Ν. Χ'' ΒΑΣΙΛΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, Αρ. Υποθέσεως: 26595/2014, 7/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 26595/2014 Μεταξύ: Ν. Χ'' ΒΑΣΙΛΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Παραπονούμενοι -ν- ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ XXXXX Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 7.10.2020 Για τους Παραπονούμενους: κ. Ευσταθίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ροκόπος Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της χωρίς εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) Λτδ με αριθμό XXXXX9514 για το ποσό των €12.000 και ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφλησή της. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κλήθηκε ο κ. XXXXX Χατζηβασίλης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία είναι μια οικογενειακή επιχείρηση που ασχολείται με εμπόριο ξηράς δόμησης όπως γυψοσανίδες, ψευδοτάβανα κτλ. και ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υπήρξε πελάτης της παραπονούμενης εταιρείας. Η παραπονούμενη συνεργάζεται με την εταιρεία Pelasgos Estates and Construction Ltd και τον κ. XXXXX Φυσέντζου στους οποίους πωλεί εμπορεύματά της. Συνεργάζεται επίσης με την Τράπεζα Κύπρου στην οποία παρουσιάζει επιταγές που εκδόθηκαν προς όφελός της και η τράπεζα της προπληρώνει ποσοστό τους. Περί τον Φεβρουάριου του 2014 ο κ. XXXXX Φυσέντζου κατέβαλε στην παραπονούμενη για την εταιρεία Pelasgos το ποσό των €12.000 με την επιταγή με αριθμό XXXXX9514 του ΣΤΕΛΜΕΚ με εκδότη τον κ. XXXXX Γαβριηλίδη. Η εν λόγω επιταγή έφερε ημερομηνία 13.9.2014 και την παρέδωσε στην Τράπεζα Κύπρου τον Φεβρουάριο του
- Μερικούς μήνες αργότερα πληροφορήθηκε ότι η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 15.9.2014 αλλά δεν τιμήθηκε επειδή ανακλήθηκε η πληρωμή της. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε είχε οποιεσδήποτε δοσοληψίες μαζί του. Την επίδικη επιταγή του την παρέδωσε ο κ. Φυσέντζου. Το όνομα του δικαιούχου της επιταγής ήταν κενό και εκείνος το συμπλήρωσε τοποθετώντας στο σημείο τη σφραγίδα με το όνομα της εταιρείας του. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Φυσέντζου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι ιδιοκτήτης της Pelasgos Estates and Construction Ltd η οποία είναι εργοληπτική εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία του το 2014 αγόραζε εμπορεύματα από την παραπονούμενη εταιρεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επιταγή τεκμήριο 1 είναι η επιταγή που του έδωσε ο κατηγορούμενος με την οποία αγόρασε υλικά για το σπίτι του. Την εν λόγω επιταγή την παρέδωσε στον κ. XXXXX Χατζηβασίλη και όταν του την παρέδωσε σε αυτή δεν αναγραφόταν το όνομα του δικαιούχου της. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος του ανέθεσε την κατασκευή της οικίας του. Για την πληρωμή του ο κατηγορούμενος τον Φεβρουάριο του 2014 του έδωσε την επίδικη επιταγή η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και πληρωτέα τον Σεπτέμβρη του
- Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να γράψει το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή και του είπε να την δώσει στους προμηθευτές του. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του κατηγορουμένου ότι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής επειδή οι εργασίες που εκείνος εκτέλεσε στην οικία του παρουσίαζαν κακοτεχνίες και ότι τον είχε πληροφορήσει για την ανάκληση της πληρωμής της. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μην αναγράψει στην επίδικη επιταγή το όνομα του δικαιούχου για να μπορέσει να τη χρησιμοποιήσει για να εξοφλήσει υποχρεώσεις της δικής του εταιρείας. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σεργίου ο οποίος εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στις 15.9.2014 για εξαργύρωση αλλά δεν τιμήθηκε επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 τη γραπτή εντολή ημερομηνίας 12.2.2014 για τη μη πληρωμή της επιταγής η οποία υπογράφηκε από τον εκδότη της επιταγής. Ο Μ.Κ.3 κατά τη σύντομη αντεξέτασή τού ισχυρίστηκε ότι ως λόγος για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής δόθηκε η «μη τήρηση συμφωνίας». Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα στις 13.9.2014 και ότι η εντολή μη πληρωμής της δόθηκε στις 12.2.
- Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Οικονομίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στις 15.9.2014 στον λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας τον οποίο διατηρεί με την Τράπεζα Κύπρου. Ο εν λόγω λογαριασμός αφορά συμφωνία της τράπεζας με την παραπονούμενη εταιρεία για προεξόφληση τιμολογίων. Η επίδικη επιταγή αρχικά πιστώθηκε στον λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας και όταν στη συνέχεια επιστράφηκε απλήρωτη χρεώθηκε ακριβώς το ίδιο ποσό. Στη μοναδική ερώτηση που του τέθηκε κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον κάλεσε να παρουσιάσει την υπεράσπισή του ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ως εξεταζόμενος μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατέθεσε επίσης διάφορα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια 4 έως
- Ισχυρίστηκε ότι στις 21.10.2011 υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρεία Pelasgos Estates and Construction Ltd για να του χτίσει μια μικρή μεταλλική οικία στο χωριό Πεδουλάς η οποία σύμφωνα με σχετικό όρο έπρεπε να χτιστεί το αργότερο 4 μήνες από την έναρξη των εργασιών. Στις 22.10.2012 υπέγραψαν νέο συμφωνητικό έγγραφο και στις 22.5.2013 άλλο ένα το οποίο προνοούσε ότι η οικία του θα αποπερατωνόταν ως τις 30.8.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 31.7.2013 ο κ. Φυσέντζου του ζήτησε να του δώσει το ποσό των €15.000 και του υποσχέθηκε ότι η οικία του θα αποπερατωνόταν μέχρι τις 15.10.
- Υπέγραψαν προς τούτο και άλλη συμφωνία, του πλήρωσε τις €15.000 αλλά στις 15.10.2013 η οικία του ήταν ημιτελής. Στις 4.1.2014 ο κ. Φυσέντζου του ζήτησε συνάντηση και στις 11.1.2014 συναντήθηκαν και τελικά συμφώνησαν να δώσει προς τον κ. Φυσέντζου ακόμα 2 επιταγές. Η μία ήταν πληρωτέα στις 12.2.2014 για το ποσό των €8.800 και η άλλη, η επίδικη, για το ποσό των €12.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπέγραψαν σχετικά έγγραφα ημερομηνίας 11.1.2014 τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 16 και 17 και ότι τόνισε στον κ. Φυσέντζου πως αν δεν τηρούσε την ημερομηνία την οποία συμφώνησαν θα προχωρούσε στην ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Ισχυρίστηκε ότι συμφώνησαν εκ νέου ότι η αποπεράτωση της οικίας του θα γινόταν μέχρι τις 12.2.2014 για αυτό και η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα 6 μήνες αργότερα. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Φυσέντζου του ζήτησε να μην γράψει το όνομα της εταιρείας του στην επίδικη επιταγή την οποία εκείνος παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία χωρίς να την ενημερώσει ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε επειδή η εταιρεία του δεν τήρησε τη μεταξύ τους συμφωνία. Στις 12.2.2014 η οικία του δεν είχε ολοκληρωθεί και τότε προχώρησε να δώσει οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Σε ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την εταιρεία του κ. Φυσέντζου ημερομηνίας 19.5.2014 το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 18 τον ενημέρωσε εκ νέου πως είχε ήδη ακυρώσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Στη συνέχεια διόρισε πραγματογνώμονα από το Ε.Τ.Ε.Κ. και εναντίον της εταιρείας Pelasgos Estates and Construction Ltd καταχώρησε την αγωγή με αριθμό 7/2019 στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία διεκδικεί από την ως άνω εταιρεία αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες στις εργασίες ανοικοδόμησης της οικίας του. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πλήρωνε στον κ. Φυσέντζου τα ποσά τα οποία του ζητούσε επειδή ο τελευταίος τον απειλούσε πως σε περίπτωση που δεν έκανε αποδεκτές τις απαιτήσεις του θα σταματούσε τις εργασίες τις οποίες του είχε αναθέσει και επειδή συνεχώς του υποσχόταν ότι θα ολοκλήρωνε τις εν λόγω εργασίες. Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο δικηγόρος της παραπονούμενης ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε από τον κατηγορούμενο για το έργο το οποίο ο κ. Φυσέντζου του παρέδωσε και για το οποίο ο κατηγορούμενος ήταν πλήρως ικανοποιημένος και για αυτό δεν είχε καμία εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ο κ. Ροκόπος από την άλλη εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν ήταν νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής και πως λόγω τούτου δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της επίδικης επιταγής και ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων και θα κάνω αναφορά σε αυτές στη συνέχεια όπου θα είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής το οποίο ενεργοποιείται όταν αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262 (Παναγιώτου ν. Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916) και «κάτοχος» σημαίνει τον δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών. Το άρθρο 73 του Κεφ. 262 προνοεί ότι επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος ΙΙΙ του Νόμου οι διατάξεις του Νόμου που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται και σε επιταγή. Σχετικό με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης είναι και το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε επίσης ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και οι ισχυρισμοί του δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή του. Ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε από τον Μ.Κ.2 για λογαριασμό της εταιρείας του τελευταίου Pelasgos Estates and Construction Ltd. Αναφορικά με την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή και τη μη τίμησή της λόγω του γεγονότος ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και επιβεβαιώνονται επίσης και από τη σχετική σφραγίδα που τοποθετήθηκε στην επίδικη επιταγή και στη σχετική γραπτή εντολή μη πληρωμής της που δεν αμφισβητήθηκαν. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.2 κρίνω ότι δεν ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας επειδή είχε ίδιο συμφέρον να ισχυριστεί ότι η εταιρεία του είχε συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε να ανοικοδομήσει την οικία του κατηγορούμενου στον Πεδουλά και δεν ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία κρίνω ότι διακατεχόταν από ιδιοτελή κίνητρα, ήταν εμπαθής και μεροληπτική εναντίον του κατηγορούμενου. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου ότι παρόλο που ο κατηγορούμενος τον είχε προειδοποιήσει από τις 11.1.2014 ότι σε περίπτωση που η εταιρεία του δεν ολοκλήρωνε την ανοικοδόμηση της οικίας του μέχρι τη συγκεκριμένη ημέρα που είχαν συμφωνήσει και ενώ γνώριζε ότι η εταιρεία του δεν την είχε ολοκληρώσει επέλεξε να δώσει την επίδικη επιταγή στην παραπονούμενη εταιρεία για πληρωμή των υποχρεώσεων της δικής του εταιρείας προς αυτή. Με τη συμπεριφορά του αυτή ξεγέλασε την παραπονούμενη εταιρεία και τον διευθυντή της και την ενέπλεξε στην παρούσα δικαστική διαδικασία εναντίον του κατηγορούμενου αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία, ψυχική και οικονομική, την οποία τους προκάλεσε. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητοι μάρτυρες οι οποίοι ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια και δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο να ευνοήσουν οποιοδήποτε με τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία τους ήταν τυπική και όσα ισχυρίστηκαν σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν και επιβεβαιώνονται αφενός από τα σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσαν ως τεκμήρια και τα οποία τηρούσαν υπό τη φύλαξή τους στα πλαίσια των καθηκόντων τους και αφετέρου από όσα περιήλθαν σε γνώση τους ως υπαλλήλων στις τράπεζες οι οποίες διαφάνηκε ότι είχαν εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Κρίνω ότι η μαρτυρία τους αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι λογική και συνεπώς πειστική και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του πως ανέθεσε στην εταιρεία Pelasgos Estates and Construction Ltd την ανοικοδόμηση της οικίας του δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντιθέτως επιβεβαιώθηκε και από τις σχετικές συμφωνίες τις οποίες οι συμβαλλόμενοι υπέγραψαν. Ο άλλος ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή η εταιρεία Pelasgos Estates and Construction Ltd του Μ.Κ.2 δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες ανοικοδόμησης της οικίας του τις οποίες ανέλαβε επιβεβαιώνεται και από τα σχετικά έγγραφα τα οποία παρουσίασε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει επίσης και από το αντίγραφο της σχετικής αγωγής την οποία καταχώρησε εναντίον της ως άνω εταιρείας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τα πιο κάτω αποτελούν τα συμπεράσματά μου σε σχέση με το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με το εμπόριο δομικών υλικών και μεταξύ των πελατών της ήταν η εταιρεία Pelasgos Estates and Construction Ltd η οποία έχει διευθυντή της τον κ. XXXXX Φυσέντζου. Η εν λόγω εταιρεία είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να του ανοικοδομήσει μια μεταλλική κατοικία στον Πεδουλά και προς τούτο είχαν υπογράψει σχετική συμφωνία στις 21.10.2011 η οποία τροποποιήθηκε διαδοχικά στη συνέχεια. Συμφωνήθηκε μεταξύ του κατηγορούμενου και του διευθυντή της εταιρείας Pelasgos Estates and Construction Ltd ως καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης της οικίας του κατηγορούμενου η ημερομηνία 12.2.
- Ο κατηγορούμενος περί τον Ιανουάριο του 2014 παρέδωσε στον κ. Φυσέντζου την επίδικη επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα στις 13.9.2014 και μια άλλη για το ποσό των €8.800 η οποία ήταν πληρωτέα στις 13.2.
- Ο κατηγορούμενος στις 11.1.2014 τόνισε στον κ. Φυσέντζου πως σε περίπτωση που η οικία του δεν ολοκληρωνόταν μέχρι την καταληκτική ημερομηνία που είχαν συμφωνήσει θα προχωρούσε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η εν λόγω επιταγή όταν παραδόθηκε στον κ. Φυσέντζου δεν είχε συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου της. Επειδή η ως άνω εταιρεία δεν ολοκλήρωσε εμπρόθεσμα την οικία του κατηγορούμενου ο τελευταίος στις 12.2.2014 προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής επικαλούμενος ως λόγο για την ενέργειά του αυτή τη «μη τήρηση συμφωνίας» εκ μέρους της ως άνω εταιρείας Pelasgos Estates and Construction Ltd και πληροφόρησε τον κ. Φυσέντζου για τούτη την εντολή που είχε δώσει. Ο κ. Φυσέντζου περί τον Φεβρουάριο του 2014 για να πληρώσει υλικά τα οποία η εταιρεία του αγόρασε από την παραπονούμενη εταιρεία παρέδωσε στον διευθυντή της κ. XXXXX Χατζηβασίλη την επίδικη επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα στις 13.9.2014 χωρίς να τον πληροφορήσει ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί. Ο κ. Φυσέντζου γνώριζε ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί αφού ο κατηγορούμενος του το είχε τονίσει από τις 11.1.2014 και του το επανέλαβε και με σχετικό ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 19.5.2018 που κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ο κ. Χατζηβασίλης μετά που έλαβε την επίδικη επιταγή έβαλε τη σφραγίδα με το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας στο όνομα του δικαιούχου της και περί τον Φεβρουάριο του 2014 την παρουσίασε στην τράπεζά του η οποία του προεξόφλησε μέρος της εν λόγω επιταγής. Όταν η εν λόγω επιταγή στις 15.9.2014 παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκε επειδή ο κατηγορούμενος είχε προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της με γραπτές οδηγίες του ημερομηνίας 12.2.
- Ο κατηγορούμενος ουδέποτε πληροφορήθηκε πως η επίδικη επιταγή είχε δοθεί από την εταιρεία του κ. Φυσέντζου στην παραπονούμενη. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης της επίδικης επιταγής προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η επίδικη επιταγή είχε εκδοθεί από τον κατηγορούμενο. Το ότι η επίδικη επιταγή είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου προκύπτει από το ίδιο το τεκμήριο 1 στο οποίο υπάρχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία για να διαπιστωθεί ότι αυτό είναι επιταγή. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο. Κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί πως η παραπονούμενη εταιρεία είναι ο νόμιμος κάτοχος της επίδικης επιταγής αφού αυτή είναι ο δικαιούχος της. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα σημειώνω ότι αυτό προέκυψε ως γεγονός από τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα και συγκεκριμένα από το τεκμήριο 2 αλλά και από τον σχετικό ισχυρισμό του ίδιου του κατηγορούμενου με τον οποίο επιβεβαίωσε ότι εκείνος έδωσε τις οδηγίες για να μην πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει επίσης και από τη σχετική σφραγίδα με την οποία σφραγίστηκε η επίδικη επιταγή και στην οποία φαίνεται ότι ο λόγος για τον οποίο αυτή δεν πληρώθηκε οφειλόταν στην σχετική εντολή του εκδότη της να μην τιμηθεί. Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή μιας επιταγής εξετάζεται άμεσα και αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή εντολή στο πιστωτικό ίδρυμα με τον λόγο για τον οποίο έδωσε την εντολή μη πληρωμής της επίδικης επιταγής. Ο λόγος τον οποίο επικαλέστηκε στις 12.2.2014 ήταν η «μη τήρηση συμφωνίας» από την εταιρεία Pelasgos Estates and Construction Ltd. Κρίνω πως από τη στιγμή που η εν λόγω εταιρεία δεν ολοκλήρωσε την οικοδόμηση της οικίας του κατηγορούμενου μέχρι την ημέρα που είχαν συμφωνήσει, ήτοι στις 12.2.2014 εκείνος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο). Ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με την παραπονούμενη εταιρεία και αγνοούσε ότι ο Μ.Κ.2 είχε παραδώσει σε αυτή την επίδικη επιταγή για πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρείας του προς την παραπονούμενη. Έχοντας υπόψη μου όσα επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος κρίνω ότι κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» για την οποία είναι ο ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος για την ανάκληση της επίδικης επιταγής έχει αποδειχθεί. Λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο