← Κύπρος

Παντελή ν. Χατζηϊωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 23986/2013, 12/10/2020

Παντελή ν. Χατζηϊωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 23986/2013, 12/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23986/2013 Μεταξύ: XXXXX Παντελή Παραπονούμενος εναντίον XXXXX Χατζηϊωάννου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12.10.2020 Για τον Παραπονούμενο: κ. Μ. Χριστοφόρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ν. Κ. Χατζηϊωάννου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 4.11.2013 και περιλαμβάνει 12 κατηγορίες για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(1),
(2),
(3),
(6), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι εξέδωσε 12 επιταγές της UNIVERSAL BANK για διάφορα ποσά οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από τις 15.2.2004 έως τις 7.10.
  2. Όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος ο οποίος με τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή του. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές υπογράφηκαν και του παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκαν απλήρωτες επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθούν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν την παρούσα υπόθεση το 2013 όταν διαπίστωσε ότι οι υποσχέσεις του κατηγορούμενου πως θα διευθετούσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών δεν ήταν ειλικρινείς. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Παλάοντας ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της ASTROBANK και αναφέρθηκε στην παρουσίαση των επίδικων επιταγών και στους λόγους για τους οποίους κάθε μια από αυτές δεν τιμήθηκε. Όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων του λογαριασμού του εκδότη τους και σε αυτές τοποθετήθηκε η σφραγίδα με τη σχετική ένδειξη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά την παρουσίαση των επιταγών για πληρωμή η αυθεντικότητα της υπογραφής του εκδότη τους ελέχθηκε από τον υπάλληλο ο οποίος βεβαίωσε τούτου με σχετική υπογραφή του σε αυτές. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ούτως ώστε να υποχρεώνεται να παρουσιάσει την υπεράσπισή του αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και μία μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος εργοδοτήθηκε σε κάποια εταιρεία του πριν από 35 περίπου χρόνια ως κλητήρας και με την πάροδο των ετών απέκτησε την εμπιστοσύνη του κατηγορούμενου και ανέλαβε τη διεκπεραίωση των εργασιών της εταιρείας του με τις τράπεζες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπέγραφε επιταγές εν λευκώ και τις παρέδιδε στον παραπονούμενο έχοντάς του τυφλή εμπιστοσύνη για να διεκπεραιώσει τις εργασίες της εταιρείας του και να της εξασφαλίσει για λίγες μέρες επιπλέον ρευστότητα με την πρακτική του «crossfire» την οποία κατείχε πάρα πολύ καλά. Ο παραπονούμενος ουδέποτε δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο ή σε εταιρεία του και οι επίδικες επιταγές βρίσκονταν στην κατοχή του παραπονούμενου μόνο για να τις παρουσιάσει στην τράπεζα και να λάβει το ποσό σε μετρητά και στη συνέχεια να το καταθέσει σε άλλο λογαριασμό της εταιρείας σύμφωνα με την πιο πάνω πρακτική την οποία τηρούσαν. Κατά το έτος 2006 ο παραπονούμενος αποχώρησε ως πλεονάζον προσωπικό από την εταιρεία «Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» στην οποία εργαζόταν κρατώντας όλες τις επιταγές που ήταν στο όνομά του και καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου και της ως άνω εταιρείας του 2 αγωγές και την παρούσα ποινική υπόθεση. Η Μ.Υ.1 κα XXXXX Παπαφιλίππου ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Ε. Δ. Λευκωσίας και ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει υπό τη φύλαξή της τον φάκελο της αγωγής με αριθμό XXXXX/
  3. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Ο κ. Χριστοφόρου για την κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κάλεσε το Δικαστήριο να τον βρει ένοχο στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου δεν ευσταθεί και ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διαπιστώσει ότι υπήρξε τέτοια παραβίαση δύναται να το λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής χωρίς η διακοπή της δίκης να αποτελεί τη μοναδική θεραπεία. Η κα Χατζηϊωάννου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα υπόθεση. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου αναφορικά με τον λόγο της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης το έτος 2013 δεν ήταν λογικοί και συνακόλουθα ούτε πειστικοί και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος του υποσχόταν ότι θα εξοφλούσε τις επίδικες επιταγές και ότι οι συνεχείς υποσχέσεις του κατηγορούμενου ήταν ο λόγος που τον απέτρεψε από το να καταχωρήσει νωρίτερα την παρούσα υπόθεση. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε εναντίον του κατηγορούμενου είχε καταχωρήσει την αγωγή με αριθμό XXXXX/2007 του Ε. Δ. Λευκωσίας στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ του και εναντίον του κατηγορούμενου το έτος
  1. Κρίνω πως για να καταχωρήσει την ως άνω αγωγή είχε διαπιστώσει την απροθυμία του κατηγορούμενου να υλοποιήσει τις όποιες δήθεν υποσχέσεις του πολύ νωρίτερα και όχι 9 χρόνια μετά που οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν. Κρίνω ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης το έτος 2013 οφείλεται αποκλειστικά στη δική του αδράνεια και όχι στις δήθεν υποσχέσεις του κατηγορούμενου ότι θα διευθετούσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Από τη στιγμή δε που είχε καταχωρήσει την ως άνω αγωγή το έτος 2007 είναι λογικό το συμπέρασμα ότι είχε διαπιστώσει από τότε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα τον πλήρωνε και για αυτό και προχώρησε στην καταχώρησή της. Συνεπώς δεν αποδέχομαι τον λόγο που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης το έτος 2013 παρόλο που οι επίδικες επιταγές δεν είχαν τιμηθεί το έτος 2004 που ήταν πληρωτέες. Ο Μ.Κ.2 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να ευνοήσει κάποιο διάδικο με τη μαρτυρία του. Ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης επαρκών υπολοίπων του λογαριασμού του εκδότη τους επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν σε αυτές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή. Κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και πως η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι υπέγραφε αριθμό επιταγών εν λευκώ όταν του το ζητούσε ο παραπονούμενος λόγω της τυφλής εμπιστοσύνης που του είχε δεν είναι λογικός και συνακόλουθα ούτε πειστικός. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε είναι διευθυντής και μεγαλομέτοχος διάφορων εταιρειών συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας «Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» και διετέλεσε επίσης διοικητικός σύμβουλος επενδυτικής εταιρείας. Κρίνω ότι ως πρόσωπο το οποίο είχε τόσο σοβαρά καθήκοντα δεν θα προχωρούσε στην έκδοση των επίδικων επιταγών εάν ο παραπονούμενος δεν του είχε δώσει αντάλλαγμα για τις εν λόγω επιταγές αφού μια τέτοια πρακτική δεν συνάδει με τη σοβαρότητα που είναι λογικά αναμενόμενο ότι κάποιος επιχειρηματίας επιδεικνύει στις συναλλαγές του. Μια τέτοια αφελής συμπεριφορά ενέχει τον κίνδυνο εμπλοκής σε δυσάρεστες καταστάσεις, νομικές ή οικονομικές και λόγω τούτου κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν θα προχωρούσε στην έκδοση των επίδικων επιταγών προς τον κατηγορούμενο εάν πράγματι δεν του χρωστούσε τα ποσά που οι επίδικες επιταγές αφορούν. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 ήταν πάρα πολύ σύντομη, τυπική όμως καθόλου επιβοηθητική για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας υπόψη μου την ενώπιόν μου μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: ο παραπονούμενος ήταν υπάλληλος στην εταιρεία «Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» περίπου για 20 χρόνια. Ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2004 εξέδωσε και παρέδωσε προς τον παραπονούμενο τις 12 επίδικες επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτές σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από τις 15.2.2004 μέχρι τις 7.10.
  2. Οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Όλες τους παρέμειναν απλήρωτες για 15 ημέρες από την ημέρα που κάθε μία από αυτές παρουσιάστηκε για πληρωμή. Ο παραπονούμενος στις 20.2.2007 καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου και της ως άνω εταιρείας του την αγωγή με αριθμό XXXXX/2007 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Ο παραπονούμενος από το έτος 2004 μέχρι και τις 4.11.2013 που καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση δεν είχε επιδιώξει δικαστικά τη διάγνωση της ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Λόγω της σπουδαιότητας που ενέχει ενδεχόμενη διαπίστωση ότι παραβιάστηκε το θεμελιακό δικαίωμα του κατηγορουμένου να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου προχωρώ να εξετάσω ευθύς αμέσως τη σχετική εισήγηση της δικηγόρου του. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 καθορίστηκε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελίες ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Δικαστής Πικής ως ήταν τότε, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany 5 E.H.R.D. 1). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε από ιδιώτη κατήγορο και όχι από την Αστυνομία αφετηρία για τον υπολογισμό του εύλογου χρόνου είναι το έτος 2004 όταν οι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες και δεν τιμήθηκαν. Ο παραπονούμενος παρουσίασε το έτος 2004 τις επίδικες επιταγές για πληρωμή και γνώριζε ότι αυτές δεν είχαν τιμηθεί. Παρόλο που είχε στην κατοχή του τις επίδικες επιταγές από το έτος 2004 καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση μετά την πάροδο περίπου 9 ½ ετών από τότε. Τελικά η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 4.11.
  1. Κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι δυνατό να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων. Αφορά 12 κατηγορίες με το ίδιο αντικείμενο οι οποίες δεν έχριζαν οποιασδήποτε περαιτέρω διερεύνησης. Πρόκειται για μια απλή υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας και ενώπιόν μου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν μόνο 2 μάρτυρες. Από την ημερομηνία που διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στις 4.11.2013 μεσολάβησαν πέραν των 9 ½ χρόνων και έκτοτε μέχρι σήμερα περίπου άλλα 7 χρόνια. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, ημερομηνίας 28.7.2020 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Στην εν λόγω υπόθεση τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί αρχές του έτους 2007 και το τρίτο κατά χρονολογική σειρά κατηγορητήριο εναντίον της εφεσείουσας σε εκείνη την υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 15.3.
  2. Μέχρι την καταδίκη της εφεσείουσας και την επιβολή ποινής σε αυτή στις 31.5.2019 και 21.6.2019 αντίστοιχα είχαν παρέλθει συνολικά σχεδόν 13 χρόνια. Μετά τη διαπίστωση ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της εφεσείουσας για να διαγνωστεί η ποινική της ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη και την ποινή που της είχε επιβληθεί πρωτόδικα. Έχοντας υπόψη μου ότι όλες οι επίδικες επιταγές είχαν επιστραφεί απλήρωτες το 2004 και έκτοτε βρίσκονταν στην κατοχή του παραπονούμενου το γεγονός και μόνο ότι αυτός καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση 9 ½ χρόνια μετά χωρίς να υπάρχει προς τούτο κάποιος πειστικός λόγος οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Με δεδομένο περαιτέρω ότι παρήλθαν στο σύνολο 16 χρόνια από την έκδοση των επίδικων επιταγών καθώς επίσης ότι ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από τόσα χρόνια είναι ανεπιθύμητη αφού εκ των πραγμάτων οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου έχουν αλλάξει και η οποιαδήποτε ενδεχόμενη ποινή χάνει τον αναμορφωτικό της χαρακτήρα κρίνω ότι η μόνη ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις θεραπεία είναι η διακοπή της δίκης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνω ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως τα έχω αναφέρει πιο πάνω συνιστά παραβίαση του θεμελιακού δικαιώματος του κατηγορούμενου να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου. Λόγω των πιο πάνω η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου διακόπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.