. Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο 2: Θα σας εξηγήσω βεβαίως τι σημαίνει αυτό και είμαι βέβαιος ότι και ο συνήγορος σας, θα σας εξηγήσει επίσης. Σημαίνει ότι η ποινή φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί είναι ποινή φυλάκισης αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι κρίνω ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος έχει επιδείξει σε εσάς σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά. (Υπ) Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο