Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λοΐζου κ.α., Αριθμός αίτησης: 95/2020, 2/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός αίτησης: 95/2020 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Αιτητής και 1. ΧΧΧΧΧ Λοΐζου 2. ΧΧΧΧΧ Αχιλλέως 3. ΧΧΧΧΧ Νικολάου 4. ΧΧΧΧΧ Λοΐζου, ανήλικου δια των γονέων, πλησιέστερων φίλων και προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα ΧΧΧΧΧ Λοΐζου και ΧΧΧΧΧ Αχιλλέως 5. Milgran and Touch Business Consultants Ltd 6. Dekalbo Limited 7. Loyaland Limited 8. Milgran and Touch Audit Services Limited 9. C & C In-Lander Developers Limited, υπό εκκαθάριση εταιρεία, εκκαθαριστής Cri Group Ltd 10. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ 11. Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Καθ' ων η Αίτηση 2 Οκτωβρίου, 2020 Για Αιτητές στην παρούσα/Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 στην κυρίως αίτηση: κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης και κ. Στ. Ν. Χριστοφόρου Για Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα/Αιτητή στην κυρίως αίτηση: κα Ν. Γεωργίου δια Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των Καθ'ων η Αίτηση 1-8 στην Κυρίως Αίτηση/Αιτητών στην παρούσα Υπόβαθρο. Στις 8.4.2020 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 14 και 15 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188(Ι)/2007δια του οποίου δεσμεύτηκε και επιβαρύνθηκε περιουσία των Καθ'ων η Αίτηση 1-8 στην κυρίως αίτηση/Αιτητών στην παρούσα (στο εξής το επίδικο Διάταγμα). Συγκεκριμένα, δια του επίδικου Διατάγματος (ως τροποποιήθηκαν εκ συμφώνου στις 18.9.2020): «Α. ..[απαγορεύτηκε] η συναλλαγή με οποιοδήποτε τρόπο της πιο κάτω ρευστοποιήσιμης περιουσίας: (
- i)Χρηματικό ποσό ύψους €35.000 ευρώ το οποίο είναι κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό [.] ο οποίος τηρείται στο όνομα της [Καθ' ης η Αίτηση 6], στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (
- ii)Χρηματικό ποσό ύψους €30.000 ευρώ το οποί είναι κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό [.] ο οποίος τηρείται στο όνομα της [Καθ' ης η Αίτηση 7], στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (iii) Χρηματικό ποσό ύψους €62.609,27 ευρώ το οποίο είναι κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό [.] ο οποίος τηρείται στο όνομα της [Καθ' ης η Αίτηση 8], στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. .(
- v)Χρηματικό ποσό ύψους €11.262,03 ευρώ το οποίο είναι κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό [.] ο οποίος τηρείται στο όνομα του [Καθ' ου η Αίτηση 1], στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (
- vi)Χρηματικό ποσό ύψους €151,35 ευρώ το οποίο είναι κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό [.] ο οποίος τηρείται στο όνομα του [Καθ' ου η Αίτηση 1], στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Β. ..[δημιουργήθηκε] επιβάρυνση επί της πιο κάτω ρευστοποιήσιμης περιουσίας: (
- i)Ακίνητο με αριθμό εγγραφής [.] το οποίο είναι στο όνομα της [Καθ' ης η Αίτηση 9] και το οποίο πωλήθηκε τον [Καθ' ου η Αίτηση 1], βάσει του πωλητηρίου εγγράφου [.] (
- ii)Μερίδιο 1/8 του χωραφιού (2.936τ.μ.) [.], το οποίο είναι στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 4] το οποίο μεταβιβάστηκε σε αυτόν βάσει της πράξης [.] και βρίσκεται στην οδό [.] (iii) Μερίδιο ¼ χωραφιού (1.580τ.μ.) [.] το οποίο είναι εγγεγραμμένο στην [Καθ' ης η Αίτηση 2]». Η έκδοση του επίδικου Διατάγματος είχε βασιστεί σε ένορκη δήλωση της Λοχ. XXXXX Παμπόρη του Γραφείου Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος (ΓΔΟΕ) του Αρχηγείου Αστυνομίας. Σε αυτή ανέφερε ότι το ΓΔΟΕ διερεύνησε υπόθεση που αφορούσε, μεταξύ άλλων, τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, κλοπής, δόλιας ιδιοποίησης ή τήρησης ψευδών λογαριασμών από αξιωματούχους εταιρειών και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που διαπράχθηκαν την περίοδο 2009 μέχρι σήμερα στην Κύπρο και Νέα Ζηλανδία. Η διερεύνηση ξεκίνησε μετά από καταγγελία που έγινε στο ΓΔΟΕ το 2014 από τρία φυσικά πρόσωπα, δύο Ουκρανούς και ένα Κύπριο, πρώην συνέταιρους και συνεργάτες του Καθ' ου η Αίτηση 1. Η ενόρκως δηλούσα παραθέτει συνοπτικά τα όσα οι τρεις παραπονούμενοι ανέφεραν στις καταθέσεις που είχαν δώσει στο ΓΔΟΕ. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, από εξετάσεις που ακολούθησαν διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε προβεί στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού για εταιρεία με τα στοιχεία άγνωστης γυναίκας την οποία παρουσίασε ως την πραγματική δικαιούχο. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε οικειοποιηθεί χρήματα που του είχαν δοθεί για συγκεκριμένο σκοπό και άνηκαν σε ένα εκ των παραπονούμενων, τα οποία χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς ή μετέφερε σε διάφορες εταιρείες δικών του συμφερόντων και συμφερόντων της Καθ' ης η Αίτηση 2. Στις εταιρείες αυτές περιλαμβάνονται και οι Καθ' ων η Αίτηση 5, 6, 7 και 8. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης πως διαπιστώθηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 είχε βοηθήσει τον σύζυγος της Καθ΄ου η Αίτηση 1, να πλαστογραφήσει έγγραφα μεταβίβασης μετοχών και το προϊόν των μεταβιβάσεων το οικειοποιήθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση 1. Σε 4 ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον Καθ' ου η Αίτηση 1, αυτός επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός. Οι Καθ'ων η Αίτηση 1, 2 και 3 κατηγορήθηκαν γραπτώς και δήλωσαν αθώοι. Στη βάση των πιο πάνω εξασφαλίστηκαν διατάγματα αποκάλυψης λογαριασμών για τους Καθ' ων η Αίτηση που οδήγησαν στην αποκάλυψη των λογαριασμών και ακινήτων που δεσμεύτηκαν με το επίδικο Διάταγμα. Εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 8 έχει καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση 648/2020 η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία στη βάση της οποίας είχε εκδοθεί το επίδικο Διάταγμα. Η υπό κρίση Αίτηση. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Καθ' ων η Αίτηση 1-8 στην κυρίως αίτηση/Αιτητές στην παρούσα, ζητούν στην ακύρωση, παραμερισμό ή τροποποίηση του επίδικου Διατάγματος. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση/Αιτητή 1 στην παρούσα. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια 2 είναι σύζυγος του και ο Αιτητής 4 στην παρούσα είναι ο ανήλικος υιός τους. Υποστηρίζει ότι το επίδικο Διάταγμα «πάσχει νομικά» γιατί δεν περιλαμβάνει ρητή πρόνοια για επίδοση προς όλα τα επηρεαζόμενα μέρη και γιατί δεν περιλαμβάνει ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται επιστρεπτέο κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει επίσης ότι τα γεγονότα επί των οποίων εκδόθηκε το επίδικο Διάταγμα και που αποτελούν το υπόβαθρο της ποινικής υπόθεση 648/2020 αφορούν σε «παντελώς ανεδαφικές κατηγορίες προσώπων που έχουν προσωπικά κίνητρα και χρησιμοποιούν τις διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας δια να ικανοποιήσουν δικούς τους σκοπούς». Επισημαίνει ότι οι Αιτητές 4, 6 και 7 στην παρούσα, δεν είναι κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση 648/2020. Αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση στη βάση της οποία εκδόθηκε το επίδικο Διάταγμα δεν προσκομίζεται κανένα «αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη» των γεγονότων στα οποία γίνεται αναφορά. Περιλαμβάνει, συνεχίζει, μόνο αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας. Αυτά, καταλήγει, είναι ενδεικτικά ότι ο Αιτητής στην κυρίως Αίτηση/Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα, δεν είχε προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Περαιτέρω αναφέρει ότι το ακίνητο που επιβαρύνθηκε δυνάμει της παραγράφου Β(
- ii)του επίδικου Διατάγματος, είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ανήλικου υιού του, ήταν περιουσία της γιαγιάς του που το είχε δωρίσει αρχικά στην Αιτήτρια 2 η οποία και το δώρισε στον υιό τους. Συνεπώς, αναφέρει, δεν αποτελεί ρευστοποιήσιμη περιουσία ώστε να επιτρέπεται η επιβάρυνση του. Ο Αιτητής 1 συνεχίζει λέγοντας ότι τα ποσά που δεσμεύτηκαν με το επίδικο Διάταγμα είναι υπερβολικά και στερούν στους Αιτητές 1-8 την δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης και τη δυνατότητα άσκησης των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Εισηγείται ότι εάν δεν ακυρωθεί ή παραμεριστεί το επίδικο Διάταγμα τότε αυτό πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να επιτρέπεται στην Αιτήτρια 6 να χρησιμοποιεί τουλάχιστον ποσό €25.000 μηνιαίως, στην Αιτήτρια 7 ποσό τουλάχιστον €10.000 μηνιαίως, στην Αιτήτρια 8 ποσό τουλάχιστον €5.000 μηνιαίως και στην Αιτήτρια 5 ποσό τουλάχιστον €8.000 μηνιαίως. Αναφορικά με τον ίδιο, τη σύζυγο και τον υιό τους, ο ενόρκως δηλών ζητά την τροποποίηση του επίδικου Διατάγματος ώστε να δύναται να χρησιμοποιεί ποσό τουλάχιστον €3.820 μηνιαίως για κάλυψη των εξόδων τους. Σε σχέση με τα ποσά αυτά επισυνάπτει την ένορκη του δήλωση κατάσταση «που τεκμηριώνει τα ποσά που ζητώ όπως είναι διαθέσιμα μηνιαίως». Στην συνημμένη κατάσταση, σε σχέση με τις Αιτήτριες 5, 6 και 7, καταγράφονται διάφορα ποσά ως μηνιαία έξοδα τα οποία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, «μηνιαίο μισθολόγιο», «πληρωμές εξωτερικού», legal expenses», «stationery/utilities/couriers» και «άλλα λειτουργικά έξοδα». Για τα προσωπικά έξοδα της οικογένειας, η κατάσταση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ποσό €2.200 για «δάνειο», ποσό €1.700 για «ενοίκιο», €500 για «supermarket/expenses/office», €400 για «τηλέφωνα» και €500 για «βενζίνη». Άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 1 αφορούν πρόνοιες του επίδικου Διατάγματος, όπως είχε αρχικά εκδοθεί, στην πορεία τροποποιήθηκαν εκ συμφώνου. Για αυτό το λόγο, δεν θα απασχολήσουν. Ο Γενικός Εισαγγελέας, Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα, ήγειρε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Ως λόγους ένστασης, προβάλλει ότι δεν καταδεικνύονται επαρκείς λόγοι για την ακύρωση, παραμερισμό ή τροποποίηση του επίδικου Διατάγματος και ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ακρόαση. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης, εκ συμφώνου τροποποιήθηκε το αρχικώς εκδοθέν Διάταγμα δια της διαγραφής από αυτό δύο περιουσιακών στοιχείων που είχαν αρχικά δεσμευτεί. Πέραν αυτής της τροποποίησης, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση δεν συναίνεσε σε περαιτέρω τροποποίηση ή ακύρωση του επίδικου Διατάγματος. Οι Αιτητές επέμεναν και στη θέση τους περί ακύρωσης, παραμερισμού ή τροποποίησης και των υπόλοιπων προνοιών του επίδικου Διατάγματος. Ενόψει αυτού, άκουσα τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της αγόρευσης του ο συνήγορος των Αιτητών υποστηρίζοντας το αίτημα. Μελέτησα επίσης το κείμενο της γραπτής αγόρευσης που παρουσίασε η συνήγορος της άλλης πλευράς. Ανάλυση. Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση Αίτησης. Έχω παραθέσει πιο πάνω τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές στην παρούσα προς υποστήριξη της θέσης τους ότι το επίδικο Διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί, παραμεριστεί ή τροποποιηθεί. Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλουν άπτεται της νομιμότητας του επίδικου Διατάγματος, αφού υποστηρίζουν ότι αυτό πάσχει γιατί δεν περιλαμβάνει ρητή πρόνοια περί επίδοσης του στα ενδιαφερόμενα μέρη και γιατί δεν ορίστηκε ημερομηνία κατά την οποία να καθίσταται επιστρεπτέο. Το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν μπορεί να επιτύχει. Μέσω της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα του επίδικου Διατάγματος. Εξάλλου, οι Αιτητές, είχαν αμφισβητήσει τη νομιμότητα του επίδικου Διατάγματος, για τους δύο πιο πάνω λόγους, μέσω της Αίτησης 45/2020 για άδεια καταχώρησης αίτησης certiorari. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 18.5.2020, στην οποία παραπέμπω. Πέραν αυτού, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η άλλη πλευρά δεν είχε τεκμηριώσει επαρκώς τη θέση της για τα γεγονότα που επικαλείται για την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης 645/2020 και στα οποία βασίστηκε για την έκδοση του επίδικου Διατάγματος. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο Διάταγμα, κρίνω ότι καταγράφει με λεπτομέρεια και σαφήνεια τη μαρτυρία και καταγγελίες που τέθηκαν υπόψη του ΓΔΟΕ, τις ενέργειες στις οποίες προέβη το ΓΔΟΕ στα πλαίσια διερεύνησης των καταγγελιών, την πορεία της διερεύνησης και την ποινική υπόθεση 645/2020. Περαιτέρω λεπτομέρειες ή παράθεση αντίγραφων συμφωνιών ή άλλων εγγράφων ή αποδεικτικών στοιχείων δεν χρειαζόταν. Υπενθυμίζω ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης και επιβάρυνσης καθορίζονται στα άρθρα 14
(1)και 15
(1)του Ν. 188(Ι)/2007. Δεν περιλαμβάνουν υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων προς απόδειξη των γεγονότων που επικαλείται η πλευρά του αιτητή. Το επίδικο Διάταγμα είχε εκδοθεί αφού κρίθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζουν τα άρθρα 14
(1)και 15
(1)του Ν. 188(Ι)/
- Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε, μέσω της υπό κρίση Αίτησης, που να ανατρέπει την αρχική αυτή διαπίστωση. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το αίτημα για ακύρωση ή παραμερισμό του επίδικου Διατάγματος, δεν μπορεί να επιτύχει. Η πλευρά των Αιτητών ζητά, διαζευκτικά, την τροποποίηση του επίδικου Διατάγματος κατά τον τρόπο που καταγράφω πιο πάνω. Στη βάση των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν παραθέσει προς υποστήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος, κρίνω ότι αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής 1, παραθέτει κατάσταση εξόδων των εταιρειών και της οικογένειας του. Περιορίζεται όμως μόνο στην καταγραφή κάποιων ποσών χωρίς κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει τα ποσά αυτά. Προς παράδειγμα, γίνεται αναφορά σε μισθολόγια και πληρωμές για Κοινωνικές Ασφαλίσεις χωρίς κάποια επίσημη βεβαίωση. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές σε «πληρωμές εξωτερικού», «αγορά υπηρεσιών ηθοποιών», «άλλα λειτουργικά έξοδα» κτλ χωρίς να επισυνάπτεται κάποια σχετική απόδειξη ή τιμολόγιο. Για την κάθε εταιρεία τα μηνιαία έξοδα που καταγράφονται υπερβαίνουν κατά πολύ το ελάχιστο μηνιαίο ποσό που ζητά να αποδεσμευτεί με τροποποίηση του επίδικου Διατάγματος, χωρίς να επεξηγείται γιατί. Αναφορικά με τα προσωπικά έξοδα της οικογένειας, επίσης είναι πλήρως ατεκμηρίωτα και καμία απόδειξη ή τιμολόγιο παρουσιάζεται. Ούτε επεξηγείται γιατί υπάρχει αναφορά τόσο σε μηνιαία δόση δανείου €2.200 αλλά και ποσό €1.700 σε ενοίκιο. Πέραν των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ο συνήγορος των Αιτητών αμφισβήτησε στα πλαίσια της αγόρευσης του κατά πόσο τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύτηκαν και επιβαρύνθηκαν συνιστούν «ρευστοποιήσιμα» περιουσιακά στοιχεία, στην έννοια των άρθρων 14 και 15 του Ν. 188(Ι)/
- Σε σχέση με αυτή τη θέση, κρίνω ότι μετρητά κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας» ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ν. 188(Ι)/
- Κρίνω επίσης ότι εμπίπτει και στην έννοια της «ρευστοποιήσιμης περιουσίας» ως καθορίζεται στο άρθρο 13 του Ν. 188(Ι)/
- Συνεπώς, ποσά κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 188(Ι)/
- Σημειώνω επίσης ότι το άρθρο 15
(5)του Ν. 188(Ι)/2007 ρητά καθορίζει ότι ακίνητη περιουσία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διατάγματος επιβάρυνσης. Κατάληξη. Για του λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, συνακόλουθα, απορρίπτεται. ......... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο