← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης 11646/2019, 30/10/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης 11646/2019, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 11646/2019 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. 1. XXXXX Δημητρίου 2. XXXXX Αποστόλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30, Οκτωβρίου 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο 1 : κ. Τ. Μιχαηλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε αρχικά εννέα

(9)κατηγορίες εκ των οποίων η 9η κατηγορία διακόπηκε. Από τις υπόλοιπες οκτώ
(8)ο Κατηγορούμενος έχει δηλώσει μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 4 επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες αφορούν η μεν 1η πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς η δε 4η οδήγηση καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 18.3.18 στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Κοκκινοτριμιθιά της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX39 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση έφερε τον θάνατο της XXXXX Κωστή Θεοτοίκου τέως από την Κοκκινοτριμιθιά. Επίσης, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημά του με ταχύτητα 94 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί
  1. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου, ως Μ.Κ.
  2. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την σχετική κατάθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη φωτογραφιών σε σχέση με την ορατότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας XXXXX39, ως Τεκμήριο 2 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 3 δέσμη φωτογραφιών σε σχέση με την σκηνή του θανατηφόρου δυστυχήματος, ως Τεκμήριο 4 φωτογραφίες από τη νεκροψία και ως Τεκμήριο 5 φωτογραφίες από τον μηχανικό έλεγχο της επίδικης μοτοσυκλέτας. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την κατάθεσΗ του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 21.5.18, ως Τεκμήριο 7 βεβαίωση θανάτου, ως Τεκμήριο 8 βεβαίωση νεκροτομής, ως Τεκμήριο 9 μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση και ως Τεκμήριο 10 σχέδιο επί κλίμακος. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 την κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 15.9.18 και ως Τεκμήριο 12 κατέθεσε κατάθεση του ιδίου. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 τη γραπτή κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 3.4.19, ως Τεκμήριο 14 βεβαίωση παραλαβής έγγραφων δικαιωμάτων υπόπτων ή Κατηγορουμένων, ως Τεκμήριο 15 κατάθεση της Κωνσταντινίδου XXXXX ημερομηνίας 18.3.18, ως Τεκμήριο 16 κατάθεση του αστυφύλακος XXXXX Σ. Ξενοφώντος, ως Τεκμήριο 17 κατάθεση του αστυφύλακος Χρ. Χριστοδούλου και ως Τεκμήριο 18 έκθεση εξέτασης από το Γενικό Χημείο του κράτους. Ο M.K.1 στην κατάθεσή του Έγγραφο Α αναφέρθηκε στις καιρικές συνθήκες, στην κατάσταση του δρόμου, την οπτική σήμανση και την ορατότητα. Παρέπεμψε, επίσης, στην άμεση μαρτυρία στη σκηνή, καθώς επίσης και στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη. Επιπλέον, αναφέρθηκε στη μέθοδο υπολογισμού της ταχύτητας του Κατηγορούμενου, στον χρόνο αντίδρασης του μέσου οδηγού και στην απόσταση που θα διήνυε η πεζή ανά δευτερόλεπτο. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, σε μαθηματικούς υπολογισμούς σε σχέση με την απόσταση που θα διήνυε η μοτοσυκλέτα του Κατηγορουμένου ανά δευτερόλεπτο. Τέλος αναφέρθηκε και στην πορεία που κατά τον ίδιο ακολουθούσε η πεζή την επίδικη ημερομηνία. Κατά την αντεξέτασή του, δέχθηκε ότι στο σημείο του ατυχήματος υπάρχει τυφλό σημείο. Σε σχέση με τις αναφορές του περί της ορατότητας υποστήριξε ότι αυτές προκύπτουν σε σχέση με το σημείο Χ στο Τεκμήριο
  3. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι το πρόσωπο που φαίνεται να στέκεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 1, στέκεται στο σημείο που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ως το σημείο σύγκρουσης, δηλαδή στο σημείο Β 3 στο Τεκμήριο
  4. Υποστήριξε ότι δεν έβαλαν άτομο να στέκεται στο σημείο Χ, καθότι αυτό ήταν εμφανές και δεν χρειαζόταν να πράξουν κάτι τέτοιο. Υποστήριξε περαιτέρω ότι, το σημείο Χ ήταν λίγο πιο πριν από το σταθερό σημείο που χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή τον πάσσαλο της ΑΗΚ. Αρνήθηκε, όμως, την υποβολή ότι οι μετρήσεις στις οποίες προέβη σε σχέση με την ορατότητα ήταν λανθασμένες. Σε σχέση με τα ίχνη μπροστινού ελαστικού τα οποία σημειώθηκαν ως Α 1 στο Τεκμήριο 10, ανέφερε ότι θεωρητικά μπορεί να ήταν προγενέστερα του ατυχήματος, αλλά επειδή ήταν φρέσκα και είχαν συνοχή με τα υπόλοιπα ευρήματα θεώρησε ότι προκλήθηκαν από τη μοτοσυκλέτα. Ανέφερε περαιτέρω ότι, από το σημείο Χ μέχρι το σημείο που εμφανίζονται ίχνη αίματος υπάρχει απόσταση 25.5 μέτρων. Εξήγησε το πιο πάνω ισχυριζόμενος ότι από την σύγκρουση το θύμα εκσφενδονίστηκε από το σημείο σύγκρουσης στο σημείο που βρέθηκαν τα ίχνη αίματος. Δέχτηκε όμως ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει θετικά το κατά πόσο όντως η πεζή εκσφενδονίστηκε και το πιο πάνω συμπέρασμα αποτελεί δική του εικασία. Ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά το ατύχημα η επίδικη μοτοσυκλέτα αναπήδησε και πιθανόν να περιστράφηκε. Σε σχέση με τις αναφορές του περί της πορείας του θύματος ανέφερε ότι έλαβε υπόψη αποκλειστικά τα τραύματα του θύματος τα οποία συσχέτισε με τις ζημιές της επίδικης μοτοσυκλέτας. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, τα τραύματα που έφερε το θύμα δεν ήταν εγκαύματα τριβής στο έδαφος, αλλά ανοικτά τραύματα που δημιουργούνται μόνο με την επαφή. Δέχθηκε, παράλληλα, ότι δεν μπορεί να` αποκλείσει το ενδεχόμενο η πεζή να ακολουθούσε άλλη πορεία από αυτή που έλαβε υπόψη. Ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια τόσο στη μεθοδολογία, όσο και στους μαθηματικούς υπολογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κατ' ισχυρισμό ταχύτητα της επίδικης μοτοσυκλέτας. Σε σχέση με την τριβή της μοτοσυκλέτας την οποία προσδιόρισε στα 81 μέτρα, ανέφερε ότι το γεγονός ότι μια μοτοσυκλέτα αναπηδά και κάθεται, δεν καθιστά τα ίχνη που ανευρίσκονται στη σκηνή ως μη συνεχόμενα. Ανέφερε περαιτέρω ότι, το γεγονός ότι τα ίχνη τριβής είναι διακεκομμένα οφείλεται στο ότι η μοτοσυκλέτα αναπηδά και ξανακάθεται στο έδαφος και γι' αυτόν τον λόγο σε κάποια σημεία δεν είναι συνεχόμενα τα ίχνη. Αναφέρθηκε επίσης στην ταχύτητα με την οποία κινήθηκε η πεζή επεξηγώντας τους μαθηματικούς του υπολογισμούς. Κατά την επανεξέτασή του διευκρίνισε ότι για να καθοριστεί η πορεία εισόδου της πεζής στον δρόμο βασίστηκαν στα τραύματα αυτής. Τέλος κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε σχετικό δημοσίευμα από τον τύπο ως Τεκμήριο
  5. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αρχιλοχίας XXXXX Π. Ορφανός, ως Μ.Κ.
  6. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σχετική κατάθεσή του και υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής. Η κατάθεσή του σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή του, εξήγησε ότι η θέση του Κατηγορούμενου σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης αποκλείστηκε, λαμβάνοντας υπόψη τις τριβές του ελαστικού και τα ίχνη αίματος τα οποία αρχίζουν λίγο πριν το σημείο Χ και συνεπώς, πριν το σημείο που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Με βάση τα πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι είναι αδύνατο τα ίχνη αίματος να αρχίζουν πριν το σημείο που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα η σύγκρουση. Σε σχέση με τα ίχνη ελαστικού τα οποία σημειώνονται με Α 1 στο σχέδιο Τεκμήριο 10, προσδιόρισε ότι αυτά φαίνονται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου
  7. Κατά την αντεξέτασή του επεξήγησε ότι η ώρα που καταγράφει στην κατάθεσή του ως ώρα που αφίχθηκε στη σκηνή μαζί με τον ΜΚ1, μάλλον είναι λανθασμένη και ότι αφίχθηκε εκεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Επέμεινε παράλληλα ότι όσα Τεκμήρια υπήρχαν στη σκηνή καταγράφηκαν στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
  8. Επέμεινε, επίσης, ότι η θέση της πεζής κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν στο σημείο Χ επί του Τεκμηρίου
  9. Ανέφερε, παράλληλα, ότι η πορεία της πεζής καθορίστηκε μετά τη νεκροτομή. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι αποκλείεται το σημείο σύγκρουσης να ήταν το σημείο Β 3 που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, τόσο λόγω των ιχνών αίματος, όσο και λόγω των ιχνών που σημειώθηκαν με το γράμμα Α 1, Α 2 και Α 3 στο Τεκμήριο
  10. Υποστήριξε περαιτέρω ότι, τα ίχνη αίματος που εντοπίστηκαν στην άσφαλτο εκκινούν από το σημείο που το θύμα άρχισε να έχει επαφή με την άσφαλτο. Κατά τον μάρτυρα η πεζή μετά το χτύπημα εκτινάχθηκε και μετά ήρθε σε επαφή με την άσφαλτο. Στη βάση των πιο πάνω, υποστήριξε ότι ο λόγος που τα ίχνη αίματος ξεκινούν 27 μέτρα μετά το σημείο Χ ήταν η εκτίναξη της πεζής. Ο ΜΚ2 υποστήριξε επίσης ότι τα μαυρίσματα που φαίνονται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 3 προέκυψαν από το επίδικο ατύχημα, και ότι αυτά έχουν συνοχή με τα υπόλοιπα ευρήματα στη σκηνή. Σε σχέση με τις μετρήσεις περί της ορατότητας υποστήριξε ότι αυτές έγιναν λαμβανομένου υπόψη του σταθερού σημείου. Σε υποβολή ότι για να είναι ορθή η μέτρηση της ορατότητας θα έπρεπε σε αυτή να στέκεται πρόσωπο στο σημείο Χ, απάντησε ότι επειδή γίνεται αναφορά στο σταθερό σημείο δεν χρειαζόταν να στέκεται πρόσωπο στο σημείο Χ. Υποστήριξε επίσης ότι αφ' ης στιγμής ήταν ορατός ο πάσσαλος από τον οποίο λήφθηκαν οι μετρήσεις, και κάποιος μπορεί να δει ολόκληρο το πλάτος του δρόμου, μπορεί ταυτόχρονα να διαπιστώσει και το κατά πόσο στέκεται κάποιο πρόσωπο ή όχι μέσα στον δρόμο. Συμφώνησε όμως ότι, το σταθερό σημείο από το σημείο Χ έχει απόσταση 3.90 μέτρα. Αρνήθηκε ακολούθως την υποβολή ότι η πεζή εισήλθε απότομα στον δρόμο. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβολή ότι η πεζή κατευθυνόταν από το αριστερό πεζοδρόμιο προς τα δεξιά ως η πορεία της μοτοσυκλέτας. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η αστυφύλακας XXXXX Π. Χαραλάμπους, ως Μ.Κ.
  11. Η Μ.Κ.3 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την σχετική κατάθεσή της η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Σε αυτήν αναφέρεται στις ενέργειες τις οποίες προέβη όταν έφτασε στη σκηνή. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στον χρόνο που κατέφθασε στη σκηνή, στις ενέργειές της, καθώς επίσης και στα άτομα που βρίσκονταν στον χώρο. Περαιτέρω, επεξήγησε το πώς προσδιόρισε ότι τα αναφερόμενα πρόσωπα στην κατάθεσή της ήταν αυτόπτες μάρτυρες. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο ιατροδικαστής XXXXX Σοφοκλέους, ως Μ.Κ.
  12. Ο Μ.Κ.4 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  13. Σε ερώτηση εάν μπορεί να υπολογίσει από ποια πλευρά δέχτηκε την πρώτη σύγκρουση το θύμα, απάντησε ότι είναι αδύνατο να προσδιορίσει κάτι τέτοιο, καθότι ο άνθρωπος που κινείται στον δρόμο είναι κινούμενος στόχος και δεν μπορεί να προσδιοριστεί η πλευρά που δέχτηκε την σύγκρουση. Κατά την αντεξέτασή του, σε ερώτηση για το κατά πόσο μπορεί να προσδιορίσει εάν κάποιο τραύμα ανοίγει ή δημιουργείται κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει το πότε δημιουργείται κάποιο τραύμα. Εξήγησε ότι είναι πιθανόν το τραύμα να ανοίξει κατά τη σύγκρουση αλλά υπάρχουν και άλλα πιθανά σενάρια. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η XXXXX Θεοτοίκου ως Μ.Κ.
  14. Κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΚ5 κατέθεσε την κατάθεσή της ημερομηνίας 19.3.18 ως Τεκμήριο
  15. Επίσης, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασή της την κατάθεσή της ημερομηνίας 31.10.18 ως Έγγραφο Δ. Ανέφερε περαιτέρω ότι, πριν το ατύχημα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το θύμα. Όταν της τηλεφώνησε το θύμα της ανέφερε ότι ήταν στα σουβλάκια του Καστανιά και κατευθυνόταν προς την οικία της. Κατά την αντεξέτασή της, όταν κλήθηκε να προσδιορίσει την αναφορά της περί του ότι τα σουβλάκια Καστανιά ήταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, υπέδειξε στο Τεκμήριο 10 με τόξο το ποια κατεύθυνση καθορίζει ως αριστερή πλευρά. Συμφώνησε επίσης ότι τόσο τα σουβλάκια του Καστανιά, όσο και το σπίτι του θύματος ήταν στην ίδια πλευρά ήτοι στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Εξήγησε περαιτέρω ότι, την επόμενη μέρα του ατυχήματος εντόπισε κοντά σε μια ελιά το τηλέφωνο της μητέρας της. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Handi Karkour, ως Μ.Κ.
  16. Ο Μ.Κ.6 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του μαζί με την σχετική μετάφραση ως Έγγραφο
  17. Η κατάθεσή του ημερομηνίας 25.3.18 κατατέθηκε ως Έγγραφο E στη διαδικασία. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι ο δυνατός ήχος που άκουσε οφειλόταν κατά την κρίση του στη ταχύτητα της μοτοσυκλέτας. Επίσης όταν γύρισε προς το σημείο του δυστυχήματος είδε την μοτοσυκλέτα να γυρίζει στον αέρα και κατάλαβε ότι όντως κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Εξήγησε περαιτέρω ότι, ο θόρυβος που άκουγε ερχόταν από πίσω του και κατευθυνόταν προς την κατεύθυνση που ήταν η ορατότητά του. Εξήγησε περαιτέρω ότι, καθώς στεκόταν άκουσε τον θόρυβο της μοτοσυκλέτας, κοίταξε δεξιά προς τα πίσω και είδε την μοτοσυκλέτα να γυρίζει μέσα στον δρόμο. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η XXXXX Αθανασίου ως Μ.Κ.
  18. Κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΚ7 ανέφερε ότι το θύμα βρισκόταν στο σπίτι της. Παρέμεινε ένα ‑ δυο λεπτά εκεί και ακολούθως αποχώρησε. Μετά την παρέλευση 20 λεπτών περίπου από την στιγμή που αποχώρησε το θύμα η ίδια πληροφορήθηκε ότι έγινε ατύχημα και μετέβη στο σημείο για να δει. Τότε διαπίστωσε ότι το πρόσωπο που ενεπλάκη στο ατύχημα ήταν το θύμα. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία άσκησε το δικαίωμα σιωπής που είχε και κάλεσε δύο μάρτυρες προς υπεράσπισή του. Ως Μ.Υ.1 κάλεσε την XXXXX Απόστολου. Η κυρίως εξέταση της Μ.Υ.1 δόθηκε μέσω γραπτής δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Στ. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το επίδικο συμβάν. Ως Μ.Υ.2 κάλεσε τον XXXXX Κυριάκου. Η κυρίως εξέταση του μάρτυρος έλαβε την μορφή της γραπτής δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Ζ. ο Μ.Υ.2 επίσης δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί κατωτέρω όπου χρειάζεται. Ο κ. Μιχαηλίδης με την αγόρευσή του έδωσε έμφαση στο ότι η εκδοχή των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε η πεζή δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του πραγματογνώμονα Μ.Κ.
  19. Επιπλέον, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στο αναγκαίο επίπεδο την υπόθεσή της. Στον αντίποδα, η κα Θεόδοτου εισηγήθηκε ότι τα τραύματα της πεζής ως φαίνονται από το Τεκμήριο και τις φωτογραφίες Τεκμήριο 4 επαρκούν για να εξαχθεί εύρημα στον απαιτούμενο βαθμό σε σχέση με την πορεία της πεζής. Εισηγήθηκε δε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στο αναγκαίο επίπεδο. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω δε κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως, πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και το πρόσωπο που κατήρτισε το σχέδιο της σκηνής. Στα πλείστα σημεία της η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συγκεκριμένα η μαρτυρία του ως προς την σήμανση και την κατάσταση του δρόμου δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπρόσθετα, οι θέσεις του ως προς τον υπολογισμό της ταχύτητας του Κατηγορουμένου έχουν επεξηγηθεί με την δέουσα σαφήνεια και ουσιαστικά δεν έχουν αντικρουστεί. Επιπλέον, οι υπολογισμοί του σε σχέση με τις αποστάσεις που ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα έγιναν με αναφορά στο σημείο σύγκρουσης και συνάδουν με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν 3.90 μέτρα μπροστά από το σταθερό σημείο. Ταυτόχρονα οι θέσεις του σε σχέση με την απόσταση που διανύει κάποιο όχημα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπλέον, δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές του ως προς τον χρόνο αντίδρασης του μέσου οδηγού κατά την διάρκεια της ημέρας. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 εξήγησε με σαφήνεια και επάρκεια το σχέδιο που ετοίμασε, καθώς και το πως προέκυπταν τα ευρήματά του με παραπομπή στα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας που βρέθηκαν στην σκηνή. Οι πλείστες αναφορές του σε σχέση με το σχέδιο του ατυχήματος δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία, συνάδουν με τα στοιχεία που βρέθηκαν στην σκηνή και το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ιδίως ως προς τον καθορισμό του σημείου Χ, στοιχείο που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, εξήγησε ότι εντόπισε αυτό με βάση τα ίχνη από ελαστικά, τα ίχνη αίματος και τα υπόλοιπα ευρήματα στην σκηνή. Συνεπώς, προκύπτει ότι το σημείο Χ αναδύεται μέσα από τα πραγματικά ευρήματα και έτσι μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του μάρτυρος επί τούτου. Περαιτέρω, η θέση που του υποβλήθηκε ως προς το σημείο Χ δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού τα σημαντικά ευρήματα στην σκηνή, όπως τα παπούτσια του θύματος βρέθηκαν πριν το υποδεικνυόμενο από την υπεράσπιση σημείο. Όμως, η θέση που κατέγραψε στο σχέδιο ως προς την πορεία της πεζής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα η θέση του τέθηκε με βάση τους τραυματισμούς της πεζής, ως διαπιστώθηκαν κατά την νεκροτομή. Όμως ο Μ.Κ.1, ως δέχθηκε και ο ίδιος, δεν είναι ειδικός επί του θέματος, ώστε να μπορεί να εισφέρει μαρτυρία γνώμης. Παράλληλα, η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ιατροδικαστή Μ.Κ.4, ο οποίος υποστήριξε πως από τα τραύματα και μόνο δεν μπορεί να προσδιοριστεί η πλευρά στην οποία δέχθηκε το κτύπημα η πεζή. Επομένως, η θέση του μάρτυρος ότι το θύμα κτυπήθηκε στην αριστερή του πλευρά δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Ιατροδικαστή Μ.Κ.4 ούτε από οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία. Περαιτέρω, οι αναφορές του μάρτυρος περί τραυμάτων τριβής ενόψει του ότι δεν είναι ειδικός επί του θέματος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του ως προς την πορεία του θύματος. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και πειστικότητα. Οι θέσεις του σε σχέση με το σημείο Χ έχουν επεξηγηθεί με σαφήνεια και με αναφορά στα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας που βρέθηκε στην σκηνή και επομένως μπορούν να γίνει δεκτές. Επιπλέον, σε σχέση με την ορατότητα στην σκηνή ο Μ.Κ.2 εξήγησε ότι το σημείο Χ βρισκόταν 3.90 μπροστά από το σταθερό σημείο. Η πιο πάνω μέτρηση δεν έχει αμφισβητηθεί. Ενόψει των πιο πάνω, το γεγονός ότι δεν στεκόταν κάποιο πρόσωπο στο σημείο Χ δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των μετρήσεων της ορατότητας. Όμως, η θέση του ότι τα τραύματα της πεζής ως εντοπίστηκαν στη νεκροψία καθορίζουν και την πλευρά που δέχθηκε το κτύπημα δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.3 H M.K.3 ήταν τυπική μάρτυρας. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειές της στην σκηνή και η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Αξιολόγηση Μ.Κ.4 Ο Μ.Κ 4 ήταν ο ιατροδικαστής, ο οποίος διενήργησε τη νενομισμένη νεκροτομή και ετοίμασε το τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ4 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας πραγματογνώμονας και από τη μη αμφισβήτηση των προσόντων του αποδέχομαι ότι όντως έδωσε μαρτυρία ως τέτοιος. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ.
  1. Η θέση του ως προς το ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί η πλευρά που δέχθηκε το πρώτο κτύπημα η πεζή ήταν σαφής, πειστική, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση Μ.Κ.5 Η Μ.Κ. 5 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αλλά η μαρτυρία της δεν μπορεί να επηρεάσει τα επίδικα ζητήματα. Αξιολόγηση Μ.Κ.6 Η μαρτυρία του Μ.Κ.6 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή ευρημάτων, αφού ο ίδιος δέχθηκε ότι δεν είδε την σκηνή. Αξιολόγηση Μ.Κ. 7 Η Μ.Κ. 7 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αλλά η μαρτυρία της δεν μπορεί να επηρεάσει τα επίδικα ζητήματα. Αξιολόγηση Μ.Υ 1 Η Μ.Υ 1 δεν γνώριζε οτιδήποτε για το επίδικο ατύχημα και ως εκ τούτου η μαρτυρία της δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Μ.Υ.2 Ούτε ο Μ.Υ.2 γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να βοηθήσει στην εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση γραπτής κατάθεσης Κατηγορουμένου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία διατήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο δύο γραπτές καταθέσεις του ιδίου, ως Τεκμήρια 6 και
  2. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ένοχης από τη σιωπή του Κατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17.11.2017 και Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11.3. 2020 Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στις καταθέσεις του προβαίνει σε αναφορές που άπτονται των πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης, όπως η ορατότητα και η πορεία της πεζής. Όμως, για να προσέδιδε βαρύτητα το Δικαστήριο σε τέτοιες αναφορές, θα έπρεπε να τεθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου στη βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, άνευ αντεξέτασης, να στηριχθεί στις καταθέσεις του Κατηγορουμένου, για να εξάξει συμπεράσματα επί πρωτογενών γεγονότων. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 18.3.2018 στις 16 : 35 επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Κοκκινοτριμιθιά με ενεχόμενα μέρη τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KZP 739 και τη πεζή XXXXX Θεοτικού Κωστή, ηλικίας 78 ετών. Από τη σύγκρουση προκλήθηκε ο θάνατος της πεζής. Η λεωφόρος Αρχαγγέλου Μιχαήλ είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Οι δυο λωρίδες διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Στις δύο πλευρές του δρόμου υφίσταται πεζοδρόμιο με υψομετρική διαφορά 0,15 μέτρων από τον δρόμο. Την επίδικη ημερομηνία στο αριστερό πεζοδρόμιο υπήρχε σταθμευμένο όχημα, το οποίο περιόριζε την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα κατά τις εξετάσεις και τις μετρήσεις της αστυνομίας χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένος πάσσαλος της ΑΗΚ ως σταθερό σημείο. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν 3.90 μέτρα μπροστά από το σταθερό σημείο. Με βάση το πιο πάνω δεδομένο το Δικαστήριο μπορεί με την ενώπιόν του μαρτυρία να καταλήξει σε ευρήματα ως προς την ορατότητα του Κατηγορουμένου προς το σημείο χ. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν σε απόσταση 6.10 μέτρων από το δεξιό πεζοδρόμιο και πολύ κοντά στο αριστερό πεζοδρόμιο. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία ο Κατηγορούμενος απέκτησε ορατότητα, σε σχέση με το αριστερό πεζοδρόμιο, στα 30 μέτρα πριν το σταθερό σημείο, ήτοι στα 26.10 μέτρα πριν το σημείο Χ. Αντίθετα 60 μέτρα πριν το σταθερό σημείο, ήτοι 56.10 πριν το σημείο Χ, ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει ευδιάκριτα το δεξιό πεζοδρόμιο και κάποιο άτομο να διασταυρώνει. Ο μέσος οδηγός χρειάζεται χρόνο ενός δευτερόλεπτου να εκδηλώσει αντίδραση. Μια πεζή ηλικίας πέραν των 60 ετών διανύει απόσταση 1.40 μέτρων το δευτερόλεπτο. Για να διανύσει απόσταση 6.10 μέτρων χρειάζεται 4.35 δευτερόλεπτα. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κινείτο με ταχύτητα 94 χ.α.ω, διένυε απόσταση 26.29 μέτρων το δευτερόλεπτο. Από το ατύχημα η πεζή υπέστη ανοικτό τραύμα με κατάγματα στην αριστερή και δεξιά κνήμη, ανοικτό τραύμα με κατάγματα αριστερού μηρού, ανοικτό τραύμα αριστερής κοιλιακής χώρας με έξοδο εντέρων, ανοικτό τραύμα δεξιού και αριστερού γλουτού, τραύματα και εκδορές στον αριστερό αντιβραχίονα, εκδορές στο πρόσωπο, εκδορές σε όλο το σώμα και εκδορές στην αριστερή βρεγματική χώρα. Ένεκα του πιο πάνω πολυτραυματισμού η πεζή απεβίωσε. Τα πιο πάνω τραύματα, όμως, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα ούτε να καθορίσουν από μόνα τους την πλευρά στην οποία η πεζή δέχθηκε το κτύπημα. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Munteanu ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ
  1. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
  2. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας Στην υπό κρίση υπόθεση το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας θεσπίζεται στο ο Άρθρο 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Από το λεκτικό της εν λόγω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, σε οδό, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας, ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε το ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, στην οποία υπήρχε πινακίδα, η οποία κατέγραφε ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χ.α.ω ανά ώρα. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, στην προκείμενη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), ώστε το γεγονός ότι υπήρχε τοποθετημένη στον δρόμο πινακίδα, η οποία κατέγραφε ως ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50 χ.α.ώ, να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή. Σχετική είναι η υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Τούτου δοθέντος και εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, κρίνω ότι αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα 50 χ.α.ώ. ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, το οποίο ήταν ορισμένο από την αρμόδια αρχή στον επίδικο δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο. Επιπλέον, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 94 χ.α.ω. Επομένως, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες. Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξη ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. To άρθρο 210 του Π.Κ έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης με πιο πρόσφατη την απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2019, ημερομηνίας 9.7.2020, όπου με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης. Όπως έχει επεξηγηθεί στην απόφαση Savencu (ανωτέρω) οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων υποδείχθηκαν τα ακόλουθα : «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία αλόγιστη είναι η μη λελογισμένη συμπεριφορά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη η οποία διενεργείται ή παραβλέπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220. Παράλληλα, ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Περαιτέρω, υποδείχθηκε με αναφορά στην αγγλική απόφαση R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502 ότι: «το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος, που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R. v. Gosney (ανωτέρω): "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.» σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία.» Σε σχέση δε με τον παράγοντα της υπερβολικής ταχύτητας έχει υποδειχθεί ότι η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια, εκτός εάν αυτή συνδυαστεί με άλλους παράγοντες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), όπου υποδείχθηκε περαιτέρω πως αυτό που εξετάζεται είναι το εάν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ταχύτητας και σύγκρουσης. Επίσης, σε σχέση με το συστατικό της μη υπαίτιας αμέλειας, η νομολογία έχει υποδείξει ότι η αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από τον βαθμό που απαιτείται για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.2016. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Το τι αποτελεί σφάλμα είναι ζήτημα πραγματικό, αλλά προϋποθέτει ότι ο οδηγός επιδεικνύει οδική συμπεριφορά, η οποία είναι κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Επιπρόσθετα, για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει κατηγορία στη βάση του άρθρου 210 του Π.Κ, καλείται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης να καθορίσει ποιες πράξεις ή παραλείψεις του κατηγορουμένου συνιστούσαν αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και το εάν τα αποδιδόμενα σφάλματα στοιχειοθετούν, εξ απόψεως βαθμού, το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το κατά πόσο μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να εξαχθεί πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου, που να στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται η βασική αρχή πως τα θέματα που σχετίζονται με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται, σε σχέση με τέτοια θέματα, οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη εκτός βέβαια όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 120. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 94 χ.α.ω. Η σύγκρουση επήλθε σε απόσταση 6.10 μέτρων από το δεξιό πεζοδρόμιο και κοντά στο αριστερό πεζοδρομίο ως η πορεία της μοτοσυκλέτας. Σύμφωνα με την εκδοχή που προώθησε η Κατηγορούσα αρχή η πεζή κινείτο από το δεξιό προς το αριστερό πεζοδρόμιο. Η πιο πάνω θέση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε αποκλειστικά στα τραύματα που η πεζή έφερε. Όμως, ο Μ.Κ. 4 ανέφερε ότι ήταν αδύνατο από τα τραύματα και μόνο να διαπιστωθεί η πλευρά στην οποία δέχθηκε το πρώτο κτύπημα η πεζή. Συνεπώς, η ύπαρξη των επιδίκων τραυματισμών, ως αυτοί καταγράφονται στο Τεκμήριο 9 και αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 4, είναι εύρημα που εναρμονίζεται προς περισσότερες από μια εκδοχές. Σύμφωνα δε με τη νομολογία τέτοιο εύρημα αν και μπορεί να αποδυναμώσει πιθανό επιχείρημα πως κάποια εκ των εκδοχών δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αιτία αναβάθμισης της αξίας της μιας έναντι των άλλων. Σχετικά παραπέμπω στην Κυριακίδου ν. Νικολάου ( ανωτέρω). Επιπλέον, το πως ή το εάν τα επίδικα τραύματα δεικνύουν ή όχι την πλευρά που δέχθηκε η πεζή το κτύπημα δεν είναι ζήτημα που σχετίζεται με την οδική συμπεριφορά, τις δυνατότητες ή τις ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών, ώστε να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως ζήτημα κοινής λογικής. Αντίθετα το τι υποδεικνύουν τα τραύματα είναι ζήτημα επιστημονικό για το οποίο θα έπρεπε να προσαχθεί σαφής επιστημονική μαρτυρία. Δηλαδή θα έπρεπε να προσαχθεί μαρτυρία που να παρείχε στο Δικαστήριο τα επιστημονικά δεδομένα, ώστε να δυνηθεί να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με το τι αποκαλύπτουν τα τραύματα της πεζής, ως προς την πλευρά που δέχθηκε το κτύπημα. Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση η μονή μαρτυρία που υφίσταται είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ιατροδικαστή, ο οποίος δήλωσε ότι μέσα από τραύματα και μόνο ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί η πλευρά στην οποία δέχθηκε το κτύπημα η πεζή. Το Δικαστήριο, όμως, δεν μπορεί να κατέλθει στην αρένα των διαδίκων ως πραγματογνώμονας και να προβεί σε δικές του διαπιστώσεις ως προς το τι αποκαλύπτουν τα επίδικα τραύματα. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18. Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί σε εικασίες όσο εύλογες και να είναι. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Λοίζου ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Επομένως, υφίσταται κενό ως προς τη πορεία που ακολουθούσε η πεζή πριν το ατύχημα. Συνεπώς, αναδύεται το ερώτημα του κατά πόσο το πιο πάνω κενό συνιστά ή συνδέεται με τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε το αδίκημα του άρθρου 210 του Π.Κ, υιοθετήθηκε η αρχή ότι ο οδηγός γενικά δεν έχει καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων προτού εκδηλωθεί κίνδυνος στον δρόμο και ότι η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλοί αφ΄ εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν μέτρα προφύλαξης. Στην πιο πάνω απόφαση με αναφορά στη νομολογία επεξηγήθηκε ότι κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν πολύ κοντά στο αριστερό πεζοδρόμιο και 3.90 μέτρα μπροστά από το σταθερό σημείο. Επίσης, στο αριστερό πεζοδρόμιο υπήρχε σταθμευμένο όχημα. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία ο Κατηγορούμενος απέκτησε ορατότητα, σε σχέση με το αριστερό πεζοδρόμιο, στα 30 μέτρα πριν το σταθερό σημείο, ήτοι στα 26.10 μέτρα πριν το σημείο Χ και διήνυε απόσταση 26.29 μέτρων το δευτερόλεπτο. Αντίθετα 60 μέτρα πριν το σταθερό σημείο, ήτοι 56.10 πριν το σημείο Χ, ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει ευδιάκριτα το δεξιό πεζοδρόμιο και κάποιο άτομο να διασταυρώνει. Στην πρώτη περίπτωση η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου θα κριθεί υπό το πρίσμα του ότι απέκτησε ορατότητα προς το αριστερό πεζοδρόμιο στα 26.10 μέτρα πριν το σημείο Χ και με άγνωστο τον χρόνο που θα χρειάστηκε η πεζή να διανύσει την απόσταση από το πεζοδρόμιο στο σημείο Χ, αφού δεν καταμετρήθηκε ούτε η εν λόγω απόσταση ούτε το συνολικό πλάτος του δρόμου, ώστε αυτή να μπορεί να εξαχθεί. Στη δεύτερη περίπτωση η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου θα κριθεί υπό το πρίσμα του ότι μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή από απόσταση 56 μέτρων και εάν κινείτο με ταχύτητα 50 χ.α.ω θα είχε στη διάθεσή του 4.03 δευτερόλεπτα να εκδηλώσει αντίδραση. Οι δυο περιπτώσεις είναι ουσιωδώς διαφορετικές, αφού στη μια απέκτησε ορατότητα 26.10 μέτρα πριν το σημείο Χ με άγνωστα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, ενώ στην εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής υφίστανται δεδομένα που επιτρέπουν την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω, όπως έχει αναλυθεί στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), συνδέονται με την ύπαρξη κινδύνου στον δρόμου και την γένεση του καθήκοντος λήψης αποτρεπτικών μέτρων. Η απόσταση λοιπόν από την οποία ο Κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή συνδέεται με την κρίση περί ύπαρξης εμφανούς κινδύνου στον δρόμο και την ενδεχόμενη παραγνώρισή του. Παράλληλα ο χρόνος που είχε ο Κατηγορούμενος να εκδηλώσει αντίδραση συνδέεται και με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ταχύτητας και σύγκρουσης. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η πορεία που ακολούθησε η πεζή σχετίζεται ουσιωδώς με την αξιολόγηση της οδικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου και την κρίση επί ουσιωδών ζητημάτων που δυνατόν να θεμελιώνουν τις έννοιες της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης συμπεριφοράς, ως έχουν προσδιοριστεί από τη νομολογία. Συνακόλουθα, το κενό ως προς την πορεία της πεζής τον επίδικο χρόνο συνιστά κενό αναφορικά με πρωτογενές γεγονός, το οποίο θεμελιώνει την κατηγορία και η ύπαρξή του αφήνει την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Περαιτέρω, η αποτυχία απόδειξης της πορείας της πεζής συμπαρασύρει τη συνολική εκδοχή της Κατηγορούσας αρχής, αφήνει αυτή αστήρικτη και δημιουργεί τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς την ευθύνη του Κατηγορουμένου, αφού δεν είναι σαφές το σημείο και ο χρόνος που η πεζή επιχείρησε να εισέλθει στον δρόμο. Το πιο πάνω κενό δημιουργεί τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς την ευθύνη του Κατηγορούμενου, αφού δεν υπάρχουν δεδομένα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια σε σχέση το στάδιο που η πεζή αποπειράθηκε να διασταυρώσει τον δρόμο. Ένεκα των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει το στάδιο που γεννήθηκε ο κίνδυνος στον δρόμο τον οποίο ο Κατηγορούμενος, ένεκα ανυπαίτιας αμέλειας, παραγνώρισε ή αλόγιστα δεν έλαβε υπόψη ή παρά την ύπαρξή του υπέπεσε σε οδήγηση κατώτερη του επίπεδου που αναμένεται από τον ικανό και έμπειρο οδηγό. Επομένως, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στο αναγκαίο επίπεδο και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.